Ο τίτλος του βιβλίου μοιάζει να προαναγγέλλει ένα θεματικό δίπτυχο: την αγάπη που έλαβε ο συγγραφέας από τη μητέρα του στη διάρκεια των πρώτων παιδικών του χρόνων και το σκοτάδι, την οδύνη της απώλειας, που ακολούθησε μετά την τραγική της αυτοχειρία.
Ταυτόχρονα εισάγει τον αναγνώστη ευθύς εξαρχής σε μια διττότητα που διατρέχει όλο το έργο και αποτελεί μια από τις κατευθυντήριες γραμμές του. Η διτττότητα αυτή εκφράζει με μια σειρά αντιθέσεων, τη βαθύτερη διαλεκτική που χαρακτηρίζει, αν όχι καθορίζει, την εβραϊκή ταυτότητα: πορεία από την εξορία στην εθνική οντότητα, ρομαντισμός και κυνισμός, επανάσταση και συνέχιση της εβραϊκής ιστορίας, κατασκευή μύθων και αποδομησή τους.
Από τις πρώτες κιόλας σελίδες ο συγγραφέας ανατρέχει σ’ ένα βιογραφικό στοιχείο που εμφανίζεται συχνά στο έργο του και με τις ίδιες περίπου λέξεις: «τα βιβλία γέμιζαν όλο μας το σπίτι: ο πατέρας μου ήξερε να διαβάζει δεκαέξι ή δεκαεφτά γλώσσες και να μιλάει έντεκα (όλες με ρώσικη προφορά). Η μητέρα μου μιλούσε τέσσερις ή πέντε γλώσσες και διάβαζε εφτά ή οχτώ […] Αν για λόγους κουλτούρας τα βιβλία που διάβαζαν ήταν κυρίως στα γερμανικά και στα αγγλικά, τα όνειρά τους τις νύχτες τα έβλεπαν σίγουρα στα γίντις. Εμένα όμως μου έμαθαν μόνο εβραϊκά: ίσως από φόβο ότι η γνώση των ξένων γλωσσών θα εξέθετε και εμένα στους πειρασμούς της εξαίσιας και συγχρόνως ολέθριας Ευρώπης».
Υπάρχει αντίθεση λοιπόν ανάμεσα στο «εδώ» (Γη του Ισραήλ) στο «αλλού» (Ευρώπη - Διασπορά), όπως υπάρχει αντίθεση ανάμεσα στα γίντις και σε ότι το «διασπορικό» εκφράζει αυτή η γλώσσα, που ο πατέρας του Οζ αποκαλούσε περιφρονητικά ζαργκόν (διάλεκτο), και την εβραϊκή γλώσσα, μια γλώσσα που αναγεννήθηκε ταυτόχρονα με τη γέννηση και την ωρίμανση της σιωνιστικής ιδέας, και στην οποία θα πρέπει να εκφράζεται εφεξής ο νέος τύπος Εβραίου, ο θαρραλέος, ο υπερήφανος και ηλιοκαμένος, που δεν θα θυμίζει σε τίποτα τον αδόναμο, ενδοτικό Εβραίο του γκέτο ή του στετλ, του χωριού της διασποράς. […]
Στην ίδια θεματική της διττότητας εντάσσεται και η διπλή απογοήτευση των γονιών και των παππούδων του συγγραφέα, αφενός από την Ευρώπη που τους εξόντωσε, αφετέρου από την Ανατολή που πρόδωσε τις ελπίδες τους.[…]
«Δεν είμαι παιδί μεταναστών…» θα πει σε μια του συνέντευξη ο Αμος Οζ αναφορικά με το τελευταίο του αυτό βιβλίο «ούτε παιδί προσφύγων. Είμαι το παιδί ανεπιθύμητων ανθρώπων. Είμαι ο γιος και ο εγγονός και ο δισέγγονος ανθρώπων οι οποίοι επί γενεές ολόκληρες ήταν ανεπιθύμητοι». Η Ευρώπη έδιωξε βίαια τους Εβραίους που βρίσκονταν στο έδαφός της, παρότι ήταν οι μόνοι που αυτοπροσδιορίζονταν τότε ως Ευρωπαίοι. Έφεραν το στίγμα του «παράσιτου», του «κοσμοπολίτη» ή ακόμα χειρότερα, του «διανοούμενου», όταν όλοι οι άλλοι αυτοπροσδιορίζονταν ως Ρώσοι, Πολωνοί, Ιταλοί κλπ. Από την άλλη μεριά η Γη του Ισραήλ εμφανίζεται ως ένας κόσμος χαμένων ή αλληλοαναιρούμενων ονείρων: άλλοι ήθελαν να οικοδομήσουν μια «βιβλική δημοκρατία», άλλοι «μια τέλεια ενσάρκωση του εβραϊκού «στετλ», άλλοι πάλι «ένα μαρξιστικό παράδεισο» ή ένα αντίγραφο της Αυστροουγγαρίας». Όσο για τον ίδιο τον Οζ πολύ γρήγορα θα καταλάβει όταν ένα χρόνο μετά το θάνατο της μητέρας του, σε ηλικία 15 ετών, θα εγκαταλείψει το πατρικό σπίτι για να πάει να ζήσει σε κιμπούτς, ότι το αίσθημα ετερότητας θα τον συνοδεύει σ’ όλη του τη ζωή -αυτή του ίσως η ευαισθησία τον ώθησε να απομακρυνθεί από τα δεξιά κόμματα και να στραφεί στην Αριστερά, υιοθετώντας συνάμα την οπτική του «Άλλου», του Άραβα.
Το Ιστορία Αγάπης και Σκότους είναι ένα έργο συναρπαστικά ιδιόμορφο: είναι αυτοβιογραφία (χωρίς την εξομολόγηση) και μυθιστόρημα ταυτόχρονα. […] Μοιάζει με ένα μεγαλόπνοο συμφωνικό έργο επικού χαρακτήρα, που μέσα του ηχεί κάθε τόσο ένα μουσικό θέμα απέραντου λυρισμού και ευαισθησίας: είναι όταν ο συγγραφέας μνημονεύει τη μητέρα του, την ευαίσθητη, ευάλωτη και προικισμένη με τόση διαίσθηση και εξυπνάδα Φάνια. Όλο το έργο έχει ως άξονα το τραγικό τέλος στα τριάντα εννιά της χρόνια, ωστόσο ένα τόσο τραυματικό και οδυνηρό γεγονός (που ως τώρα έκανε την παρουσία του μόνο υπόρρητα στα γραφτά του Οζ), ο συγγραφέας δεν θα μπορούσε να το αφηγηθεί παρά μονάχα μ’ αυτόν τον τρόπο, ώστε να μην προδώσει την ιερή της μνήμη και να μην παρασυρθεί σε εύκολους μελοδραματισμούς και εκμυστηρεύσεις. Χαράζει το αγαπημένο πορτρέτο της με άπειρες προφυλάξεις και τρυφερότητα, εμβαθύνει στο χαρακτήρα και τη ζωή της, προσπαθώντας να ανιχνεύσει, να αποκρυπτογραφήσει την απονενοημένη της πράξη. Και εντοπίζει τις αιτίες στο χάσμα ανάμεσα στο φαντασιακό της κόσμο και τον πραγματικό κόσμο, όπου αναγκάστηκε να ζήσει. Άλλο ένα στοιχείο της διττότητας που διατρέχει όλο το έργο και αποτελεί μια από τις κατευθυντήριες γραμμές του. Όλη τούτη η εξιστόρηση γίνεται ο καμβάς πάνω στον οποίο θα ξετυλιχτεί η γεμάτη ανεκπλήρωτες ή ματαιωμένες επιθυμίες η ζωή της μητέρας του , της Φάνιας Μούσμαν.[…]
Ο Οζ την υποστασιοποιεί τελικά με τη δύναμη μιας μυθιοστορηματικής ή καλύτερα μιας τσεχοφικής ηρωίδας (τσεχοφικός είναι άλλωστε και ο αντί-ηρωικός, κοινότοπος βίος του πατέρα του, όπως και η κωμικοτραφική φιγούρα της βλοσυρής και υποχονδριακής με την καθαριότητα γιαγιάς του).
Η συγκίνηση στο έργο του Οζ δεν απορρέει από την περιγραφή δραματικών γεγονότων, μήτε από τις συνατρακτικές ομολογίες των προσώπων, πηγάζει από το υποδόρειο, το ανομολόγητο.
Ο θάνατος, η απώλεια ενός λατρευτού προσώπου, η οδύνη εξισορροπούνται αριστουργηματικά με το κωμικό στοιχείο και τον αυτοσαρκασμό, έτσι ώστε η Ιστορία αγάπης και σκότους δίχως να φτάνει ποτέ σε δραματικές εντάσεις και κορυφώσεις να αποκτά εντέλει τη δύναμη ενός φιλοσοφικού στοχασμού πάνω στην ανθρώπινη συνθήκη.
