Ένα ιστορικό μυθιστόρημα για την Τερέζα Δαμαλά - μια γυναίκα γεμάτη δύναμη.
Η Τερέζα θα διασχίσει τον χώρο και τον χρόνο για να συναντηθεί με τον Πικάσο, τον Ίωνα Δραγούμη, τον Γκαμπριέλε Ντ' Ανούντσιο, τον Βενιζέλο, τον Μουσολίνι, τον Κεμάλ και τον Έρνεστ Χέμινγουεϊ.
Μέσα από την ιστορία της, θα περιδιαβούμε τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα.
Η πένα του Φρέντυ Γερμανού θα μας διηγηθεί την ιστορία ενός κόσμου που αλλάζει με βιαιότητα, σαρώνοντας στο πέρασμά του έρωτες, κυβερνήσεις και πρόσωπα. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
ΓΡΑΦΕΙ Η ΛΩΡΗ ΚΕΖΑ ΣΤΟ "ΒΗΜΑ":
Η "Τερέζα» του Φρέντυ Γερμανού θα αποτελέσει, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, το μπεστ σέλερ του εφετεινού καλοκαιριού. Προτού συμπληρωθούν δύο εβδομάδες κυκλοφορίας είχαν ήδη εξαντληθεί τα πρώτα 12.000 αντίτυπα, ενώ ο συγγραφέας έχει προγραμματίσει παρουσιάσεις του ιστορικού μυθιστορήματός του σε αρκετές πόλεις της επαρχίας. Το βιβλίο επεφύλασσε και μία έκπληξη: τη «μετεγγραφή» του συγγραφέα στο δυναμικό των Εκδόσεων Καστανιώτη. Μετά από 20 χρόνια συνεργασίας με τον «Κάκτο» ο Φρέντυ Γερμανός αποφάσισε να αλλάξει εκδοτικό οίκο προκαλώντας ποικίλα σχόλια στους «κύκλους» του βιβλίου. Ο ίδιος μιλώντας προς «Το Βήμα» διέψευσε τις φήμες που θέλουν να έχει εισπράξει ένα εντυπωσιακό ποσόν για να αλλάξει εκδοτική στέγη: «Δεν έχω καμία αγωνία για το κυνήγι των εκατομμυρίων, γι’ αυτό και δεν ζήτησα χρήματα για τη “μετεγγραφή” μου. Ασφαλώς δεν είμαι υπεράνω χρημάτων, αλλά αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι να διαβαστούν τα βιβλία μου. Και με τον Καστανιώτη είμαστε ένα καλό δίδυμο». Από τον Καστανιώτη πρόκειται να κυκλοφορήσουν δύο ακόμη βιβλία του Φρέντυ Γερμανού: η συλλογή των νεανικών διηγημάτων «Υγρές νύχτες» και η βιογραφία του Νίκου Ζαχαριάδη.
Η «Τερέζα» είναι ένα βιβλίο που «ετοιμαζόταν επί σαράντα χρόνια». Ο Φρέντυ Γερμανός συνάντησε, ως νεαρός ρεπόρτερ, τον αμερικανό ποιητή Αρτσιμπαλ Μακ Λης, φίλο του Ερνεστ Χέμινγουαιη. Ο ΜακΛης ρώτησε τότε αν είναι γνωστή η «ελληνίδα πριγκίπισσα» που είχε φέρει τον Χέμινγουαιη στην Ελλάδα το 1922. Ετσι ο Φρέντυ Γερμανός έμαθε για την περίπτωση της γυναίκας που έγινε γνωστή στην Ευρώπη ως Τερέζα Δαμαλά και συνδέθηκε με μια πλειάδα επωνύμων ενώ παράλληλα εργαζόταν ως μοντέλο για τον Πικάσο και τον Μπρακ. Η ιστορία της ίσως θα είχε γίνει γνωστή αν η ίδια δεν επεδίωκε να αποκρύψει το «αμαρτωλό» παρελθόν και να γίνει μια καθώς πρέπει σύζυγος της συντροφιάς των βασιλοφρόνων των Αθηνών. Ετσι, ακόμη και εκείνοι που γνώριζαν σιωπούσαν. Οταν ο Φρέντυ Γερμανός επικοινώνησε με τους οικείους της, χωρίς να προδώσει το μυστικό, ρώτησε αν γνωρίζουν κάτι για την περίπτωση Δαμαλά. Εκείνοι διαβεβαίωσαν ότι στους κόλπους της οικογενείας τους ουδείς έχει έλθει σε επαφή με πρόσωπο αναλόγου ηθικής.
