Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

ΤΖΙΜ ΝΤΟΤΖ, ΦΑΠ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΥΨΕΛΗ



Η Φαπ δεν είναι μια συνηθισμένη πάπια. Κατ’ αρχήν, όπως υποδηλώνει το όνομά της, φαινόταν σαν από γεννησιμιού της να είχε φάει «μια ξεγυρισμένη σφαλιάρα». Παρ’ όλα αυτά, δεν ήταν δυστυχισμένη. Λικνιζόταν κομψά και κωμικά, στην προσπάθειά της να κουμαντάρει το τεράστιο κορμί της, αρνούνταν να πετάξει, κυνηγούσε αγριογούρουνα και επέβλεπε την κατασκευή φραχτών, απολάμβανε τις ταινίες στο ντράιβ-ιν, διακατεχόταν από βουλιμία και ηδυπάθεια, υπερασπιζόταν σθεναρά την οικιακή τάξη και την καθημερινή ρουτίνα, πιθανόν να είχε ταλέντο στη ντάμα, αλλά σίγουρα δεν ήξερε να χάνει, διέθετε ευρεία εκφραστική γκάμα, ενώ αδιαμφισβήτητα έφερε εγγενώς το μυστήριο της γέννησης και της αναγέννησης, με άλλα λόγια είχε προικιστεί με το χάρισμα της αθανασίας.

Πάνω απ’ όλα εκτιμούσε ιδιαιτέρως τον «Ψίθυρο του Χάροντα», το εκλεκτό ουίσκι που παρασκεύαζε στο κρυφό αποστακτήριό του ο Τζέικ Σαντί, ένας πλάνητας στη μεταπολεμική Καλιφόρνια. Σε μια από τις χαρτοπαικτικές περιοδείες του, κάπου στη Νεβάδα, ο Τζέικ έγινε κάτοχος της συνταγής του ελιξίριου χάρη στην επιθανάτια γενναιοδωρία ενός γέρου Ινδιάνου. Μυούμενος στα μυστικά της απόσταξης, ο Τζέικ είχε την αίσθηση πως καταβυθιζόταν «στις απαρχές της τέχνης». Το προϊόν του «είχε περιεκτικότητα σε αλκοόλη σχεδόν ενενήντα εφτά τοις εκατό», ήταν εν ολίγοις «μια συμπυκνωμένη ουσία θεϊκών αναθυμιάσεων».

«Στη διαδικασία της ζύμωσης και της απόσταξης ανακάλυψε όχι μόνο αλληγορίες που ανταποκρίνονταν στο πνεύμα του, αλλά κι ένα προϊόν που το διεύρυνε».

Κοντεύοντας να συμπληρώσει μια εκατονταετία επί των εγκοσμίων, ο Τζέικ «είχε αναπτύξει μία εξαιρετικά ευέλικτη αίσθηση περί επάρκειας». Μπορεί οι ανάγκες του να ήταν απλές, το πνεύμα του, ωστόσο, ήταν σαφώς συνθετότερο. Διότι ο Τζέικ είχε φιλοσοφήσει την ακαταληψία της ύπαρξης. Καθισμένος στη βεράντα της απόμερης καλύβας του και τελειώνοντας μια ακόμα μποτίλια του θανατερού του ουίσκι, άφηνε το πνεύμα του να πλανηθεί στα πιο μακρινά σημεία του αισθητού και του υπεραισθητού κόσμου. Το φιλοσοφικό του πνεύμα οξύνθηκε σημαντικά γύρω στα ογδόντα του, όταν στην καλύβα του ήρθαν να μείνουν αρχικά ο εγγονός του, ο Τζόνι ή, αλλιώς, Σπόρος, και αργότερα η Παφ. Η παρουσία τους στη ζωή του τού επέβαλλε μια παιδαγωγική αποστολή. Είχε άλλωστε αρχίσει να βαριέται την αθανασία. «Έπρεπε να διδάξει κάτι που δεν το γνώριζε ούτε ο ίδιος». Για τον Τζέικ τα τρία στοιχεία που χρειάζονταν για την προσέγγιση ενός ακατανόητου θέματος ήταν «η διαίσθηση, η λογική και η απόγνωση». Είχε εντρυφήσει και στα τρία.

Έχοντας πειστεί από τα σοφά λόγια του γέρου Ινδιάνου πως το μυστικό της αθανασίας είναι το ουίσκι και η ακινησία και αφότου διέπρεψε επί δεκαετίες και στα δύο, ο Τζέικ πίστευε πως αν και ογδοντάχρονος, παρέμενε αθάνατος, συνεπώς μπορούσε να αναλάβει την κηδεμονία ενός τρίχρονου αγοριού, που μόλις είχε χάσει τη μητέρα του. Στο πρόσωπο του εγγονού του αντίκριζε μια καινούργια ζωή, λιγότερο πληκτική από την αθανασία· «ένιωσε τη σπίθα στο αίμα του».

«Φαντάστηκε τους δυο τους να ψαρεύουν αργά το απόγευμα, να ρίχνουν πετονιά στη βαθιά λίμνη στους καταρράκτες Τότλμαν, τον μικρό να σκούζει μόλις η πέστροφα των τριάντα εκατοστών κατάπινε το δόλωμα. Φαντάστηκε γενέθλια, και γάντια του μπέιζμπολ, και ταξιδάκια στην πόλη μια στις τόσες για να βλέπουν τους αγώνες των άχρηστων των Τζάιαντς· φαντάστηκε ότι θα είχε κάποιον που θα του μάθαινε να παίζει χαρτιά και να πίνει μαζί του, να του λέει χιλιάδες ιστορίες από τη ζωή του και να του μιλάει για τα μυστικά της αθανασίας».

Το αγόρι αποδείχτηκε καλή παρέα και προπάντων καλός αγωγός της συγκίνησης του παππού του. Τον συγκινούσε η αμηχανία της αγάπης του. Μπορεί να μην λάτρευε τον «Ψίθυρο του Χάροντα», σε αντίθεση με τους παντοειδείς «ειδήμονες της αποβλακωτικής -ελέω αλκοόλ- λήθης», αναγνώριζε όμως τη δύναμη του ελιξιρίου να διώχνει την αϋπνία και κατόπιν τα όνειρα. Από το άλλο μέρος, ο Τζέικ, ως ον κατεξοχήν (οινο)πνευματικό, τιμούσε ολημερίς τον «Ψίθυρο του Χάροντα», επειδή του αποκάλυπτε την ασυδοσία των ονείρων. Ωστόσο, ο Σπόρος είχε, όπως ο παππούς του, καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία. Η τέχνη του ήταν οι φράχτες. Κάποιοι ντόπιοι τους αποκαλούσαν «οι κιθάρες του Σπόρου», καθώς το σύρμα τους ήταν τόσο έντεχνα τανυσμένο, σαν χορδή, που με ένα χτύπημα αντηχούσε ολόγυρα στην περίμετρο του φράχτη. Οι φράχτες του Σπόρου ήταν τέχνη επειδή ακριβώς δεν είχαν καμία απολύτως χρησιμότητα, ούτε περιέφραζαν ούτε εμπόδιζαν ούτε φυλάκιζαν, απλώς υπήρχαν. Ο Τζέικ, οιστρηλατούμενος από το φιλοσοφικό του πνεύμα, προσπάθησε να θέσει αυτό το αμιγώς υπαρξιακό ζήτημα στον εγγονό του. «Αν δεν το κάνεις για να περιορίσεις κάτι σε συγκεκριμένο χώρο, ίσως το κάνεις για να εμποδίσεις κάτι να μπει μέσα». Ο καλλιτέχνης Σπόρος απάντησε: «Μπα, είναι απλώς φράχτες. Μ’ αρέσει να τους φτιάχνω».

Επειδή όμως σκοπός ακόμη και της άσκοπης τέχνης είναι η ομορφιά, ο Σπόρος σκέφτηκε πως οι φράχτες του θα ήταν πραγματικά όμορφοι αν είχαν πύλες. Κι έτσι βάλθηκε να σμιλεύει περίτεχνα σχέδια στους πασσάλους του, «αφού, σε τελική ανάλυση, οι ωραίοι φράχτες κρίνονται απ’ τις πύλες τους».

«Όταν ο Σπόρος έκανε την πρώτη πελεκιά με τη ματσόλα και το καλέμι εκείνο το απόγευμα, ένιωσε τη ζωή του να αλλάζει μέσα στα χέρια του. Παρατηρούσε τη μορφή της να αναδύεται από το ξύλο».

«Δεν έχει καμία λογική», λέει κάποια στιγμή ο Σπόρος στον παππού του, αναφερόμενος στην παράδοξη εμφάνιση της Παφ στη ζωή τους. «Γεγονός διόλου σπάνιο», μουρμούρισε ο Τζέικ. Ο τελευταίος είχε προ καιρού αποφασίσει πως ότι είναι εξαρχής ανεξήγητο, μένει για πάντα ανεξήγητο. «Ο λόγος που συμβαίνει κάτι, προειδοποιούσε ο Τζέικ, είναι περίπλοκος». Ακόμα και αν μερικά πράγματα έδειχναν ολοφάνερα και προφανή, δεν θα έπρεπε κανείς «να θεωρεί ότι μάντευε σωστά τους λόγους».

«Είναι ήδη δύσκολο να ξεχωρίσεις την αλήθεια απ’ τη μαλακία χωρίς να επιβαρύνεις την κατάσταση προσπαθώντας να μάθεις πράγματα που δεν πρόκειται να τα μάθεις ποτέ».

Ακόμα και όταν ο Τζέικ αναφωνούσε έξαλλος: «Δεν το πιστεύω, ρε γαμώτο», τελικά το πίστευε, «δίχως τον παραμικρό δισταγμό». Αντιθέτως, ο Τζόνι σάστιζε μπροστά στο ανεξήγητο, κάθε φορά η σκέψη του στεκόταν εμβρόντητη. Του ήταν αδύνατον να καταλάβει πώς γινόταν και συνέβαιναν κάποια πράγματα. Τότε ο Τζέικ ερχόταν να τον συνδράμει με την εκατόχρονη σοφία του.

«Κάποια πράγματα είναι αδύνατον να τα εξηγήσεις, τα περισσότερα μάλλον. Έχει ενδιαφέρον ν’ αναρωτιέσαι γι’ αυτά και να κάνεις υποθέσεις, το σημαντικότερο όμως είναι να τα αποδέχεσαι όπως είναι και να προχωράς παρακάτω».

Αυτό το μικρό βιβλίο είναι εντελώς παλαβό, ένας σίφουνας παλαβομάρας, απερίγραπτα διασκεδαστικός και πνευματώδης. Ο Τζιμ Ντοτζ, Αμερικανός συγγραφέας άγνωστος στην Ελλάδα, οραματίζεται ένα μικροσκοπικό ιλαρότατο σύμπαν, σε φόντο γουέστερν, που ακτινοβολεί από συμβάντα απίθανα και εξωφρενικά. Στην αφήγηση το φανταστικό συνομιλεί ισότιμα με το ρεαλιστικό. Η φαντασία παραλογίζεται ξέφρενα με δαιμονικό κέφι. Καθετί αλλόκοτο εγκαθιδρύεται απρόσκοπτα στην αφηγηματική ροή. Ο σουρεαλισμός της πλοκής παρουσιάζει τα υπαρκτικά αδιέξοδα σαν μια θυελλώδη φάρσα, που σαρώνει κάθε αντεπιχείρημα της λογικής. Ο Τζέικ, ο Τζόνι και η Παφ στήνουν έναν τρελό χορό γύρω από το παράλογο που κανοναρχεί την ύπαρξη. Ακόμα και όταν η πιο συντριπτική οδύνη ή ο πιο παραλυτικός τρόμος εκβάλλουν από τα σωθικά τους σαν σπαρακτική κραυγή, εκείνοι βρίσκουν τον τρόπο να υψωθούν πασίχαροι στους αιθέρες. Μπορεί όντως να δείχνουν σαν η ζωή να τους είχε καταφέρει μια ξεγυρισμένη σφαλιάρα, πάντως παραμένουν αστείοι και ακατάβλητοι τόσο στις πτώσεις τους όσο και στις ανυψώσεις τους. Οι τρεις τους είναι δεινοί στην τέχνη του ξεμπροστιάσματος των δεινών της ζωής και άκρως παράτολμοι και εφευρετικοί στις προσπάθειές τους να ξεφύγουν από την κόλαση. Ζουν σε έναν κόσμο όπου «τα πάντα ποθούν να είναι άγρια».