Επιπλέον΄, τούτο το πολυπρόσωπο έργο σκιαγραφεί μεταξύ άλλων πορτρέτα μεγάλων ανδρών (όπως του Νταβίντ Μπεν-Γκουριόν, του Μενάχεμ Μπέγκιν ή του βραβευμένου με Νόμπελ ποιητή Σάι Αγκνόν) με τη σωστή δόση ειρωνείας ή σαρκασμού, απομυθοποιώντας τη μορφή του δίχως να τη στερήσει από το έρμα της. Επειδή αυτό που διαπνέει τον Οζ σε τούτο το μείζον έργο είναι ο βαθύς ανθρωπισμός. […]
Αναμφίβολα ένα τόσο πολυεπίπεδο και πολυύνθετο έργο επιδέχεται μια πληθώρα ερμηνειών και αναγνώσεων. Θα διακινδυνεύαμε λοιπόν να πούμε πως για το Ιστορία αγάπης και σκότους ισχύει ο ισχυρισμός που δίνει ο Ίταλο Καλβίνο στο Γιατί να διαβάζουμε τους κλασικούς. «Κλασικό είναι το έργο που προκαλεί αδιάκοπα έναν κονιορτό κριτικών αναλύσεων γι’ αυτό, αλλά συνεχώς τον αποτινάζει από πάνω του». ΜΑΓΚΥ ΚΟΕΝ
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Κανένας δεν ζούσε ασυλλόγιστα. Όχι μόνο οι γονείς μου. Όλοι. Επικρατούσε στα μέρη μας ένας σιδηρούς νόμος, ότι δεν αγοράζουμε τίποτα εισαγόμενο, τίποτα ξένο, εφόσον υπήρχε η δυνατότητα να το βρούμε στην εγχώρια παραγωγή. Όταν όμως πηγαίναμε στο μπακάλικο του κυρίου Όστρακα στη γωνία των οδών Οβάντια και Άμος, έπρεπε, παρ’ όλα αυτά, να επιλέξουμε ανάμεσα σε τυρί από κιμπούτς, παραγωγής Τνούβα ή αραβικό τυρί: άραγε το αραβικό τυρί από το γειτονικό χωριό Λίφτα είναι ξένης παραγωγής ή εγχώριας; Μπέρδεμα. Ναι το αραβικό τυρί ήταν ελάχιστα πιο φτηνό, αγοράζοντας όμως αραβικό τυρί πρόδινες λιγάκι το σιωνισμό: κάπου εκεί στα κιμπούτς ή το μοσάβ, στην κοιλάδα Ιζραέλ ή στα όρη της Γαλιλαίας, ζούσε κάποια αποκαμωμένη πιονέρισσα, που ίσως με ένα δάκρυ στο μάτι συσκεύαζε για μας αυτό το εβραϊκό τυρί -πώς μπορούσαν να της γυρίσουμε την πλάτη και να αγοράσουμε ξένο τυρί; Δεν θα έτρεμε το χέρι μας; Από την άλλη πλευρά όμως αν κηρύξουμε μποϊκοτάζ στα προϊόντα των Αράβων γειτόνων μας, μπορεί να υποθάλπουμε και να αυξάνουμε με τα ίδια μας τα χέρια το μίσος ανάμεσα στους δύο λαούς, και το αίμα, που ο μη γένοιτο, θα χυθεί, θα βαραίνει και τη δική μας συνείδηση.
….
Άρχισα να διαβάζω σχεδόν μόνος από τότε που ήμουν τόσο δα μικρός. Μήπως είχαμε και τίποτε άλλο να κάνουμε; Οι νύχτες τότε ήταν πολύ πιο μακριές, επειδή η υδρόγειος σφαίρα γυρνούσε πολύ πιο σιγά, αφού η βαρύτητα στην Ιερουσαλήμ ήταν πολύ πιο μεγάλη από ότι είναι σήμερα. Το φως της λάμπας ήταν κίτρινο και χλομό, και έσβηνε κάθε τόσο με τις πολλές διακοπές ρεύματος. Μέχρι σήμερα συνδέονται μέσα μου η μυρωδιά των κεριών που κάπνιζαν και η μυρωδιά της μαυρισμένης από καπνιά λάμπας πετρελαίου με την επιθυμία μου να διαβάσω κάποιο βιβλίο. […]
Ακόμα και όταν δεν υπήρχε διακοπή ρεύματος, ζούσαμε πάντα με το θολό φως επειδή έπρεπε να κάνουμε οικονομία: οι γονείς μου άλλαζαν τη λάμπα των σαράντα βατήρα με μια των είκοσι πέντε, όχι μόνο εξαιτίας της τιμής αλλά και κυρίως από θέμα αρχής, επειδή το ζωηρό φως ήταν σπατάλη και η σπατάλη ήταν ανήθικο πράγμα. Στο μικρό μας διαμέρισμα συνωστιζόταν πάντα όλο το ταλαιπωρημένο ήμισυ του ανθρώπινου γένους: τα πεινασμένα παιδιά στις Ινδίες, που εξαιτίας τους έπρεπε να τελειώσω ότι μου έβαζαν στο πιάτο. Οι μααπιλίμ, οι επιζήσαντες από τη χιτλερική κόλαση, που οι Άγγλοι τους εξόριζαν στις τενεκεδένιες καλύβες των στρατοπέδων της Κύπρου. Τα ορφανά που περιπλανιόντουσαν ακόμα με τα κουρέλια τους στα χιονισμένα δάση της κατεστραμμένης Ευρώπης.
….
Στο σπίτι μας μόνο βιβλία είχαμε μπόλικα, αλογάριαστα, από τοίχο σε τοίχο, στο διάδρομο, στην κουζίνα, στην είσοδο, στα περβάζια των παραθύρων και πού δεν είχαμε. Χιλιάδες βιβλία σε κάθε γωνία του σπιτιού. Υπήρχε μια αίσθηση ότι οι άνθρωποι έρχονται και παρέρχονται, γεννιούνται και πεθαίνουν, τα βιβλία όμως είναι αθάνατα. Όταν ήμουν μικρός, έλπιζα να μεγαλώσω και να γίνω βιβλίο. Όχι συγγραφέας, αλλά βιβλίο: ανθρώπους μπορείς να σκοτώσεις σαν μυρμήγκια. Και συγγραφείς δεν είναι δύσκολο να σκοτώσεις. Τα βιβλία όμως ακόμα και αν τα καταστρέφουν συστηματικά, πάντα υπάρχει πιθανότητα να σωθεί κάποιο αντίτυπο και να συνεχίσει να ζει πάνω στο ράφι μια αιώνια σιωπηλή ζωή σε κάποιο ξεχασμένο ράφι σε κάποια μακρινή βιβλιοθήκη…
….
Από όλο το εβραϊκό Ρόβνο δεν επέζησε σχεδόν ούτε ψυχή -μόνον εκείνοι που ήρθαν εγκαίρως στην Παλαιστίνη, εκείνοι οι λίγοι που το έσκασαν στην Αμερική, και εκείνοι που κάπως τα κατάφεραν να περάσουν ανάμεσα από τα μαχαίρια του μπολσεβίκικου καθεστώτος. Όλους τους υπόλοιπους τους δολοφόνησαν οι Γερμανοί, εκτός από αυτούς που δολοφόνησε ο Στάλιν. Όχι δεν θα ήθελα να ξαναπάω εκεί: για ποιο λόγο; Για να νοσταλγήσω πάλι από εκεί την γη του Ισραήλ που ούτε και αυτή υπάρχει πια, και ίσως να μην υπήρχε ποτέ παρά μόνο στα νεανικά όνειρά μας. Για να πενθήσω; Για να πενθήσω δεν χρειάζεται να το κουνήσω ρούπι από την οδό Βάζελων, ούτε καν να βγω από το σπίτι μου. Κάθομαι εδών στην πολυθρόνα και πενθώ αρκετές ώρες την ημέρα. Η κοιτάω το παράθυρο και πενθώ. Όχι, όχι, δεν πενθώ γι’ αυτό που υπήρχε και χάθηκε αλλά γι’ αυτό που ποτέ δεν υπήρχε. […] Πενθώ μόνο για ότι ποτέ δεν υπήρχε. Μόνο για τις ωραίες εκείνες εικόνες που ζωγραφίζαμε μέσα μας και τώρα έχουν όλες σβήσει.
….
Η Ευρώπη που τυράννησε τους Άραβες, που τους ταπείνωσε και τους απομύζησε με τον ιμπεριαλισμό της, την αποικιοκρατία της, την εκμετάλλευση και την καταπίεση είναι η ίδια Ευρώπη που κυνήγησε τους Εβραίους μέχρι που τέλος επέτρεψε αν όχι βοήθησε τους Γερμανούς να τους ξεριζώσουν από κάθε γωνία της ηπείρου και να τους αποδεκατίσουν σχεδόν όλους. Όμως οι Άραβες όταν μας κοιτούν δεν βλέπουν σε μας μια χούφτα ημιυστερικών επιζώντων, αλλά έναν νέο και αλαζονικό απέσταλμένο της αποικιοκρατικής Ευρώπης, της τελειοποιημένης και εκμεταλλεύτριας, που επέστρεψε δολερά στην Ανατολή - αυτή τη φορά με σιωνιστικό καμουφλάζ- για να τους ξαναεκμεταλλευτεί, να τους ταπεισώσει και να τους καταχραστεί. Ενώ εμείς, από τη μεριά μας, όταν τους κοιτάμε δεν τους θεωρούμε ως θύματα σαν εμάς, αδέλφια μας στη δυστυχία, αλλά ως Κοζάκους που έρχονται να μας κάνουν πογκρόμ, ως αιμοβόρους αντισημίτες, μασκαρεμένους ναζιστές: λες και οι Ευρωπαίοι διώκτες μας ξαναεμφανίστηκαν εδώ στην Παλαιστίνη, περιτυλίχθηκαν με καφία, άφησαν μουστάκι, είναι όμως οι ίδιοι, εκείνοι που παλιότερα έχυσαν το αίμα μας, και το μόνο που θέλουν πάντα είναι να κόβουν τα λαρύγγια των Εβραίων από καθαρή ευχαρίστηση.
….
