Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

ΖΑΝ-ΜΠΑΤΙΣΤ ΑΝΤΡΕΑ, ΔΙΑΒΟΛΟΙ ΚΑΙ ΑΓΙΟΙ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ

 

Ο ΤΙΤΛΟΣ «ΔΙΑΒΟΛΟΙ ΚΑΙ ΑΓΙΟΙ» με την εμφατική του αντίθεση κατατάσσει, σε μια πρώτη ανάγνωση, τα πρόσωπα του μυθιστορήματος στην μιαν ή η την άλλη πλευρά του διπόλου: «άγιοι» είναι τα θύματα-ορφανά που βρίσκονται έγκλειστα στη «Μεθόριο», ένα όρφανοτροφείο-κολαστήριο στα Πυρηναία, «διάβολοι» είναι οι τύραννοι-ιερείς που στο όνομα της πίστης, της αγάπης, της ταπείνωσης βασανίζουν μέχρι θανάτου τα ορφανά, «άγιοι» είναι όσοι με τη ζωή και το έργο τους υπηρετούν την τέχνη, την ομορφιά, την ανθρωπιά, απαλύνουν την ασχήμια, τον πόνο, το κακό, «δαίμονες» είναι όσοι ευνοούν με τη δράση τους το Κακό…

Εστιάζοντας όμως στον συμπλεκτικό σύνδεσμο «και» θα έλεγα ότι ο σχήμα διάβολος-άγιος εμπεριέχει και τον συνδυασμό των δύο ιδιοτήτων: οι δύο αντιθετικές έννοιες στα δύο άκρα ενός συνεχούς ενώ οι ήρωες του μυθιστορήματος, όπως και ο κάθε άνθρωπος στις στιγμές της ζωής του, τοποθετείται σε διαφορετικό σημεία ανάμεσα στα δύο άκρα. 

Βασικά θέματα του μυθιστορήματος είναι η δύναμη της αγάπης, της φιλίας και της μουσικής, η σημασία του ψυχικού τραύματος, η καταγγελία της αυταρχικής, ιδιαίτερα της θρησκευτικής, εκπαίδευσης και των ρατσιστικών διακρίσεων…

Γραφή με έντονους λυρικούς τόνους, με σημεία ιδιαίτερης συναισθηματικής έντασης και εναλλαγές «φωτεινών» και «σκοτεινών» σκηνών.

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

Με το «Adagio sostenuto» από τη «Σονάτα του σεληνόφωτος» του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν εκκινεί το μυθιστόρημα του Ζαν-Μπατίστ Αντρεά, Διάβολοι και άγιοι (μτφρ. Γιάννης Στρίγκος, εκδ. Πατάκη), και είναι από εκείνες τις σπάνιες φορές που ένα βιβλίο δηλώνει τη δυναμική του από την προμετωπίδα του, από τη σελίδα που ο κάθε συγγραφέας χρησιμοποιεί για να αφιερώσει σε κάποιον το πόνημά του. Το Διάβολοι και άγιοι είναι το τρίτο μυθιστόρημα του συγγραφέα, το προτελευταίο. 

Με την αρωγή της μουσικής

Η μελαγχολική μελωδία του Μπετόβεν δεν λειτουργεί ως ηχητικό φόντο στην ιστορία, αλλά την ξεδιπλώνει, την αναπλάθει, την παρασέρνει, της προσφέρει ενδοσκοπική ματιά υπό το φως ενός φεγγαριού, άλλοτε ψυχρού κι άλλοτε ονειρικού. Η βαθιά ομορφιά αυτού του μυθιστορήματος βρίσκεται φυλακισμένη μέσα σε ένα σκληρό περίβλημα απώλειας, ορφάνιας, βίας και μοναξιάς, αλλά όταν αυτό το κέλυφος σπάσει (διότι σπάει), τότε μια στοιχειωτική γαλήνη απλώνεται στις σελίδες. Όπως ακριβώς συμβαίνει και με το ανάπτυγμα της σονάτας του Μπετόβεν.

patakis andrea diavoloi kai aggeloi

Είναι, επίσης, από τις φορές που η λογοτεχνία συνομιλεί επί ίσοις όροις με τη μουσική και μαζί δημιουργούν ένα αρμονικό πλέγμα, μέσα από το οποίο αναφύονται η γκάμα των ανθρώπινων συναισθημάτων. Κάτι αντίστοιχο είχαμε θαυμάσει στο Confiteor του Ζάουμε Καμπρέ και στα μυθιστορήματα του πιανίστα και συγγραφέα Κέτιλ Μπιόρνσταντ.

bookpress deite to big 300 new

«Ο Αντρέα μάς είχε δείξει και από το προηγούμενο μυθιστόρημά του που κυκλοφόρησε στα ελληνικά, Να την προσέχει, το οποίο είχε λάβει το σεπτό Βραβείο Γκονκούρ, ότι είναι σε θέση να εμπλέκει τις τέχνες για να αρθρώσει το λόγο τους. Σε εκείνο το βιβλίο (2023) πρωτοστατούσε η γλυπτική, εδώ είχε προηγηθεί η μουσική (2021). Όσο για το αποτέλεσμα της σύζευξης, παραμένει κι εδώ σε υψηλό επίπεδο.

Ο Τζόζεφ

Πρωτοβλέπουμε τον Τζόζεφ, τον πρωταγωνιστή του βιβλίου, σε μεγάλη ηλικία να παίζει πιάνο (μόνο Μπετόβεν) σε δημόσιους χώρους προκαλώντας την απορία, το ενδιαφέρον, αλλά και τον θαυμασμό των ανώνυμων διαβατών που στέκονται να τον ακούσουν. Δεν το κάνει για βιοποριστικούς λόγους, δεν το έχει ανάγκη. Δεν το κάνει για να ταΐσει τη ματαιοδοξία του· ξέρει πολύ καλά πως δεν θα γίνει ποτέ σπουδαίος πιανίστας. Το κάνει μόνο για να βρει… εκείνη. Το κορίτσι των σκληρών παιδικών του χρόνων, την ασθενική Ροζ, την οποία έχασε, αλλά ελπίζει ότι κάπου εκεί στο πλήθος θα εμφανιστεί εξαίφνης μπροστά του και θα ενωθούν ξανά.

Μένει να σκέφτεται τα μαθήματα πιάνου που έκανε με τον δύσκολο και απαιτητικό κύριο Ρότενμπεργκ, που του ζητούσε να υπερβεί το στενό πλαίσιο μιας παρτιτούρας και να εισδύσει στη μεγάλη καρδιά του Μπετόβεν

Η ζωή του μικρού Τζο ξεκινάει με μια σκληρή απώλεια. Χάνει τους γονείς του και τη μικρή του αδελφή σε ένα αεροπορικό δυστύχημα και έκτοτε βιώνει στο δέρμα και την ψυχή του τι θα πει ορφάνια. Ελλείψει άλλης λύσης, καταλήγει στη Μεθόριο, ένα ορφανοτροφείο που λειτουργεί υπό την αιγίδα της εκκλησίας, με ό,τι σημαίνει αυτό για τον βαθμό σκληραγώγησης που απαιτούν οι ιερωμένοι από τους νεανίες και τους μπόμπιρες που ζουν σαν φυλακισμένοι και άκρως ιδρυματοποιημένοι. Η ζωή που ονειρευόταν ο Τζο μέσα σε μια ολέθρια στιγμή διαλύθηκε. Μένει να σκέφτεται τα μαθήματα πιάνου που έκανε με τον δύσκολο και απαιτητικό κύριο Ρότενμπεργκ, που του ζητούσε να υπερβεί το στενό πλαίσιο μιας παρτιτούρας και να εισδύσει στη μεγάλη καρδιά του Μπετόβεν για να μπορέσει να βρει τον ρυθμό της μουσικής του.

Μέσα στο ίδρυμα

Εξαρχής, ο Τζο καταλαβαίνει πως η νέα του ζωή θα είναι σκληρή σαν πέτρα, παγωμένη σαν χιόνι και βρόμικη σαν λάσπη έπειτα από καταρρακτώδη βροχή. Η Μεθόριος επιβεβαιώνει το όνομά της: βρίσκεται μεταξύ γης και ενός ανήλιαγου λαγουμιού, στο οποίο πρυτανεύει η βία, οι σφοδρές τιμωρίες και ο αμείλικτος νόμος του αβά Σενάκ και του πρωτοπαλίκαρού του, του Βατράχου, που έχει όψη τέρατος και καρδιά κτηνώδη.

Η ταύτισή του με τον λιγότερο γνωστό αστροναύτη (αφού ο Νιλ Αρμστρονγκ πήρε πάνω του όλη τη δόξα) του πληρώματος, τον Μάικλ Κόλλινς, θα τον βοηθήσει να κρατήσει μέσα του άσβεστη την αγάπη της περιπλάνησης

Ο Τζο, που είχε ονειρευτεί πτήσεις στη σελήνη (μεγάλωσε την περίοδο που η αποστολή του Απόλλων 11 προσεδάφισε δύο αστροναύτες στο φεγγάρι), αναγκάζεται εκ των πραγμάτων να βιώσει μια «υπογείωση» στα έγκατα του παιδικού φόβου. Η ταύτισή του με τον λιγότερο γνωστό αστροναύτη (αφού ο Νιλ Αρμστρονγκ πήρε πάνω του όλη τη δόξα) του πληρώματος, τον Μάικλ Κόλλινς, θα τον βοηθήσει να κρατήσει μέσα του άσβεστη την αγάπη της περιπλάνησης με απάτητα νέφη και ατμόσφαιρες.

Ντικενσιανή ατμόσφαιρα

Δίπλα του θα βρεθεί μια δράκα παιδιών και εφήβων που θα αποτελέσουν την πιο κοντινή του παρέα, η οποία όμως δεν θα είναι πάντα φιλικά διακείμενη απέναντί του. Πρώτα, ο Μόμο, ένα παιδί διανοητικά καθυστερημένο και στη συνέχεια ο Ανωνύμου Πατρός (τι όνομα κι αυτό), ο Ανακατωσούρας, ο Έντισον και ο Σινάτρα. Όλα τους ορφανά, όλα τους παρατημένα στα σκληρόπετσα χέρια του άτεγκτου ιερέα και της ομάδας τους· όλα τους με μια ελπίδα πως κάτι θα γίνει και θα φύγουν από εκεί μέσα.

Υπάρχει μια ντικενσιανή ατμόσφαιρα εντός της Μεθορίου, την οποία ο Αντρέα την περιγράφει με αδρές γραμμές, υποβάλλοντας τον αναγνώστη στην όχι και τόσο αγόγγυστη ανάγνωση των τιμωριών και των οικτιρμών που υφίστανται αυτά τα παιδιά που μαθαίνουν να ζουν «χριστιανικά» με τον πιο άγριο τρόπο.