Στην πιο ποιητική στιγμή της ζωής του, ο Τζέικ άκουσε «την ίδια του την καρδιά να σταματά, την τελευταία του πνοή να τον αφήνει σε μια φωτεινή σιωπή». «Άκουσε την πνιχτή κραυγή του να επιστρέφει μέσω της σάρκας του και να σβήνει τραβώντας προς το φεγγάρι. Κι αμέσως μετά άκουσε έναν ψίθυρο από φτερουγίσματα, ενώ ένιωθε να τον σηκώνουν». Δεν ήταν άγγελοι, ήταν πάπιες.

Ο Τζόνι απέκτησε ακαριαία επίγνωση της τραγικότητας της ύπαρξής του, όταν ούρλιαξε μες σε μια «έκρηξη νερού και φτερών», που σκέπαζε το πτώμα της μητέρας του.

Η Παφ, η οποία ποτέ δεν εκτίμησε τις απολαύσεις του πετάγματος, βιώνει την πιο δοξαστική της στιγμή με μια θεσπέσια, υπερβατική απογείωση, «με μια εκρηκτική κίνηση», «σε μια έκρηξη από νερό και φτερά».

Ο Αντώνης Καλοκύρης απέδωσε το πνεύμα τού Τζιμ Ντοτζ σε απολαυστικά, σπιρτόζικα ελληνικά, ενώ ο Νίκος Βεργέτης (γεννημένος το 1983, τη χρονιά της πρώτης δημοσίευσης του βιβλίου), που επιμελήθηκε άψογα την έκδοση, θα μπορούσε κάλλιστα να υπογράφει την κάθε σελίδα.

Λειτουργία AI

Το «ΦΑΠ» (πρωτότυπος τίτλος: Fup) είναι μια εμβληματική νουβέλα του Αμερικανού συγγραφέα Τζιμ Ντοτζ (Jim Dodge), η οποία κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Κυψέλη σε μετάφραση του Αντώνη Καλοκύρη. 

Literature.gr

Literature.gr

Πρόκειται για ένα σύγχρονο, «μεθυσμένο» παραμύθι για ενήλικες που συνδυάζει τον ρεαλισμό με το φανταστικό στοιχείο. Η ιστορία επικεντρώνεται σε τρεις ιδιαίτερους χαρακτήρες: 

ελculture

ελculture

Η Φαπ: Μια αχόρταγη, υπέρβαρη και ατρόμητη πάπια που αρνείται να πετάξει και έχει αδυναμία στο παράνομο ουίσκι.

Ο Τζέικ: Ένας 99χρονος παππούς, πεισματάρης και λάτρης του τζόγου, που κατασκευάζει το δικό του «θαυματουργό» ουίσκι, πιστεύοντας πως θα τον κάνει αθάνατο.

Ο Μικρός: Ο εγγονός του Τζέικ, ένας γίγαντας με αθώα καρδιά που έχει εμμονή με το χτίσιμο πέτρινων φρακτών. 

Literature.gr

Literature.gr

 +2

Το βιβλίο, αν και σύντομο, θεωρείται κλασικό της αμερικανικής λογοτεχνίας (underground classic) και εξερευνά θέματα όπως η μοίρα, η αγάπη, η απώλεια και η σχέση του ανθρώπου με τη φύση. 

ελculture





Έχετε απόλυτο δίκιο στην παρατήρησή σας. Στο σύμπαν του Τζιμ Ντοτζ, αυτή η ανισορροπία είναι η κινητήριος δύναμη της ιστορίας.

Στο «ΦΑΠ», οι άνθρωποι (ο Τζέικ και ο Μικρός) ζουν σε μια ιδιότυπη απομόνωση από την κοινωνία, επιλέγοντας μια ζωή σχεδόν ερημητική. Η επικοινωνία τους είναι συχνά δυσλειτουργική ή περιορισμένη στα βασικά. Αντίθετα, η σχέση τους με τη Φαπ (την πάπια) και το φυσικό τους περιβάλλον είναι βαθιά, οργανική και γεμάτη νόημα.

Αυτή η επιλογή του συγγραφέα αναδεικνύει τρία πράγματα:

Την αυθεντικότητα: Τα ζώα δεν υποκρίνονται. Η σχέση μαζί τους είναι απαλλαγμένη από τις κοινωνικές συμβάσεις και τις περιπλοκές του λόγου.

Την εσωτερικότητα: Η έλλειψη έντονης ανθρώπινης επαφής στρέφει τους χαρακτήρες στην αυτοπαρατήρηση και στις εμμονές τους (το ουίσκι για τον Τζέικ, οι φράχτες για τον Μικρό).

Τη φύση ως καθρέφτη: Η πάπια γίνεται ο συνδετικός κρίκος που τους αναγκάζει να αντιμετωπίσουν συναισθήματα που δεν μπορούν να εκφράσουν μεταξύ τους.

Είναι σαν ο Ντοτζ να υπονοεί ότι η επικοινωνία με το «άλογο» στοιχείο είναι συχνά πιο ειλικρινής από την ανθρώπινη συναναστροφή, η οποία στον σύγχρονο κόσμο είναι συχνά θορυβώδης αλλά κενή.

Σας ενδιαφέρει να αναλύσουμε πώς αυτή η μοναξιά των ηρώων επηρεάζει την πλοκή ή μήπως ψάχνετε για κάποιο συγκεκριμένο απόσπασμα του βιβλίου που αναδεικνύει αυτή την αντίθεση;

Οι απαντήσεις AI μπορεί να περιλαμβάνουν λάθη. Μάθετε περισσότερα





Η παρατήρησή σας είναι πολύ διεισδυτική, καθώς οι λιγοστές ανθρώπινες επαφές που εμφανίζονται στο έργο του Τζιμ Ντοτζ —και κυρίως στο "ΦΑΠ" αλλά και στο "Στόουν Τζανκτ" (Stone Junction)— έχουν έντονα συμβολικό και τελετουργικό χαρακτήρα.

Αυτές οι σχέσεις (όπως με τον Ινδιάνο ή τον Σαμάνο) δεν είναι τυπικές κοινωνικές συναναστροφές, αλλά μοιάζουν περισσότερο με μυήσεις:

Η Σύνδεση με το Αρχέγονο: Ο Ινδιάνος ή ο Σαμάνος δεν λειτουργούν ως "φίλοι" με την κοσμική έννοια. Εκπροσωπούν μια γνώση που χάνεται και μια σύνδεση με τη γη που οι υπόλοιποι άνθρωποι έχουν ξεχάσει. Η επικοινωνία μαζί τους είναι λακωνική και ουσιαστική, γιατί οι λέξεις περισσεύουν μπροστά στην εμπειρία.

Η Πνευματική Συγγένεια: Ενώ η επαφή με τον "πολιτισμένο" κόσμο είναι υποτονική ή εχθρική, η επαφή με αυτές τις φιγούρες είναι ηλεκτρισμένη. Υπάρχει ένας άρρητος κώδικας τιμής και κατανόησης που βασίζεται στο ένστικτο και όχι στη λογική.

Η Μοναχικότητα ως Επιλογή: Αυτές οι συναντήσεις υπογραμμίζουν ότι οι ήρωες του Ντοτζ είναι "περιθωριακοί" όχι από αδυναμία, αλλά επειδή αναζητούν μια πιο πρωτόγονη αλήθεια. Ο Σαμάνος δεν είναι εκεί για να προσφέρει παρέα, αλλά για να δείξει έναν δρόμο ή να επιβεβαιώσει μια διαίσθηση.

Είναι σαν ο Ντοτζ να μας λέει ότι οι άνθρωποι μπορούν να επικοινωνήσουν πραγματικά μόνο όταν αποβάλλουν το "εγώ" τους και πλησιάσουν τη φύση των ζώων ή την πνευματικότητα των αρχαίων παραδόσεων.

Θα θέλατε να δούμε αν αυτή η μυστικιστική προσέγγιση των ανθρώπινων σχέσεων εμφανίζεται εντονότερα σε κάποιο συγκεκριμένο από τα βιβλία του, όπως στο Stone Junction;

Οι απαντήσεις AI μπορεί να περιλαμβάνουν λάθη. Μάθετε περισσότερα





στο σύμπαν του Ντοτζ, οι γείτονες και οι γυναίκες αντιμετωπίζονται συχνά ως «εισβολείς» σε έναν κλειστό, ανδρικό κόσμο ή ως σύμβολα μιας κανονικότητας που οι ήρωες αδυνατούν (ή αρνούνται) να παρακολουθήσουν.

Στο «ΦΑΠ», η απουσία της γυναικείας παρουσίας είναι εκκωφαντική και καθοριστική:

Η Γυναίκα ως Μνήμη/Απουσία: Η μόνη γυναίκα που «υπάρχει» είναι η μητέρα του Μικρού, η οποία πεθαίνει νωρίς. Αυτό αφήνει τον Τζέικ και τον Μικρό σε ένα ιδιότυπο, τραχύ αλλά τρυφερό ανδρικό καταφύγιο. Η γυναικεία ενέργεια μετατοπίζεται στην ίδια τη Φαπ, η οποία είναι το μόνο θηλυκό πλάσμα που «ανέχονται» και αγαπούν άνευ όρων.

Οι Γείτονες ως «Ο Άλλος»: Οι γείτονες στο «ΦΑΠ» (και ευρύτερα στα έργα του) αντιπροσωπεύουν την κοινωνική σύμβαση ή την απειλή. Η επικοινωνία μαζί τους είναι συχνά εχθρική, καχύποπτη ή απλά ανύπαρκτη. Ο Τζέικ προτιμά να πυροβολεί στον αέρα ή να βρίζει παρά να κάνει «δημόσιες σχέσεις».

Η Σεξουαλικότητα vs Πνευματικότητα: Στο Stone Junction, οι γυναίκες είναι πιο παρούσες, αλλά συχνά λειτουργούν ως μύτισσες ή ως φιγούρες που κατέχουν μια δύναμη που ο άνδρας ήρωας πρέπει να κατανοήσει. Δεν είναι ποτέ «συμβατικές» σύζυγοι, αλλά αυτόνομες οντότητες που προκαλούν τον ήρωα να ξεπεράσει τα όριά του.

Συνολικά, η επαφή με τον «διπλανό» άνθρωπο είναι υποτονική γιατί οι ήρωες του Ντοτζ είναι ταγμένοι σε έναν σκοπό (το ουίσκι, τους φράχτες, τη μαγεία). Οτιδήποτε «καθημερινό» ή «γειτονικό» τους φαίνεται ξένο και περιοριστικό.