Η μητέρα μου έβαλε τέλος στη ζωή της στο διαμέρισμα της αδερφής της στην οδό Μπεν – Γέουντα στο Τελ – Αβίβ τη νύχτα ανάμεσα στο Σάββατο και τη Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 1952. Στο Ισραήλ διεξαγόταν τότε μια δημόσια ιστορική συζήτηση πάνω στο ερώτημα αν επιτρέπεται ή απαγορεύεται το κράτος του Ισραήλ να απαντήσει και να πάρει από τη Γερμανία αποζημιώσεις για την απώλεια των περιουσιών των Εβραίων που δολοφονήθηκαν την περίοδο του χιτλερισμού. Υπήρχαν εκείνοι που συμφωνούσαν με τη γνώμη του Νταβίντ Μπεν – Γκουριόν, κατά την οποία δεν έπρεπε να επιτρέψουμε οι δολοφόνοι να γίνουν και κληρονόμοι, και ισχυρίζονταν σωστά ότι οι εβραϊκές περιουσίες που λήστεψαν οι Γερμανοί έπρεπε οπωσδήποτε να επιστραφούν αυτούσιες στο κράτος του Ισραήλ, ώστε να μπορέσει να αποκαταστήσει τους επιζήσαντες από τη σφαγή. Από την άλλη, υπήρχαν εκείνοι, με πρώτο και καλύτερο τον αρχηγό της αντιπολίτευσης Μεναχέμ Μπέγκιν, που υποστήριζαν με πόνο και οργή ότι αποτελούσε ηθικό έγκλημα καθώς και βεβήλωση της μνήμης των θυμάτων το ότι το κράτος των ίδιων των θυμάτων ήταν έτοιμο να πουλήσει στους Γερμανούς εύκολη άφεση αμαρτιών έναντι ενός μιασμένου βαλάντιου με χρήματα.
Σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της χώρας, εκείνον το χειμώνα μεταξύ 1951 και 1952, έριχνε αδιάκοπα βροχές. Ο χείμαρρος Αγιαλόν, δηλαδή το ρέμα Μουσράρα, υπερχείλισε προκαλώντας πλημμύρες στη συνοικία Μοντεφιόρι στο Τελ – Αβίβ και απειλούσε και άλλες συνοικίες. Βαριές καταιγίδες προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές στους καταυλισμούς από σκηνές, τενεκεδόσπιτα και παραπήγματα, όπου εκείνες τις μέρες στριμώχνονταν εκατοντάδες χιλιάδες Εβραίοι πρόσφυγες που είχαν διαφύγει από τις αραβικές χώρες με τα ρούχα που φορούσαν, καθώς και χιλιάδες επιζήσαντες του Χίτλερ από την ανατολική Ευρώπη και τις βαλκανικές χώρες. Σε μερικές περιοχές εξαιτίας των καταιγίδων είχε κοπεί η επικοινωνία με αυτούς τους καταυλισμούς, οι οποίοι κινδύνευσαν από πείνα και λοιμούς. Το κράτος του Ισραήλ ήταν λιγότερο από τεσσάρων χρόνων και εκείνη την εποχή αριθμούσε λίγο παραπάνω από ένα εκατομμύριο ψυχές: σχεδόν το ένα τρίτο απ’ αυτούς ήταν πρόσφυγες εντελώς άποροι. Τα ταμεία του κράτους είχαν αδειάσει από τις επείγουσες στρατιωτικές δαπάνες και την απορρόφηση της μετανάστευσης, καθώς και εξ αιτίας μιας παραφουσκωμένης γραφειοκρατίας και αδέξιων χειρισμών, και οι υπηρεσίες υγείας, παιδείας και πρόνοιας ήταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Στην αρχή εκείνης της εβδομάδας ο Νταβίντ Όροβιτς, γενικός διευθυντής του υπουργείου Οικονομικών, είχε φύγει για μια επείγουσα επίσκεψη στην Αμερική, με την ελπίδα να εξασφαλίσει μέσα σε μια ή δυο μέρες βραχυπρόθεσμες πιστώσεις ύψους δέκα εκατομμυρίων δολαρίων, για να αποφευχθεί η πτώχευση. Για όλα αυτά μιλούσαμε ο πατέρας μου κι εγώ όταν γύρισε από το Τελ – Αβίβ: την Πέμπτη πήγε τη μητέρα μου στο σπίτι της θείας Χάγια και του θείου Τσβι, και μάλιστα έμεινε και ο ίδιος να περάσει εκεί τη νύχτα. Επιστρέφοντας την Παρασκευή άκουσε από τη γιαγιά Σλομίτ και τον παππού Αλεξάντερ ότι εγώ ήμουν λίγο κρυωμένος, αλλά επέμεινα να σηκωθώ και να πάω σχολείο. Η γιαγιά πρότεινε ο μπαμπάς και κι εγώ να μείνουμε και να περάσουμε το Σάββατο σπίτι τους: της φαινόμασταν κι οι δυο ότι είχαμε κολλήσει κάποιο μικρόβιο. Εμείς όμως προτιμήσαμε να γυρίσουμε σπίτι. Καθ’ οδόν από το σπίτι του παππού και της γιαγιάς προς το σπίτι μας, στο δρομάκι Πραγκ, ο μπαμπάς θεώρησε καλό να με πληροφορήσει, ως ενήλικος προς ενήλικο, ότι στο σπίτι της θείας Χάγια η διάθεση της μαμάς βελτιώθηκε ξαφνικά: την Πέμπτη το απόγευμα βγήκαν οι τέσσερις τους, ο Τσβι, η Χάγια, η μητέρα μου και ο πατέρας μου, να καθίσουν για λίγο σε ένα μικρό καφενεδάκι, δυο βήματα από το σπίτι της Χάγια και του Τσβι, στην οδό Ντίζενγκοφ γωνία Ζαμποτίνσκι. Τελικά έμειναν εκεί μέχρι το κλείσιμο μιλώντας για ανθρώπους και βιβλία. Ο Τσβι διηγήθηκε διάφορα περίεργα περιστατικά από τη ζωή του νοσοκομείου, η μαμά φαινόταν καλά και συμμετείχε στην κουβέντα. Το βράδυ κοιμήθηκε μερικές ώρες, όμως στη μέση της νύχτας φαίνεται ότι ξύπνησε και πήγε να καθίσει στην κουζίνα για να μην ενοχλήσει αυτούς που κοιμόντουσαν. Νωρίς το πρωί, όταν ο πατέρας μου την αποχαιρέτησε για να επιστρέψει στην Ιερουσαλήμ και να προλάβει να συμπληρώσει μερικές ώρες δουλειάς στο τμήμα εφημερίδων, τον αποχαιρέτησε κι εκείνη με την υπόσχεση ότι δεν υπάρχει λόγος να ανησυχούμε για κείνη, τα χειρότερα ήταν πια πίσω της, και του ζήτησε, σε παρακαλώ, να προσέξεις πολύ το παιδί: εχθές φεύγοντας για το Τελ – Αβίβ, της φάνηκε ότι το παιδί είχε αρπάξει κρυολόγημα…
Απέναντι από την τσόρνι χοντ, τη «μαύρη πόρτα», φύτρωνε στο σπίτι μας μια καστανιά, μια υπέροχη καστανιά, ένα δένδρο γέρικο και μεγαλόπρεπο που έμοιαζε λίγο σαν τον βασιλιά Ληρ, και από κάτω ο πάπα είχε βάλει να φτιάξουν ένα παγκάκι για τις τρεις μας -«το παγκάκι των αδελφών» το έλεγαν. Τις καλές μέρες καθόμασταν εκεί και ονειρευόμασταν φωναχτά τι θα κάνουμε όταν μεγαλώσουμε;
Ποια από μας θα γίνει μηχανικός και ποια ποιήτρια και ποια ξακουστή επιστήμονας όπως η Μαρία Κιουρί; Τέτοια πράγματα ονειρευόμασταν. Δεν ονειρευόμασταν όπως τα άλλα κορίτσια στην ηλικία μας, πλούσιους και διάσημους γαμπρούς, επειδή εμείς οι ίδιες ήμασταν από πλούσιες οικογένειες και διόλου δεν μας ενδιέφερε να παντρευτούμε με πλούσιους που να είναι πιο πλούσιοι από μας. Αν παρ΄ όλα αυτά μιλούσαμε για έρωτες, δεν μιλούσαμε για έρωτες με κάποιον ευπατρίδη ή διάσημο ηθοποιό, αλλά μόνο για άνδρες με υψηλά αισθήματα, για παράδειγμα, κάποιο μεγάλο καλλιτέχνη, ακόμα κι αν ήταν απένταρος. Τέλος πάντων. Τι ξέραμε τότε; Πού μπορούσαμε να ξέρουμε τι χυδαίοι, τι γουρούνια είναι οι μεγάλοι καλλιτέχνες; Όχι όλοι! Σίγουρα όχι όλοι! Προς Θεού, όχι όλοι! Μόνο που σήμερα πια πιστεύω πως τα υψηλά αισθήματα και τα λοιπά και τα λοιπά, δεν είναι το κυριότερο πράγμα στη ζωή. Καθόλου δεν είναι. Τα αισθήματα είναι όλο κι όλο σαν την φωτιά σ΄ έναν αγρό με άχυρο: καίει για μια στιγμή, και αμέσως μετά απομένει μόνο στάχτη και καπνιά.
Ξέρεις τι είναι το πιο σημαντικό; Τι πρέπει μια γυναίκα να κοιτάξει στον άντρα της; Μόνο ένα χαρακτηριστικό πρέπει να κοιτάξει, που ναι μεν δεν σε κάνει να χάνεις τα λογικά σου είναι όμως πιο σπάνιο και από το χρυσάφι: την τιμιότητα. Ίσως και την καλοσύνη. Σήμερα, να το ξέρεις, η τιμιότητα, κατά τη γνώμη μου, είναι πιο σημαντική από την καλοσύνη: τιμιότητα είναι η μπουκιά το ψωμί. Καλοσύνη είναι το βούτυρο. Ή το μέλι.
«ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΣΚΟΤΟΥΣ», του Άμος Οζ – Γράφει η Λία Μίλτου
Εκδόσεις: Καστανιώτης
Σελίδες: 733
Τιμή: 11,45 €
Ένα μεγαλειώδες μυθιστόρημα, επικό, συναρπαστικό, πολυπρόσωπο, με λόγο σκληρό και νοσταλγικό, από έναν βραβευμένο Ισραηλινό συγγραφέα. Ένα αυτοβιογραφικό δοκίμιο, που μας προσκαλεί σε μια μεθυστική κατάδυση, για να απολαύσουμε «το επιτρεπτό που σχεδόν απαγορεύεται και το απαγορευμένο που σχεδόν επιτρέπεται….» Μας κατακλύζουν καθημερινά τόσα βιβλία, αλλά δυστυχώς δεν έχουμε το χρόνο να σταθούμε στο "σημαντικό", γιατί μας αποπλανεί το "ασήμαντο"!
Όταν ένα κυριακάτικο πρωινό διάβαζα συνέντευξη αγαπημένου συγγραφέα, σε μια αποστροφή του λόγου του, είπε το εξής θαυμάσιο: «Όποιος δεν έχει ανακαλύψει τη μαγεία της ανάγνωσης, χάνει μια από τις καλύτερες απολαύσεις της ζωής!...» Αυτήν ακριβώς την απόλαυση ένιωσα από τις πρώτες σελίδες αυτού του βιβλίου του Άμος Οζ, ο οποίος συγκαταλέγεται μεταξύ των κορυφαίων συγγραφέων της Παγκόσμιας Λογοτεχνικής σκηνής! Στοχαστής, πολιτικός ακτιβιστής και ειρηνιστής, έχει την ικανότητα να διεγείρει όλες τις αισθήσεις του αναγνώστη, με στοχασμούς και απόψεις ξεκάθαρες, με λόγια σταράτα και με ζωηρό πάθος, αλλά και χιούμορ και σαρκασμό.
Δεν έβρισκα τα κατάλληλα λόγια για να κάνω μια ανάρτηση αντάξια αυτού του βιβλίου. Ένα βιβλίο για τη ζωή ενός λαού, που έχει μισηθεί όσο κανένας άλλος λαός πάνω στη γη, ευτελίστηκε, ταπεινώθηκε και ρίχτηκε στα ναζιστικά σκυλιά. Κάθε νηφάλιος αναγνώστης θα υποκλιθεί στον πολυδιαβασμένο Οζ, έκθαμβος από τη μεγάλη κλάση του ταλέντου του. Μια συνταρακτική αυτοβιογραφία χωρίς να είναι εξομολόγηση.
Γεννήθηκε σε ένα ταπεινό σπιτάκι τριάντα τετραγωνικών μέτρων όλο κι όλο, με δυο δωμάτια κατάφορτα από βιβλία, με μια καταθλιπτική μητέρα, τη Φάνια και έναν πολυμαθή, αλλά αποτυχημένο πατέρα, τον Γεούντα Αριέ, μέσα σε έναν φοβισμένο εβραϊκό πληθυσμό της Ιερουσαλήμ. Γράφει στο βιβλίο του: «Μερικοί ήταν Τολστοϊκοί, άλλοι ήταν Ντοστογιεφσκικοί, αλλά στην ουσία δούλευαν για λογαριασμό του Τσέχοφ… Έπαιρναν τη σκόνη μίζερων ανθρώπων και έπλαθαν πολεμιστή. Τη μέρα δούλευε σκληρά, το απόγευμα έπαιζε βιολί, το βράδυ χόρευε με κοπέλες και την αυγούλα έπαιρνε το περίστροφο ή το Στεν και έτρεχε να υπερασπιστεί τα σπίτια και τα χωράφια του…»
Για τον εαυτό του δήλωσε σε μια συνέντευξή του: «Δεν είμαι παιδί προσφύγων. Είμαι γιος, εγγονός και δισέγγονος ανθρώπων, οι οποίοι επί γενιές ολόκληρες ήταν ανεπιθύμητοι…» Η αυτοκτονία της μητέρας του, όταν ήταν μόλις 12 χρονών, τον έχει σημαδέψει και ενώ πέρασαν πάνω από 50 χρόνια, ακόμα τη ζητάει και ακόμα είναι παρούσα στη φαντασίωσή του. Η μορφή της, χωρίς να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο, διαποτίζει όλο το έργο και αποτελεί μια ονειρική παρουσία!
Το μυθιστόρημα όμως δεν είναι μελαγχολικό, γιατί το χάρισμα του Οζ είναι η σατυρική οξύτητα και ο σαρκασμός, Στην απώλεια ενός λατρευτού προσώπου υπάρχει και το κωμικό στοιχείο. Η κωμικοτραγική ιστορία της γιαγιάς του, η οποία έζησε μια ζωή με το φόβο των μικροβίων, έκανε καυτά μπάνια στη μπανιέρα για να κρατά μακριά τα μικρόβια και τελικά δεν πέθανε από τα μικρόβια, μας αφήνει ένα χαμόγελο αλλά και θαυμασμό για τη στοχαστική στάση του στη ζωή!
Η πικρία όμως ενός λαού είναι διάχυτη σε κάθε σελίδα. Για να αποφύγουν τις διώξεις και τον αντισημιτισμό, ακολούθησαν το δρόμο της μετανάστευσης και της διασποράς. Οι γονείς και οι παππούδες του έζησαν με απογοήτευση και παράπονο, γιατί η Ευρώπη τους εξόντωσε και η Ανατολή πρόδωσε τα όνειρά τους. Ο σοφός και διανοούμενος θείος του, καθηγητής Γιοσέφ, έλεγε: «Το δίκιο το έχουν οι λίγοι και δεν πρέπει πάντα να προσχωρείς στου πολλούς….!»
Συγκλονιστική η περιγραφή της ψηφοφορίας των κρατών στον ΟΗΕ για την διχοτόμηση και την ίδρυση δύο κρατών, του Αραβικού και του Εβραϊκού. Και ακόμα πιο σπαρακτικό ένα δεύτερο Ολοκαύτωμα με το ξέσπασμα των Αράβων εναντίον των Εβραίων με βομβαρδισμούς, πυρπολήσεις και σφαγές! Ιστορικές σελίδες μέσα από την πένα ενός ανθρώπου, που βίωσε ο ίδιος με τους γονείς του τραγικές στιγμές της Παγκόσμιας Ιστορίας.
Θέλω ακόμα να τονίσω τη λατρεία του για τα βιβλία από την παιδική του ηλικία: «Όταν ήμουν μικρός, έλπιζα να μεγαλώσω και να γίνω βιβλίο. Όχι συγγραφέας, αλλά βιβλίο. Ανθρώπους μπορείς να σκοτώσεις σαν μυρμήγκια, ακόμα και συγγραφείς μπορείς να σκοτώσεις, δεν είναι δύσκολο. Τα βιβλία όμως, ακόμα και αν τα καταστρέψουν συστηματικά, πάντα υπάρχει πιθανότητα να σωθεί κάποιο αντίτυπο και να συνεχίσει να ζει πάνω στο ράφι!.... Ζωή χωρίς βιβλία είναι ζωή χωρίς νόημα… Όταν ο κόσμος του ανθρώπου σκοτεινιάζει, διαβάζει ένα βιβλίο και βλέπει έναν άλλο κόσμο…» Όταν ήρθε στην Αθήνα, ένας δημοσιογράφος τον ρώτησε, γιατί δεν πήρε ακόμα Νόμπελ Λογοτεχνίας και εκείνος απάντησε: «Και να μην το πάρω, δεν θα πεθάνω κιόλας γι’ αυτό!...»Εξαιρετικός λόγος σε μια αυτοβιογραφία ποταμό, με εναλλασσόμενα συναισθήματα που μόνο οι μεγάλοι δημιουργοί έχουν το χάρισμα να σε αγγίζουν με τα έργα τους!
Οι άνθρωποι έρχονται και παρέρχονται, γεννιούνται και πεθαίνουν, τα βιβλία όμως μένουν αθάνατα. Η έκταση που διανύει ο καλός αναγνώστης διαβάζοντας καλή λογοτεχνία, δεν είναι εκείνη ανάμεσα στο κείμενο και στον συγγραφέα, αλλά ανάμεσα στο κείμενο και στον ίδιο τον αναγνώστη. Ζεις και ταυτίζεσαι με τους ήρωές του, προσπαθείς με λαχτάρα να εισχωρήσεις στα μύχια της ψυχής του και να ζήσεις με όλες σου τις αισθήσεις αυτή τη μαγεία που κατορθώνει να σου μεταδώσει με την απαράμιλλη πένα του. Ζεις τη μέθεξη "μεταλαμβάνοντας" το νόημα κάθε σελίδας σε μια ψυχική επαφή με τον κόσμο των ιδεών, που σε κρατά δέσμιο μια ανάγνωσης που αξιώθηκες να προσφέρεις στον εαυτό σου!
Το σχόλιο στο οπισθόφυλλο του βιβλίου από την Ιταλική Republica τα λέει όλα: «Αν σας μένουν δυο μέρες μόνο να ζήσετε, ένα πράγμα πρέπει να κάνετε για να πεθάνετε χωρίς ενοχές: να διαβάσετε αυτό το βιβλίο!...»
Υπόθεση Οπισθόφυλλου:
«Στο κέντρο αυτού του μυθιστορήματος βρίσκεται η ιστορία ενός φαντασιόπληκτου παιδιού που κάποτε θα γίνει συγγραφέας, του τραγικού γάμου των γονιών του καθώς και η ιστορία της παράξενης, για τα μάτια ενός παιδιού, γέννησης ενός κράτους. Γύρω από τον κεντρικό αυτό πυρήνα βρίσκονται οι μεγάλες μεταναστεύσεις, οι μεγάλες ιδέες, για μεγάλα αδιέξοδα του 20ού αιώνα, αλλά και τα προσωπικά τραύματα που αφήνει μερικές φορές η Ιστορία στις ψυχές των ανθρώπων. Μυθιστόρημα που άλλοτε γίνεται επικό σαν μουσική συμφωνία και άλλοτε χαμηλόφωνο και τρυφερό σαν παιδική εξομολόγηση, η Ιστορία αγάπης και σκότους θεωρείται το αριστούργημα του μεγάλου Ισραηλινού φιλειρηνιστή συγγραφέα και ένα από τα σημαντικότερα λογοτεχνικά έργα της εποχής μας.