Η Επιφυλακή

Η παρέα του Τζο είναι η λεγόμενη Επιφυλακή, μια μυστική οργάνωση εντός του κτιρίου, που σκοπό έχει να προσφέρει στα μέλη της την ψευδαίσθηση των νυχτερινών σκοπιών για να σώσουν το κάστρο της Μεθορίου από εισβολείς, και των κρυφών συναντήσεων, στις οποίες ακούνε κρυφά ραδιόφωνο και φιλολογούν επί παντός επιστητού. Ακόμη και για τη φυσιολογία του γυναικείου γεννητικού οργάνου.

Ο Τζο θα καταλήξει στη Λήθη, ένα υπόγειο του ορφανοτροφείου που είναι σαν απομόνωση φυλακής, και η Ροζ θα φύγει για το Παρίσι με τους γονείς της.

Η αναπάντεχη διέξοδος του Τζο θα βρεθεί όταν θα κληθεί με το ζόρι να κάνει μαθήματα πιάνου στην κόρη ενός από του ευεργέτες του ορφανοτροφείου. Έτσι θα γίνει η γνωριμία του με τη Ροζ, η οποία εξαρχής δεν θα είναι ευτυχής. Τα δύο παιδιά δείχνουν να μισιούνται σφόδρα. Μεταξύ τους υπάρχει χάος και αντίθετοι δρόμοι που δεν κουράζονται να επιδεικνύουν και να υπερτονίζουν. Όπως συμβαίνει, όμως, πάντα στην εφηβική ηλικία, από ένα απύθμενο μίσος ξεκινάει ένας αγνός έρωτας. Θα έρθουν τα πρώτα φιλιά, οι εξομολογήσεις και τα όνειρα φυγής για έναν άλλο κόσμο. Η πρώην φυματική Ροζ και ο ορφανός Τζο πιστεύουν πως θα τα καταφέρουν. Πού να ήξεραν!

Το σχέδιό τους θα αποτύχει, καθώς κάποιος θα τους προδώσει. Ο Τζο θα καταλήξει στη Λήθη, ένα υπόγειο του ορφανοτροφείου που είναι σαν απομόνωση φυλακής, και η Ροζ θα φύγει για το Παρίσι με τους γονείς της. Έκτοτε, θα χαθούν, σαν μια σελήνη σπασμένη σε δύο όμοια κομμάτια.

Η έξοδος

Ακόμη κι εδώ να τελείωνε το μυθιστόρημα, ο Αντρεά θα είχε πετύχει τον σκοπό του: να φτιάξει ένα δράμα ανθρώπινης ποιότητας. Ωστόσο, το… παρακάτω διεκδικεί το παράσημο μιας λύσης που συναντάς στη σπουδαία λογοτεχνία. Τα παιδιά θα έρθουν αντιμέτωπα με το πεπρωμένο τους, θα αρθούν πάνω από τις μικρές τους υποστάσεις, θα αναζητήσουν για τους εαυτούς τους το αδιανόητο και το άπιαστο: τη φυγή από τη φυλακή τους. Σύντομα θα έρθουν πρόσωπο με πρόσωπο και με τον Ντάννυ, τον ήρωα του ορφανοτροφείου, που ήταν ο πρώτος που αποπειράθηκε να δραπετεύσει για να καταλήξει κι αυτός στη Λήθη. Η αρχική έχθρα ανάμεσα στον Ντάννυ και τον Τζο θα λειτουργήσει ως σπίθα που θα γεννήσει το όνειρο της ομαδικής απόδρασης μέσω μιας σιδηροδρομικής σήραγγας που ενώνει τη Γαλλία με την Ισπανία. Οι τελευταίες σαράντα-πενήντα σελίδες διαβάζονται σαν να έχεις στα μάτια δύο καρδιές που πάλλονται από κούραση, φόβο και απαντοχή.

Οι λέξεις του αποκτούν μια ξεχωριστή ποιότητα και δεν αποτελούν όπλο υπερίσχυσης του συγγραφέα, αλλά καθοδηγούν την πλοκή στα πιο εύκρατα εδάφη για να αναπτυχθεί.

Η επιστροφή στο αφηγηματικό παρόν, με τον Τζόζεφ μεγάλο πια, εξηγεί πολλά και δικαιώνει τους ήρωες και τον συγγραφέα. Ο Αντρεά είναι ένας λεπτουργός, ένας συγγραφέας που καθετί που γράφει το ντύνει με ρυθμό (να ο ρυθμός που αποζητάει να βρει ο ήρωάς του) και όχι με ένα απλό τέμπο. Οι λέξεις του αποκτούν μια ξεχωριστή ποιότητα και δεν αποτελούν όπλο υπερίσχυσης του συγγραφέα, αλλά καθοδηγούν την πλοκή στα πιο εύκρατα εδάφη για να αναπτυχθεί.

Όσο για τη μετάφραση, δυστυχώς είναι μια από τις τελευταίες που μας παρέδωσε ο Γιάννης Στρίγκος πριν φύγει αδόκητα από τη ζωή. Εκεί που βρίσκεται ελπίζουμε να διαβάσει το μεγάλο ευχαριστώ που του οφείλουμε για το συγκεκριμένο βιβλίο, αλλά και για όσα καταπιάστηκε στη μεταφραστική του καριέρα. Θα μας λείψει πολύ.

* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.


Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Ζαν-Μπατίστ Αντρεά γεννήθηκε το 1971 στο Σαιν-Ζερµαίν-αν-Λαι, στα δυτικά του Παρισιού, και µεγάλωσε στις Κάννες. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήµες στη Σχολή Πολιτικών Επιστηµών στο Παρίσι και Οικονοµικά στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο ESCP Business School µε έδρα το Παρίσι.

Από το 2003 µέχρι και το 2013 ασχολήθηκε αποκλειστικά µε τον κινηµατογράφο, ως σκηνοθέτης και σεναριογράφος. To 2003 σκηνοθέτησε (µε τον Φαµπρίς Κανεπά) την ταινία «Dead End», που διακρίθηκε στο Φεστιβάλ Ταινιών Φαντασίας και Τρόµου του Σαν Σεµπαστιάν και στο Φεστιβάλ FanTasia στο Μόντρεαλ. Το 2017 εξέδωσε το πρώτο του µυθιστόρηµα, Βασίλισσά µου (µτφρ. Κώστας Κατσουλάρης, εκδ. Στερέωμα), που απέσπασε, µεταξύ άλλων, τα βραβεία Premier Roman (2017), Femina des Lyceens (2017) και Prix Alain-Fournier (2018).

jean baptiste andrea

Το τέταρτο κατά σειρά µυθιστόρηµά του με τίτλο Να την προσέχει (μτφρ. Μήνα Πατεράκη-Γαρέφη, εκδ. Πατάκη) κυκλοφόρησε στη Γαλλία το 2023, σηµειώνοντας ρεκόρ πωλήσεων και μεταφράστηκε σε περισσότερες από τριάντα γλώσσες. Τον Νοέµβριο του 2023 ο Αντρεά τιµήθηκε µε το βραβείο Goncourt, τη σηµαντικότερη διάκριση της γαλλόφωνης λογοτεχνίας.

Το Διάβολοι και άγιοι (μτφρ. Γιάννης Στρίγκος, εκδ. Πατάκη, 2025) είναι το τρίτο του μυθιστόρημα, το οποίο πρωτοκυκλοφόρησε στα γαλλικά το 2021 και απέσπασε τα βραβεία RTL-Lire Grand Prix 2021, Relay Readers’ Travel Prize και Ouest-France Etonnants Voyageurs. Μεταφράζεται σε περισσότερες από δέκα γλώσσες, ενώ ετοιμάζεται η κινηματογραφική του μεταφορά από τον Ζαν-Πιερ Ζενέ, τον σκηνοθέτη της «Αμελί».


ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

«Απ’ όλες τις κατάρες που είχαν εξαπολύσει οι προφήτες, απ’ όλους τους λοιμούς που αφάνιζαν την οικουμένη, είχα κολλήσει το χειρότερο απ’ όλα. Ήμουν ορφανός, όπως είναι κανείς λεπρός, φθισικός, χολεριασμένος. Ανίατος».

***

«Η «Επιφυλακή» δεν ήταν ένα παιχνίδι, ένα άτριχο κουνέλι που βγήκε από κάποιο καπέλο μιας παρέας ερασιτεχνών μάγων προς χάριν ενός εννιάχρονου παιδιού. Και όπως θα σας το επιβεβαίωναν όλοι οι μουσικοί, είναι πιο δύσκολο ν’ ανέβεις στη σκηνή για ένα άτομο παρά για χίλια. Σπάνια μπορεί κανείς να απογοητεύσει χίλια άτομα μαζί».

***

«Η γιαγιά μου έλεγε επίσης: δύο πράγματα μ’ αρέσουν στη ζωή, να λέω ψέματα και ν’ ασχολούμαι με τον κήπο. Μ’ αρέσει τόσο πολύ να λέω ψέματα που σας είπα ένα μόλις τώρα: σιχαίνομαι την κηπουρική. Το ψέμα είναι κάτι πολύ πιο χρήσιμο. Να το θυμάσαι αυτό».

***

«Σε ηλικία δεκαέξι ετών και δώδεκα ημερών, άνοιξα τα μάτια στα μισά της νύχτας. Είδα τον Μόμο να κάθεται στην άκρη το κρεβατιού μου. Μου κρατούσε το χέρι, το έσφιγγε δυνατά και έκλαιγε όπως κλαίει κανείς μπροστά στον Εσταυρωμένο, στην αγκαλιά της Θεομήτορος, με το κεφάλι γερτό. Κρουνοί δακρύων. Έκλαιγε για μένα, που δεν ήξερα να κλάψω. […]

Από εκείνη τη μέρα, το παιδί με τα μάτια απ’ το Οράν , ο λιγομίλητος αλιευτής αχινών, ο Μόμο κι εγώ, δεθήκαμε εφ’ όρου ζωής και θανάτου. Αυτός έγινε τα δάκρυά μου κι εγώ η φωνή του».