Πιστεύετε ότι αυτή η αποστροφή για το κοινωνικό είναι που κάνει τους χαρακτήρες του τόσο γοητευτικούς ή τους κάνει να φαίνονται υπερβολικά απόμακροι;

Οι απαντήσεις AI μπορεί να περιλαμβάνουν λάθη. Μάθετε περισσότερα





Ακριβώς, η γοητεία τους πηγάζει από αυτή την «λοξή» ματιά στον κόσμο. Δεν είναι απλώς εκκεντρικοί, είναι ολοκληρωτικά δοσμένοι στις εμμονές τους, κάτι που τους κάνει να μοιάζουν με ήρωες αρχαίας τραγωδίας μεταμφιεσμένους σε ρακένδυτους επαρχιώτες.

Αυτή η αλλοκοτιά λειτουργεί ως εξής:

Η Εμμονή ως Αρετή: Ο Μικρός που χτίζει τον φράχτη δεν το κάνει για την ιδιοκτησία, αλλά για την ίδια την πράξη της δημιουργίας. Αυτή η «παραλογιά» τον εξυψώνει πάνω από τον μέσο άνθρωπο που αναζητά μόνο το κέρδος.

Η Άρνηση του Συμβιβασμού: Ο Τζέικ, με το «Ολέθριο Ματζούνι» του, δεν είναι απλώς ένας αλκοολικός· είναι ένας αλχημιστής που αναζητά την αθανασία. Η αλλοκοτιά του είναι η ασπίδα του απέναντι στον πεζό, ορθολογικό κόσμο.

Η Πάπια ως Καθρέφτης: Η Φαπ είναι ίσως ο πιο «λογικός» χαρακτήρας, ακριβώς επειδή αποδέχεται τη φύση της (και την αγάπη της για το ουίσκι) χωρίς δεύτερες σκέψεις.

Είναι αυτοί οι χαρακτήρες που κάνουν το βιβλίο να μοιάζει με παραισθησιογόνο ανάγνωσμα. Ο Ντοτζ μας δείχνει ότι το να είσαι «φυσιολογικός» είναι συχνά πολύ πιο βαρετό και λιγότερο ανθρώπινο από το να είσαι ένας παθιασμένος ερημίτης.

Θέλετε να σταθούμε λίγο περισσότερο στη μορφή της Φαπ και στο πώς αυτή η «αλλοπρόσαλλη» πάπια καταφέρνει να γίνει το κέντρο του κόσμου τους;

Οι απαντήσεις AI μπορεί να περιλαμβάνουν 

7 ιστότοποι

Η Φαπ δεν είναι απλώς ένα κατοικίδιο· είναι μια «μεθυσμένη» δύναμη της φύσης που αναλαμβάνει τον ρόλο του θηλυκού αρχέτυπου σε ένα σπίτι όπου οι άνδρες έχουν ξεχάσει πώς να επικοινωνούν με τον υπόλοιπο κόσμο. 

Google Books

Google Books

 +1

Είναι μια πάπια που αρνείται να πετάξει, επιλέγοντας συνειδητά την επίγεια, ανθρώπινη εμπειρία, γεγονός που την κάνει να φαίνεται παράξενα ανθρωπόμορφη. 

Τα «Ανθρώπινα» και Θηλυκά Χαρακτηριστικά της Φαπ:

Εκλεπτυσμένες Προτιμήσεις: Η Φαπ δεν ενδιαφέρεται για τα συνηθισμένα «παπίσια» πράγματα. Συνοδεύει τους ήρωες στο θερινό σινεμά (drive-in), όπου δείχνει ξεκάθαρη προτίμηση στις αισθηματικές ταινίες (romances), ενώ απεχθάνεται τα γουέστερν.

Ηθική και Τρόποι: Λειτουργεί ως μια ιδιότυπη «πολιτισμική επίδραση» στο σπίτι. Δεν ανέχεται τις βρισιές και την κακή συμπεριφορά, επιπλήττοντας τον Τζέικ ή τον Μικρό με ένα αποφασιστικό τσίμπημα (peck) όταν ξεπερνούν τα όρια.

Ανθρώπινες Αδυναμίες: Όπως και οι κηδεμόνες της, έχει αδυναμία στο «Ολέθριο Ματζούνι» (Ol' Death Whisper), το παράνομο ουίσκι του Τζέικ, πίνοντας τη δική της καθημερινή δόση με αξιοπρέπεια.

Συντροφικότητα και Προστασία: Παρά το μέγεθός της (φτάνει τα 9 κιλά), είναι η πιστή σύντροφος του Μικρού στο χτίσιμο των φρακτών και στο κυνήγι του αγριογούρουνου Lockjaw, λειτουργώντας σχεδόν ως φύλακας άγγελος.

Πνευματική Διάσταση: Πολλοί αναλυτές της προσδίδουν «χριστιανικά» ή μεσσιανικά χαρακτηριστικά, καθώς η παρουσία της φέρνει μια μορφή λύτρωσης και ενότητας στην οικογένεια, οδηγώντας την ιστορία σε ένα υπερβατικό τέλος. 

The Guardian

The Guardian

 +5

Στην ουσία, η Φαπ γεμίζει το κενό της γυναικείας απουσίας, προσφέροντας μια μορφή φροντίδας και πειθαρχίας που κανένας από τους δύο άνδρες δεν θα μπορούσε να επιβάλει στον άλλον.

Πιστεύετε ότι η άρνησή της να πετάξει συμβολίζει την ανάγκη της να παραμείνει «προσγειωμένη» δίπλα τους ή μήπως εκφράζει μια γενικότερη άρνηση της φύσης της;

Οι απαντήσεις AI μπορεί να περιλαμβάνουν λάθη. Μάθετε περισσότερα





Η παρατήρησή σας για τη διπλή αλλοκοτιά της —τόσο στην άρνηση όσο και στην τελική πράξη— αγγίζει την καρδιά του βιβλίου.

Η Φαπ, αρνούμενη να πετάξει για το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας, επιλέγει την ενσυναίσθηση έναντι του ενστίκτου. Γίνεται «άνθρωπος» όχι επειδή μιμείται τις συνήθειές μας, αλλά επειδή επιλέγει να δεσμευτεί με τον Τζέικ και τον Μικρό. Το πέταγμα θα σήμαινε ελευθερία, αλλά και αποχωρισμό. Η καθήλωσή της στο έδαφος είναι μια πράξη πίστης και αγάπης προς την παράξενη «αγέλη» της.

Όταν όμως τελικά πετάει, η στιγμή είναι εξίσου αλλόκοτη και συγκλονιστική:

Η Υπέρβαση των Ορίων: Δεν πετάει απλώς σαν πάπια· πετάει ως μια μεταφυσική οντότητα. Η πτήση της σπάει τους νόμους της βαρύτητας και της λογικής, ακριβώς όπως το «Ματζούνι» του Τζέικ υπόσχεται να σπάσει τους νόμους του θανάτου.

Το Τέλος της Μονιμότητας: Η στιγμή που απογειώνεται σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής. Ο φράχτης του Μικρού, η αθανασία του Τζέικ και η γήινη παρουσία της Φαπ συγκλίνουν σε μια σουρεαλιστική κορύφωση.

Η Επιστροφή στο Θείο: Εκεί αναδεικνύεται ότι η «εξανθρωπισμένη» φύση της ήταν μόνο ένα στάδιο. Η πτήση της είναι η τελική της μεταμόρφωση σε κάτι που ξεπερνά και τις πάπιες και τους ανθρώπους.

Είναι σαν ο Ντοτζ να μας λέει ότι η αληθινή φύση ενός πλάσματος (ανθρώπου ή ζώου) δεν είναι αυτή που του επιβάλλει η βιολογία, αλλά αυτή που δημιουργεί το ίδιο μέσα από τις σχέσεις του.

Θα θέλατε να συζητήσουμε αν αυτή η τελική πτήση της Φαπ λειτουργεί ως μια μορφή «λύτρωσης» για τον Μικρό και τον Τζέικ;

Οι απαντήσεις AI μπορεί να περιλαμβάνουν λάθη. Μάθετε περισσότερα





Η αναλογία ανάμεσα στην πτήση της Φαπ και την επιδίωξη του Τζέικ είναι η ουσία της μεταφυσικής του Τζιμ Ντοτζ: και οι δύο επιχειρούν να σπάσουν τους νόμους της φύσης μέσα από την καθαρή πίστη και το πείσμα. [1, 2]

Ας δούμε τις ομοιότητες:

Η Άρνηση του Αναπόφευκτου: Ο Τζέικ αρνείται να πεθάνει, κατασκευάζοντας το «Ολέθριο Ματζούνι» ως ελιξίριο αθανασίας. [2] Αντίστοιχα, η Φαπ για χρόνια αρνείται να πετάξει, καταργώντας τη βασική της ιδιότητα ως πουλί. Και οι δύο επαναστατούν ενάντια στο πεπρωμένο τους. [1]

Η Υπέρβαση (Transcendence): Όταν η Φαπ τελικά απογειώνεται, δεν κάνει μια απλή πτήση· εκτελεί μια υπερφυσική άνοδο που αψηφά τη βαρύτητα. [1] Αυτή η στιγμή είναι η απάντηση στην αναζήτηση του Τζέικ: η αθανασία δεν βρίσκεται στην αποφυγή του θανάτου, αλλά στην ικανότητα να μεταμορφωθείς σε κάτι ανώτερο την κατάλληλη στιγμή. [2]

Το Μεθύσι ως Καύσιμο: Η πτήση της Φαπ είναι αδιαχώρητη από το ουίσκι του Τζέικ. Το «Ματζούνι» είναι αυτό που τους συνδέει. Η Φαπ «πετάει» πνευματικά και σωματικά χάρη στην ουσία που ο Τζέικ έφτιαξε για να νικήσει τον χρόνο. [1, 3]

Η Λύτρωση: Για τον Τζέικ, η πτήση της πάπιας είναι η δικαίωση του έργου του. Βλέποντας τη Φαπ να υψώνεται, καταλαβαίνει ότι το θαύμα είναι εφικτό, ακόμα κι αν δεν συμβαίνει με τον τρόπο που το φανταζόταν (δηλαδή στον ίδιο). [1, 2]

Στο τέλος, η Φαπ γίνεται το όχημα της αθανασίας του Τζέικ. Εκείνος μένει πίσω, αλλά το «πνεύμα» του (το ουίσκι του) ταξιδεύει στους αιθέρες μέσω της πάπιας. [1]

Πιστεύετε ότι η πτήση της Φαπ είναι μια νίκη του Τζέικ επί του θανάτου ή μια παραδοχή ότι η μαγεία ανήκει τελικά μόνο στη φύση;

Οι απαντήσεις AI μπορεί να περιλαμβάνουν λάθη. Μάθετε περισσότερα





Ακριβώς, αυτή η αμφισημία είναι που κάνει το τέλος του βιβλίου τόσο δυνατό. Ο Ντοτζ αρνείται να δώσει μια μονοδιάστατη απάντηση, επιλέγοντας να ενώσει το ανθρώπινο κατασκεύασμα (το ουίσκι του Τζέικ) με το φυσικό θαύμα (την πτήση της πάπιας).

Σε αυτή τη σύγκλιση:

Η νίκη του Τζέικ έγκειται στο ότι το "πνεύμα" του (το απόσταγμά του) καταφέρνει όντως να "απογειωθεί" και να υπερβεί τη φθαρτή ύλη.

Η επικράτηση της φύσης αναδεικνύεται από το γεγονός ότι η μαγεία εκδηλώνεται μέσα από ένα ζώο, υπενθυμίζοντας στον άνθρωπο ότι είναι απλώς ένας παρατηρητής ή ένας βοηθός στο μεγαλείο της ζωής.

