Ο τίτλος, ευρηματικός όσο και υπαινικτικός, συνδέεται άρρηκτα με το θέμα και το περιεχόμενο του μυθιστορήματος: «γίγαντες» είναι οι μεγάλες ιστορικές προσωπικότητες του αναρχικού, κατά κύριο λόγο, χώρου, που έδρασαν (και) στην Ελλάδα στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα καθώς και μετέπειτα αγωνιστές την περίοδο της κατοχής, της αντίστασης, του εμφυλίου, της χούντας, οι οποίοι με τον αγώνα, τις θυσίες και τη στάση τους επηρέασαν το ιστορικό γίγνεσθαι, σε αντίστιξη με την εκάστοτε κυρίαρχη ιδεολογία (κομμουνιστική, φασιστική, εθνικιστική κλπ), ενώ «φασόλια» είναι οι απλοί άνθρωποι -αποδέκτες , ακόλουθοι, ενδέχεται και μιμητές- της δράσης των «γιγάντων», ενίοτε οι «λασποαίματοι» κατά τη ακροδεξιά αντίληψη. Κατά μία έννοια και οι σημερινοί αναρχικοί των Εξαρχείων, όπως σκιαγραφούνται στο βιβλίο, μιμούνται ή εμπνέονται από τους «γίγαντες», καλύτερα φαντασιώνονται τους γίγαντες, αλλά γίγαντες δεν είναι, παρότι επηρεάζουν τη κοινωνική και πολιτική ζωή του τόπου. Χαρακτηριστικά είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα: «υπάσχουν γίγαντες στους αγώνες, υπάρχουν και φασόλια» (σελ 357), «οι παλιοί άντρες της επανάστασης είναι δυνατότεροι από όλα όσα ήρθαν ύστερα απ’ αυτούς» (σελ. 531), «οι γκρίνιες σου για τους γίγαντες και -πως το λες- τα φασολάκια. Καταλαβαίνεις πόσο δύσκολο μας είναι να συγκρίνουμε τον εξεγερμένο του 19ου αιώνα με τους σημερινούς; Όχι επειδή είναι αδύνατο, αλλά επειδή είναι μάταιο. Πώς μπορείς να συγκρίνεις τον παππού με τον εγγονό; Η χρονική απόσταση δεν είναι απλώς κάποια φύλλα στο ημερολόγιο, είναι εξέλιξη, ζωή, καταγεγραμμένη ιστορία» (σελ. 523).
Εντός παρενθέσεως παρατίθεται ο υπότιτλος (ή δεν γίνονται αυτά εδώ), ο οποίος προέρχεται από το σπουδαίο ομότιτλο μυθιστόρημα του Σίνκλερ Λιούις. Η σχέση του με τον τίτλο και το περιεχόμενο του κειμένου ίσως φωτίζεται από το ακόλουθο απόσπασμα προς το τέλος του βιβλίου, όπου συνοψίζεται από τον βασικό πρωταγωνιστή το αδιανόητο της κατάστασης στην οποία βρίσκονται: «έκανα λοιπόν κι εγώ στα γεράματά μου την επανάστασή μου: κάτω η παντοδυναμία των τίτλων, που κράτα σκλαβωμένο το κείμενο. Κάτω οι τίτλοι που βεβαιώνουν ή παραπλανούν, που αυτοπροτείνονται ως πεμπτουσία του κειμένου. «Μόνο οι ποιητές μπορούν να γράφουν τίτλους»… Γιά παράδειγμα, πες μου Στρατηγέ, υπάρχει τίτλος για αυτό που βλέπουμε απέναντι στο παλαιό υπουργείο; Η για την Τσαμαδού; Η για τα χρώματα που κι αυτά πολεμούν μεταξύ τους την πόλη; Η για το φαινόμενο Γρίβα; Η για την κυβέρνηση των Ανάποδων; Η για το εικοσάευρο που κοστίζει ένα πενηντάευρο; Η για το ότι πολεμήσαμε με «δημοκρατικά’ μέσα μέχρι τελικής εξόντωσης; Όχι στρατηγέ μου. Αυτά δεν γίνονται εδώ… Δεν υπάρχει τίτλος για όλα αυτά…» (σελ. 646). Με άλλα λόγια το «δεν γίνονται αυτά εδώ» περιγράφει μια ασύλληπτα παράλογη κατάσταση που φαίνεται αδύνατο να συμβαίνει «εδώ», όπου