«Αν σας μένουν δύο μέρες μόνο να ζήσετε, ένα πράγμα πρέπει να κάνετε για να πεθάνετε χωρίς ενοχές: να διαβάσετε αυτό το βιβλίο»
La Republica
ΚΡΙΤΙΚΗ
"Διάβαζα την «Ιστορία αγάπης και σκότους» στο μετρό, όταν έπεσα πάνω στη φράση: «Κοίταζα τους ανθρώπους στο καφέ και προσπαθούσα να μαντέψω, σύμφωνα με την ενδυμασία τους και τις κινήσεις τους, σύμφωνα με την εφημερίδα που διάβαζαν και σύμφωνα με το τι παράγγελναν, ποιος ήταν ο καθένας τους και από πού κρατούσε η σκούφια του, και με τι ασχολιόταν συνήθως και τι έκανε πριν έρθει στο καφέ και πού θα πήγαινε μετά. Έτσι, με μερικά εξωτερικά και αβέβαια σημάδια, επινοούσα για τους θαμώνες του καφέ περιπεπλεγμένες και ανατριχιαστικές ιστορίες. Μέχρι σήμερα κλέβω μ αυτό τον τρόπο. Κυρίως αγνώστους. Και κυρίως σε δημόσιους χώρους γεμάτους ανθρώπους». Ανασήκωσα κι εγώ τα μάτια, περιεργάστηκα τους συνεπιβάτες μου: πρόσωπα μουντά, κοινές ζωές. Κανείς δεν μου φαινόταν ικανός να γίνει μυθιστορηματικός ήρωας. Κανένας δεν κατάφερνε να κεντρίσει με ένα βλέμμα, μια κίνηση, τη φαντασία μου. Όμως η αναπηρία ήταν όλη δική μου, όχι δική τους. Γιατί αυτό που κάνει τον έναν παρατηρητή συγγραφέα, και τον άλλον όχι, είναι η ικανότητα να «κοιτάει και να επινοεί». Να χτίζει πάνω στο ελάχιστο. Και να πορεύεται με ό,τι έχει, με ό,τι γνωρίζει. Όπως ο Οζ, όταν χάρη στον Σέργουντ Άντερσον και στο «ταπεινό βιβλίο» του «Αφηγήσεις από το Οχάιο» κατάλαβε, όπως μας εκμυστηρεύεται στην «Ιστορία» του, ότι «ο γραπτός κόσμος τριγυρνάει πάντα γύρω από το χέρι που γράφει, όπου αυτό γράφει: όπου είσαι εσύ - αυτό είναι το κέντρο του κόσμου».
Το κέντρο του κόσμου τού Οζ είναι η μεταπολεμική Ιερουσαλήμ. «Είχα καταλάβει από πού ερχόμουν: από ένα ξεφτισμένο κουβάρι θλίψης και προσποίησης, πόθου και παραλογισμού, επαρχιώτικης σπουδαιοφάνειας και αισθηματικής αγωγής, και απαρχαιωμένων ιδανικών, και πνιγμένων φόβων, και υποταγής και απελπισίας. Μια απελπισία από εκείνο το ξινόγλυκο είδος, το σπιτικό, όπου μικροψεύτες προσποιούνταν τους επικίνδυνους τρομοκράτες και τους ηρωικούς απελευθερωτές, κακόμοιροι βιβλιοδέτες διατύπωναν τύπους παγκόσμιας λύτρωσης (...), ταμίες στο μπακάλικο και στο σινεμά έγραφαν κάθε νύχτα ποιήματα και μπροσούρες». Το σύμπαν του είναι πολύ απομακρυσμένο από το στερεότυπο των νέων ηρώων του Ισραήλ, των στοχαστικών, παράτολμων, πειθαρχημένων ανδρών και γυναικών του Κόφερ Αγεσούβ, που πολεμούν για την ανεξαρτησία και κάνουν την έρημο να ανθίσει στις πιο απόμακρες γωνιές της. Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από το ταπεινό σπιτάκι όπου γεννήθηκε, στα 1939, «τριάντα τετραγωνικά μέτρα όλο κι όλο», δύο δωμάτια κατάφορτα από βιβλία και μια «καπνισμένη κουζίνα» -και τον εκπατρισμένο, ανασφαλή, απολογητικό, φοβισμένο εβραϊκό πληθυσμό της Ιερουσαλήμ, χαρακτηριστικά δείγματα του οποίου είναι η καταθλιπτική μητέρα και ο αποτυχημένος, αδέξιος πατέρας του, η Φάνια και ο Άριε Κλόζνερ. Υπάρχουν βέβαια και οι σιωνιστές διανοούμενοι, ο «φωτισμένος φιλελεύθερος-εθνικιστής» θείος, ο καθηγητής Γιόζεφ Κλόζνερ, που αρέσκεται να χρησιμοποιεί εκφράσεις όπως «λίγοι εναντίον πολλών», «η σάρκα μας και το αίμα μας», «τα παιδιά μας πρέπει να είναι από σίδερο»· υπάρχουν οι οπαδοί της αυτοσυγκράτησης, της υπευθυνότητας, της μετριοπαθούς ζωής, της εγχώριας παραγωγής, της εργατικής τάξης, της κομματικής πειθαρχίας· υπάρχουν οι μεγάλοι άνδρες, όπως ο Νταβίντ Μπεν-Γκουριόν, ο Μεναχέμ Μπέγκιν, ο νομπελίστας ποιητής Σάι Αγκνόν- αν και όλοι αυτοί σκιαγραφούνται χωρίς δέος, με συμπαθητική ειρωνεία που απομυθοποιεί χωρίς να καταποντίζει. Όμως είναι στους ρυπαρούς δρόμους της συνοικίας Κερέμ Αβραάμ που περιφέρεται ο μικρός ήρωας, στις ανήλιαγες αυλές της, στα ασφυκτικά της διαμερίσματα· εκεί συναντά τα πρόσωπα που θα «τον βοηθήσουν να φτάσει ώς εδώ»: τη δασκάλα που θα ερωτευτεί στα οχτώ του χρόνια, θείες και παππούδες, έναν γέρο Άραβα «με τσέπες κάτω από τα μάτια», που με τα καθησυχαστικά του λόγια θα αποδυναμώσει μιαν εκφοβιστική παιδική εμπειρία, τεχνίτες και μουσικούς, γείτονες και φίλους. Εκεί μαθαίνει να διαβάζει μόνος του, πριν καλά καλά κλείσει τα πέντε του χρόνια· εκεί αρχίζει να συνειδητοποιεί τη δύναμη της Σεχραζάντ, εξαγοράζοντας με τα παραμύθια του μια προσωρινή ανακωχή με τους διώκτες του, τους εξαθλιωμένους, πεινασμένους συμμαθητές του στο θρησκευτικό σχολείο αρρένων· εκεί υφαίνει μαζί με τη μητέρα του ολονύκτια παραμύθια- στο υφάδι εκείνη, στο στημόνι αυτός. Εκεί, κι ενώ τα σύννεφα πυκνώνουν πάνω από την επισφαλή οικογενειακή του γαλήνη, βλέπει με τα παιδικά του μάτια το πρελούδιο στη γέννηση ενός κράτους: τους φλύαρους ιδεαλισμούς, τα ανεδαφικά οράματα, τις μωρές προφητείες, τα παράξενα υβρίδια ποιητών-εργατών-επαναστατών, τους πιονέρους αναγνώστες του Μαρξ, του Φρόιντ και του Ζαμποτίνσκι, τους ευσεβείς υπερορθόδοξους της συνοικίας Μέα Σεαρίμ, τους κομμουνιστές, τους άνδρες στα χακί, τους λιτοδίαιτους των κιμπούτ5, τους περιθωριακούς, τους μηδενιστές, τους Υεμενίτες, τους φραγκολεβαντίνους, τους Κούρδους, τους Θεσσαλονικείς, αλλά και τους Άραβες, βαθύπλουτους και φτωχούς· τα σκονισμένα κυπαρίσσια, τα χλομά γεράνια, τη λυμφατική ροδιά της αυλής του· τις δαντελένιες κουρτίνες, το βραστό γλυκό ψάρι, τα απολυμαντικά της μικροβιοφοβικής γιαγιάς του· τα κινήματα νέων, την αντιστασιακή οργάνωση Αγκανά, τους Άγγλους αποικιοκράτες· τα κατσίκια και τους σκορπιούς, τις μάγισσες και τα στοιχειωμένα δάση, τον Σέξπιρ και τον Σοπέν, τον Νέμο και την Πανδώρα· τα στομωμένα ξυράφια, τις φτηνές κονσέρβες, τα βρωμερά τσιγάρα, τα συρματοπλέγματα, τις εκρήξεις· τα σιντριβάνια ενός πρωτόφαντου κήπου και τα τζαμιά που γίνονται χρυσά καθώς πέφτει ο ήλιος.