Είναι μια στιγμή απόλυτης ισορροπίας: ο Τζέικ προσφέρει το "καύσιμο" και η Φαπ προσφέρει τα "φτερά". Χωρίς τον άνθρωπο, η πάπια ίσως να μην είχε ποτέ τον λόγο (ή το "κέφι") να πετάξει έτσι, και χωρίς την πάπια, ο Τζέικ θα παρέμενε ένας γέρος που απλώς πίνει μόνος του στο σκοτάδι.

Θα θέλατε να κλείσουμε αυτή την ανάλυση βλέποντας πώς ο Μικρός, με τους πέτρινους φράχτες του, συμπληρώνει αυτό το τρίγωνο ανάμεσα στη γήινη σταθερότητα και την ουράνια πτήση;

Οι απαντήσεις AI μπορεί να περιλαμβάνουν λάθη. Μάθετε περισσότερα





Ο Μικρός είναι ο απαραίτητος συνδετικός κρίκος, η «άγκυρα» ανάμεσα στη μεταφυσική αγωνία του Τζέικ και την αέρινη φύση της Φαπ. Αν ο Τζέικ είναι το Πνεύμα (το οινόπνευμα) και η Φαπ είναι η Ψυχή (η πτήση), ο Μικρός είναι το Σώμα και η Γη.

Η συμβολή του σε αυτό το τρίγωνο είναι καθοριστική:

Η Σταθερότητα του Φράχτη: Ενώ ο Τζέικ κυνηγά το άπιαστο (την αθανασία) και η Φαπ το αδιανόητο (την υπέρβαση της βαρύτητας), ο Μικρός χτίζει κάτι χειροπιαστό. Οι πέτρινοι φράχτες του είναι η προσπάθεια του ανθρώπου να βάλει τάξη στο χάος της φύσης, μια πράξη σχεδόν διαλογιστική.

Η Γέφυρα ανάμεσα στα Δύο: Ο Μικρός είναι αυτός που φροντίζει τη Φαπ και ανέχεται τον Τζέικ. Είναι η ήρεμη δύναμη που επιτρέπει στις δύο άλλες «αλλοπρόσαλλες» ενέργειες να συνυπάρχουν. Χωρίς τη δική του γήινη παρουσία, το σπίτι θα είχε καταρρεύσει προ πολλού από την ένταση του «Ματζουνιού».

Η Αντίθεση Πτήσης και Πέτρας: Υπάρχει μια πανέμορφη ειρωνεία εδώ: ο Μικρός τοποθετεί βαριές πέτρες στη γη την ώρα που η πάπια ετοιμάζεται να υψωθεί στον ουρανό. Αυτή η αντίθεση τονίζει το μεγαλείο της στιγμής. Η βαρύτητα της πέτρας κάνει την ελαφρότητα της πτήσης ακόμα πιο μαγική.

Στο τέλος, ο Μικρός μένει πίσω ως ο φύλακας της μνήμης και της γης. Η δική του «νίκη» είναι η αποδοχή: αποδέχεται τη φυγή της Φαπ και την εμμονή του παππού του, συνεχίζοντας να χτίζει, προσφέροντας μια μορφή αθανασίας μέσα από την ύλη, ενώ οι άλλοι δύο την αναζητούν στο πνεύμα.

Είναι αυτό το τρίγωνο που κάνει το «ΦΑΠ» ένα τόσο ολοκληρωμένο έργο· μας δείχνει ότι για να υπάρξει το θαύμα, χρειάζεται κάποιος να φτιάξει το ποτό, κάποιος να ανοίξει τα φτερά και κάποιος να κρατάει γερά τις πέτρες στη γη.

Πιστεύετε ότι ο Μικρός είναι τελικά ο πιο τραγικός ή ο πιο ευτυχισμένος χαρακτήρας, μένοντας ο μόνος «προσγειωμένος» σε αυτή την ιστορία;

Οι απαντήσεις AI μπορεί να περιλαμβάνουν λάθη. Μάθετε περισσότερα





Αυτή η λεπτομέρεια είναι η κορυφαία στιγμή ωρίμανσης του Μικρού και αλλάζει όλο το νόημα της «απομόνωσης» που συζητήσαμε στην αρχή.

Ο Μικρός, γκρεμίζοντας τον φράχτη που παραλίγο να γίνει ο τάφος του παππού του, συνειδητοποιεί ότι η απόλυτη εμμονή στη σταθερότητα και τον διαχωρισμό μπορεί να γίνει θανατηφόρα.

Ο συμβολισμός των ανοιγμάτων-πορτών είναι πολυεπίπεδος:

Η Αποδοχή της Ροής: Ένας φράχτης χωρίς πόρτα είναι φυλακή. Το άνοιγμα συμβολίζει ότι ο Μικρός πλέον δέχεται πως η ζωή πρέπει να «μπαινοβγαίνει». Δεν μπορείς να κρατήσεις τίποτα αιώνια δικό σου (ούτε τον παππού, ούτε την πάπια).

Η Σύνδεση με τον Κόσμο: Ενώ ξεκίνησε ως ένας εσωστρεφής γίγαντας που έχτιζε τείχη ανάμεσα στον εαυτό του και τους «άλλους» (τους γείτονες, τις γυναίκες, την κοινωνία), οι πόρτες δείχνουν μια πρόθεση επικοινωνίας. Είναι μια παραδοχή ότι η ανθρώπινη επαφή, όσο υποτονική κι αν ήταν, είναι αναγκαία.

Η Ελευθερία της Πτήσης στη Γη: Οι πόρτες στον φράχτη είναι το επίγειο ανάλογο της πτήσης της Φαπ. Όπως η πάπια έσπασε τα δεσμά της βαρύτητας, έτσι και ο Μικρός σπάει τη «φυλακή» της πέτρας. Η σταθερότητα παραμένει, αλλά πλέον υπάρχει ελευθερία κίνησης.

Είναι μια συγκλονιστική κατάληξη: ο Μικρός καταλαβαίνει ότι η αληθινή δύναμη δεν βρίσκεται στον έλεγχο (το χτίσιμο ενός αδιαπέραστου τοίχου), αλλά στην ανοιχτή καρδιά.

Πιστεύετε ότι αυτή η αλλαγή στη στάση του Μικρού είναι το πραγματικό «ανθρώπινο θαύμα» του βιβλίου, ίσως ακόμα πιο σημαντικό κι από την ίδια την πτήση της Φαπ;

Οι απαντήσεις AI μπορεί να περιλαμβάνουν λάθη. Μάθετε περισσότερα





Ακριβώς, γιατί η τελική πτήση του Τζέικ (η πτώση/εκτίναξη από τον φράχτη) είναι η στιγμή που η πίστη του συναντά την πραγματικότητα.

Για έναν άνθρωπο 99 ετών που πέρασε μια ζωή αναζητώντας το «ελιξίριο», αυτή η βίαιη αλλά λυτρωτική απογείωση είναι η δικαίωσή του. Δεν έχει σημασία αν η επιστήμη θα το ονόμαζε «ατύχημα»· στο σύμπαν του Ντοτζ, είναι η μεταστοιχείωση του γέρου σε πνεύμα.

Έτσι, το βιβλίο κλείνει με δύο ταυτόχρονα θαύματα:

Το υπερβατικό θαύμα: Ο Τζέικ και η Φαπ εγκαταλείπουν τη γη, ο καθένας με τον δικό του αλλόκοτο τρόπο, νικώντας τη φθορά.

Το γήινο θαύμα: Ο Μικρός μένει πίσω, αλλά όχι πια φυλακισμένος. Οι πόρτες στους φράχτες του είναι η απόδειξη ότι η μαγεία που έζησε τον έκανε πιο «ανοιχτό» άνθρωπο.

Είναι η απόλυτη ισορροπία: κάποιοι φεύγουν για το άπειρο και κάποιοι μένουν για να κάνουν τη γη πιο υποφερτή, γκρεμίζοντας τα τείχη που οι ίδιοι έχτισαν.

Θα θέλατε να αναζητήσουμε αν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη σκηνή ή φράση από το τέλος του βιβλίου που σας έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση;

Οι απαντήσεις AI μπορεί να περιλαμβάνουν λάθη. Μάθετε περισσότερα





στο τέλος του βιβλίου, η σκηνή που συμπυκνώνει όλη αυτή τη μαγεία είναι η στιγμή της απόλυτης ησυχίας που ακολουθεί τον θόρυβο και το χάος.

Όταν η Φαπ υψώνεται στον ουρανό και ο Τζέικ «εκτοξεύεται» με τον δικό του τρόπο, ο Μικρός μένει μόνος του μέσα στην άγρια ομορφιά του τοπίου. Η φράση που μένει χαραγμένη είναι η περιγραφή της πτήσης της Φαπ: δεν είναι μια απλή κίνηση πουλιού, αλλά μια «ιερή γεωμετρία» που διαγράφεται στον αέρα.

Αυτό που κάνει εντύπωση σε αυτή τη σκηνή είναι:

Η συμφιλίωση με το θάνατο: Ο Τζέικ δεν πεθαίνει «θλιβερά». Πεθαίνει μέσα στην ένταση, σαν να ολοκληρώνει ένα πείραμα που πέτυχε.

Η εικόνα του Μικρού: Ο γίγαντας που στέκεται ανάμεσα στα συντρίμμια του φράχτη και κοιτάζει τον ουρανό. Είναι η στιγμή που η μοναξιά του παύει να είναι υποτονική και γίνεται πλήρης.

Ο Ντοτζ κλείνει το βιβλίο με μια αίσθηση ότι ο κόσμος συνεχίζεται, αλλά τίποτα δεν είναι το ίδιο. Ο Μικρός, με το σφυρί στο χέρι, ετοιμάζεται να φτιάξει τις πόρτες, και αυτή είναι ίσως η πιο αισιόδοξη εικόνα της σύγχρονης λογοτεχνίας: η απόφαση ενός ανθρώπου να ανοιχτεί αφού έχει δει το θαύμα.

Θα θέλατε να σας βρω το ακριβές απόσπασμα της τελευταίας παραγράφου ή να δούμε πώς αυτή η «λοξή» ματιά του Τζιμ Ντοτζ επηρέασε άλλους συγγραφείς της beat γενιάς;

Οι απαντήσεις AI μπορεί να περιλαμβάνουν λάθη. Μάθετε περισσότερα






undefined

undefined

undefined

20 ιστότοποι

Οι επιδράσεις του Τζιμ Ντοτζ και η θέση του στη λογοτεχνία είναι ιδιαίτερες, καθώς λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στη Beat Generation και τον μεταμοντερνισμό, διατηρώντας πάντα μια βαθιά σύνδεση με τη φύση και το «περιθώριο».

Ας δούμε πού εντοπίζονται οι κυριότερες επιδράσεις του:

Thomas Pynchon: Ίσως η πιο διάσημη σύνδεση. Ο Pynchon, ένας από τους σπουδαιότερους Αμερικανούς συγγραφείς, λάτρεψε το έργο του Ντοτζ. Στην εισαγωγή του για το Stone Junction, το χαρακτήρισε ως ένα «έπος παρανόμων» για τη δική μας εποχή. Υπάρχει μια «συγγένεια» ανάμεσά τους στον τρόπο που αναμειγνύουν τη συνωμοσιολογία, τη μαγεία και την αντικουλτούρα.

Richard Brautigan: Ο Ντοτζ θεωρείται συχνά ο πνευματικός διάδοχος του Brautigan. Η λιτή, σχεδόν παιδική αλλά και βαθιά μελαγχολική γλώσσα του ΦΑΠ θυμίζει έντονα το Ψάρεμα Πέστροφας στην Αμερική. Και οι δύο χρησιμοποιούν το παραμύθι για να μιλήσουν για την απώλεια της αθωότητας.