αγωνίστηκαν «γίγαντες και φασόλια»! Έτσι ο διαζευτικός υπότιτλος σχεδόν αποκαλύπτει το ασύλληπτο αποτέλεσμα τόσων αγωνιζόμενων γιγάντων: τη δυστοπία των αντιμαχόμενων ολοκληρωτισμών, την κατίσχυση της βίας, την ενδυνάμωση των ρατσιστμών, την κατάρρευση της κοινωνικής συνοχής, τη διάψευση των οραμάτων, την επικράτηση συμμοριών στους δρόμους της Αθήνας, τις τεράστιες οικονομικές ανισότητες και την ανταλλακτική οικονομία στη μετά-ευρώ εποχή…καταστάσεις που αποτυπώνονται στο πρώτο δυστοπικό μέρος του βιβλίου, με τον τίτλο «Μετά» και στο ομότιτλο επιλογικό μέρος, το οποίο ενδέχεται να προσληφθεί ως λιγότερο δυστοπικό, με την έννοια ότι υποφώσκει το συναίσθημα της αλληλεγγύης και της αλληλοβοήθειας …Τα ενδιάμεσα μέρη: Δεύτερο μέρος «Πριν» και Τρίτο μέρος «Σκελετοί και φαντάσματα» αφιερώνονται στις συνθήκες που οδήγησαν στο δυστοπικό «μετά». Πρόκειται για μια ευρηματική ιστορία, την αναζήτηση ενός θαμμένου νεκρού στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, που αν ισχύει αποτελεί τη «μεγαλύτερη προβοκάτσια εναντίον του κορυφαίου συμβόλου της νέας Ελλάδας» , εφόσον τα οστά του άγνωστου νεκρού ανήκουν σε κάποιον κορυφαίο αναρχικό του τέλους του 19ου ΄των αρχών του 20ου αιώνα. Έτσι η «δημοσιογραφική έρευνα μιας παράταιρης ομάδας φίλων συνδέεται με την αναρχική ιστορία από την επικράτηση της Επανάστασης του ‘21 μέχρι της μέρες μας» (οπισθόφυλλο του βιβλίου). Η έρευνα των πρωταγωνιστών του μυθιστορήματος αφορά υπαρκτά ιστορικά πρόσωπα και πραγματικά περιστατικά , τα οποία παρουσιάζονται με βάση τις ιστορικές πηγές από τις οποίες ανακτήθηκαν. Ωστόσο το «Γίγαντες και φασόλια» είναι προΐόν μυθοπλασίας», όπως τονίζει ο συγγραφέας στο ευχαριστήριο κείμενο του τέλους, όπου παρατίθεται και ενδεικτική βιβλιογραφία επί του θέματος.
Τα τέσσερα μέρη του βιβλίου απαρτίζονται από σαράντα πέντε κεφάλαια και έξι Ιντερμέδια, όπως τα χαρακτήριζει ο συγγραφέας-αφηγητής και τα οποία συνοδεύονται με το όνομα ενός από τους βασικούς πρωταγωνιστές του βιβλίου: Ιντερμέδιο 1 Ο Άκρης, Ιντερμέδιο 2 Ο Παύλος το Ιππικό, Ιντερμέδιο 3 Ο Πλωτίνος, Ιντερμέδιο 4 Ο Μιχρί Μπαλκάν, Ιντερμέδιο 5 Ο Μικέλη Παστρούτσι, Ιντερμέδιο 6 Ο Μήτσος Αριστείδης . Στα ιντερμέδια αυτά, όπως υποδηλώνει και ο όρος, διακόπτεται η εξιστόρηση των γεγονότων της ιστορίας και γίνεται αναφορά στο απώτερο παρελθόν του αναφερόμενου μυθιστορηματικού ήρωα. Μάλιστα ο βασικός πρωταγωνιστής του έργου παρουσιάζεται τελευταίος! Σε κάθε περίπτωση το παρελθόν των έξι ηρώων φαίνεται να χρήζει ξεχωριστής προσέγγισης από εκείνο των υπολοίπων επώνυμων και ανώνυμων, πραγματικών και φανταστικών προσώπων του έργου. Αυτοί είναι οι πρωταγωνιστές της φανταστικής ιστορίας-έρευνας για τον κρυμμένο νεκρό στον Άγνωστο Στρατιώτη, αυτοί συμβάλλουν στην αποκάλυψη του ιστορικού παρελθόντος, αυτοί συνδέουν το παρελθόν με το παρόν και το μέλλον, ατομικό και συλλογικό.