***

«Στον σιδηροδρομικό σταθμό της Βαλτικής, στην Αγία Πετρούπολη, υπήρχε στις αρχές της δεκαετίας του 2010 ένα εξαιρετικό πιάνο στη διάθεση του κοινού, ένα παλιό Bosendorfer. Στην πόλη αυτή, ότι έκαναν το έκαναν με μεγαλοπρέπεια. Έπαιζα για μισή ώρα περίπου περιμένοντας το τρένο μου, και είχα ξεκινήσει τη Σονάτα αρ. 9, όταν άκουσα κάποιους να γελούν πίσω μου. Ήταν δύο αστυνομικοί με γούνινα καπέλα. Δεν γελούσαν μ’ εμένα αλλά με τα σκυλιά τους, δύο γερμανικά κυνηγόσκυλα που είχαν καθίσει το ένα δίπλα στο άλλο με το λουρί τεντωμένο στο λαιμό τους και μ’ άκουγαν, έχοντας γείρει ελαφρώς το κεφάλι στο πλάι. Θα μου πείτε ότι οι Γερμανοί έχουν τη μουσική στο αίμα τους. Τα σκυλιά όμως αντιδρούσαν σαν πραγματικοί γνώστες, ριγούσαν με τους χρωματισμούς του πρώτου μέρους. Σ’ αυτή τη σονάτα, που ορισμένοι θεωρούν δευτερεύον έργο, εκείνα προαισθάνονταν τις σπουδαίες σονάτες που θα ακολουθούσαν. Εμειναν ακίνητα ως το τέλος και τα αφεντικά τους σταμάτησαν τα γέλια για να ακούσουν με τη σειρά τους. Όταν τελείωσα, ο ένας από τους δύο έδειξε τα σκυλιά, είπε κάτι στα Ρώσικα και βλέποντας πως δεν κατάλαβα, επανέλαβε στα αγγλικά με βαριά προφορά : «the dogs, them happy”».

***

«Η εβδομάδα ξανάρχισε με τα σφυρίγματα της, τις πρωινές προσευχές, τα σιωπηλά γεύματα κι άλλα σφυρίγματα, κι άλλες σιωπές, με τα παράθυρα να πιάνουν πάγο, με το κρύο να εισχωρεί στις πέτρες, με τις αγγαρείες της και τα νταλαβέρια του Ανακατωσούρα. Είχαμε την άφιξη ενός καινούριου, ενός πεντάχρονου αγοριού με αχτένιστα μαλλιά που κοιτούσε συνέχεια γύρω του μ’ ένα βλέμμα μόνιμης απορίας. Την επομένή, πέρασε τη «δοκιμασία του κατρουλή», τρέμοντας απ’ το κρύο στο προαύλιο, ακόμα πιο απορημένος. Και τι έκανα λέτε τα φιλαράκια μου βλέποντας τον να περνάει μπροστά απ’ το παράθυρο κατακίτρινος και φοβισμένος; Άρχισαν φυσικά να τον κοροϊδεύουν , με τον Αγνώστου Πατρός πρώτο και καλύτερο. Σας το είπα, δεν ήταν άγιοι».

***

«Εκείνη την εβδομάδα ο Έντισον έκανε την επανάσταση του. Πήγε να βρει τον αβά και του ζήτησε να του φέρει εγχειρίδια μαθηματικών πιο προχωρημένου επιπέδου απ’ αύτα που χρησιμοποιούσαμε -διαισθανόταν ότι εκεί κρυβόταν μια ομορφιά που μας διέφευγε. Ο αβάς γέλασε, ο ίδιο κι ο Βάτραχος. Ο επιστάτης τόνισε στον Έντισον πως ήταν τυχερός που του παρείχαν την ίδια σχολική εκπαίδευση μ’ έναν πραγματικό Γάλλο και πως, ούτως ή άλλως, δε χρειαζόταν τα μαθηματικά για να σκουπίζει δρόμους. Ο αβάς επέπληξε τον Βάτραχο. Το χρώμα του δέρματος δεν είχε σημασία για τον Θεό, από τη στιγμή που κάποιος ήταν καλός χριστιανός. Όμως ένας καλός χριστιανός, είπε στη συνέχεια με βεβαιότητα, δεν ήταν ανάγκη να ξέρει ανώτερα μαθηματικά -αν ήταν έτσι θα το έγραφε η Βίβλος».

***

«Ήμασταν ανύπαρκτοι, αυτό συνειδητοποίησα για τα καλά εκείνη τη μέρα. Οι χωριανοί χαμογελούσαν και χειροκροτούσαν στο πέρασμά μας, αλλά δεν μας έβλεπαν. Έβλεπαν μονάχα τον αβά που χαμογελούσε και τους έσφιγγε το χέρι, καθώς και τη συνοδεία: μερικές μοναχές, τον Ρασίντ και την Καμίγ, που είχαν έρθει μαζί μας εθελοντικά. Δεν έβλεπαν τον καινούριο τρόφιμο, εκείνο το πιστιρίκι που παράπαιε οδηγώντας αυτή την ορδή των φαντασμάτων. Τα βλέμματά τους περνούσαν πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Χωρίς παρελθόν και μέλλον, χωρίς πριν και μετά, ένα ορφανό είναι σαν μια μελωδία που αποτελείται από μία μόνο νότα. Και δεν υπάρχει μελωδία που να αποτελείται από μία μόνο νότα.»

****

«Ναι βρίσκω πως είσαι όμορφη

Πόσο όμορφη;

Σαν την ντουλάπα ελάσσονα.

Ντο ελάσσονα, η τονικότητα που προτιμούσα ο Μπετόβεν. Μια τονικότητα όπου η ομορφιά περιπλανιόταν μέσα στην καταιγίδα. Η μία δεν γινόταν να υπάρξει χωρίς την άλλη».

*****

«Δεν τρέφω καμιά συμπάθεια για τον διάβολο, αλλά νιώθω συμπόνια γι’ αυτόν

Και γιατί παρακαλώ;

Επειδή πολύ πιθανόν ο διάβολος να μη ζήτησε απολύτως τίποτα. Επειδή πολύ πιθανόν να μη γεννήθηκε διάβολος, στην αρχή να ήταν ένα ροδαλό μωράκι όπως όλα τα μωράκια. Ίσως να έχασε τους γονείς του και να τον έστειλαν σε ορφανοτροφείο, και τότε να έγινε διάβολος».

***

«Μόλις που θυμάμαι τον δικό μου πατέρα, αλλά θυμάμαι έναν άνθρωπο σκληρό, έναν μουσικό ικανό να παίζει την πιο θεσπέσια μουσική έχοντας πρώτα δείρει τη μητέρα μου  και τα αδέλφια μου. Θα με συγχωρήσεις λοιπόν που δεν πιστεύω στη στοργή για την οποία μου μιλάς και παρεμπιπτόντως που δεν ανέχομαι τον ήχο του πιάνου. Πιστεύεις ότι δεν σας προσφέρω αγάπη; Σας προσφέρω την αγάπη που ο Θεός έχει για τα τέκνα Του. Η αγάπη του Θεού είναι ένα πολύτιμο διαμάντι. Είναι κατάλευκη, ψυχρή. Κοφτερή».


Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

ΑΜΟΣ ΟΖ, ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΣΚΟΤΟΥΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 


ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΙΜΕΤΡΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
Ο τίτλος του βιβλίου μοιάζει να προαναγγέλλει ένα θεματικό δίπτυχο: την αγάπη που έλαβε ο συγγραφέας από τη μητέρα του στη διάρκεια των πρώτων παιδικών του χρόνων και το σκοτάδι, την οδύνη της απώλειας, που ακολούθησε μετά την τραγική της αυτοχειρία.
Ταυτόχρονα εισάγει τον αναγνώστη ευθύς εξαρχής σε μια διττότητα που διατρέχει όλο το έργο και αποτελεί μια από τις κατευθυντήριες γραμμές του. Η διτττότητα αυτή εκφράζει με μια σειρά αντιθέσεων, τη βαθύτερη διαλεκτική που χαρακτηρίζει, αν όχι καθορίζει, την εβραϊκή ταυτότητα: πορεία από την εξορία στην εθνική οντότητα, ρομαντισμός και κυνισμός, επανάσταση και συνέχιση της εβραϊκής ιστορίας, κατασκευή μύθων και αποδομησή τους.
Από τις πρώτες κιόλας σελίδες ο συγγραφέας ανατρέχει σ’ ένα βιογραφικό στοιχείο που εμφανίζεται συχνά στο έργο του και με τις ίδιες περίπου λέξεις: «τα βιβλία γέμιζαν όλο μας το σπίτι: ο πατέρας μου ήξερε να διαβάζει δεκαέξι ή δεκαεφτά γλώσσες και να μιλάει έντεκα (όλες με ρώσικη προφορά). Η μητέρα μου μιλούσε τέσσερις ή πέντε γλώσσες και διάβαζε εφτά ή οχτώ […] Αν για λόγους κουλτούρας τα βιβλία που διάβαζαν ήταν κυρίως στα γερμανικά και στα αγγλικά, τα όνειρά τους τις νύχτες τα έβλεπαν σίγουρα στα γίντις. Εμένα όμως μου έμαθαν μόνο εβραϊκά: ίσως από φόβο ότι η γνώση των ξένων γλωσσών θα εξέθετε και εμένα στους πειρασμούς της εξαίσιας και συγχρόνως ολέθριας Ευρώπης».
Υπάρχει αντίθεση λοιπόν ανάμεσα στο «εδώ» (Γη του Ισραήλ) στο «αλλού» (Ευρώπη - Διασπορά), όπως υπάρχει αντίθεση ανάμεσα στα γίντις και σε ότι το «διασπορικό» εκφράζει αυτή η γλώσσα, που ο πατέρας του Οζ αποκαλούσε περιφρονητικά ζαργκόν (διάλεκτο), και την εβραϊκή γλώσσα, μια γλώσσα που αναγεννήθηκε ταυτόχρονα με τη γέννηση και την ωρίμανση της σιωνιστικής ιδέας, και στην οποία θα πρέπει να εκφράζεται εφεξής ο νέος τύπος Εβραίου, ο θαρραλέος, ο υπερήφανος και ηλιοκαμένος, που δεν θα  θυμίζει σε τίποτα τον αδόναμο, ενδοτικό Εβραίο του γκέτο ή του στετλ, του χωριού της διασποράς. […]
Στην ίδια θεματική της διττότητας εντάσσεται και η διπλή απογοήτευση των γονιών και των παππούδων του συγγραφέα, αφενός από την Ευρώπη που τους εξόντωσε, αφετέρου από την Ανατολή που πρόδωσε τις ελπίδες τους.[…]
«Δεν είμαι παιδί μεταναστών…» θα πει σε μια του συνέντευξη ο Αμος Οζ αναφορικά με το τελευταίο του αυτό βιβλίο «ούτε παιδί προσφύγων. Είμαι το παιδί ανεπιθύμητων ανθρώπων. Είμαι ο γιος και ο εγγονός και ο δισέγγονος ανθρώπων οι οποίοι επί γενεές ολόκληρες ήταν ανεπιθύμητοι». Η Ευρώπη έδιωξε βίαια τους Εβραίους που βρίσκονταν στο έδαφός της, παρότι ήταν οι μόνοι που αυτοπροσδιορίζονταν τότε ως Ευρωπαίοι. Έφεραν το στίγμα του «παράσιτου», του «κοσμοπολίτη» ή ακόμα χειρότερα, του «διανοούμενου», όταν όλοι οι άλλοι αυτοπροσδιορίζονταν ως Ρώσοι, Πολωνοί, Ιταλοί κλπ. Από την άλλη μεριά η Γη του Ισραήλ εμφανίζεται ως ένας κόσμος χαμένων ή αλληλοαναιρούμενων ονείρων: άλλοι ήθελαν να οικοδομήσουν μια «βιβλική δημοκρατία», άλλοι «μια τέλεια ενσάρκωση του εβραϊκού «στετλ», άλλοι πάλι «ένα μαρξιστικό παράδεισο» ή ένα αντίγραφο της Αυστροουγγαρίας». Όσο για τον ίδιο τον Οζ πολύ γρήγορα θα καταλάβει όταν ένα χρόνο μετά το θάνατο της μητέρας του, σε ηλικία 15 ετών, θα εγκαταλείψει το πατρικό σπίτι για να πάει να ζήσει σε κιμπούτς, ότι το αίσθημα ετερότητας θα τον συνοδεύει σ’ όλη του τη ζωή -αυτή του ίσως η ευαισθησία τον ώθησε να απομακρυνθεί από τα δεξιά κόμματα και να στραφεί στην Αριστερά, υιοθετώντας συνάμα την οπτική του «Άλλου», του Άραβα.
Το Ιστορία Αγάπης και Σκότους είναι ένα έργο συναρπαστικά ιδιόμορφο: είναι αυτοβιογραφία (χωρίς την εξομολόγηση) και μυθιστόρημα ταυτόχρονα. […] Μοιάζει με ένα μεγαλόπνοο συμφωνικό έργο επικού χαρακτήρα, που μέσα του ηχεί κάθε τόσο ένα μουσικό θέμα απέραντου λυρισμού και ευαισθησίας: είναι όταν ο συγγραφέας μνημονεύει τη μητέρα του, την ευαίσθητη, ευάλωτη και προικισμένη με τόση διαίσθηση και εξυπνάδα Φάνια. Όλο το έργο έχει ως άξονα το τραγικό τέλος στα τριάντα εννιά της χρόνια, ωστόσο ένα τόσο τραυματικό και οδυνηρό γεγονός (που ως τώρα έκανε την παρουσία του μόνο υπόρρητα στα γραφτά του Οζ), ο συγγραφέας δεν θα μπορούσε να το αφηγηθεί παρά μονάχα μ’ αυτόν τον τρόπο, ώστε να μην προδώσει την ιερή της μνήμη και να μην παρασυρθεί σε εύκολους μελοδραματισμούς και εκμυστηρεύσεις. Χαράζει το αγαπημένο πορτρέτο της με άπειρες προφυλάξεις και τρυφερότητα, εμβαθύνει στο χαρακτήρα και τη ζωή της, προσπαθώντας να ανιχνεύσει, να αποκρυπτογραφήσει την απονενοημένη της πράξη. Και εντοπίζει τις αιτίες στο χάσμα ανάμεσα στο φαντασιακό της κόσμο και τον πραγματικό κόσμο, όπου αναγκάστηκε να ζήσει. Άλλο ένα στοιχείο της διττότητας που διατρέχει όλο το έργο και αποτελεί μια από τις κατευθυντήριες γραμμές του. Όλη τούτη η εξιστόρηση γίνεται ο καμβάς πάνω στον οποίο θα ξετυλιχτεί η γεμάτη ανεκπλήρωτες ή ματαιωμένες επιθυμίες η ζωή της μητέρας του , της Φάνιας Μούσμαν.[…]
Ο Οζ την υποστασιοποιεί τελικά με τη δύναμη μιας μυθιοστορηματικής ή καλύτερα μιας τσεχοφικής ηρωίδας (τσεχοφικός είναι άλλωστε και ο αντί-ηρωικός, κοινότοπος βίος του πατέρα του, όπως και η κωμικοτραφική φιγούρα της βλοσυρής και υποχονδριακής με την καθαριότητα γιαγιάς του).
Η συγκίνηση στο έργο του Οζ δεν απορρέει από την περιγραφή δραματικών γεγονότων, μήτε από τις συνατρακτικές ομολογίες των προσώπων, πηγάζει από το υποδόρειο, το ανομολόγητο.
Ο θάνατος, η απώλεια ενός λατρευτού προσώπου, η οδύνη εξισορροπούνται αριστουργηματικά με το κωμικό στοιχείο και τον αυτοσαρκασμό, έτσι ώστε η Ιστορία αγάπης και σκότους δίχως να φτάνει ποτέ σε δραματικές εντάσεις και κορυφώσεις να αποκτά εντέλει τη δύναμη ενός φιλοσοφικού στοχασμού πάνω στην ανθρώπινη συνθήκη.
Επιπλέον΄, τούτο το πολυπρόσωπο έργο σκιαγραφεί μεταξύ άλλων πορτρέτα μεγάλων ανδρών (όπως του Νταβίντ Μπεν-Γκουριόν, του Μενάχεμ Μπέγκιν ή του βραβευμένου με Νόμπελ ποιητή Σάι Αγκνόν) με τη σωστή δόση ειρωνείας ή σαρκασμού, απομυθοποιώντας τη μορφή του δίχως να τη στερήσει από το έρμα της. Επειδή αυτό που διαπνέει τον Οζ σε τούτο το μείζον έργο είναι ο βαθύς ανθρωπισμός. […]
Αναμφίβολα ένα τόσο πολυεπίπεδο και πολυύνθετο έργο επιδέχεται μια πληθώρα ερμηνειών και αναγνώσεων. Θα διακινδυνεύαμε λοιπόν να πούμε πως για το Ιστορία αγάπης και σκότους ισχύει ο ισχυρισμός που δίνει ο Ίταλο Καλβίνο στο Γιατί να διαβάζουμε τους κλασικούς. «Κλασικό είναι το έργο που προκαλεί αδιάκοπα έναν κονιορτό κριτικών αναλύσεων γι’ αυτό, αλλά συνεχώς τον αποτινάζει από πάνω του». ΜΑΓΚΥ ΚΟΕΝ

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Κανένας δεν ζούσε ασυλλόγιστα. Όχι μόνο οι γονείς μου. Όλοι. Επικρατούσε στα μέρη μας ένας σιδηρούς νόμος, ότι δεν αγοράζουμε τίποτα εισαγόμενο, τίποτα ξένο, εφόσον υπήρχε η δυνατότητα να το βρούμε στην εγχώρια παραγωγή. Όταν όμως πηγαίναμε στο μπακάλικο του κυρίου Όστρακα στη γωνία των οδών Οβάντια και Άμος, έπρεπε, παρ’ όλα αυτά, να επιλέξουμε ανάμεσα σε τυρί από κιμπούτς, παραγωγής Τνούβα ή αραβικό τυρί: άραγε το αραβικό τυρί από το γειτονικό χωριό Λίφτα είναι ξένης παραγωγής ή εγχώριας; Μπέρδεμα. Ναι το αραβικό τυρί ήταν ελάχιστα πιο φτηνό, αγοράζοντας όμως αραβικό τυρί πρόδινες λιγάκι το σιωνισμό: κάπου εκεί στα κιμπούτς ή το μοσάβ, στην κοιλάδα Ιζραέλ ή στα όρη της Γαλιλαίας, ζούσε κάποια αποκαμωμένη πιονέρισσα, που ίσως με ένα δάκρυ στο μάτι συσκεύαζε για μας αυτό το εβραϊκό τυρί -πώς μπορούσαν να της γυρίσουμε την πλάτη και να αγοράσουμε ξένο τυρί; Δεν θα έτρεμε το χέρι μας; Από την άλλη πλευρά όμως αν κηρύξουμε μποϊκοτάζ στα προϊόντα των Αράβων γειτόνων μας, μπορεί να υποθάλπουμε και να αυξάνουμε με τα ίδια μας τα χέρια το μίσος ανάμεσα στους δύο λαούς, και το αίμα, που ο μη γένοιτο, θα χυθεί, θα βαραίνει και τη δική μας συνείδηση. 

….

Άρχισα να διαβάζω σχεδόν μόνος από τότε που ήμουν τόσο δα μικρός. Μήπως είχαμε και τίποτε άλλο να κάνουμε; Οι νύχτες τότε ήταν πολύ πιο μακριές, επειδή η υδρόγειος σφαίρα γυρνούσε πολύ πιο σιγά, αφού η βαρύτητα στην Ιερουσαλήμ ήταν πολύ πιο μεγάλη από ότι είναι σήμερα. Το φως της λάμπας ήταν κίτρινο και χλομό, και έσβηνε κάθε τόσο με τις πολλές διακοπές ρεύματος. Μέχρι σήμερα συνδέονται μέσα μου η μυρωδιά των κεριών που κάπνιζαν και η μυρωδιά της μαυρισμένης από καπνιά λάμπας πετρελαίου με την επιθυμία μου να διαβάσω κάποιο βιβλίο. […] 

Ακόμα και όταν δεν υπήρχε διακοπή ρεύματος, ζούσαμε πάντα με το θολό φως επειδή έπρεπε να κάνουμε οικονομία: οι γονείς μου άλλαζαν τη λάμπα των σαράντα βατήρα με μια των είκοσι πέντε, όχι μόνο εξαιτίας της τιμής αλλά και κυρίως από θέμα αρχής, επειδή το ζωηρό φως ήταν σπατάλη και η σπατάλη ήταν ανήθικο πράγμα. Στο μικρό μας διαμέρισμα συνωστιζόταν πάντα όλο το ταλαιπωρημένο ήμισυ του ανθρώπινου γένους: τα πεινασμένα παιδιά στις Ινδίες, που εξαιτίας τους έπρεπε να τελειώσω ότι μου έβαζαν στο πιάτο. Οι μααπιλίμ, οι επιζήσαντες από τη χιτλερική κόλαση, που οι Άγγλοι τους εξόριζαν στις τενεκεδένιες καλύβες των στρατοπέδων της Κύπρου. Τα ορφανά που περιπλανιόντουσαν ακόμα με τα κουρέλια τους στα χιονισμένα δάση της κατεστραμμένης Ευρώπης.

….