Οικογενειακή τραγωδία και πολιτικά πάθη, προσωπικά τραύματα και μεγάλες ιδέες, επίμονη αυτοεξέταση και στερεοσκοπική ανάλυση φόβων, προσδοκιών και σφαλμάτων ενός ολόκληρου λαού, θραύσματα της μνήμης και στοχασμός για τη διαδικασία της γραφής: αυτά και άλλα τόσα είναι το σπουδαίο βιβλίο τού Άμος Οζ. Είναι η ελεγεία σε μια οικογένεια, έναν τόπο, μια εποχή. Είναι το χρονικό της γέννησης ενός κράτους. Είναι η αναψηλάφηση των αιτίων του παλαιστινιακού ζητήματος. Είναι ένα μυθιστόρημα μαθητείας, αυτοπροσωπογραφία του καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία. Είναι η εξιστόρηση στρεβλών ζωών και αφυδατωμένων ελπίδων. Είναι σπουδή στην ενοχή, σπουδή στη μελαγχολία. Πυρήνας της αφήγησης είναι η αυτοκτονία της μητέρας του στα τριάντα οχτώ της χρόνια, πριν ο ίδιος μπει καλά καλά στην εφηβεία: ένα πυρακτωμένο κέντρο, στο οποίο ο συγγραφέας πλησιάζει και οπισθοχωρεί, πλησιάζει και οπισθοχωρεί, λες και θέλει να αναβάλλει όσο γίνεται περισσότερο τη στιγμή που θα το αγγίξει, να καθυστερήσει όσο μπορεί την ανάκληση της οριστικής απώλειας. Η πολιορκία αυτή του βασικού θεματικού μοτίβου, οι διστακτικές έφοδοι που επιχειρεί προς το ανείπωτο με τη μορφή υπαινιγμών ή ολιγόλογων αναφορών, οι παρελκυστικές (και τόσο γοητευτικές) αναδρομές τού δίνουν την ευκαιρία να θρηνήσει, μαζί με το θάνατο της μητέρας, και τη διάψευση του ονείρου για μια δίκαιη και ειρηνική κοινωνία, με το οποίο γαλουχήθηκαν οι γονείς και οι παππούδες του, μαζί με όλους τους Εβραίους της Ευρώπης.
Όχι πως έχουμε να κάνουμε με ένα μελαγχολικό, θρηνητικό μυθιστόρημα. Το μεγάλο χάρισμα του Οζ είναι ο συνδυασμός σατιρικής οξύτητας και σαρκασμού με την κατανόηση και τη συμπόνια. Ο μικρός αφηγητής ξέρει να γελάει, ξέρει να χαίρεται· ο ζόφος, ακόμα και στις μέρες του πολέμου, είναι τόσο ποτισμένος με ανθρωπιά, τόσο συλλογικός και τόσο μοιρασμένος, που μολονότι δεν ελαφραίνει, βαθαίνει σε περιεχόμενο. Κι ύστερα υπάρχει η ομορφιά του κόσμου, ο βαθύς ουρανός της παιδικής ηλικίας, ένα πουλί που τιτιβίζει επίμονα τις πέντε πρώτες νότες από το Fur Elise: πάνω σ αυτό το leit motiv θα αναπτυχθεί η πολυφωνική παρτιτούρα της μνήμης. Γιατί η επιταγή που κατακυριεύει από πολύ νωρίς τον Οζ είναι να θυμάται· να θυμάται και να γράφει, βρίσκοντας τη γλώσσα που χρειάζεται, τις λέξεις που βαραίνουν. Δεν είναι πάρεργο αλλά υποχρέωση, το κάλεσμα μιας φωνής «που δεν έχει πίσω της ούτε γέλιο ούτε απερισκεψία», μα σε προστάζει να μην ξεχάσεις ποτέ «ούτε λεπτομέρεια από τις λεπτομέρειες», σου επιτάσσει κάποια απόλυτη αρχή ανελέητης πιστότητας. Εξάλλου, δύο είναι τα ρήματα που επανέρχονται σταθερά στην εβραϊκή παράδοση, από την Έξοδο και το Δευτερονόμιο ώς τους θρησκευτικούς ύμνους: «Θυμήσου και φύλαττε».
Ο Παλαιστίνιος συγγραφέας Σαμίρ ελ Γιουσέφ έγραφε πριν από μερικά χρόνια πως αν η λογοτεχνία του τόπου του εμφανίζει κάποια ιδιαίτερη προσήλωση σε ένα είδος, αυτό είναι το απομνημόνευμα. Ίσως γιατί για τα δεινά αυτού του τόπου δεν θα μπορούσε κανείς να μιλήσει παρά μονάχα επικαλούμενος όσα ο ίδιος είδε, όσα έζησε, όσα κατάλαβε. Καμία συναίνεση δεν θα μπορούσε να υπάρξει στην εξιστόρηση της σύγκρουσης Εβραίων και Παλαιστινίων, γιατί αντικειμενική αλήθεια δεν υφίσταται, γιατί το δίκαιο και άδικο, το σωστό και το λάθος είναι ανεύρετο. Ο πόνος επιτίθεται και στις δύο πλευρές, η τραγωδία είναι κοινή. «Στη ζωή των μεμονωμένων ανθρώπων και στη ζωή των λαών οι χειρότερες συγκρούσεις είναι συχνά εκείνες που ξεσπούν ανάμεσα σε δύο κατατρεγμένους», γράφει ο Οζ. Η δυστυχία δεν ενώνει, χωρίζει ακόμη πιο βίαια· η οδύνη δεν συμψηφίζεται. Κι έτσι, μονάχα οι υποκειμενικές αλήθειες των πρωταγωνιστών μπορούν να προβάλλουν ως η αληθινή ιστορία του μακροχρόνιου πολέμου Ισραηλινών και Αράβων.
Ποια είναι η ευθύνη των Εβραίων της Ευρώπης γι αυτό το χάος; Οι μόνες αποσκευές που είχαν φέρει μαζί τους, οι αναμνήσεις των δασών και των παλιών πόλεων, η πολύγλωσση ψυχή, η λογιοσύνη, ο κοσμοπολιτισμός, μαράθηκαν στη μεσανατολική κάψα, όπως και τα φυτά στην αυλή της οικογένειας Κλόζνερ. Στοιχειωμένοι από τη γενοκτονία, δεν πρόσεξαν τους γείτονές τους, δεν είδαν ότι γι αυτούς ήταν ξένοι «που πέσανε ουρανοκατέβατοι από τον έξω κόσμο και εισέβαλαν διά της βίας στα εδάφη τους, σιγά σιγά κυριάρχησαν πάνω σε κομμάτια αυτών των εδαφών και, ενώ τους υπόσχονταν ότι ήρθαν στην ουσία εδώ για να τους ράνουν με όλα τα καλά, με πονηριά οικειοποιήθηκαν το ένα κομμάτι μετά το άλλο τη γη τους». Δεν θέλησαν να καταλάβουν ότι ήταν φυσικό που οι Παλαιστίνιοι πήραν τα όπλα εναντίον τους, ότι ήταν αδύνατο «να προσφέρουν στους Εβραίους τα κλειδιά της βασιλείας επειδή οι πρόγονοί τους ζούσαν κάποτε στα ίδια εδάφη». «Οχυρωμένοι στο δίκιο τους και στα αισθήματα ηθικής ανωτερότητας δεν σκέφτονταν ιδιαίτερα τους εκατοντάδες χιλιάδες ξεριζωμένους Παλαιστίνιους πρόσφυγες». Είχαν πολλά να αντιμετωπίσουν, δεν τους χρειαζόταν αυτό το επιπλέον φορτίο.
Κι όμως, ήταν δικό τους παιδί ο συγγραφέας που θεμελίωσε το κίνημα Ειρήνη Τώρα, που αμφισβήτησε τις σιωνιστικές βεβαιότητες. Ο πόλεμος ανάμεσα στις γενιές πάντα δίνει τη θέση του, στη μέση ηλικία, στην περιέργεια και τη συμπόνια για τους νεκρούς. Το βιβλίο τού Οζ είναι μια ολότελα προσωπική μαρτυρία που διαπερνάται από την αρχή ώς το τέλος από τη μελαγχολία ενός παιδιού που πενήντα χρόνια αργότερα ακόμα ζητάει τη νεκρή του μητέρα. Κι αυτό που κάνει το βιβλίο του τόσο σπαρακτικό είναι ότι η αυτοκαταστροφή της μητέρας δεν είναι παρελθόν για το συγγραφέα: είναι ακόμη παρούσα, στην απελπισμένη του φαντασίωση ότι κάτι, κάποιος θα καταφέρει να ξυπνήσει αυτή την «εσωστρεφή ομορφιά» από τον αιώνιο ύπνο της. Όμως το πουλάκι στην αυλή θα επαναλαμβάνει πάλι και πάλι τις πέντε πρώτες νότες από την «μπαγκατέλα» του Μπετόβεν, χωρίς ποτέ να προχωρεί, χωρίς να καταφέρνει να ξυπνήσει την ωραία κοιμωμένη, σημαδεμένη, στη ζωή και το θάνατο, από το οριστικό σβήσιμο εκείνης της μελωδίας που θα μπορούσε να ναι, αλλά δεν ήταν, η ζωή της."
Είδαμε το Συνέδριο για το Ιράν του Ivan Vyrypaev από την Ορχήστρα Μικρών Πραγμάτων στο θέατρο Πορεία
Γράφει η Λένα Σάββα
"Κάπου στον κόσμο απαγορεύεται σε άντρες και γυναίκες να χορέψουν μαζί δημόσια. Κι όταν καποιοι νέοι και νέες ανεβάζουν ένα video που κάνουν ακριβώς αυτό, χορεύουν, τότε απειλούνται με πολύμηνη φυλάκιση και 91 μαστιγώματα, σε περίπτωση που υποπέσουν σε παρόμοιο έγκλημα μέσα στα επόμενα τρία χρόνια."
Το Συνέδριο για το Ιράν του Βιριπάγεφ γράφτηκε το 2018 και τοποθετείται στη Δανία τη χώρα με τους πιο ευτυχισμένους ανθρώπους στον κόσμο.