Το μυθιστόρημα είναι εκτενές (700 σελίδες), ίσως επειδή είναι το πρώτο του συγγραφέα. Η ίδια ιστορία νομίζω πως θα μπορούσε να ειπωθεί, χωρίς σημαντικές απώλειες, και με λιγότερα λόγια. Η αφήγηση γίνεται από έναν παντογνώστη αφηγητή που «αξιοποιεί» όμως στοιχεία και από ιστορικές πηγές (λ.χ. Εφημερίδες της εποχής), ημερολόγια, ιστοσελίδες, παραθέματα από βιβλία κλπ, Ευρηματικά είναι τα σημεία του κειμένου που σχετίζονται με ένα δυστοπικό μέλλον-απότοκο της πάλης των «γιγάντων με τα φασόλια» (ιδιαίτερα το πρώτο μέρος): το επίσημο «νόμισμα», το «νέο ευρώ» που ονομάζεται «νεύρο», η ανταλλαγή του «νεύρου» με κοινές λάμπες πυρακτώσεως καθώς ο φωτισμός της πόλης έχει μεγαλύτερη αξία από το νόμισμα, το σώμα των Φρουρών Λαϊκής Περιουσίας (Φλούπηδων) που αποτελούν την οικονομική αστυνομία και εισπράττουν επί τόπου χρήματα για παραβάσεις και χρηματικές ποινές, η Κυβέρνηση του Κινήματος της Ανάποδης Σημαίας και οι αντίπαλοί της Τιμωροί,,.Εκτιμώ ωστόσο ότι η ευρηματικότητα του πρώτου μέρους ίσως να δυσκολεύει τον ανυποψίαστο αναγνώστη, εφόσον μπερδεύονται πολλά πρόσωπα και αφηγηματικές τεχνικές που θα ξεκαθαρίσουν αργότερα. Θα πρόσθετα επίσης ότι η φανταστική - δυστοπική πλαισίωση του πρώτου μέρους δεν εφαρμόζεται στον ίδιο βαθμό και στα ακόλουθα μέρη του βιβλίου. Ίσως να είναι ιδέα μου.
Όπως και νά ‘χει πρόκειται για ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, με ευρηματική αστυνομική πλοκή, που εμπεριέχει την ιστορία επώνυμων και ανώνυμων αγωνιστών, θέτοντας ζητήματα μνήμης και λήθης, ιστορικής αλήθειας, δικαίωσης και ήττας, ολοκληρωτισμού και ατομικής ελευθερίας, οράματος και απομυθοποίησης, φίλου και ξένου, ταυτότητας και αλλοτρίωσης, «υπερκατανάλωσης αγώνων και αγωνιστών», «στρεβλώσεων των ιδεολογιών της αλλαγής» και κυρίως «αναζήτησης της διαχωριστικής γραμμής ανάμεσα στους γίγαντες και στα φασόλια» (τα εντός εισαγωγικών από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).
Κλείνοντας το βιβλίο μένουμε με το ερώτημα: ποιοι είναι οι «γίγαντες» και ποια τα «φασόλια»; Η διαιρετική τομή είναι ανάμεσα στο σήμερα και στο χθες: οι επώνυμοι «γίγαντες του αναρχικού κινήματος» τότε, οι αναρχικοί του «γλυκού νερού» σήμερα; Έχω τη ιδέα πως οι διαιρετική τομή έχει να κάνει, κατά βάση, με το ήθος του αγωνιστή και την ποιότητα του αγώνα: η «επαναστατική δράση ενός κορυφαίου «αναρχικού αναρχικότατου» (κατά δήλωσή του) σε βάρος εκπροσώπων της πλουτοκρατίας μπορεί να είναι ισοδύναμη με εκείνη ενός ανώνυμου «δηλωσία» που αποκηρύσσει τον ολοκληρωτισμό ή με εκείνη ενός ξένου - μετανάστη ή ατόμου με ειδικές ανάγκες που υπερβαίνει τις ρατσιστικές διακρίσεις σε βάρος του και υπηρετεί τον άνθρωπο ; Ποιοι είναι οι γίγαντες και ποιοι τα φασόλια στον αγώνα κατίσχυσης της δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης, της ανθρωπιάς, της ειρήνης…του οράματος;
Το μυστικό του Άγνωστου Στρατιώτη και οι «συνιστώσες» του αναρχικού κινήματος
- 5116

Για το μυθιστόρημα του Τάκη Καμπύλη «Γίγαντες και φασόλια (ή Δεν γίνονται αυτά εδώ)» (εκδ. Καστανιώτη).