Το όνομα Δαμαλά δεν ήταν ένα τυχαίο ψευδώνυμο. Η Τερέζα ήταν φυσική κόρη του Αριστείδη Δαμαλά, ηθοποιού και συζύγου τής Σάρα Μπερνάρ. Ο ηρωινομανής πατέρας προτίμησε να δώσει το παιδί του για υιοθεσία σε μια οικογένεια στην Ελλάδα. Η κρυφή ζωή της Τερέζας συντέθηκε με ψηφίδες που ο συγγραφέας συνέλεγε επί σειρά ετών. Υπήρχε κατ’ αρχάς η μαρτυρία της Μελίνας Μερκούρη, που είχε ακούσει την ιστορία από τον παππού της. Της είχε διηγηθεί ότι αυτή η γυναίκα είχε αγαπήσει τον Ιωνα Δραγούμη στην Κορσική όπου βρισκόταν εξόριστη μαζί με τον σύζυγό της. Οταν ο Σπύρος Μερκούρης την συνάντησε στο Παρίσι έμαθε ότι έχει εγκαταλείψει τον άνδρα της και είναι ερωτευμένη με έναν αμερικανό συγγραφέα. Στην αφήγηση αυτή προστέθηκαν οι πληροφορίες της Σοφίας Λασκαρίδου, της πρώτης γυναίκας που ενεγράφη στη Σχολή Καλών Τεχνών. Η Λασκαρίδου ήταν εκείνη που συνέστησε τη Δαμαλά στις καλλιτεχνικές συντροφιές της Μονμάρτρης και γνώριζε λεπτομερώς την προσωπική της ζωή.
Η Δαμαλά έζησε στο εξωτερικό ως το 1922, όταν αποφάσισε να επιστρέψει στην πατρίδα της μαζί με τον Ερνεστ Χέμινγουαιη, ο οποίος ήταν τότε ανταποκριτής της εφημερίδας «Τορόντο Σταρ». Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους βρέθηκαν στη Ανατολική Θράκη όπου ο αμερικανός συγγραφέας παρακολουθούσε τα καραβάνια των προσφύγων που κατευθύνονταν στη Μακεδονία μετά την υπογραφή της Συνθήκης στα Μουδανιά. Το ζεύγος χώρισε εκεί για να συναντηθεί ξανά, τυχαία, στο Παρίσι το 1940. Με αυτή τη σκηνή κλείνει και το βιβλίο. Αυτό που εσκεμμένα παρέλειψε ο συγγραφέας για να μη χαλάσει το φινάλε είναι ότι ο Χέμινγουαιη της έστειλε ένα μήνυμα με την Κατίνα Παξινού. Είχαν συναντηθεί στην απονομή του Οσκαρ για την ερμηνεία του ρόλου τής Πιλάρ στο «Για ποιον χτυπά η καμπάνα». Την πλησίασε λέγοντας: «Πίστευα ότι όλες οι Ελληνίδες είχαν πράσινα μάτια». Σύμφωνα με τον Φρέντυ Γερμανό, της ζήτησε να πει στη Δαμαλά ότι την θυμάται πάντα.
ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΙΜΕΤΡΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ, ΓΡΑΦΕΙ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΚΟΡΗΣ, ΚΑΘ. ΑΠΘ
Ιστορικό θεωρείται το λογοτεχνικό έργο του οποίου «η δράση λαμβάνει χώρα σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο πολύ πριν από την ώρα που γράφεται […] και στο οποίο καταβάλλεται κάποια προσπάθεια, ώστε να αναπαρασταθούν πιστά οι συνήθειες και η νοοτροπία της περιόδου».