Η Beat Generation: Αν και ο ίδιος ανήκει σε μεταγενέστερη γενιά, το έργο του διαπνέεται από την ελευθερία και τον αυθορμητισμό των Beats. Η αγάπη του για το δρόμο (road trip), η χρήση ουσιών ως μέσο διεύρυνσης της συνείδησης και η περιφρόνηση για την καθεστηκυία τάξη τον τοποθετούν στην ίδια «συνομοταξία» με τον Kerouac.

Βιοπεριφερειακή (Bioregional) Φιλοσοφία: Ο Ντοτζ επηρέασε σημαντικά το κίνημα του βιοπεριφερειακού τοπικισμού. Πιστεύει ότι η πνευματικότητα συνδέεται άμεσα με τον τόπο στον οποίο ζούμε. Η επιλογή του να ζει σε απομονωμένα ράντσα και να γράφει για συγκεκριμένα τοπία της Καλιφόρνιας έχει επηρεάσει μια ολόκληρη γενιά οικολογικά σκεπτόμενων συγγραφέων.

Underground Cult Classic: Το ΦΑΠ ξεκίνησε από έναν μικρό εκδοτικό οίκο και έγινε επιτυχία στόμα με στόμα (word of mouth). Αυτό το μοντέλο του «χειροποίητου» βιβλίου ενέπνευσε πολλούς ανεξάρτητους δημιουργούς να επιμείνουν στο δικό τους, αλλόκοτο όραμα. 

Reddit

Reddit

 +19

Στην ουσία, ο Ντοτζ μας έμαθε ότι μπορείς να είσαι ταυτόχρονα ταοϊστής, παγανιστής, τζογαδόρος και ποιητής. 

Wikipedia

Wikipedia

 +1

Πιστεύετε ότι αυτό το «χειροποίητο» και ανεξάρτητο ύφος του είναι που κάνει το βιβλίο να αντέχει στον χρόνο, παρά τη μικρή του έκταση;

Οι απαντήσεις AI μπορεί να περιλαμβάνουν λάθη. Μάθετε περισσότερα





Jim Dodge - Wikipedia


Wikipedia

Dodge’s letterpress ‘Always Something’ - Mad River Union


Mad River Union


Pynchon's introduction to Jim Dodge's 'Stone Junction' (1997) - Reddit


Reddit

Εμφάνιση όλων

Η απάντηση της Λειτουργίας AI είναι έτοιμη

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Κωνσταντία Σωτηρίου, BRANDY SOUL, Εκδόσεις Πατάκη



Γράφει η Αγάθη Γεωργιάδου

«Sour» στα αγγλικά σημαίνει «ξινό». Το νέο μυθιστόρημα της Κωνσταντίας Σωτηρίου με τίτλο Brandy Sour, ωστόσο, δεν είναι ούτε ξινό ούτε στυφό αλλά γλυκόπικρο, όπως η ιστορία της Κύπρου. Είναι ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα που αποτελείται από είκοσι δύο ιστορίες με είκοσι δύο διαφορετικούς αφηγητές και είκοσι δύο συνταγές ποτών, αφεψημάτων και άλλων υγρών (τσάι λεβάντα, κουμανταρία, αφρόζα, τσάι γιασεμί, ζιβανία, αϊράνι, τσάι τριαντάφυλλο, σουμάδα, λικέρ κιτρομηλάκι, δυόσμος κ.ά.). Στον τίτλο δεσπόζει το πιο χαρακτηριστικό ποτό, το Brandy Sour, το γνωστό κυπριακό κοκτέιλ που παρασκευάζεται με κονιάκ, αγκοστούρα και μπόλικο λεμόνι. Ένα ποτό που οφείλεται στον βασιλιά της Αιγύπτου Φαρούκ και το οποίο ετοίμασε για χάρη του τη δεκαετία του 1940 ο μπάρμαν του κοσμοπολίτικου ξενοδοχείου Φόρεστ Παρκ στις Πλάτρες, όταν ο βασιλιάς τού ζήτησε να του φτιάξει κάτι να πιει «που να μη δείχνει πως έχει αλκοόλ […] αντάξιο βασιλιάδων που θέλουν να ξεγελάσουν τον κόσμο» (σ. 15, 17).

Το θέμα του βιβλίου, βέβαια, δεν έχει ακριβώς σχέση με το μπράντι σάουαρ, που χρησιμοποιείται συμβολικά στον τίτλο, ούτε με τον Φαρούκ και το Φόρεστ Παρκ, αλλά με ένα άλλο θρυλικό ξενοδοχείο, το περίφημο Λήδρα Πάλας (το «Μεγάλο ξενοδοχείο» στο βιβλίο), που βρίσκεται στην οδό Λήδρας στη Λευκωσία, κοντά στην Πράσινη Γραμμή, και το οποίο αποτέλεσε στην εποχή του λαμπρό δείγμα της μοντερνιστικής αρχιτεκτονικής. Το περίφημο αυτό ξενοδοχείο χρηματοδοτήθηκε στο μεγαλύτερο μέρος του από τον επιχειρηματία Δημήτριο Ζερπίνη από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και εγκαινιάστηκε στις 8 Οκτωβρίου 1949. Διέθετε 93 δωμάτια, 150 κλίνες, αίθουσες για δεξιώσεις, χώρους για διάβασμα, μπαρ, αίθουσα χορού, κ.ά., και, όπως φαίνεται και στο βιβλίο, φιλοξένησε σπουδαίες προσωπικότητες και διάσημους αστέρες του κινηματογράφου και της μουσικής, σπουδαίες εκθέσεις και πολλές μεγάλες εκδηλώσεις. Ήταν ακόμα διάσημο και για τον μπάρμαν του, που σέρβιρε Brandy Sour.

Το Λήδρα Πάλας είναι ο πρωταγωνιστής του βιβλίου, η ψυχή του. Ενώνει τα νήματα ανάμεσα στις μικροϊστορίες των είκοσι δύο αφηγητών του, αφού όλοι συνδέονται με κάποιον τρόπο και σε κάποιον χρόνο με είκοσι δύο «δωμάτια» του ξενοδοχείου. Καθεμιά από τις είκοσι δύο αφηγήσεις (του βασιλιά, ενός Εβραίου, μιας καμαριέρας, μιας δεσποινίδος, ενός αντάρτη, του ποιητή και του Αρχιεπισκόπου, ενός Τούρκου, ενός ζωγράφου, ενός θυρωρού, ενός κομπάρσου, ενός φωτογράφου, του μετρ, μιας μητέρας, μιας αρραβωνιαστικιάς, του δημάρχου, μιας καθαρίστριας, μιας κόρης, ενός χτίστη, των Οηέδων και ενός γρύπα) ξεδιπλώνει παράλληλα και ένα μέρος από την πικρή ιστορία της Κύπρου, αφού, όπως υποδεικνύει και η συγγραφέας στην προμετωπίδα του βιβλίου, «το τραύμα έχει πάντα μια πατρίδα, ένα χωριό, μια χώρα, ένα σπίτι» (Λίμπυ Τατά Αρσέλ, Με τον διωγμό στην ψυχή, Κέδρος, 2014).

Η ευρηματική της αφήγηση, δοσμένη με τον μοναδικό λογοτεχνικό της τρόπο του «κολάζ μικροϊστοριών», προκαλεί με αθόρυβο κι ανάλαφρο τρόπο στην ψυχή του αναγνώστη βαθιά λύπη.

Στις λαμπρές του μέρες το Λήδρα Πάλας αποτέλεσε σύμβολο του λάιφ στάιλ της εποχής φιλοξενώντας πολλούς ξένους, διπλωμάτες, πριγκίπισσες, κυβερνήτες, ζωγράφους, ποιητές, μουσικούς, ηθοποιούς κτλ. Υπήρξε μάρτυρας της εξέγερσης των Κυπρίων στον Απελευθερωτικό Αγώνα του 1955-59 κατά της βρετανικής κυριαρχίας, στη συνέχεια πέρασε στα χέρια της Αρχιεπισκοπής, «βίωσε» οδυνηρά την τουρκική εισβολή το ’74, φιλοξένησε τις συνομιλίες για το Κυπριακό ανάμεσα στον Κληρίδη και τον Ντενκτάς και έπειτα στέγασε την ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ. Σήμερα αποτελεί οδόφραγμα μεταξύ των δύο κοινοτήτων, έχοντας σχεδόν καταρρεύσει, ένα τραγικό σύμβολο της διαιρεμένης Λευκωσίας και του μοιρασμένου στα δύο νησιού.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η ίδια πικρή ιστορία της Κύπρου, από τον Αγώνα του 1955-59 κατά των Άγγλων ως τα τραγικά γεγονότα της εισβολής του ’74, έχουν ήδη μεταπλαστεί –και συνεχώς μεταπλάθονται– σε σπουδαία λογοτεχνία από σημαντικούς συγγραφείς του κυπριακού και του ευρύτερου ελλαδικού χώρου. Άλλωστε και η ίδια η συγγραφέας του Brandy Sour ασχολήθηκε με τη δραματική ιστορία του τόπου και στα προηγούμενα βιβλία της, στο βραβευμένο μυθιστόρημά της Η Αϊσέ πάει διακοπές (Εκδ. Πατάκη, 2015), έπειτα στο μυθιστόρημα Φωνές από χώμα (Εκδ. Πατάκη, 2017) και στο επίσης βραβευμένο διήγημα/νουβέλα Πικρία χώρα (Εκδ. Πατάκη, 2019). Η διαφορά από λογοτέχνη σε λογοτέχνη και από βιβλίο σε βιβλίο είναι ο τρόπος με τον οποίο το βίωμα μετατρέπεται σε λογοτεχνική αφήγηση. Τόσο η τριλογία που προηγήθηκε όσο και αυτό το βιβλίο της Σωτηρίου έχουν την πρωτοτυπία να υφαίνουν την ιστορική μνήμη μέσα από μεμονωμένες αφηγήσεις γνωστών και άγνωστων προσώπων και να αισθητοποιούν με ποικίλες μυρωδιές και γεύσεις πικρούς συνειρμούς και γλυκόπικρα συναισθήματα. Η ευρηματική της αφήγηση, δοσμένη με τον μοναδικό λογοτεχνικό της τρόπο του «κολάζ μικροϊστοριών», προκαλεί με αθόρυβο κι ανάλαφρο τρόπο στην ψυχή του αναγνώστη βαθιά λύπη όχι πια για την παρακμή του «Μεγάλου ξενοδοχείου», αυτού του πικρού συμβόλου μιας εποχής που πέρασε ανεπιστρεπτί, αλλά για το ενδεχόμενο της κατάρρευσης και των ελπίδων ενός λαού, που ακόμα αναζητά «αγίασμα» για να επουλώσει τις πληγές του.