Του Γιώργου Σιακαντάρη
Μπορεί η μυθιστορία να περιγράψει την πραγματικότητα με τρόπο που να μην διακρίνεται η διαφορά μεταξύ μύθου και ιστορίας; Μπορεί το φαντασιακό να εμπεριέχει το πραγματικό ως δυνατότητα; Μπορεί μια φανταστική ιστορία να μετατραπεί σε πραγματική; Ναι, σε όλα. Πότε όμως ένα κοινωνικό μυθιστόρημα θεωρείται πετυχημένο; Όταν, για παράδειγμα, ακριβώς όπως το μυθιστόρημα του Λουίς Σινκλέρ Δεν γίνονται αυτά εδώ (μτφρ. Νίκος Μάντης, εκδ. Καστανιώτη) κατορθώνει να κάνει ένα συγγραφικό μύθο να φαίνεται σαν πραγματική ιστορία. Στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα του Σινκλέρ που δίνει και τον υπότιτλο στο παρουσιαζόμενο βιβλίο, ένας ναζιστής κερδίζει τις προεδρικές εκλογές στην Αμερική του 1930. Η ίδια υπόθεση συγκλόνισε πολλά χρόνια αργότερα και τον επίσης πάρα πολύ μεγάλο συγγραφέα Φίλιπ Ροθ στο βιβλίο του Συνωμοσία κατά της Αμερικής (μτφρ. Ηλίας Μαγκλίνης, εκδ. Πόλις). Αυτό που φαινόταν αδύνατον να γίνει στις ΗΠΑ, λόγω της ισχυρής μεσαίας τάξης, στα μυθιστορήματά τους έγινε πραγματικότητα, λόγω των φόβων για το αύριο της ίδιας αυτής τάξης. Αλλά αυτοί οι φόβοι είναι διαρκώς παρόντες. Και σήμερα είναι ιδιαιτέρως αυξημένοι. Πάσα ομοιότης με πραγματικά γεγονότα καθόλου δεν είναι τυχαία.
Ο δημοσιογράφος Τάκης Καμπύλης κάνει ένα άλμα επί κοντώ στο παρελθόν για να αναδείξει πτυχές του ατομικού αναρχικού τερορισμού στην Ελλάδα του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα. Η συναρπαστική πορεία του αναρχικού κινήματος είναι εδώ το κύριο θέμα.
Ας προσγειωθούμε τώρα στη δική μας πραγματικότητα. Διαβάζοντας το πρώτο μυθιστόρημα του δημοσιογράφου Τάκη Καμπύλη μπορούμε με τη σειρά μας να αναρωτηθούμε αν θα μπορούσαν να συμβούν αυτά τα δυστοπικά που αυτός περιγράφει. Αν αφήναμε την κοινωνιολογική επιστήμη να απαντήσει θα λέγαμε πως θα είχαν συμβεί αν δεν μας είχε σώσει η τελειότερη κολοτούμπα όλων των εποχών. Θα παρέθετε στοιχεία και κριτικές θέσεις γι’ αυτό και αυτό θα ήταν. Η καλή και η σε βάθος συγκροτημένη λογοτεχνία όμως έχει την ικανότητα να μετατρέπει το γεγονός και τη λογική κριτική σε σκεπτόμενο συναίσθημα. Δεν είναι τυχαίο που ένας σημαντικός πολιτικός επιστήμονας όπως ο Νικόλας Σεβαστάκης καταφεύγει και αυτός στη μυθιστορία (Άνθρωπος στη σκιά, εκδ. Πόλις) για να προσεγγίσει πτυχές των θεμάτων της ελληνικής τρομοκρατίας τις οποίες δεν μπορεί να προσεγγίσει ο κριτικός λόγος.
Ο δημοσιογράφος Τάκης Καμπύλης κάνει ένα άλμα επί κοντώ στο παρελθόν για να αναδείξει πτυχές του ατομικού αναρχικού τερορισμού στην Ελλάδα του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα. Η συναρπαστική πορεία του αναρχικού κινήματος είναι εδώ το κύριο θέμα. Είναι το άλμα. Όλα τα υπόλοιπα που αφορούν την Ελλάδα της κρίσης και μια δυστοπική Ελλάδα που έχει αποχωρήσει από το ευρώ, λειτουργούν ως το πλαίσιο της γνωριμίας μας με τον ελληνικό και τον διεθνή αναρχισμό. Αυτά είναι το κοντάρι.