Στο σπίτι μας μόνο βιβλία είχαμε μπόλικα, αλογάριαστα, από τοίχο σε τοίχο, στο διάδρομο, στην κουζίνα, στην είσοδο, στα περβάζια των παραθύρων και πού δεν είχαμε. Χιλιάδες βιβλία σε κάθε γωνία του σπιτιού. Υπήρχε μια αίσθηση ότι οι άνθρωποι έρχονται και παρέρχονται, γεννιούνται και πεθαίνουν, τα βιβλία όμως είναι αθάνατα. Όταν ήμουν μικρός, έλπιζα να μεγαλώσω και να γίνω βιβλίο. Όχι συγγραφέας, αλλά βιβλίο: ανθρώπους μπορείς να σκοτώσεις σαν μυρμήγκια. Και συγγραφείς δεν είναι δύσκολο να σκοτώσεις. Τα βιβλία όμως ακόμα και αν τα καταστρέφουν συστηματικά, πάντα υπάρχει πιθανότητα να σωθεί κάποιο αντίτυπο και να συνεχίσει να ζει πάνω στο ράφι μια αιώνια σιωπηλή ζωή σε κάποιο ξεχασμένο ράφι σε κάποια μακρινή βιβλιοθήκη…

….

Από όλο το εβραϊκό Ρόβνο δεν επέζησε σχεδόν ούτε ψυχή -μόνον εκείνοι που ήρθαν εγκαίρως στην Παλαιστίνη, εκείνοι οι λίγοι που το έσκασαν στην Αμερική, και εκείνοι που κάπως τα κατάφεραν να περάσουν ανάμεσα από τα μαχαίρια του μπολσεβίκικου καθεστώτος. Όλους τους υπόλοιπους τους δολοφόνησαν οι Γερμανοί, εκτός από αυτούς που δολοφόνησε ο Στάλιν. Όχι δεν θα ήθελα να ξαναπάω εκεί: για ποιο λόγο; Για να νοσταλγήσω πάλι από εκεί την γη του Ισραήλ που ούτε και αυτή υπάρχει πια, και ίσως να μην υπήρχε ποτέ παρά μόνο στα νεανικά όνειρά μας. Για να πενθήσω; Για να πενθήσω δεν χρειάζεται να το κουνήσω ρούπι από την οδό Βάζελων, ούτε καν να βγω από το σπίτι μου. Κάθομαι εδών στην πολυθρόνα και πενθώ αρκετές ώρες την ημέρα. Η κοιτάω το παράθυρο και πενθώ. Όχι, όχι, δεν πενθώ γι’ αυτό που υπήρχε και χάθηκε αλλά γι’ αυτό που ποτέ δεν υπήρχε. […] Πενθώ μόνο για ότι ποτέ δεν υπήρχε. Μόνο για τις ωραίες εκείνες εικόνες που ζωγραφίζαμε μέσα μας και τώρα έχουν όλες σβήσει.

….

Η Ευρώπη που τυράννησε τους Άραβες, που τους ταπείνωσε και τους απομύζησε με τον ιμπεριαλισμό της, την αποικιοκρατία της, την εκμετάλλευση και την καταπίεση είναι η ίδια Ευρώπη που κυνήγησε τους Εβραίους μέχρι που τέλος επέτρεψε αν όχι βοήθησε τους Γερμανούς να τους ξεριζώσουν από κάθε γωνία της ηπείρου και να τους αποδεκατίσουν σχεδόν όλους. Όμως οι Άραβες όταν μας κοιτούν δεν βλέπουν σε μας μια χούφτα ημιυστερικών επιζώντων, αλλά έναν νέο και αλαζονικό απέσταλμένο της αποικιοκρατικής Ευρώπης, της τελειοποιημένης και εκμεταλλεύτριας, που επέστρεψε δολερά στην Ανατολή - αυτή τη φορά με σιωνιστικό καμουφλάζ- για να τους ξαναεκμεταλλευτεί, να τους ταπεισώσει και να τους καταχραστεί. Ενώ εμείς, από τη μεριά μας, όταν τους κοιτάμε δεν τους θεωρούμε ως θύματα σαν εμάς, αδέλφια μας στη δυστυχία, αλλά ως Κοζάκους που έρχονται να μας κάνουν πογκρόμ, ως αιμοβόρους αντισημίτες, μασκαρεμένους ναζιστές: λες και οι Ευρωπαίοι διώκτες μας ξαναεμφανίστηκαν εδώ στην Παλαιστίνη, περιτυλίχθηκαν με καφία, άφησαν μουστάκι, είναι όμως οι ίδιοι, εκείνοι που παλιότερα έχυσαν το αίμα μας, και το μόνο που θέλουν πάντα είναι να κόβουν τα λαρύγγια των Εβραίων από καθαρή ευχαρίστηση.

….


Η μητέρα μου έβαλε τέλος στη ζωή της στο διαμέρισμα της αδερφής της στην οδό Μπεν – Γέουντα στο Τελ – Αβίβ τη νύχτα ανάμεσα στο Σάββατο και τη Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 1952. Στο Ισραήλ διεξαγόταν τότε μια δημόσια ιστορική συζήτηση πάνω στο ερώτημα αν επιτρέπεται ή απαγορεύεται το κράτος του Ισραήλ να απαντήσει και να πάρει από τη Γερμανία αποζημιώσεις για την απώλεια των περιουσιών των Εβραίων που δολοφονήθηκαν την περίοδο του χιτλερισμού. Υπήρχαν εκείνοι που συμφωνούσαν με τη γνώμη του Νταβίντ Μπεν – Γκουριόν, κατά την οποία δεν έπρεπε να επιτρέψουμε οι δολοφόνοι να γίνουν και κληρονόμοι, και ισχυρίζονταν σωστά ότι οι εβραϊκές περιουσίες που λήστεψαν οι Γερμανοί έπρεπε οπωσδήποτε να επιστραφούν αυτούσιες στο κράτος του Ισραήλ, ώστε να μπορέσει να αποκαταστήσει τους επιζήσαντες από τη σφαγή. Από την άλλη, υπήρχαν εκείνοι, με πρώτο και καλύτερο τον αρχηγό της αντιπολίτευσης Μεναχέμ Μπέγκιν, που υποστήριζαν με πόνο και οργή ότι αποτελούσε ηθικό έγκλημα καθώς και βεβήλωση της μνήμης των θυμάτων το ότι το κράτος των ίδιων των θυμάτων ήταν έτοιμο να πουλήσει στους Γερμανούς εύκολη άφεση αμαρτιών έναντι ενός μιασμένου βαλάντιου με χρήματα.

Σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της χώρας, εκείνον το χειμώνα μεταξύ 1951 και 1952, έριχνε αδιάκοπα βροχές. Ο χείμαρρος Αγιαλόν, δηλαδή το ρέμα Μουσράρα, υπερχείλισε προκαλώντας πλημμύρες στη συνοικία Μοντεφιόρι στο Τελ – Αβίβ και απειλούσε και άλλες συνοικίες. Βαριές καταιγίδες προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές στους καταυλισμούς από σκηνές, τενεκεδόσπιτα και παραπήγματα, όπου εκείνες τις μέρες στριμώχνονταν εκατοντάδες χιλιάδες Εβραίοι πρόσφυγες που είχαν διαφύγει από τις αραβικές χώρες με τα ρούχα που φορούσαν, καθώς και χιλιάδες επιζήσαντες του Χίτλερ από την ανατολική Ευρώπη και τις βαλκανικές χώρες. Σε μερικές περιοχές εξαιτίας των καταιγίδων είχε κοπεί η επικοινωνία με αυτούς τους καταυλισμούς, οι οποίοι κινδύνευσαν από πείνα και λοιμούς. Το κράτος του Ισραήλ ήταν λιγότερο από τεσσάρων χρόνων και εκείνη την εποχή αριθμούσε λίγο παραπάνω από ένα εκατομμύριο ψυχές: σχεδόν το ένα τρίτο απ’ αυτούς ήταν πρόσφυγες εντελώς άποροι. Τα ταμεία του κράτους είχαν αδειάσει από τις επείγουσες στρατιωτικές δαπάνες και την απορρόφηση της μετανάστευσης, καθώς και εξ αιτίας μιας παραφουσκωμένης γραφειοκρατίας και αδέξιων χειρισμών, και οι υπηρεσίες υγείας, παιδείας και πρόνοιας ήταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Στην αρχή εκείνης της εβδομάδας ο Νταβίντ Όροβιτς, γενικός διευθυντής του υπουργείου Οικονομικών, είχε φύγει για μια επείγουσα επίσκεψη στην Αμερική, με την ελπίδα να εξασφαλίσει μέσα σε μια ή δυο μέρες βραχυπρόθεσμες πιστώσεις ύψους δέκα εκατομμυρίων δολαρίων, για να αποφευχθεί η πτώχευση. Για όλα αυτά μιλούσαμε ο πατέρας μου κι εγώ όταν γύρισε από το Τελ – Αβίβ: την Πέμπτη πήγε τη μητέρα μου στο σπίτι της θείας Χάγια και του θείου Τσβι, και μάλιστα έμεινε και ο ίδιος να περάσει εκεί τη νύχτα. Επιστρέφοντας την Παρασκευή άκουσε από τη γιαγιά Σλομίτ και τον παππού Αλεξάντερ ότι εγώ ήμουν λίγο κρυωμένος, αλλά επέμεινα να σηκωθώ και να πάω σχολείο. Η γιαγιά πρότεινε ο μπαμπάς και κι εγώ να μείνουμε και να περάσουμε το Σάββατο σπίτι τους: της φαινόμασταν κι οι δυο ότι είχαμε κολλήσει κάποιο μικρόβιο. Εμείς όμως προτιμήσαμε να γυρίσουμε σπίτι. Καθ’ οδόν από το σπίτι του παππού και της γιαγιάς προς το σπίτι μας, στο δρομάκι Πραγκ, ο μπαμπάς θεώρησε καλό να με πληροφορήσει, ως ενήλικος προς ενήλικο, ότι στο σπίτι της θείας Χάγια η διάθεση της μαμάς βελτιώθηκε ξαφνικά: την Πέμπτη το απόγευμα βγήκαν οι τέσσερις τους, ο Τσβι, η Χάγια, η μητέρα μου και ο πατέρας μου, να καθίσουν για λίγο σε ένα μικρό καφενεδάκι, δυο βήματα από το σπίτι της Χάγια και του Τσβι, στην οδό Ντίζενγκοφ γωνία Ζαμποτίνσκι. Τελικά έμειναν εκεί μέχρι το κλείσιμο μιλώντας για ανθρώπους και βιβλία. Ο Τσβι διηγήθηκε διάφορα περίεργα περιστατικά από τη ζωή του νοσοκομείου, η μαμά φαινόταν καλά και συμμετείχε στην κουβέντα. Το βράδυ κοιμήθηκε μερικές ώρες, όμως στη μέση της νύχτας φαίνεται ότι ξύπνησε και πήγε να καθίσει στην κουζίνα για να μην ενοχλήσει αυτούς που κοιμόντουσαν. Νωρίς το πρωί, όταν ο πατέρας μου την αποχαιρέτησε για να επιστρέψει στην Ιερουσαλήμ και να προλάβει να συμπληρώσει μερικές ώρες δουλειάς στο τμήμα εφημερίδων, τον αποχαιρέτησε κι εκείνη με την υπόσχεση ότι δεν υπάρχει λόγος να ανησυχούμε για κείνη, τα χειρότερα ήταν πια πίσω της, και του ζήτησε, σε παρακαλώ, να προσέξεις πολύ το παιδί: εχθές φεύγοντας για το Τελ – Αβίβ, της φάνηκε ότι το παιδί είχε αρπάξει κρυολόγημα…