Πώς, όμως, πετυχαίνει η συγγραφέας να κρατήσει το νήμα της αφήγησης συνδέοντας ένα ξενοδοχείο με τα ποτά και την ιστορία του τόπου; Πέρα από την άμεση ή έμμεση σχέση των σύντομων ιστοριών με το ξενοδοχείο, όλες καταλήγουν σε μια συνταγή που συμπυκνώνει την ουσία της αφήγησης που προηγήθηκε και η οποία συνθέτει τον μύθο με την ιστορία. Μέσα από χαρακτηριστικές κυπριακές γεύσεις, που ανακαλούν στην πλειονότητά τους την αυθεντική κουλτούρα της Κύπρου, ξινές (Brandy Sour, αϊράνι, λεμονάδα), γλυκές (κουμανταρία, σουμάδα, λικέρ κιτρομηλάκι), μυρωδάτες (τσάι γιασεμί, τριαντάφυλλο, ζαμπούκος, ροδόσταγμα, δυόσμος), δύσοσμες (κατούρημα), κοινές (μπίρα, καφές, νερό), αλμυρές (δάκρυα) κ.ά., η συγγραφέας τοποθετεί 22 φορές το δάχτυλο στον τύπο των ήλων, προβάλλοντας έτσι με τον δικό της καινοτόμο τρόπο το ανεπούλωτο τραύμα:

Ζιβανία

Σε μικρό ποτηράκι.
Παγωμένη.
Μπορείς να τη χρησιμοποιήσεις για εντριβές ή 
για να κρατήσεις μέσα της μια μεγάλη καρδιά 
προδομένη.
 (σ. 47)

Και αλλού:

Δυόσμος

Φρέσκος με μπόλικη ζάχαρη και ζεστό νερό
ανακουφίζει τα έντερα.
Ξερός τριμμένος κάνει αφράτα 
τα κεφτεδάκια. 
Φρέσκος, κομμένος το πρωί από το παρτέρι και 
σπασμένος στα δάχτυλα σε γιομίζει κουράγιο. 
Σε κάνει να μυρίζεις όμορφα και να βρεις 
κουράγιο να ενώσεις την πόλη σου.
 (σ. 99)

con sotiriou23Στο νέο της μυθιστόρημα η Κωνσταντία Σωτηρίου, με φρέσκο και δροσερό ύφος σαν τα ποτά της, πλέκει και πάλι τον καμβά της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας, αφήνοντας στον αναγνώστη στο τέλος του βιβλίου ένα πικρό συναίσθημα, το οποίο κανένα αφέψημα, βότανο ή «ιερό νερό» δεν μπορεί να γλυκάνει, εκτός, ίσως, από την καλή λογοτεχνία με τα μοναδικά της φάρμακα.


Γράφει ο Δημήτρης Χριστόπουλος

  • Στις 8 Οκτωβρίου 1949, τέσσερις ιερείς της Φανερωμένης Εκκλησίας κάνουν τον αγιασμό στο ξενοδοχείο Λήδρα Πάλας της Λευκωσίας, που το μεγαλύτερο μέρος της κατασκευής του χρηματοδοτήθηκε από τον Δημήτριο Ζερπίνη, επιχειρηματία από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Με 93 δωμάτια, 150 κλίνες, χώρους για διάβασμα, κυπριακό και αμερικανικό μπαρ, αίθουσα χορού, και αίθουσες για δεξιώσεις και συγκεντρώσεις, το Λήδρα Πάλας, ξεκίνησε να κατακτά τις καρδιές των Κυπρίων και όχι μόνο. Θα γίνει διάσημο για τον μπάρμπαν του Στέλιο Σουρμελή που σερβίρει το γευστικότατο Brandy Sour.
  • Τον Απρίλιο του 1963 πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια του Χίλτον Αθηνών.
  • Τον Μάρτιο του 1967 ο Μισέλ Φουκώ έδωσε μια διάλεξη με τίτλο «Περί αλλοτινών χώρων», ως καλεσμένος από μια λέσχη αρχιτεκτονικών μελετών.
  • Το 1977 κυκλοφόρησε το διάσημο τραγούδι των Eagles “Hotel California”.

Και τον Νοέμβριο του 2022 η Κωνσταντία Σωτηρίου εκδίδει το τέταρτο βιβλίο της με τίτλο ένα κυπριακό κοκτέιλ, το Brandy Sour, ένα μυθιστόρημα επιστροφής και μνήμης, καθώς ο τόπος ενεργοποιεί τη μνήμη και το τραύμα με τρόπο αναστοχαστικό και ψύχραιμο, και με διάθεση μιας συνεχούς και ανοιχτής διερώτησης για το πώς και το γιατί. Αν σκεφτείτε ποια σχέση έχουν όλα αυτά μεταξύ τους, δύσκολα εκ πρώτης όψεως θα δώσετε κάποια λογική ή έστω λογικοφανή εξήγηση.

Ας πιάσουμε το νήμα από το τέλος, μήπως βγάλουμε κάποια άκρη. Το Brandy Sour είναι ένα μυθιστόρημα 22 μικρών κεφαλαίων, με πρωταγωνιστές 22 πρόσωπα τα οποία με τον έναν ή τον άλλο τρόπο εμπλέκονται με τον βίο και την πολιτεία του περίφημου κυπριακού ξενοδοχείου Λήδρα Πάλας, ένα ξενοδοχείο που χτίστηκε το 1949 στο κέντρο της Λευκωσίας με την υπογραφή ενός εβραίου αρχιτέκτονα και υπήρξε η επιτομή της πολυτέλειας και του μοντερνισμού.

Στο ξενοδοχείο συνυπήρχε η μπουρζουαζία της εποχής – πλούσιοι Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, Εγγλέζοι αποικιοκράτες, φαντασμένοι ιεράρχες και υψηλόβαθμοι κληρικοί κ.ά. Στα χρόνια που λειτούργησε φιλοξένησε σπουδαίες προσωπικότητες και σημαντικά γεγονότα, από τον Γιούρι Γκαγκάριν και την πριγκίπισσα Μαργαρίτα, μέχρι την Αλίκη Βουγιουκλάκη.

Εκεί έγινε το δείπνο για την ανακήρυξη της Κυριακής Δημοκρατίας. Το 1974 στον χώρο αυτό διεξήχθη μια από τις φονικότερες μάχες (σκοτώθηκαν οι πρώτοι εθνοφρουροί), ενώ στη συνέχεια στέγασε την ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ. Αργότερα, εκεί έγιναν οι συνομιλίες για το Κυπριακό. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται υπό κατάρρευση.

Την ίδια στιγμή αποτέλεσε το κέντρο των πολιτικών εξελίξεων. Εκεί έγινε το δείπνο για την ανακήρυξη της Κυριακής Δημοκρατίας. Το 1974 στον χώρο αυτό διεξήχθη μια από τις φονικότερες μάχες (σκοτώθηκαν οι πρώτοι εθνοφρουροί), ενώ στη συνέχεια στέγασε την ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ. Αργότερα, εκεί έγιναν οι συνομιλίες για το Κυπριακό. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται υπό κατάρρευση.

Βασικός πρωταγωνιστής στην επιτυχία των Eagles είναι ένα πολυτελές ξενοδοχείο, το “Beverly Hills Hotel” στο Μαλιμπού, που ενέπνευσε τους δημιουργούς του να γράψουν ένα μεξικάνικο ρέγκε, που έμελλε να τυλιχτεί στη συνέχεια σε μια αχλή μυστηρίου λόγω των ψυχεδελικών αναφορών του αλλά και να πουλήσει εκατομμύρια δίσκους. Στο τραγούδι αυτό ένας κουρασμένος ταξιδιώτης σταματά για να αναπαυθεί σε ένα ξενοδοχείο που βρισκόταν στη μέση του πουθενά. Εκεί θα διαπίστωνε ότι, με το που περνούσε το κατώφλι της εισόδου, θα έμπαινε σε έναν άλλον μυστηριώδη κόσμο, κάπως σαν τη ζώνη του λυκόφωτος.

Το εν Αθήναις Χίλτον, που πέρασε από πολλά χέρια ιδιοκτητών, αυτή τη στιγμή δεν λειτουργεί, καθώς βρίσκεται υπό ριζική ανακατασκευή, για να δώσει τη θέση του για να δώσει τη θέση του στο Conrad, με 280 δωμάτια και σουίτες, αλλά και περίπου 50 ιδιωτικές κατοικίες. Στα πρώτα χρόνια λειτουργίας του, φιλοξένησε αρκετές δημοφιλείς προσωπικότητες, όπως αρχηγούς κρατών, καλλιτέχνες και επιστήμονες διεθνούς κύρους. Αποτελούσε πάντα ένα σημείο αναφοράς του διεθνούς τζετ σετ, άλλα και των ίδιων των Αθηναίων. Όπως και το Λήδρα Πάλας, έτσι και το Χίλτον φιλοδόξησε να αποτελέσει ένα αρχιτεκτονικό δείγμα μοντερνισμού.

Ο Γάλλος φιλόσοφος Μισέλ Φουκώ το 1967 γράφει στην Τυνησία ένα δοκίμιο με τίτλο Περί αλλοτινών χώρων, το οποίο διαβάστηκε στη λέσχη αρχιτεκτονικών μελετών, στις 14 Μαρτίου του 1967. Σε αυτή τη διάλεξη, ο Φουκώ επέλεξε να επικεντρωθεί σε ό,τι ονομάζει «χώρους του άλλου». Σε αντίθεση με τις ουτοπίες που είναι εξω-πραγματικές, οι ετεροτοπίες εντοπίζονται στον πραγματικό κόσμο. Έκτοτε, με τον όρο ετεροτοπία ορίζονται διακριτοί κοινωνικοί χώροι, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερες λειτουργίες και πρακτικές. Για τον Γάλλο φιλόσοφο το ξενοδοχείο (του γαμήλιου ταξιδιού) αποτελεί τον μη-τόπο, μιαν απροσδιόριστη γεωγραφικά ετεροτοπία, αποκομμένη από το τοπικό κοινωνικό γίγνεσθαι, από τη στιγμή που υπέρτατος στόχος τίθεται η δημιουργία μιας εξωτικής ατμόσφαιρας ανεξαρτήτως γεωγραφικών συντεταγμένων, ένα φαντασιακό στραμμένο σε τεχνητές τοποθεσίες, ένα κοσμοπολίτικο φαντασιακό χωρίς πραγματική κοινωνική ή πολιτιστική ρίζα, το οποίο προσφέρει μια ιδανική εμπειρία μακριά από το αστικό περιβάλλον, ένα “glocal” (σύμφυρση του παγκόσμιου με το τοπικό), σε τελική ανάλυση.

ledra 2

22 Ιουλίου 1974: Ελληνοκύπριοι στρατιώτες μέσα στο ξενοδοχείο Λήδρα Πάλας κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο. Το ξενοδοχείο Λήδρα Πάλας έγινε το κέντρο των μαχών με τους Ελληνοκύπριους στρατιώτες να κρατούν μέσα στο ξενοδοχείο κατοίκους και δημοσιογράφους.

Το Λήδρα Πάλας συνιστά από μόνο του έναν «μη-τόπο» με την έννοια ότι, ενώ ως χώρος είναι βιωματικά φορτισμένος και πολιτισμικά συνυφασμένος με συγκεκριμένες χρήσεις, μετατρέπεται σταδιακά σε πεδίο επιτέλεσης πολιτισμικών φαινομένων που προέρχονται από άλλους τόπους, βιωματικά και πολιτισμικά αλλότριους με την Κύπρο (Άγγλοι αποικιοκράτες και κυβερνήτες, ξενώνας φιλοξενίας της δύναμης του ΟΗΕ, στη συνέχεια). Σύμφωνα με τον Φουκώ, οι ετεροτοπίες έχουν διαφορετική κοινωνική λειτουργία στην ιστορική διαχρονία. Έτσι, βλέπουμε και το αρχιτεκτονικό κόσμημα της Λευκωσίας να αλλάζει χρήσεις με το πέρασμα του χρόνου, μέχρι που ουσιαστικά «πεθαίνει». Το πολυτελές ξενοδοχείο (σύμβολο τρυφηλότητας) με τις υπέρλαμπρες αίθουσες και την πισίνα παραπέμπει σε ένα σκηνοθετημένο εξωτισμό αλλά και στη φαντασιακή αναπαράσταση μιας άλλης ζωής. Πρόκειται για μια αναίρεση της πραγματικής πολυπολιτισμικής Λευκωσίας μέσω της διαφυγής σε έναν «επίγειο παράδεισο». Η πισίνα/κολύμπα (βλ. εξώφυλλο του βιβλίου) είναι ένας μικρόκοσμος που λειτουργεί ως ανεστραμμένος καθρέφτης της αστικής κοινωνίας, καθώς εκεί όλα επιτρέπονται, ακόμη και ο καταδικαστέος στο αστικό περιβάλλον γυμνισμός.