Ο συγγραφέας φαίνεται να έχει ασχοληθεί και μελετήσει σε βάθος την ιστορία του ελληνικού αναρχισμού. Η αυλαία ανοίγει και μεταφερόμαστε σ’ ένα δυστοπικό μέλλον, το οποίο αν δεν υπήρχε η προαναφερθείσα κολοτούμπα θα ήταν και πραγματικό παρόν. Βρισκόμαστε σε μια διαλυμένη χώρα που ονομάζεται Ελλάδα. Η πολιτική της κυβέρνησης της Ανάποδης Σημαίας οδήγησε στην έξοδο της χώρας από το ευρώ. Το μόνο που κληροδότησε αυτή η κυβέρνηση στη χώρα είναι οι Φλούπηδες, οι Φρουροί Λαϊκής Περιουσίας, οι οποίοι εντοπίζουν τις οικονομικές παραβάσεις, επιβάλλουν πρόστιμα και τα εισπράττουν επί τόπου.
Η χώρα έχει τώρα ως νόμισμά της το νεύρο. Δεν υπάρχει επίσημη ισοτιμία αυτού του «νομίσματος». Σε μια δήθεν επίσημη ισοτιμία του αντιστοιχούν πολλές ανεπίσημες. Βεβαίως για να τηρηθεί η οικονομική «ορθοδοξία» αρχικά η ισοτιμία ορίσθηκε στο ένα ευρώ τα χίλια νεύρα. Αμέσως έγινε τρεις χιλιάδες προς ένα. Οι τράπεζες είναι πλέον χωματερές χρήματος. Μεγαλύτερη αξία απέκτησαν οι λαμπτήρες λόγω της αναγκαιότητας τους από τον φόβο που προκύπτει από την έλλειψη φωτός σε δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους. Η Αθήνα είναι χωρισμένη σε περιοχές στις οποίες κυριαρχούν διαφορετικές ομάδες, όπως οι φασίστες «οι Τιμωροί», οι περίοικοι ή επιδρομείς αλλιώς «οι Άγριοι», οι ποινικοί, οι Πλάνητες δηλαδή οι μετανάστες και η αναρχική ομάδα Α.Σ. (Άγνωστοι Στρατιώτες).
![]() |
| Ο Πλωτίνος Ροδοκανάκης |
Ο απολυμένος (μεγαλο)δημοσιογράφος Μήτσος Ατρείδης μαζί με τη σκυλίτσα του ονόματι το Τέρας βρίσκεται εκεί που δεν θα έπρεπε (τυχαία ή εσκεμμένα δεν είναι σαφές). Παρακολουθεί την οργανωμένη επίθεση των Α.Σ κατά των Τιμωρών. Επίθεση που διώχνει τους Τιμωρούς από τις περισσότερες συνοικίες των Αθηνών που είχαν αυτοί καταλάβει (και τα Εξάρχεια) και έχει ως αποτέλεσμα τη δολοφονία του αρχηγού των φασιστών-τιμωρών Γρίβα. Αυτή του η παρουσία θα τον κυνηγά μέχρι τέλους.
Την επίθεση έχει με μαεστρία οργανώσει, υποχωρώντας αρχικά και δίνοντας έδαφος στους φασίστες ο αρχηγός των Ελευθεριακών ή Α.Σ. Αυτός είναι ο «Πλωτίνος» ή Αλέξης. Το παρωνύμιό του το πήρε από τον αναρχικό των αρχών του 19ου αιώνα Πλωτίνο Ροδοκανάκη. Είναι ένα πλουσιόπαιδο των Βορείων Προαστίων. Μαζί του από τα μαθητικά χρόνια (στα Βόρεια Προάστια), ένα άλλο πλουσιόπαιδο ο Ραμόν (Άλκης), η Αμέ (Αμέλεια) και ο Ομάρ, κοσμικό πλουσιόπαιδο και αυτό από Αιγύπτιους γονείς. Ο Πλωτίνος και η ομάδα του έχουν ενώσει όλες τις ομάδες των αναρχικών αλλά και συνεργάζονται με τους ποινικούς και τους μετανάστες.
Ας μεταφερθούμε τώρα λίγα χρόνια πριν και στην εποχή της διακυβέρνησης από το Κίνημα της Ανάποδης Σημαίας. Ο απολυμένος δημοσιογράφος δέχεται μια εξαιρετικά συμφέρουσα οικονομική πρόταση από τον Τούρκο μεγιστάνα Μιχρί Μπαλκάν να ανακαλύψει τα λείψανα ενός από τους πρώτους αναρχικούς τρομοκράτες στην ιστορία του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Κόκαλα που υπολογίζεται ότι είναι θαμμένα κάτω από το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη. Τα έθαψαν εκεί σύντροφοί του αναρχικοί κατά την περίοδο κατασκευής του μνημείου, με σκοπό να στήσουν μια μεγάλη προβοκάτσια κατά του συμβολισμού του Μνημείου.