Απέναντι από την τσόρνι χοντ, τη «μαύρη πόρτα», φύτρωνε στο σπίτι μας μια καστανιά, μια υπέροχη καστανιά, ένα δένδρο γέρικο και μεγαλόπρεπο που έμοιαζε λίγο σαν τον βασιλιά Ληρ, και από κάτω ο πάπα είχε βάλει να φτιάξουν ένα παγκάκι για τις τρεις μας -«το παγκάκι των αδελφών» το έλεγαν. Τις καλές μέρες καθόμασταν εκεί και ονειρευόμασταν φωναχτά τι θα κάνουμε όταν μεγαλώσουμε;

Ποια από μας θα γίνει μηχανικός και ποια ποιήτρια και ποια ξακουστή επιστήμονας όπως η Μαρία Κιουρί; Τέτοια πράγματα ονειρευόμασταν. Δεν ονειρευόμασταν όπως τα άλλα κορίτσια στην ηλικία μας, πλούσιους και διάσημους γαμπρούς, επειδή εμείς οι ίδιες ήμασταν από πλούσιες οικογένειες και διόλου δεν μας ενδιέφερε να παντρευτούμε με πλούσιους που να είναι πιο πλούσιοι από μας. Αν παρ΄ όλα αυτά μιλούσαμε για έρωτες, δεν μιλούσαμε για έρωτες με κάποιον ευπατρίδη ή διάσημο ηθοποιό, αλλά μόνο για άνδρες με υψηλά αισθήματα, για παράδειγμα, κάποιο μεγάλο καλλιτέχνη, ακόμα κι αν ήταν απένταρος. Τέλος πάντων. Τι ξέραμε τότε; Πού μπορούσαμε να ξέρουμε τι χυδαίοι, τι γουρούνια είναι οι μεγάλοι καλλιτέχνες; Όχι όλοι! Σίγουρα όχι όλοι! Προς Θεού, όχι όλοι! Μόνο που σήμερα πια πιστεύω πως τα υψηλά αισθήματα και τα λοιπά και τα λοιπά, δεν είναι το κυριότερο πράγμα στη ζωή. Καθόλου δεν είναι. Τα αισθήματα είναι όλο κι όλο σαν την φωτιά σ΄ έναν αγρό με άχυρο: καίει για μια στιγμή, και αμέσως μετά απομένει μόνο στάχτη και καπνιά.


Ξέρεις τι είναι το πιο σημαντικό; Τι πρέπει μια γυναίκα να κοιτάξει στον άντρα της; Μόνο ένα χαρακτηριστικό πρέπει να κοιτάξει, που ναι μεν δεν σε κάνει να χάνεις τα λογικά σου είναι όμως πιο σπάνιο και από το χρυσάφι: την τιμιότητα. Ίσως και την καλοσύνη. Σήμερα, να το ξέρεις, η τιμιότητα, κατά τη γνώμη μου, είναι πιο σημαντική από την καλοσύνη: τιμιότητα είναι η μπουκιά το ψωμί. Καλοσύνη είναι το βούτυρο. Ή το μέλι.


  

Άμος Οζ: Διαβάστε αποσπάσματα από την «Ιστορία Αγάπης και Σκότους»


«ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΣΚΟΤΟΥΣ», του Άμος Οζ – Γράφει η Λία Μίλτου
Εκδόσεις: Καστανιώτης
Σελίδες: 733
Τιμή: 11,45 €

Ένα μεγαλειώδες μυθιστόρημα, επικό, συναρπαστικό, πολυπρόσωπο, με λόγο σκληρό και νοσταλγικό, από έναν βραβευμένο Ισραηλινό συγγραφέα. Ένα αυτοβιογραφικό δοκίμιο, που μας προσκαλεί σε μια μεθυστική κατάδυση, για να απολαύσουμε «το επιτρεπτό που σχεδόν απαγορεύεται και το απαγορευμένο που σχεδόν επιτρέπεται….» Μας κατακλύζουν καθημερινά τόσα βιβλία, αλλά δυστυχώς δεν έχουμε το χρόνο να σταθούμε στο "σημαντικό", γιατί μας αποπλανεί το "ασήμαντο"!
Όταν ένα κυριακάτικο πρωινό διάβαζα συνέντευξη αγαπημένου συγγραφέα, σε μια αποστροφή του λόγου του, είπε το εξής θαυμάσιο: «Όποιος δεν έχει ανακαλύψει τη μαγεία της ανάγνωσης, χάνει μια από τις καλύτερες απολαύσεις της ζωής!...» Αυτήν ακριβώς την απόλαυση ένιωσα από τις πρώτες σελίδες αυτού του βιβλίου του Άμος Οζ, ο οποίος συγκαταλέγεται μεταξύ των κορυφαίων συγγραφέων της Παγκόσμιας Λογοτεχνικής σκηνής! Στοχαστής, πολιτικός ακτιβιστής και ειρηνιστής, έχει την ικανότητα να διεγείρει όλες τις αισθήσεις του αναγνώστη, με στοχασμούς και απόψεις ξεκάθαρες, με λόγια σταράτα και με ζωηρό πάθος, αλλά και χιούμορ και σαρκασμό.
Δεν έβρισκα τα κατάλληλα λόγια για να κάνω μια ανάρτηση αντάξια αυτού του βιβλίου. Ένα βιβλίο για τη ζωή ενός λαού, που έχει μισηθεί όσο κανένας άλλος λαός πάνω στη γη, ευτελίστηκε, ταπεινώθηκε και ρίχτηκε στα ναζιστικά σκυλιά. Κάθε νηφάλιος αναγνώστης θα υποκλιθεί στον πολυδιαβασμένο Οζ, έκθαμβος από τη μεγάλη κλάση του ταλέντου του. Μια συνταρακτική αυτοβιογραφία χωρίς να είναι εξομολόγηση.
Γεννήθηκε σε ένα ταπεινό σπιτάκι τριάντα τετραγωνικών μέτρων όλο κι όλο, με δυο δωμάτια κατάφορτα από βιβλία, με μια καταθλιπτική μητέρα, τη Φάνια και έναν πολυμαθή, αλλά αποτυχημένο πατέρα, τον Γεούντα Αριέ, μέσα σε έναν φοβισμένο εβραϊκό πληθυσμό της Ιερουσαλήμ. Γράφει στο βιβλίο του: «Μερικοί ήταν Τολστοϊκοί, άλλοι ήταν Ντοστογιεφσκικοί, αλλά στην ουσία δούλευαν για λογαριασμό του Τσέχοφ… Έπαιρναν τη σκόνη μίζερων ανθρώπων και έπλαθαν πολεμιστή. Τη μέρα δούλευε σκληρά, το απόγευμα έπαιζε βιολί, το βράδυ χόρευε με κοπέλες και την αυγούλα έπαιρνε το περίστροφο ή το Στεν και έτρεχε να υπερασπιστεί τα σπίτια και τα χωράφια του…»
Για τον εαυτό του δήλωσε σε μια συνέντευξή του: «Δεν είμαι παιδί προσφύγων. Είμαι γιος, εγγονός και δισέγγονος ανθρώπων, οι οποίοι επί γενιές ολόκληρες ήταν ανεπιθύμητοι…» Η αυτοκτονία της μητέρας του, όταν ήταν μόλις 12 χρονών, τον έχει σημαδέψει και ενώ πέρασαν πάνω από 50 χρόνια, ακόμα τη ζητάει και ακόμα είναι παρούσα στη φαντασίωσή του. Η μορφή της, χωρίς να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο, διαποτίζει όλο το έργο και αποτελεί μια ονειρική παρουσία!
Το μυθιστόρημα όμως δεν είναι μελαγχολικό, γιατί το χάρισμα του Οζ είναι η σατυρική οξύτητα και ο σαρκασμός, Στην απώλεια ενός λατρευτού προσώπου υπάρχει και το κωμικό στοιχείο. Η κωμικοτραγική ιστορία της γιαγιάς του, η οποία έζησε μια ζωή με το φόβο των μικροβίων, έκανε καυτά μπάνια στη μπανιέρα για να κρατά μακριά τα μικρόβια και τελικά δεν πέθανε από τα μικρόβια, μας αφήνει ένα χαμόγελο αλλά και θαυμασμό για τη στοχαστική στάση του στη ζωή!
Η πικρία όμως ενός λαού είναι διάχυτη σε κάθε σελίδα. Για να αποφύγουν τις διώξεις και τον αντισημιτισμό, ακολούθησαν το δρόμο της μετανάστευσης και της διασποράς. Οι γονείς και οι παππούδες του έζησαν με απογοήτευση και παράπονο, γιατί η Ευρώπη τους εξόντωσε και η Ανατολή πρόδωσε τα όνειρά τους. Ο σοφός και διανοούμενος θείος του, καθηγητής Γιοσέφ, έλεγε: «Το δίκιο το έχουν οι λίγοι και δεν πρέπει πάντα να προσχωρείς στου πολλούς….!»
Συγκλονιστική η περιγραφή της ψηφοφορίας των κρατών στον ΟΗΕ για την διχοτόμηση και την ίδρυση δύο κρατών, του Αραβικού και του Εβραϊκού. Και ακόμα πιο σπαρακτικό ένα δεύτερο Ολοκαύτωμα με το ξέσπασμα των Αράβων εναντίον των Εβραίων με βομβαρδισμούς, πυρπολήσεις και σφαγές! Ιστορικές σελίδες μέσα από την πένα ενός ανθρώπου, που βίωσε ο ίδιος με τους γονείς του τραγικές στιγμές της Παγκόσμιας Ιστορίας.
Θέλω ακόμα να τονίσω τη λατρεία του για τα βιβλία από την παιδική του ηλικία: «Όταν ήμουν μικρός, έλπιζα να μεγαλώσω και να γίνω βιβλίο. Όχι συγγραφέας, αλλά βιβλίο. Ανθρώπους μπορείς να σκοτώσεις σαν μυρμήγκια, ακόμα και συγγραφείς μπορείς να σκοτώσεις, δεν είναι δύσκολο. Τα βιβλία όμως, ακόμα και αν τα καταστρέψουν συστηματικά, πάντα υπάρχει πιθανότητα να σωθεί κάποιο αντίτυπο και να συνεχίσει να ζει πάνω στο ράφι!.... Ζωή χωρίς βιβλία είναι ζωή χωρίς νόημα… Όταν ο κόσμος του ανθρώπου σκοτεινιάζει, διαβάζει ένα βιβλίο και βλέπει έναν άλλο κόσμο…» Όταν ήρθε στην Αθήνα, ένας δημοσιογράφος τον ρώτησε, γιατί δεν πήρε ακόμα Νόμπελ Λογοτεχνίας και εκείνος απάντησε: «Και να μην το πάρω, δεν θα πεθάνω κιόλας γι’ αυτό!...»Εξαιρετικός λόγος σε μια αυτοβιογραφία ποταμό, με εναλλασσόμενα συναισθήματα που μόνο οι μεγάλοι δημιουργοί έχουν το χάρισμα να σε αγγίζουν με τα έργα τους!
Οι άνθρωποι έρχονται και παρέρχονται, γεννιούνται και πεθαίνουν, τα βιβλία όμως μένουν αθάνατα. Η έκταση που διανύει ο καλός αναγνώστης διαβάζοντας καλή λογοτεχνία, δεν είναι εκείνη ανάμεσα στο κείμενο και στον συγγραφέα, αλλά ανάμεσα στο κείμενο και στον ίδιο τον αναγνώστη. Ζεις και ταυτίζεσαι με τους ήρωές του, προσπαθείς με λαχτάρα να εισχωρήσεις στα μύχια της ψυχής του και να ζήσεις με όλες σου τις αισθήσεις αυτή τη μαγεία που κατορθώνει να σου μεταδώσει με την απαράμιλλη πένα του. Ζεις τη μέθεξη "μεταλαμβάνοντας" το νόημα κάθε σελίδας σε μια ψυχική επαφή με τον κόσμο των ιδεών, που σε κρατά δέσμιο μια ανάγνωσης που αξιώθηκες να προσφέρεις στον εαυτό σου!
Το σχόλιο στο οπισθόφυλλο του βιβλίου από την Ιταλική Republica τα λέει όλα: «Αν σας μένουν δυο μέρες μόνο να ζήσετε, ένα πράγμα πρέπει να κάνετε για να πεθάνετε χωρίς ενοχές: να διαβάσετε αυτό το βιβλίο!...»