Το Λήδρα Πάλας λειτούργησε, σύμφωνα με τον Φουκώ, ως χώρος ψευδαισθήσεων: «Όλα τα ποτά του κόσμου είναι εδώ, λάβετε πίετε στο Μεγάλο Ξενοδοχείο, στην υποσχετική, στην αρχή του νέου κόσμου του. Λάβετε, πίετε. Αυτό το κτίριο είναι πλασμένο να ζει και να λάμπει για πάντα». (σ. 136) Και λίγο πιο πάνω: «Η ναυαρχίδα ενός καλύτερου κόσμου».

Στο μυθιστόρημα της Σωτηρίου πρωταγωνιστής είναι λοιπόν το Μεγάλο Ξενοδοχείο, ένα συνεκδοχικό σκηνικό της ίδιας της Κύπρου και γιατί όχι της Μεταπολεμικής Ελλάδας. Ένα σύμβολο τού πολλά υποσχόμενου κοσμοπολίτικου πειράματος, μια μικρογραφία του κυπριακού λαού που μπορεί να συνυπάρχει με τον «άλλο», μα στο τέλος αποτυγχάνει, χωρίζεται, εχθρεύεται, καταρρέει αλλά και προσπαθεί να ανασυγκροτηθεί, έστω υπογείως, με ένα καινούργιο αποχετευτικό σύστημα, αναζητώντας απεγνωσμένα την κυπριακότητά του. Γι’ αυτό και στις 22 ιστορίες του βιβλίου είναι διάχυτη μια ροπή προς τη ρευστότητα και τη συναισθηματική αβεβαιότητα, όπως στο αντίστοιχο τραγούδι των Eagles. Το Λήδρα Πάλας άλλωστε έχει για φύλακες τούς μυθικούς γρύπες, «τέρατα σπουδαία και μυθικά που τρέφονται με μυστικά, ελπίδες και δάκρυα». (σ. 135)

Στο μυθιστόρημα της Σωτηρίου πρωταγωνιστής είναι λοιπόν το Μεγάλο Ξενοδοχείο, ένα συνεκδοχικό σκηνικό της ίδιας της Κύπρου και γιατί όχι της Μεταπολεμικής Ελλάδας. Ένα σύμβολο τού πολλά υποσχόμενου κοσμοπολίτικου πειράματος, μια μικρογραφία του κυπριακού λαού που μπορεί να συνυπάρχει με τον «άλλο», μα στο τέλος αποτυγχάνει, χωρίζεται, εχθρεύεται, καταρρέει...

Στο τέλος, το Λήδρα Πάλας αποκτά ξεκάθαρα ανθρώπινη φύση μέσω της φωνής του Τουρκοκύπριου Χασάν (ίσως η πιο δυνατή ιστορία του βιβλίου) που γεμίζει το στόμα του με άφθες λόγω άγχους, όταν ο υπό κατάρρευση χώρος υποστασιοποιούμενος τού μιλά: «Ο Χασάν ο αγχωμένος δεν ξέρει, δεν μπορεί να καταλάβει ο χτίστης τι θέλει να του πει το μεγάλο σπίτι κι αυτό τον αγχώνει. Τον αγχώνει πολύ. Αυτό που νιώθει είναι πόνος. Δοκιμάζει και πάει ξανά και ξανά, αγγίζει τους τοίχους, κυλιέται στο πάτωμα, σκαρφαλώνει στα παράθυρα. Το κτίριο δεν απαντά». (σ. 123)

Οι τρύπες στους τοίχους γίνονται οι τρύπες από τις άφθες στο στόμα του Χασάν που το κάνουν να αιμορραγεί – κι έτσι το τραύμα, αυτός ο σωματικός και ψυχικός ακρωτηριασμός, σωματοποιείται κυριολεκτικά, με έναν έξοχο τρόπο: «Μια μέρα πηγαίνει στο μπακάλικο και αγοράζει δεκάδες μπουκάλια με έψημα για τα χείλη του, που στάζουν πλέον συνέχεια αίμα. Ένα πρωί περνά το οδόφραγμα, μπαίνει κρυφά στο ξενοδοχείο και ρίχνει στους τρυπημένους τοίχους γαλόνια έψημα. Όταν τον συλλαμβάνουν οι Οηέδες και τον παραδίδουν στους δικούς του, ψιθυρίζει πως μόνο το έψημα μπορεί να βοηθήσει στις τρύπες, μόνο αυτό μπορεί να διώξει τον πόνο». (σ. 124)

sotiriou konstantia

β   Η Κωνσταντία Σωτηρίου γεννήθηκε το 1975 στη Λευκωσία. Είναι απόφοιτος του Τµήµατος Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστηµίου Κύπρου και κάτοχος µεταπτυχιακού στην Ιστορία της Μέσης Ανατολής από το Πανεπιστήµιο του Μάντσεστερ. Εργάζεται ως λειτουργός Τύπου στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δηµοκρατίας. Έχει γράψει τέσσερα μυθιστορήματα. Έχει συµµετάσχει σε ανθολογίες διηγηµάτων και έχει δηµοσιεύσει διηγήµατα και κριτικές βιβλίων σε λογοτεχνικά περιοδικά στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Επίσης, έχει συµµετάσχει σε δύο ανθολογίες στο εξωτερικό: στα αγγλικά, στην ανθολογία All Walls collapse. Stories of separation, Comma Press, 2022 και στα ιταλικά, στο ανθολόγιο για το µικροδιήγηµα στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία Il micro-racconto nella contemporanea letterature greca, Fermenti, 2022. Διηγήµατά της έχουν µεταφραστεί στα αγγλικά, στα ιταλικά, στα δανέζικα, στα τουρκικά, στα ιαπωνικά, στα σερβικά, στα ουκρανικά και σε άλλες γλώσσες. Είναι ιδρυτικό µέλος της λογοτεχνικής οµάδας «Διαβάσεις» που στόχο έχει την προώθηση της κυπριακής λογοτεχνίας στην Κύπρο και στο εξωτερικό.

Είναι αλήθεια, τα τελευταία χρόνια η λογοτεχνία (κυπριακή ή ελλαδική αδιάφορο για μένα) με κυπριακή θεματογραφία έχει πολλαπλασιαστεί, δίνοντας έξοχα δείγματα αποτύπωσης του κυπριακού τραύματος (συμπεριληπτική η χρήση του όρου). Ενδεικτικά, πρόσφατα κυκλοφόρησαν τα βιβλία του Βασίλη Γκουρογιάννη Κόκκινο στην πράσινη γραμμή (α’ έκδοση Μεταίχμιο, 2009· επανακυκλοφόρησε το 2021 από το Μεταίχμιο), του Κώστα Λυμπουρή Αθαλάσσα (Το Ροδακιό, 2021) και Λουίζας Παπαλοΐζου Το βουνί (Το Ροδακιό, 2020), Τι είναι ένας κάμπος (Πόλις, 2021) της Νάσιας Διονυσίου, πεζογραφικά έργα τα οποία επαληθεύουν κατά κάποιο τρόπο αυτό που έχει πει ο Δημήτρης Τζιόβας για το Πουκάμισο του Κένταυρου (1971) του Χριστόφορου Μηλιώνη: «Το βάρος του παρελθόντος και οι μνήμες του είναι σαν το πουκάμισο του Κένταυρου, που οι νέοι του διηγήματος δεν μπορούν να βγάλουν από πάνω τους» – που οι συγγραφείς, θα λέγαμε εμείς, δεν μπορούν να βγάλουν από πάνω τους, από τη στιγμή που αυτή συγκροτεί τις ταυτότητες.

Η Σωτηρίου, με υλικά απλά αλλά αφηγηματικά και γλωσσικά στέρεα και ανθεκτικά, γράφει ένα πολιτικό μυθιστόρημα, διαλεγόμενη «από τα κάτω» (όπως και στα τρία προηγούμενα βιβλία της) με την πρόσφατη ιστορία της ιδιαίτερης πατρίδας της.

Στην εμπεριστατωμένη μελέτη της με τίτλο Λογοτεχνία και τραύμα – Το 1974 στην κυπριακή και ελλαδική λογοτεχνία (Επίκεντρο, 2021), η Βασιλική Σελιώτη επισημαίνει: «Μνήμη και ταυτότητα είναι έννοιες αλληλένδετες, και μια συλλογική ταυτότητα διαμορφώνεται μέσα από τη μνήμη (και αφήγηση) της κοινής ιστορίας, του κοινού παρελθόντος. […] Η κοινή τραυματική μνήμη ενισχύει την αίσθηση της κοινότητας, τον κοινωνικό δεσμό, και ταυτόχρονα ορίζει και οριοθετεί και τις ετερότητες: όλους τους άλλους (όχι μόνο τους θύτες) που δεν υπήρξαν θύματα του εν λόγω τραύματος». (σ. 49 και 50)

patakis sotiriou brandy sourΚαταληκτικά: η Σωτηρίου, με υλικά απλά αλλά αφηγηματικά και γλωσσικά στέρεα και ανθεκτικά, γράφει ένα πολιτικό μυθιστόρημα, διαλεγόμενη «από τα κάτω» (όπως και στα τρία προηγούμενα βιβλία της) με την πρόσφατη ιστορία της ιδιαίτερης πατρίδας της. Γίνεται η ξεναγός του αναγνώστη στο εγκαταλελειμμένο αλλά κατάφορτο από μνήμες ερείπιο της Λευκωσίας, λίγο πιο πέρα από την απαστράπτουσα αλλά αρχιτεκτονικά άχρωμη και μεταμοντέρνα Πλατεία Ελευθερίας (που ύστερα από χρόνια ολοκληρώθηκε).