Στο συνεδριακό αμφιθέατρο του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης, εννέα μέλη της πνευματικής ελίτ προσκαλούνται για να συζητήσουν για το Ιρανικό ζήτημα και τη σύγκρουση μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Μια ακτιβίστρια δημοσιογράφος με βραβείο Πούλιτζερ για το μυθιστόρημα της, ένας καθηγητής ανθρωπιστικών επιστημών, ένας Ακαδημαϊκός μελετητής της θρησκείας, μια πρώην τηλεπερσόνα και νυν Πρόεδρος παγκόσμιας οργάνωσης για βοήθεια των χωρών του τρίτου κόσμου, ένας συγγραφέας, δοκιμιογράφος και φιλόσοφος, ένας πάστορας της Ευαγγελικής Λουθηρανικής εκκλησίας, ένας διευθυντής ορχήστρας και μια Ιρανή ποιήτρια κάτοχος βραβείου Νόμπελ.
"Η συζήτηση μας θα επικεντρωθεί όπως είναι φυσικό, όχι τόσο στο Ιράν καθ' αυτό, όσο στις αιτίες και τους παράγοντες που συμβάλλουν σ' αυτή την πολύπλοκη και πρακτικά μη επιλύσιμη αντιπαράθεση μεταξύ Ανατολής και Δύσης,"
Ο συντονιστής του Συνεδρίου καλεί τους ομιλητές με τη σειρά που έχει ορισθεί. Καθώς προχωρούν οι ομιλίες και χάρη στην ερμηνευτική μαεστρία των ηθοποιών γίνεται όλο και πιο φανερή η έντεχνη και κομψή προβολή του Εγώ του καθενός και των προσωπικών του ιδεών και πεποιθήσεων. Άραγε ακούμε; Έχουμε ως ανθρώπινα όντα καλλιεργήσει την τέχνη του ακούειν που ευνοεί την επικοινωνία και τη σύνδεση καρδιάς με καρδιά;
Στο συνέδριο θίγονται σπουδαία θέματα όπως θέματα ηθικής, αλήθειας, ελευθερίας, νοήματος της ζωής, θρησκείας και Θεού, πνευματικότητας, ανθρώπινων δικαιωμάτων.
" Με την τραγωδία που ξεδιπλώνεται αυτή τη στιγμή στη Μέση Ανατολή, στην Παλαιστίνη, στο Λίβανο, στη Συρία, στο Ιράν, στο Αφγανιστάν, όλα αυτά καταντούν αποκρουστικά για κείνους που τώρα πεθαίνουν από την πείνα, τη φρίκη, τη βία. Στο Ιράν τα ανθρώπινα δικαιώματα παραβιάζονται με τον πιο τραγικό τρόπο."
Ο σκηνοθέτης Χρήστος Θεοδωρίδης μετά το εξαιρετικό Σε σας που με ακούτε, της Λούλας Αναγνωστάκη, συνεργάζεται με την Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδη στην δραματουργία (η οποία κάνει και τη μετάφραση) και μετατρέπει ένα έργο εννέα μονολόγων σε μια συναρπαστική παράσταση με ζωντάνια, ρυθμό, ένταση κι ενδιαφέρον. Μετατρέπει ένα φιλοσοφικοπολιτικό συνέδριο σε μια ποιητική ανθολογία που σε ρουφάει μέσα στην γοητευτική δίνη της από τα πρώτα λεπτά. Έχοντας και την μουσική επιμέλεια, δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για να ξεδιπλωθούν οι ομιλίες οι οποίες είναι πάνω από εμφανές το πόσο έχουν δουλευτεί για να είναι γλαφυρές κι ενδιαφέρουσες.
Ιδιαίτερη η χορογραφία της Ξένιας Θεμελή, πέρα από το καθαρά χορευτικό μέρος, οδηγεί τους ηθοποιούς να χρησιμοποιούν το σώμα τους και την κίνηση σε όλη τη διάρκεια της ομιλίας τους και καλύπτοντας μεγάλο κομμάτι της σκηνής.
Το έργο του Βιριπάγεφ ευτυχεί με την έμπνευση του Θεοδωρίδη, κι ο Θεοδωρίδης ευτυχεί με τους εξαιρετικούς ηθοποιούς του. Ο καθένας με το δικό του στυλ και ύφος, με τη δική του υποβλητικότητα, καθηλώνουν απλά και μόνο με την ομιλία τους. Το πάθος και ο λυρισμός που βγάζουν, κάνουν μια παράσταση χωρίς καθόλου δράση, να είναι άκρως ενδιαφέρουσα και να σε κρατά σε εγρήγορση μέχρι το τέλος.
Συγκλονιστική η Ελευθερία Αγγελίτσα ως ακτιβίστρια δημοσιογράφος. Ένας ορμητικός χείμαρρος οργής και διαμαρτυρίας, μια ερμηνεία αυθεντικά δυναμική, σε μια ομιλία εκρηκτική που αφήνει το στίγμα της σε όλη την παράσταση.
Ο Πάρης Αλεξανδρόπουλος με την ευαίσθητη αισθαντικότητα που είδαμε και στο Αμφιθέατρο, ζωγραφίζει με ζωηρά χρώματα το ανεπίλυτο τραύμα και τον θυμό του και ο Γιώργος Κισσανδράκης αρμονικά και ισορροπημένα γίνεται ο τέλειος συντονιστής, καταφέρνοντας να μην είναι μόνο παρατηρητής αλλά συμμέτοχος.
Η Νίκη Χρυσαφάκη στο ρόλο της Ιρανής ποιήτριας, μας συγκινεί με την λυρική της ευαισθησία κι ο μαέστρος Βασίλης Τρυφουλτσάνης με την ένταση και το πάθος του. Εξαιρετικός ο Άρης Λάσκος ως Πατέρας Αυγουστίνος, ο Μιχάλης Πητίδης ως καθηγητής Θεολογίας, η Χρυσή Μπαχτσεβάνη ως πρώην τηλεπερσόνα, ο Δημήτρης Μανδρινός και ο Μάριος Μάνθος.
" Το νόημα της ζωής είναι η ίδια η ζωή. Επιλέγω τη μετάβαση από ένα κατώτερο σ' ένα ανώτερο στάδιο ανάπτυξης. Αλλάζω κι αλλάζει ο κόσμος."
Το Συνέδριο για το Ιράν, με την βαθιά εστιασμένη σκηνοθετική ματιά του Χρήστου Θεοδωρίδη, με την φαντασία και την ευαισθησία του, γίνεται μια συλλεκτική παράσταση, μια παράσταση-κόσμημα. Όλο αυτό που διαδραματίζεται πάνω στη σκηνή του θεάτρου Πορεία, είναι η ζωή μας, ο κόσμος μας όπως είναι σήμερα, είναι η συλλογική μας μνήμη ως εξελικτικά όντα και η συνειδητή διαδικασία της σκέψης μας. Είναι τα πυρηνικά ερωτήματα που μας βασάνισαν και που ο νους δεν στάθηκε ικανός να ανταποκριθεί στην εναγώνια ανάγκη μας για απαντήσεις. Ίσως η αγάπη να είναι η απάντηση, αφού προηγηθεί μια ηρωική έξοδος από το Εγώ μας. Κι αυτό ακριβώς μας λέει χωρίς λόγια το φινάλε μέσα από τον Λέοναρντ Κοέν και το Xalleluiah και τον διονυσιακό χορό-έκσταση στη συνέχεια, που σε βγάζει έξω από τον νου και σε συνδέει με την ουσία της ύπαρξης. Στην αρχή μόνος του ο καθένας και μετά όλοι μαζί, σαν ένα άψογα συντονισμένο τεράστιο κύμα. Από το Εγώ στο Εμείς. Η νομοτελειακή πορεία της ανθρώπινης μοίρας!!!
Ιεροτελεστία» του Γκιγιόμ Πουά, σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη – Χρονικό απώλειας και αποκατάστασης μετά το πένθος
1468
Για την παράσταση «Ιεροτελεστία» του Γκιγιόμ Πουά, που ανεβαίνει στο Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Στη σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» του Εθνικού Θεάτρου είδα την «Ιεροτελεστία» του Γκιγιόμ Πουά, στην έξοχη σκηνοθεσία του ΧρήστουΘεοδωρίδη. Η ΛορέινντεΣαγκαζάν και ο σύντροφός της, Γκιγιόμ Πουά, πέρασαν την τελευταία τους συνάντηση λόγω καραντίνας με πάνω από 300 άτομα από όλη τη Γαλλία που τους έδωσαν ανώνυμες συνεντεύξεις. Προσκαλώντας τον καθένα να μοιραστεί τι σημαίνει για αυτόν η έννοια της «αποδοχής/αποκατάστασης» (μετά το πένθος), οι δύο καλλιτέχνες άντλησαν από τις αμφιβολίες και τη θλίψη τους ένα πλούσιο και μοναδικό υλικό για να δημιουργήσουν το έργο Ιεροτελεστία (Un Sacre) το 2020/2021. Αυτές οι συνεντεύξεις αφηγούνται ένα χρονικό απώλειας –κάθε είδους-, αλλά και αναμνήσεων, και αγάπης, και συγχώρεσης, και ειλικρίνειας, και τόλμης, και ονείρων, και επιθυμιών, και παράπονου, και οργής, και έκρηξης, και ενοχών, και συγνώμης, και τεράστιας τρυφερότητας.
«Ντυνόμουν ένα δάκρυ»
Ο Χρήστος Θεοδωρίδης χρησιμοποιεί τη μετάφραση της Δήμητρας Κονδυλάκη και αναθέτει στην Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου να γράψει τρεις νέες ιστορίες, εμπνευσμένες από την ελληνική πραγματικότητα των τελευταίων χρόνων, αντικαθιστώντας μία από τις αφηγήσεις. Με όχημα τη ζωντανή μουσική επί σκηνής και την έξοχη χορογραφία/κινησιολογία της Ξένιας Θεμελή, η παράσταση του Θεοδωρίδη μιλάει για τη στέρηση των αγαπημένων προσώπων και για την ανθρωπιά εν γένει. Το έργο αμφισβητεί το ταμπού του θανάτου και στηλιτεύει την εξαφάνιση της τελετουργίας που θα’πρεπε να συνοδεύει την απώλεια και το πένθος. Στην παράσταση αυτή οι νεκροί επανέρχονται, σε μια λιτανεία που στοιχειώνει τους ζωντανούς.