Σε αυτή του την έρευνα τον βοηθά μια ομάδα τεσσάρων φίλων του. Ο πρώτος και παλαιότερος φίλος είναι το Ιππικό (ή Παύλος Ενενήντα-Δύο). Το Ιππικό μιλάει για τον εαυτό του πάντα σε δεύτερο ενικό. Είναι παιδί δυο γονιών του πειράματος ψυχιατρικής μεταρρύθμισης. Ο Άκρης είναι ο δεύτερος φίλος. Ταλαιπωρημένος πρώην χρήστης και βαποράκι, κάτι που του δίνει πρόσβαση σε πολύτιμους για την έρευνα χώρους. Η τρίτη είναι η Εύα γεννημένη από Αφρικανούς γονείς. Το πνεύμα αντίρρησης στην ομάδα. Έχει ένα παιδί, το Μικρούλι, που το λατρεύει το Ιππικό. Και τέταρτος ο Ιταλός Μικέλε, τέλειος γνώστης της λειτουργίας του διαδικτύου. Δούλεψε είκοσι χρόνια σε ερευνητική βάση του ΝΑΤΟ και παραιτήθηκε. Αναρχικός τώρα, ακολουθεί τα οράματα των Ιταλών αναρχικών του 19ου αιώνα.
Η ομάδα θα οδηγηθεί μέσα από διαφορετικούς δρόμους στο να ενώσει το παζλ κομματιών που συνθέτουν το τοπίο του ελληνικού αναρχισμού, την ατομική του τρομοκρατική δράση, το κυνήγημά του από την Αριστερά αλλά και από το επίσημο κράτος ακόμη περισσότερο.
Στη διάρκεια της έρευνας η ομάδα θα οδηγηθεί μέσα από διαφορετικούς δρόμους στο να ενώσει το παζλ κομματιών που συνθέτουν το τοπίο του ελληνικού αναρχισμού, την ατομική του τρομοκρατική δράση, το κυνήγημά του από την Αριστερά αλλά και από το επίσημο κράτος ακόμη περισσότερο. Η ίντριγκα κινείται γύρω από τους πέντε φίλους, οι οποίοι σταδιακά συνθέτουν το παζλ μιας απίστευτης ιστορίας. Στη διάρκεια της έρευνας η ομάδα θα καθοδηγηθεί προς το ελληνικό αναρχικό κίνημα μέσα από τις αφηγήσεις ενός δηλωσία, μιας ιστορικού και ενός «ανώνυμου Καστοριαδικού» του συμπαθέστατου ογδοντάχρονου Ίλιτς που αυτοκτονώντας αφήνει μια επιστολή στον Ατρείδη. Σ’ αυτή συμπυκνώνεται η διαφορά του αναρχισμού από τον σταλινισμό. Μέσα κυρίως από τις περιγραφές αυτών των τριών αλλά και τα υπονοούμενα του Μπαλκάν και μερικών άλλων προσώπων ανακαλύπτουν την ιστορία του Δημήτρη Μάτσαλη που το 1896 δολοφόνησε στην Πάτρα τον γνωστότερο οικονομικό παράγοντα της πόλης Δημήτρη Φραγκόπουλο. Αυτός είναι ο αναρχικός που σύντροφοί του έθαψαν στο μνημείο. Εκεί οι φασίστες κάνουν την πρώτη τους συγκέντρωση στις 25 Μαρτίου 1932 για να αποτίνουν φόρο τιμής. Πού να ήξεραν πως αποκάτω κρυβόταν ένας μεγάλος εχθρός τους!

Μεγάλο ρόλο στο βιβλίο κρατά η εξιστόρηση των διωγμών των αναρχικών από το κράτος και τους σταλινικούς αλλά κατά τη γνώμη μου αλλού πρέπει να πέσει η ματιά μας. Είναι στην αποκάλυψη των πολλών αναρχισμών που υπάρχουν. Από τη μια είναι ο αναρχισμός του Πλωτίνου και από την άλλη ο αναρχισμός του Ίλιτς.