Αυτό που κάνει ξεχωριστή τη γραφή της δεν είναι τόσο η εκλεπτυσμένη στο εργαστήρι της γλώσσα και οι αφηγηματικές τεχνικές της όσο η σχέση της με το παρελθόν· δεν ρεμβάζει, δεν αναπολεί, δεν νοσταλγεί, δεν κουνάει το δάχτυλο (τα συνήθη ολισθήματα της γραφής). Ρίχνει στο μπουκάλι τον Χρόνο, τον αφήνει να λιαστεί όσο χρειαστεί κι ύστερα τον ανασυγκροτεί σαν έψημα, για να επουλώσει –αφηγούμενη– τις χαίνουσες πληγές ενός παρατεταμένου τραύματος, άρα σύγχρονου, που διαρκώς αιμορραγεί (κυρίως μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων που θα επαναβεβαιώσει τη διαχωριστική γραμμή), κι έτσι να αφυπνίσει τη συλλογική μνήμη που πάντα βασανίζει με τη διαχρονική διάσταση τού σε εξέλιξη δράματος. Στήνει το αυτί της ν’ ακούσει την ίδια τη γη, τους κραδασμούς και τ’ αγκομαχητά της. Το ψυχορράγημά της το ίδιο. Τους νεκρούς, που δεν θέλουν να ξεχάσουν, με λέξεις-ποτά να ξεδιψάσει.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑ ΣΩΤΗΡΙΟΥ Η ΚΕΦΑΛΗ ΤΟΥ ΤΣΑΤΣΓΟΥΕΡΘ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ

Το βιβλίο της Κωνσταντίας Σωτηρίου «Η κεφαλή του Τσατσγουερθ» δεν θα πω απλώς με ξάφνιασε ευχάριστα, θα ομολογήσω ότι μου άρεσε πολύ. Ιδιαίτερα η προφορικότητα του λόγου, το κυπριακό ιδίωμα με λέξεις μελωδικές, παράξενες, εκείνες οι ωραίες αρχαιοελληνικές ρηματικές καταλήξεις, ο συνδυασμός της πρωτοπρόσωπης με την τριτοπρόσωπη αφήγηση που εισάγει μιαν ευρύτερη οπτική. Εκείνο το εισαγωγικό κεφάλαιο-ποίημα της Γένεσεως!
Τα οκτώ από τα Εννέα κεφάλαια του βιβλίου ονομάζονται από τα μεταλλικά στοιχεία: σιδηροπυρίτης, χαλκός, χρυσάφι, σίδηρος, ασήμι, αμίαντος, κασσίτερος, ψευδάργυρος και τι ένατο «αγιώματα». Ενδιάμεσα όμως με πλάγια γραφή έχουμε έξι ακόμα κεφάλαια που φέρουν τους τίτλους: γένεσις, τα τέσσερα γένη του ανθρώπου, η κεφαλή του Τσάτσγουερθ, τα πήλινα πλοία του Αγαμέμνονα, Μηναλλάγια, κοστέσσερα πεθερά και ο χαμός τους κορούς.
Χαρακτηριστικά αποσπάσματα
«και είπεν ο Θεό να εξέλθουν από τα ύδατα τα ερπετά να περπατήσουν, και τα πετεινά κατά το στερέωμα του ουρανού να πετάξουν και γέμισαν η θάλασσα ψάρια και Αμματάδες και Βελονίδες και 
Βόππες και Καραγκίδες που εκολύμπησαν, και γέμισαν ο ουρανός στην νήσου πετούμενα και εγέμισεν με Σκαλιφούρτα και Τρυπομάζην και Κίσσες και Πεμπέτσους και Δεντροβάτες και Φραγκολίνες και Κοστέσσερα Πεθερά, και κατοίκησαν αυτά τις θάλασσες και κατοίκησαν τον ουρανό της νήσου και τα ευλόγησε αυτά ο Θεός να αυξάνονται και να πληθύνονται, να πλημμυρίσουν την θάλασσα και τους ουρανούς, να γεμίσει ο τόπος ο ξερός κοχύλια και ζωντανά, και έγινε δείλις και έγινε πρωί και ετελείωσε και η μέρα η πέμπτη».

«Εσένα ο Νικολής σου, και έμειναν στο σπίτι οι κόρες, έφυγε ο Σαββάκης μου και πήγε στην άλλη μάνα να τον μεγαλώσει και δεν ερχόταν στην ποδιά μου για χαϊδέματα, εσένα ο Νικολής σου, ύπνο δεν χόρτασα, τα παιδιά μου δεν χόρτασα, την ζωή μου δεν χόρτασα, ήρθε και έγινε ο κόσμος και γέρασα και ακόμα τίποτε δεν χόρτασα».
«Έτσι μας έλεγαν η γιαγιά, που εμαράζωνε πολλά με την ιστορία του Κινύρα και που, μετά που εγίνηκεν όλο αυτό το κακόν, επήρεια απόφαση κι άφησε και τον ναό και να είναι ιέρεια και εγκατέλειψε τον θεό και εκατέβηκε σε ένα χωριό και εβρήκεν και παντρεύτηκε τον παππού, και έγιναν μάνα και έκανεν παιδιά και επαράτησεν και τον Απόλλωνα και το ιερό και την Αφροδίτη, διότι έλεγεν, δεν είναι να του έχεις εμπιστοσύνη. Ό,τι και να κάμει του Θεού θα σε βρει, αν το θέλει η μοίρα, το κακόν. Και το μόνο που μένει εις τον άνθρωπο είναι να έχει καλά ύστερινά, να έχει τέλος καλό και να πεθανίσκει γέρος και μακάριος κι ευτυχισμένος».

Η κεφαλή του Τσάτσγουερθ» της Κωνσταντίας Σωτηρίου (κριτική) – Μυθιστόρημα με στοιχεία ιστορικής και λαογραφικής έρευνας
i kefali tou tsatsgouerth kentriki 1

Για το μυθιστόρημα της Κωνσταντίας Σωτηρίου «Η κεφαλή του Τσάτσγουερθ» (εκδ. Πατάκη).

Γράφει ο Μάνος Κοντολέων

Κύπρια πεζογράφος της νέας γενιάς, η Κωνσταντία Σωτηρίου έχει ήδη κατακτήσει μια θέση ιδιαιτέρως αξιόλογη τόσο εντός των κύπριων πεζογράφων, όσο και των εκ του ελλαδικού χώρου προερχομένων συγγραφέων. Με το πέμπτο της βιβλίο, Η κεφαλή του Τσάτσγουερθεπιβεβαιώνει κατά κάποιον τρόπο τους θεματικούς της άξονες, όπως και τη δόμηση των λογοτεχνικών της έργων.

patakis sotiriou i kefali tou tsatsgoyerth

Η Κύπρος του σχετικά πρόσφατου χθες είναι το πεδίο όπου η Σωτηρίου αναζητά τα θέματά της. Και μέσα από μια χαλαρή μυθιστορηματική εξιστόρηση επιχειρεί να φωτίσει τη μετεξέλιξη της ταυτότητας ενός τόπου – από παλιούς μύθους και πολύπλοκες ιστορικές εξαρτήσεις, σε κοινωνικές αναταραχές, εθνικές διεκδικήσεις και οικονομικές ανατροπές.

Το νέο της αυτό μυθιστόρημα έχει ως «εναρκτήριο λάκτισμα» τις πριν από μερικά χρόνια δολοφονίες αλλοδαπών γυναικών που είχαν πάει στην Κύπρο για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως οικιακοί βοηθοί. Δολοφονίες που συντάραξαν την κοινή γνώμη και που έφεραν κατά κάποιο τρόπο στην επιφάνεια την κάπως «αγνοημένη» άποψη πως το νησί είναι πλέον με πολλαπλούς τρόπους μέρος μιας παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας.

Οι ντόπιοι κάτοικοι από αγρότες και εργάτες -και μάλιστα κάτω από ένα αποικιοκρατικό ζυγό- έχουν μετατραπεί σε αστούς -πολίτες μιας ανεξάρτητης δημοκρατίας- και είναι αυτοί που τώρα πλέον μισθώνουν ξένο εργατικό δυναμικό για να φροντίσει τα ανήμπορα γονικά τους.

Ένας κοινός τόπος μαρτυρίου του κάθε εργαζόμενου, που τελικά παίρνει τη θέση του μέσα στην ιστορία και τους μύθους του τόπου.

Μια υπέργηρη γυναίκα είναι η βασική αφηγήτρια αυτού του μυθιστορήματος. Ζει σε ένα χωριό μόνη. Η ανημποριά της λόγω γήρατος έχει αναγκάσει τα παιδιά της (που μένουν στην πόλη) να προσλάβουν μια Φιλιππινέζα να την προσέχει και να την συντροφεύει. Αλλά οι δυο γυναίκες δεν θα καταφέρουν να έχουν μια ουσιαστική επικοινωνία. Η ξένη με το βλέμμα στραμμένο στους δικούς της, η ντόπια με τη δική της παλιά καθημερινότητα -τη σκληρή ζωή που έζησε ως γυναίκα ανθρακωρύχου- να κλωθογυρίζει στις αναμνήσεις της.

Κι όμως κάτι τις ενώνει: ο τόπος του παλιού ανθρακωρυχείου. Το μέρος που διέλυσε τα πνευμόνια των εργατών, μα και ο χώρος όπου θα έχουν βρεθεί τελικά τα πτώματα των εξαφανισμένων γυναικών. Ένας κοινός τόπος μαρτυρίου του κάθε εργαζόμενου, που τελικά παίρνει τη θέση του μέσα στην ιστορία και τους μύθους του τόπου. Και εδώ ακριβώς η Κωνσταντία Σωτηρίου επιβεβαιώνει την άποψη πως συγγραφικά την ενδιαφέρει να συνθέτει ιστορίες που με άνεση θα κυκλοφορούν ανάμεσα στα χρόνια. Στην ουσία μεταφέρει την Ιστορία προς τη μεριά των απλών ανθρώπων και έτσι φωτίζει το παρελθόν μέσα από τις αφηγήσεις μικρών ιστοριών. Γιατί βέβαια αυτό που ήταν και είναι ένας τόπος μόνο όσοι τον ζήσανε μπορούν να τον περιγράψουν.

politeia deite to vivlio 250X102

Η γλώσσα

Κάτι τέτοιο είχε επιτυχώς επιχειρήσει και με τα προηγούμενα έργα της, κάτι παρόμοιο συνθέτει και τώρα. Αλλά οι ιστορίες υλοποιούνται με λέξεις. Με λέξεις και φράσεις ένας συγγραφέας σχηματίζει το απολύτως προσωπικό του αποτύπωμα. Στην περίπτωση της Κωνσταντίας Σωτηρίου έχουμε να κάνουμε με μια γλώσσα που ξέρει να συνδυάζει παλιές δομές και ξεχασμένες λέξεις με την εξιστόρηση μιας σημερινής ιστορίας. Η Κωνσταντία Σωτηρίου είναι ολοφάνερο πως δίπλα -αν όχι και παραπάνω- στην αναφορά του παρελθόντος της πατρίδας της, τοποθετεί το πάθος της για την γλωσσική υπόσταση των γραπτών της. Συνδέει τις φράσεις μεταξύ τους με τέτοιον τρόπο που ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει τη μουσικότητα που διακρίνει και την προφορική κυπριακή εκφορά του λόγου:

«…και μερικές φορές σκέφτομαι πως είμαι πολύ παλιά ακόμα και για να πεθάνω, ότι με ξέχασε εμένα ο χάρος σε τούτο το χωριό, ήρθε τόσες φορές ο χάρος σε τούτο το χωριό, που βαρέθηκε να έρθει ξανά και με έχει ξεχάσει, οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους, έλεγε η μάνα μου, κι έκανε στον αέρα τον αόρατο σταυρό, οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους. Χαζομάρες και βλακείες, οι πεθαμένοι μένουν πάντα με τους ζωντανούς και τους στοιχειώνουν μέχρι να τους πάρουν κι αυτούς κοντά τους, αν έμαθα κάτι από τη ζωή μου, είναι αυτό» (σελ. 21)

Η κεφαλή του Τσάτσγουερθ είναι ένα λογοτεχνικό κείμενο που αποφεύγει μια κλασική μυθιστορηματική αφήγηση, χρησιμοποιεί στοιχεία ιστορικής και λαογραφικής έρευνας, φέρνει κοντά ανθρώπους με διαφορετικές καταβολές, τελικά πείθει πως ό,τι υπήρξε συνεχίζει να υπάρχει, φτάνει μοναχά κάποιος να τολμά όχι μόνο να μην το λησμονεί, αλλά και να το ανασκαλεύει.

* Ο ΜΑΝΟΣ ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ είναι συγγραφέας. Τελευταίο του βιβλίο, το μυθιστόρημα «Σαν Μήδεια» (εκδ. Πατάκη).


Δυο λόγια για τη συγγραφέα

Η Κωνσταντία Σωτηρίου γεννήθηκε στη Λευκωσία. Είναι απόφοιτος του Τµήµατος Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστηµίου Κύπρου και κάτοχος µεταπτυχιακού στην ιστορία της Μέσης Ανατολής από το Πανεπιστήµιο του Μάντσεστερ. Εργάζεται στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δηµοκρατίας.