Η κύρια πλοκή της Τερέζας τοποθετείται από το 1916 έως και το 1922, όταν δηλαδή ο συγγραφέας του βιβλίου δεν είχε ακόμη αντικρίσει το φως της ζωής, ενώ στο πλαίσιο του μυθιστορήματος τηρούνται πιστά οι συντεταγμένες της εποχής όσον αφορά τον ιστορικό προσδιορισμό και τον γεωγραφικό χώρο (η ζωή της πρωταγωνίστριας απλώνεται σε αρκετές χώρες και πόλεις), τις συνήθειες, τη συμπεριφορά, την ενδυμασία, τον τρόπο ομιλίας, τις εθνικές ταυτότητες και τις ιδεολογικές επιλογές των προσώπων. Κατά τούτο, η Τερέζα είναι ιστορικό μυθιστόρημα, εφόσον πληροί τις δύο βασικές προϋποθέσεις της συγκεκριμένης αφηγηματικής συνθήκης…
Ο ερευνητής-δημοσιογράφος και ο λογοτέχνης-συγγραφέας Συνυπάρχουν και συνδυάζονται στην Τερέζα του Φρέντυ Γερμανού, ίσως για αυτό και η υποδόρια συμπόρευση της συγγραφικής φωνής με τον Έρνεστ Χέμινγουέι ως λογοτεχνικό πρόσωπο γίνεται αισθητή (ο σπουδαίος Αμερικανός πεζογράφος είχε αξιομνημόνευτη θητεία και στη δημοσιογραφία)…
Η γραφή της Τερέζας είναι καλοδουλεμένη, γλαφυρή, γλωσσικά σύνθετη και προσαρμοσμένη στο ήθος κάθε λογοτεχνικού ήρωα, όμως δεν είναι γραφή νεωτερική και αφηγηματικά ρηξικέλευθη. Όλα περνούν μέσα από τη ματιά ενός παντόπτη αφηγητή, που συμπίπτει με τον συγγραφέα. Εάν αξιοποιήσουμε τους όρους του πολύ γνωστού αφηγηματολογικού σχήματος του Ζενέτ θα χαρακτηρίζαμε την αφηγηματική εστίαση της Τερέζας «μηδενική», η οποία δεν μεταβάλλεται σε «εσωτερική», παρά τις ομιλούσες φωνές των λογοτεχνικών ηρώων. Η συγγραφική ματιά ελέγχει καθ’ ολοκληρίαν το μυθιστορηματικό τοπίο και η αφήγηση εξελίσσεται γραμμικά και λογικά. Ακόμη και οι αναχρονίες της πλοκής, δοσμένες με το συγγραφικό εργαλείο των απαραίτητων αναδρομικών αφηγήσεων …αφενός είναι σχετικά λίγες αφετέρου είναι λογικά ελεγχόμενες και σύντομες, με αποτέλεσμα να μη διαταράσσουν την εξελικτική ομαλότητα της υπόθεσης και να μην απειλούν τη χρονική διαδοχή των περιγραφόμενων γεγονότων. Κάθε επόμενο κεφάλαιο συνδέεται ως εξέλίξη με το προηγούμενο και αυτό επιβεβαιώνεται και από το κύκλιο σχήμα του μυθιστορήματος (στο ξεκίνημα σκιαγραφείται ένας συμβολικός βιασμός, απότοκος αυταρχικής καλλιτεχνικής συμπεριφοράς, και στο κλείσιμο υποβάλλεται ένας κατά κυριολεξίαν βιασμός, παραγόμενος από την ανθρώπινη κτηνωδία αλλά και τη βαριά ιστορική μοίρα). Τα λογοτεχνικά πρόσωπα (που είναι και ιστορικά υπαρκτές προσωπικότητες) μιλούν συχνά και πολύ, εκθέτοντας τις πράξεις και τις σκέψεις τους, πάντα όμως όσα παρουσιάζουν εξαρτώνται από το «είπε», από το «σκέφτηκε» ή από τα ποικίλα συνώνυμά τους, δηλαδή οι έλλογοι κρίκοι της αφήγησης είναι πανίσχυροι και εμφατικά υπογραμμισμένοι.
Το ιστορικό μυθιστόρημα του Φρέντυ Γερμανού χαρακτηρίζεται από υψηλόβαθμη οργανική ενότητα, που εξακτινώνεται από το συγγραφικό και ιστορικό επίκεντρο προς την αφηγηματική περιφέρεια, στο πλαίσιο ενός ευσταθούς λογοτεχνικού σύμπαντος, στο οποίο η συγγραφική αμηχανία δεν έχει καμία θέση…. Το βέβαιο είναι ότι ο Φρέντυ Γερμανός ήξερε να αφηγηθεί μια ιστορία με τρόπο σαγηνευτικό και στα σημεία συναισθηματικής κορύφωσης συναρπαστικό. Ως συγγραφέας ιστορικών μυθιστορημάτων δεν εγκατέλειψε ποτέ τον ερευνητή-δημοσιογράφο (σε ορισμένα σημεία τα λογοτεχνικά πρόσωπα μοιάζει σαν να δίνουν συνέντευξη). Έδωσε βιβλία με οργανική ενότητα και με ύφος καλοδουλεμένο και ακριβόλογο, τα οποία διαβάζονται με αυξανόμενο και αδιάπτωτο αναγνωστικό ενδιαφέρον, και αυτό είναι κάτι που πρέπει να το πιστώσουμε.