Οι ηθοποιοί ενσαρκώνουν τα ανώνυμα άτομα που έδωσαν σε συνέντευξη τις ιστορίες τους, μετατρέποντάς τα σε ζωντανούς χαρακτήρες. Κάθε σκηνή μιλά και για έναν διαφορετικό θάνατο-μια διαφορετική απώλεια, όπως και για έναν διαφορετικό τρόπο αντιμετώπισης της απώλειας αυτής. Ο κάθε χαρακτήρας αρχικά εκτίθεται μετωπικά στο κοινό, κατόπιν αναφέρεται στο συγκεκριμένο συμβάν που τον σημάδεψε και, τέλος, εκθέτει την αλλαγή που επήλθε στη ζωή του με αυτό το συμβάν. Δεν πρόκειται μόνο για ερμητικούς θανάτους, εντός οικογένειας ή ερωτικού ζευγαριού, αλλά σταδιακά η απώλεια γενικεύεται στον κοινωνικό περίγυρο, με θύμα το ανυπεράσπιστο άτομο (αυτό της διαφορετικότητας, της εθνολογικής, ταξικής ή σεξουαλικής μειονότητας) και θύτη ένα ανελέητο σύστημα φασισμού, ρατσισμού, ομοφοβίας και μίσους. Τα πρόσωπα μιλούν για τον θάνατο όχι μόνο των οικείων τους αλλά και της αξιοπρέπειας, των δικαιωμάτων, της ενσυναίσθησης, της δικαιοσύνης.
Πολύ αφαιρετικά και λειτουργικά τα ανοιγοκλείσματα της αυλαίας και τα «περάσματα» από σκηνή σε σκηνή με τις σκηνογραφικές λύσεις του Λουκά Μπάκα και της Φιλάνθης Μπουγάτσου. Οι φωτισμοί του Τάσου Παλαιορούτα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στις αφηγήσεις και στις εναλλαγές του σκηνικού χώρου. Το ίδιο συμβαίνει και με τις μουσικές παρεμβάσεις του Κωνσταντίνου Κρομμύδα και του Χρήστου Τζων Μούσλι, που αντλούνται από το soundtrack “Ομπρέλλες του Χερβούργου”, από τραγούδια του Ζακ Μπρελ και από το «Et si tu n’existais pas» του Ζο Ντασέν. Οι δύο μουσικοί, με τα σκηνικά ονόματα Γκάμπριελ και Λούκα, επιτελούν τον επισχολιασμό κάποιων σημαντικών σκηνών ή συνοδεύουν με κρουστά τις πυρετώδεις εξομολογήσεις κάποιων χαρακτήρων που είτε προσδίδουν νόημα στην απώλεια ενός κοντινού τους προσώπου, είτε ζητούν με τον τρόπο τους συγγνώμη μετά θάνατον, είτε, τέλος, λένε το τελευταίο «αντίο».
«Να θάψουμε τους νεκρούς - να θεραπεύσουμε τους ζωντανούς»
Κάλι, Τομά, Ασμά, Πάνος, Ματιάς, Λεό, Σάββας: χαρακτήρες διακριτοί, γερά θεμελιωμένοι στη σκηνή, αφενός συνθέτουν μια τοιχογραφία που παραπέμπει σε Καθαρτήριο κι αφετέρου «περνούν σε ένα χωροχρονικό συνεχές όπου οι νεκροί δεν έχουν ακόμη φύγει και όπου οι ζωντανοί αφιερώνουν χρόνο για να τους πουν ένα ηχηρό αντίο». Ο Ανδρέας Νάτσιος κλέβει την παράσταση: ο Ζωρζ είναι ένας μοναχικός άντρας στα εξήντα δύο του, που πάσχει από πρώιμο Αλτσχάιμερ και αναζητά έναν τρόπο να μην βουλιάξει στο κενό της μνήμης του αφουγκραζόμενος την Πέμπτη Συμφωνία του Μάλερ. Το ζεύγος κόρης/πατέρα που υποδύονται η Ειρήνη Δάμπαση (Ασμά) και ο Ανδρέας Νάτσιος είναι πολύ συγκινητικό: η Ασμά προσπαθεί να ερμηνεύσει τα προφητικά όνειρα που είδε ο πατέρας της και μετά τα δικά της, αναλογιζόμενη εάν ο θάνατος είναι το τέλος ή εάν υπάρχει κάτι μετά. Συγκλονιστική είναι η Μαρία Μπαγανά στον ρόλο της Ζαΐα που, παίρνοντας αφορμή από τον θάνατο του κακοποιητικού και καταπιεστικού της πατέρα, ξεκινά μιαν εξέγερση κατά της τοξικότητας, του ψευδεπίγραφου πένθους και των life coachers. Ας σεβαστούμε περισσότερο τη ζωή παρά το θάνατο. Τους ανθρώπους δίπλα μας παρά τους νεκρούς μας. «Χρειάζεται μια γερή επανάσταση», λέει η Ζαΐα στην ιστορία της. Μία επανάσταση τώρα. Όσο μπορούμε. Όπου μπορούμε και όσο αντέχουμε. Αύριο και για πάντα.
Η ιεροτελεστία αποκαθιστά τη χαμένη εξοικείωση με τον θάνατο και το χρονικά εκτεταμένο πένθος που κάποτε χαρακτήριζε τις ανθρώπινες κοινωνίες και που τώρα χάνεται μέσα στην ταχύτητα του εικοστού πρώτου αιώνα.
Ο Ηλίας Σγουραλής, στον ρόλο του μετανάστη Ιμπραήμ, με εντυπωσίασε με το πάθος και τη χορευτική του δεινότητα. Ξεχώρισα επίσης τον Θάνο Μαγκλάρα (Πάνος) που θρηνεί την αυτοκτονία του γκέι αδερφού του Άρη (κείμενο της Ιζαμπέλας Κωνσταντινίδου) και την Ιωάννα Μαυρέα, στον ρόλο της τελευταίας εναπομείνασας «επαγγελματία» μοιρολογίστρας Ρενάτα, που «ντύνεται ένα δάκρυ» για ν’ αποδώσει τις πρέπουσες τιμές στον νεκρό. Ο Γιώργος Κισσανδράκης επανέρχεται δυναμικά επί σκηνής στον ρόλο του Τομά, που κινδυνεύει να πνιγεί. Kαθώς παλεύει με τα κύματα, νιώθει πως«ο φόβος του θανάτου» τον σκοτώνει. Σώζεται από πνιγμό χάρη στη θυσία δύο ανθρώπων: του υπαρκτού σωτήρα του και ενός δότη καρδιάς του παρελθόντος. Ένα πολύπλευρο ερώτημα τίθεται στο κοινό: "Πώς μπορεί κανείς να σώσει κάποιον;" O Μπάμπης Αθανασόπουλος υποδύεται τον Λεό, που έχασε τον πατέρα του στην περίοδο του κορονοϊού. Η Ελευθερία Αγγελίτσα (Κάλι) επιδίδεται σε μιαν ερμηνευτική κορύφωση για τον κερατοειδή χιτώνα των ματιών της αγαπημένης της, που πέθανε πρόωρα, σκηνή όπου η μουσική διαδραματίζει κεφαλαιώδη ρόλο. Η Ελευθερία επανέρχεται στη σκηνή μαζί με τον Ματιάς, έναν νέο που φτάνει στον φόνο μετά από συσσώρευση συνεχών απορρίψεων. Ένας όμορφος μικρός βωμός στολισμένο με λουλούδια και ένα λούτρινο σκυλάκι δίπλα σ’ένα μπαλάκι του τένις δεν κατορθώνουν να αποκαταστήσουν την επαφή με τον έρωτά του που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε. Ο Θωμάς Τσακνάκης υποδύεται τον Σάββα, ένα παιδί με αργή αντίληψη, που δολοφονείται εν ψυχρώ σε μια γέφυρα (επίσης σε κείμενο της Ιζαμπέλας Κωνσταντινίδου που αντιστοιχεί θεματολογικά στο κείμενο που παραλείφθηκε).
Η υπέροχη καλειδοσκοπική αυτή παράσταση ολοκληρώνεται με τη Ρενάτα της αρχής, την «τελευταία πενθούσα» του κορσικανού χωριού, που φορά το μαύρο πέπλο και θρηνεί στο στήθος του νεκρού: πέρα απ’αυτό το μπουρλέσκ στοιχείο, τα δάκρυα της Ρενάτα κατ’ουσίαν είναι δάκρυα πηγαία, που αναβλύζουν από τη θλίψη μπροστά στο ξένο πένθος. Η ιεροτελεστία αποκαθιστά τη χαμένη εξοικείωση με τον θάνατο και το χρονικά εκτεταμένο πένθος που κάποτε χαρακτήριζε τις ανθρώπινες κοινωνίες και που τώρα χάνεται μέσα στην ταχύτητα του εικοστού πρώτου αιώνα. Λέει ο Χρήστος Θεοδωρίδης: «Ένα από τα πράγματα που προτείνει το έργο είναι να δώσεις χρόνο στην απώλεια. Γιατί μόνο έτσι μπορείς πραγματικά να προσφέρεις στον εαυτό σου ένα σκαλοπάτι στη δύσκολη σκάλα της αποδοχής, μια γέφυρα για να περπατήσεις και να καταλάβεις τον χαμό, τον θάνατο του αγαπημένου σου. Ούτως ή άλλως, θα σε συντροφεύει για πάντα. Αυτά που χάνουμε μας ορίζουν πιο γερά από αυτά που κερδίζουμε».