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Στο κέντρο αυτού του μυθιστορήματος βρίσκεται η ιστορία ενός φαντασιόπληκτου παιδιού που κάποτε θα γίνει συγγραφέας, του τραγικού γάμου των γονιών του καθώς και η ιστορία της παράξενης, για τα μάτια ενός παιδιού, γέννησης ενός κράτους. Γύρω από τον κεντρικό αυτό πυρήνα βρίσκονται οι μεγάλες μεταναστεύσεις, οι μεγάλες ιδέες, για μεγάλα αδιέξοδα του 20ού αιώνα, αλλά και τα προσωπικά τραύματα που αφήνει μερικές φορές η Ιστορία στις ψυχές των ανθρώπων. Μυθιστόρημα που άλλοτε γίνεται επικό σαν μουσική συμφωνία και άλλοτε χαμηλόφωνο και τρυφερό σαν παιδική εξομολόγηση, η Ιστορία αγάπης και σκότους θεωρείται το αριστούργημα του μεγάλου Ισραηλινού φιλειρηνιστή συγγραφέα και ένα από τα σημαντικότερα λογοτεχνικά έργα της εποχής μας.

«Αν σας μένουν δύο μέρες μόνο να ζήσετε, ένα πράγμα πρέπει να κάνετε για να πεθάνετε χωρίς ενοχές: να διαβάσετε αυτό το βιβλίο»
La Republica

ΚΡΙΤΙΚΗ

"Διάβαζα την «Ιστορία αγάπης και σκότους» στο μετρό, όταν έπεσα πάνω στη φράση: «Κοίταζα τους ανθρώπους στο καφέ και προσπαθούσα να μαντέψω, σύμφωνα με την ενδυμασία τους και τις κινήσεις τους, σύμφωνα με την εφημερίδα που διάβαζαν και σύμφωνα με το τι παράγγελναν, ποιος ήταν ο καθένας τους και από πού κρατούσε η σκούφια του, και με τι ασχολιόταν συνήθως και τι έκανε πριν έρθει στο καφέ και πού θα πήγαινε μετά. Έτσι, με μερικά εξωτερικά και αβέβαια σημάδια, επινοούσα για τους θαμώνες του καφέ περιπεπλεγμένες και ανατριχιαστικές ιστορίες. Μέχρι σήμερα κλέβω μ αυτό τον τρόπο. Κυρίως αγνώστους. Και κυρίως σε δημόσιους χώρους γεμάτους ανθρώπους». Ανασήκωσα κι εγώ τα μάτια, περιεργάστηκα τους συνεπιβάτες μου: πρόσωπα μουντά, κοινές ζωές. Κανείς δεν μου φαινόταν ικανός να γίνει μυθιστορηματικός ήρωας. Κανένας δεν κατάφερνε να κεντρίσει με ένα βλέμμα, μια κίνηση, τη φαντασία μου. Όμως η αναπηρία ήταν όλη δική μου, όχι δική τους. Γιατί αυτό που κάνει τον έναν παρατηρητή συγγραφέα, και τον άλλον όχι, είναι η ικανότητα να «κοιτάει και να επινοεί». Να χτίζει πάνω στο ελάχιστο. Και να πορεύεται με ό,τι έχει, με ό,τι γνωρίζει. Όπως ο Οζ, όταν χάρη στον Σέργουντ Άντερσον και στο «ταπεινό βιβλίο» του «Αφηγήσεις από το Οχάιο» κατάλαβε, όπως μας εκμυστηρεύεται στην «Ιστορία» του, ότι «ο γραπτός κόσμος τριγυρνάει πάντα γύρω από το χέρι που γράφει, όπου αυτό γράφει: όπου είσαι εσύ - αυτό είναι το κέντρο του κόσμου».

Το κέντρο του κόσμου τού Οζ είναι η μεταπολεμική Ιερουσαλήμ. «Είχα καταλάβει από πού ερχόμουν: από ένα ξεφτισμένο κουβάρι θλίψης και προσποίησης, πόθου και παραλογισμού, επαρχιώτικης σπουδαιοφάνειας και αισθηματικής αγωγής, και απαρχαιωμένων ιδανικών, και πνιγμένων φόβων, και υποταγής και απελπισίας. Μια απελπισία από εκείνο το ξινόγλυκο είδος, το σπιτικό, όπου μικροψεύτες προσποιούνταν τους επικίνδυνους τρομοκράτες και τους ηρωικούς απελευθερωτές, κακόμοιροι βιβλιοδέτες διατύπωναν τύπους παγκόσμιας λύτρωσης (...), ταμίες στο μπακάλικο και στο σινεμά έγραφαν κάθε νύχτα ποιήματα και μπροσούρες». Το σύμπαν του είναι πολύ απομακρυσμένο από το στερεότυπο των νέων ηρώων του Ισραήλ, των στοχαστικών, παράτολμων, πειθαρχημένων ανδρών και γυναικών του Κόφερ Αγεσούβ, που πολεμούν για την ανεξαρτησία και κάνουν την έρημο να ανθίσει στις πιο απόμακρες γωνιές της. Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από το ταπεινό σπιτάκι όπου γεννήθηκε, στα 1939, «τριάντα τετραγωνικά μέτρα όλο κι όλο», δύο δωμάτια κατάφορτα από βιβλία και μια «καπνισμένη κουζίνα» -και τον εκπατρισμένο, ανασφαλή, απολογητικό, φοβισμένο εβραϊκό πληθυσμό της Ιερουσαλήμ, χαρακτηριστικά δείγματα του οποίου είναι η καταθλιπτική μητέρα και ο αποτυχημένος, αδέξιος πατέρας του, η Φάνια και ο Άριε Κλόζνερ. Υπάρχουν βέβαια και οι σιωνιστές διανοούμενοι, ο «φωτισμένος φιλελεύθερος-εθνικιστής» θείος, ο καθηγητής Γιόζεφ Κλόζνερ, που αρέσκεται να χρησιμοποιεί εκφράσεις όπως «λίγοι εναντίον πολλών», «η σάρκα μας και το αίμα μας», «τα παιδιά μας πρέπει να είναι από σίδερο»· υπάρχουν οι οπαδοί της αυτοσυγκράτησης, της υπευθυνότητας, της μετριοπαθούς ζωής, της εγχώριας παραγωγής, της εργατικής τάξης, της κομματικής πειθαρχίας· υπάρχουν οι μεγάλοι άνδρες, όπως ο Νταβίντ Μπεν-Γκουριόν, ο Μεναχέμ Μπέγκιν, ο νομπελίστας ποιητής Σάι Αγκνόν- αν και όλοι αυτοί σκιαγραφούνται χωρίς δέος, με συμπαθητική ειρωνεία που απομυθοποιεί χωρίς να καταποντίζει. Όμως είναι στους ρυπαρούς δρόμους της συνοικίας Κερέμ Αβραάμ που περιφέρεται ο μικρός ήρωας, στις ανήλιαγες αυλές της, στα ασφυκτικά της διαμερίσματα· εκεί συναντά τα πρόσωπα που θα «τον βοηθήσουν να φτάσει ώς εδώ»: τη δασκάλα που θα ερωτευτεί στα οχτώ του χρόνια, θείες και παππούδες, έναν γέρο Άραβα «με τσέπες κάτω από τα μάτια», που με τα καθησυχαστικά του λόγια θα αποδυναμώσει μιαν εκφοβιστική παιδική εμπειρία, τεχνίτες και μουσικούς, γείτονες και φίλους. Εκεί μαθαίνει να διαβάζει μόνος του, πριν καλά καλά κλείσει τα πέντε του χρόνια· εκεί αρχίζει να συνειδητοποιεί τη δύναμη της Σεχραζάντ, εξαγοράζοντας με τα παραμύθια του μια προσωρινή ανακωχή με τους διώκτες του, τους εξαθλιωμένους, πεινασμένους συμμαθητές του στο θρησκευτικό σχολείο αρρένων· εκεί υφαίνει μαζί με τη μητέρα του ολονύκτια παραμύθια- στο υφάδι εκείνη, στο στημόνι αυτός. Εκεί, κι ενώ τα σύννεφα πυκνώνουν πάνω από την επισφαλή οικογενειακή του γαλήνη, βλέπει με τα παιδικά του μάτια το πρελούδιο στη γέννηση ενός κράτους: τους φλύαρους ιδεαλισμούς, τα ανεδαφικά οράματα, τις μωρές προφητείες, τα παράξενα υβρίδια ποιητών-εργατών-επαναστατών, τους πιονέρους αναγνώστες του Μαρξ, του Φρόιντ και του Ζαμποτίνσκι, τους ευσεβείς υπερορθόδοξους της συνοικίας Μέα Σεαρίμ, τους κομμουνιστές, τους άνδρες στα χακί, τους λιτοδίαιτους των κιμπούτ5, τους περιθωριακούς, τους μηδενιστές, τους Υεμενίτες, τους φραγκολεβαντίνους, τους Κούρδους, τους Θεσσαλονικείς, αλλά και τους Άραβες, βαθύπλουτους και φτωχούς· τα σκονισμένα κυπαρίσσια, τα χλομά γεράνια, τη λυμφατική ροδιά της αυλής του· τις δαντελένιες κουρτίνες, το βραστό γλυκό ψάρι, τα απολυμαντικά της μικροβιοφοβικής γιαγιάς του· τα κινήματα νέων, την αντιστασιακή οργάνωση Αγκανά, τους Άγγλους αποικιοκράτες· τα κατσίκια και τους σκορπιούς, τις μάγισσες και τα στοιχειωμένα δάση, τον Σέξπιρ και τον Σοπέν, τον Νέμο και την Πανδώρα· τα στομωμένα ξυράφια, τις φτηνές κονσέρβες, τα βρωμερά τσιγάρα, τα συρματοπλέγματα, τις εκρήξεις· τα σιντριβάνια ενός πρωτόφαντου κήπου και τα τζαμιά που γίνονται χρυσά καθώς πέφτει ο ήλιος.