Κατά τον Πλωτίνο δουλειά του επαναστάτη δεν είναι να χτίζει έναν νέο κόσμο, δουλειά του είναι να γκρεμίζει τον παλαιό. Η βία παράγει την Ιστορία και το τέλος της δεν μπορεί παρά να είναι το χάος.
Για τον Πλωτίνο η βία είναι απαραίτητη για να φέρει το χάος. Το χάος και όχι κάποιος κομμουνισμός είναι ο τελικός σκοπός. «Το τελικό ξεκαθάρισμα λογαριασμών όλων με όλους». Αυτός δεν είναι σαν τους αναρχικούς του 19ου αιώνα που ήθελαν τη βία για να κτίσουν μια κοινωνία χωρίς βία και κυρίως μια κοινωνία στηριγμένη στην αλληλεγγύη και την αλληλοβοήθεια (Κροπότκιν). Κατά τον Πλωτίνο δουλειά του επαναστάτη δεν είναι να χτίζει έναν νέο κόσμο, δουλειά του είναι να γκρεμίζει τον παλαιό. Η βία παράγει την Ιστορία και το τέλος της δεν μπορεί παρά να είναι το χάος. Η ιστορία, υποστηρίζει ο Πλωτίνος, στον έχοντα ενστάσεις για τη βία Ραμόν, είναι δική τους. «Η Ιστορία περιμένει, έτυχε να είμαστε εμείς. Ναι, ρε! Η Ιστορία μας σπρώχνει και εσύ κάνεις νάζια… Κοίτα γύρω σου τη μεγάλη εικόνα ρε μαλάκα… Έχουμε απέναντι τον Γολιάθ και θα σκεφτούμε, αν θα τον κτυπήσουμε κάτω από τη ζώνη;» Οι επαναστάτες είναι άγγελοι και προφήτες του χάους. Δεν αποσκοπούν σε μια δικαιότερη και περισσότερο ίση κοινωνία αλλά σ’ ένα νέο Θεό. Το χάος. Ο κυνικός Πλωτίνος θυμίζει τον σταλινισμό όταν ισχυρίζεται πως «δεν κάναμε λάθος, δεν είχαμε άλλη επιλογή, ακόμη και το λάθος μας ήταν η σωστή επιλογή».
![]() |
| Ο Τάκης Καμπύλης γεννήθηκε στο Ναύπλιο. Ξεκίνησε τη δημοσιογραφία στα Νέα, το 1986, ως ρεπόρτερ και στη συνέχεια ως αρχισυντάκτης. Από το 2010 μέχρι το 2014 ήταν γενικός διευθυντής του δημοτικού ραδιοσταθμού του Δήμου Αθηναίων, του «Αθήνα 9,84». |
Ο καστοριαδικός-αναρχικός Ίλιτς αντίθετα υποστηρίζει ότι «ο αναρχισμός ήταν η μαμή της ελευθερίας, της ατομικής ελευθερίας… Η στρατευμένη αναρχία έγινε ασκητική, γέννησε αγίους, γέννησε και αχρείους φανατικούς. Η στάση απέναντι στη βία είναι αυτή που τους διαχωρίζει. Όταν ακούω να μιλάνε για ανθρωπότητα, εγώ σκέφτομαι ανθρώπους». Βεβαίως για τον Ίλιτς αυτός ο αναρχισμός, για παράδειγμα στην Ισπανία δεν ηττήθηκε από τους φασίστες του Φράνκο, αλλά από τους κομμουνιστές του Στάλιν. Ο αναρχισμός του Ίλιτς εκεί που ο κομμουνισμός έβλεπε λαούς και μάζες, αυτός έβλεπε άτομα. Ένας αναρχισμός τόσο κοντά στον φιλελευθερισμό, θα πρόσθετα, μα και ένας φιλελευθερισμός τόσο κοντά στον αναρχισμό. Ή με τα λόγια του Ίλιτς «η ατομικότητα και οι φιλελεύθερες ιδέες από τους αναρχικούς αναπτύχθηκαν και όχι από τους αστούς».