Οικογενειακή τραγωδία και πολιτικά πάθη, προσωπικά τραύματα και μεγάλες ιδέες, επίμονη αυτοεξέταση και στερεοσκοπική ανάλυση φόβων, προσδοκιών και σφαλμάτων ενός ολόκληρου λαού, θραύσματα της μνήμης και στοχασμός για τη διαδικασία της γραφής: αυτά και άλλα τόσα είναι το σπουδαίο βιβλίο τού Άμος Οζ. Είναι η ελεγεία σε μια οικογένεια, έναν τόπο, μια εποχή. Είναι το χρονικό της γέννησης ενός κράτους. Είναι η αναψηλάφηση των αιτίων του παλαιστινιακού ζητήματος. Είναι ένα μυθιστόρημα μαθητείας, αυτοπροσωπογραφία του καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία. Είναι η εξιστόρηση στρεβλών ζωών και αφυδατωμένων ελπίδων. Είναι σπουδή στην ενοχή, σπουδή στη μελαγχολία. Πυρήνας της αφήγησης είναι η αυτοκτονία της μητέρας του στα τριάντα οχτώ της χρόνια, πριν ο ίδιος μπει καλά καλά στην εφηβεία: ένα πυρακτωμένο κέντρο, στο οποίο ο συγγραφέας πλησιάζει και οπισθοχωρεί, πλησιάζει και οπισθοχωρεί, λες και θέλει να αναβάλλει όσο γίνεται περισσότερο τη στιγμή που θα το αγγίξει, να καθυστερήσει όσο μπορεί την ανάκληση της οριστικής απώλειας. Η πολιορκία αυτή του βασικού θεματικού μοτίβου, οι διστακτικές έφοδοι που επιχειρεί προς το ανείπωτο με τη μορφή υπαινιγμών ή ολιγόλογων αναφορών, οι παρελκυστικές (και τόσο γοητευτικές) αναδρομές τού δίνουν την ευκαιρία να θρηνήσει, μαζί με το θάνατο της μητέρας, και τη διάψευση του ονείρου για μια δίκαιη και ειρηνική κοινωνία, με το οποίο γαλουχήθηκαν οι γονείς και οι παππούδες του, μαζί με όλους τους Εβραίους της Ευρώπης.

Όχι πως έχουμε να κάνουμε με ένα μελαγχολικό, θρηνητικό μυθιστόρημα. Το μεγάλο χάρισμα του Οζ είναι ο συνδυασμός σατιρικής οξύτητας και σαρκασμού με την κατανόηση και τη συμπόνια. Ο μικρός αφηγητής ξέρει να γελάει, ξέρει να χαίρεται· ο ζόφος, ακόμα και στις μέρες του πολέμου, είναι τόσο ποτισμένος με ανθρωπιά, τόσο συλλογικός και τόσο μοιρασμένος, που μολονότι δεν ελαφραίνει, βαθαίνει σε περιεχόμενο. Κι ύστερα υπάρχει η ομορφιά του κόσμου, ο βαθύς ουρανός της παιδικής ηλικίας, ένα πουλί που τιτιβίζει επίμονα τις πέντε πρώτες νότες από το Fur Elise: πάνω σ αυτό το leit motiv θα αναπτυχθεί η πολυφωνική παρτιτούρα της μνήμης. Γιατί η επιταγή που κατακυριεύει από πολύ νωρίς τον Οζ είναι να θυμάται· να θυμάται και να γράφει, βρίσκοντας τη γλώσσα που χρειάζεται, τις λέξεις που βαραίνουν. Δεν είναι πάρεργο αλλά υποχρέωση, το κάλεσμα μιας φωνής «που δεν έχει πίσω της ούτε γέλιο ούτε απερισκεψία», μα σε προστάζει να μην ξεχάσεις ποτέ «ούτε λεπτομέρεια από τις λεπτομέρειες», σου επιτάσσει κάποια απόλυτη αρχή ανελέητης πιστότητας. Εξάλλου, δύο είναι τα ρήματα που επανέρχονται σταθερά στην εβραϊκή παράδοση, από την Έξοδο και το Δευτερονόμιο ώς τους θρησκευτικούς ύμνους: «Θυμήσου και φύλαττε».

Ο Παλαιστίνιος συγγραφέας Σαμίρ ελ Γιουσέφ έγραφε πριν από μερικά χρόνια πως αν η λογοτεχνία του τόπου του εμφανίζει κάποια ιδιαίτερη προσήλωση σε ένα είδος, αυτό είναι το απομνημόνευμα. Ίσως γιατί για τα δεινά αυτού του τόπου δεν θα μπορούσε κανείς να μιλήσει παρά μονάχα επικαλούμενος όσα ο ίδιος είδε, όσα έζησε, όσα κατάλαβε. Καμία συναίνεση δεν θα μπορούσε να υπάρξει στην εξιστόρηση της σύγκρουσης Εβραίων και Παλαιστινίων, γιατί αντικειμενική αλήθεια δεν υφίσταται, γιατί το δίκαιο και άδικο, το σωστό και το λάθος είναι ανεύρετο. Ο πόνος επιτίθεται και στις δύο πλευρές, η τραγωδία είναι κοινή. «Στη ζωή των μεμονωμένων ανθρώπων και στη ζωή των λαών οι χειρότερες συγκρούσεις είναι συχνά εκείνες που ξεσπούν ανάμεσα σε δύο κατατρεγμένους», γράφει ο Οζ. Η δυστυχία δεν ενώνει, χωρίζει ακόμη πιο βίαια· η οδύνη δεν συμψηφίζεται. Κι έτσι, μονάχα οι υποκειμενικές αλήθειες των πρωταγωνιστών μπορούν να προβάλλουν ως η αληθινή ιστορία του μακροχρόνιου πολέμου Ισραηλινών και Αράβων.

Ποια είναι η ευθύνη των Εβραίων της Ευρώπης γι αυτό το χάος; Οι μόνες αποσκευές που είχαν φέρει μαζί τους, οι αναμνήσεις των δασών και των παλιών πόλεων, η πολύγλωσση ψυχή, η λογιοσύνη, ο κοσμοπολιτισμός, μαράθηκαν στη μεσανατολική κάψα, όπως και τα φυτά στην αυλή της οικογένειας Κλόζνερ. Στοιχειωμένοι από τη γενοκτονία, δεν πρόσεξαν τους γείτονές τους, δεν είδαν ότι γι αυτούς ήταν ξένοι «που πέσανε ουρανοκατέβατοι από τον έξω κόσμο και εισέβαλαν διά της βίας στα εδάφη τους, σιγά σιγά κυριάρχησαν πάνω σε κομμάτια αυτών των εδαφών και, ενώ τους υπόσχονταν ότι ήρθαν στην ουσία εδώ για να τους ράνουν με όλα τα καλά, με πονηριά οικειοποιήθηκαν το ένα κομμάτι μετά το άλλο τη γη τους». Δεν θέλησαν να καταλάβουν ότι ήταν φυσικό που οι Παλαιστίνιοι πήραν τα όπλα εναντίον τους, ότι ήταν αδύνατο «να προσφέρουν στους Εβραίους τα κλειδιά της βασιλείας επειδή οι πρόγονοί τους ζούσαν κάποτε στα ίδια εδάφη». «Οχυρωμένοι στο δίκιο τους και στα αισθήματα ηθικής ανωτερότητας δεν σκέφτονταν ιδιαίτερα τους εκατοντάδες χιλιάδες ξεριζωμένους Παλαιστίνιους πρόσφυγες». Είχαν πολλά να αντιμετωπίσουν, δεν τους χρειαζόταν αυτό το επιπλέον φορτίο.

Κι όμως, ήταν δικό τους παιδί ο συγγραφέας που θεμελίωσε το κίνημα Ειρήνη Τώρα, που αμφισβήτησε τις σιωνιστικές βεβαιότητες. Ο πόλεμος ανάμεσα στις γενιές πάντα δίνει τη θέση του, στη μέση ηλικία, στην περιέργεια και τη συμπόνια για τους νεκρούς. Το βιβλίο τού Οζ είναι μια ολότελα προσωπική μαρτυρία που διαπερνάται από την αρχή ώς το τέλος από τη μελαγχολία ενός παιδιού που πενήντα χρόνια αργότερα ακόμα ζητάει τη νεκρή του μητέρα. Κι αυτό που κάνει το βιβλίο του τόσο σπαρακτικό είναι ότι η αυτοκαταστροφή της μητέρας δεν είναι παρελθόν για το συγγραφέα: είναι ακόμη παρούσα, στην απελπισμένη του φαντασίωση ότι κάτι, κάποιος θα καταφέρει να ξυπνήσει αυτή την «εσωστρεφή ομορφιά» από τον αιώνιο ύπνο της. Όμως το πουλάκι στην αυλή θα επαναλαμβάνει πάλι και πάλι τις πέντε πρώτες νότες από την «μπαγκατέλα» του Μπετόβεν, χωρίς ποτέ να προχωρεί, χωρίς να καταφέρνει να ξυπνήσει την ωραία κοιμωμένη, σημαδεμένη, στη ζωή και το θάνατο, από το οριστικό σβήσιμο εκείνης της μελωδίας που θα μπορούσε να ναι, αλλά δεν ήταν, η ζωή της."


ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑ (ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 25/02/2005)