Βεβαίως, για να μην εξιδανικεύουμε χρειάζεται να εντρυφήσουμε και στην ψύχραιμη ματιά της ιστορικού Έφης Αντωνίου. Κατ’ αυτήν η αφετηρία του αναρχισμού ήταν στον επιστημονισμό. «Η πρωτοφανής έκρηξη των θετικών επιστημών, της "Επιστήμης", ήταν η εγγύηση ότι ο άνθρωπος μπορούσε να ζήσει καλύτερα. Αυτό άρπαξαν αυτοί που σήμερα αποκαλούμε "αναρχικούς"». Αλήθεια πόση διαφορά από κάτι «αναρχικούς» που καταστρέφουν πολιτιστικά και πνευματικά μνημεία; Αλλά είπαμε άλλος ο Ίλιτς και άλλος ο Πλωτίνος. Τελικά όμως για την ιστορικό αυτό που πρέπει να γνωρίζουμε είναι ότι «η ουτοπία των τεροριστών δεν ήταν, απλώς, ένα νέο πολιτικό σύστημα. Όμως, εξιδανίκευσαν τόσο πολύ τον αγώνα τους, με αποτέλεσμα να τον ισοπεδώσουν…». Γι’ αυτό και για την ιστορικό ο αναρχισμός, πριν ο Μπακούνιν και οι Ρώσοι τερορίστες θέσουν τη βία, μαζί με τον Μαρξ και τον Μπλανκί, ως κύριο μέσο κατάκτησης του στόχου, «ήταν ένας μηδενισμός που άνοιγε δρόμους και δεν υπέκυπτε ακόμη στη ματαιότητα».
Ο αναρχισμός είναι ένα κίνημα που αποστρέφεται, όπως και ο φιλελευθερισμός, κάθε μορφή εξουσίας που επιβάλλεται στον αυτόνομο άνθρωπο.
Θα αγαπήσουν αυτό το βιβλίο, παρά τις κάποιες χαοτικές και επαναλαμβανόμενες ενίοτε στιγμές του, όσοι θεωρούν ότι το άστρο και η γροθιά του αναρχισμού δεν ανήκουν σ’ αυτό που στην Ελλάδα ονομάζεται αναρχισμός των «μπαχαλάκηδων». Ο αναρχισμός των Πιότρ Κροπότκιν, Μιχαήλ Μπακούνιν, Ανσέλμο Λορένθο, Φερμίν Σαλβοτσέα, Φρανθίσκο Γκούρδια είναι ένα κίνημα που αποστρέφεται, όπως και ο φιλελευθερισμός, κάθε μορφή εξουσίας που επιβάλλεται στον αυτόνομο άνθρωπο. Είναι ένα κίνημα που πιστεύει στην αλληλοβοήθεια, την αλληλεγγύη και την ατομική χειραφέτηση. Ένα κίνημα που σύμφωνα με τον Κροπότκιν πιστεύει ότι ελεύθερος άνθρωπος σε μια ανελεύθερη κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει. Γιατί όπως είναι τα τελευταία λόγια του Ίλιτς πριν αυτοκτονήσει: «Υπάρχουν γίγαντες στους αγώνες υπάρχουν και φασόλια».
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΙΑΚΑΝΤΑΡΗΣ είναι συγγραφέας και δρ Κοινωνιολογίας.
Τελευταίο βιβλίο του, η μελέτη «Το πρωτείο της δημοκρατίας – Σοσιαλδημοκρατία μετά τη σοσιαλδημοκρατία» (εκδ. Αλεξάνδρεια).
Απόσπασμα
«Ξέρεις πως γεννήθηκε η Αριστερά, Μήτσο Ατρείδη; Η Αριστερά που γεννήθηκε στη Γαλλική Επανάσταση ήταν ένας ιστορικός συμβιβασμός ανάμεσα στην προοδευτική αστική τάξη και στο πόπολο των πόλεων και της υπαίθρου. Ένας συμβιβασμός που ούτε τότε ήταν ούτε σήμερα είναι αναίμακτος. Γεννήθηκε από δύο μεγάλες ιδέες: την ιδέα της προόδου και την ιδέα της δικαιοσύνης. Η ατομικότητα και οι φιλελεύθερες ιδέες από τους αναρχικούς αναπτύχθηκαν κι όχι από τους αστούς. Αλλά… Είπαμε: Η Αριστερά έχει την ατυχία να πηγαίνει χέρι χέρι με την αστική τάξη. Τη μεγάλη της ακμή στα τέλη του 19ου αιώνα, η Αριστερά τη χρωστάει στην «καταραμένη» αστική τάξη, αφού παιδιά της αστικής τάξης ήταν –και είναι ακόμα– η μεγαλύτερη δεξαμενή στρατολόγησης της Αριστεράς. Οι μεγάλοι της ηγέτες στο Διαφωτισμό, στη Γαλλική Επανάσταση και στον 19ο αιώνα ήταν σχεδόν όλοι αστοί, κάποιοι και μεγαλοαστοί». (σ. 266).






