Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Κωνσταντία Σωτηρίου, BRANDY SOUL, Εκδόσεις Πατάκη



Γράφει η Αγάθη Γεωργιάδου

«Sour» στα αγγλικά σημαίνει «ξινό». Το νέο μυθιστόρημα της Κωνσταντίας Σωτηρίου με τίτλο Brandy Sour, ωστόσο, δεν είναι ούτε ξινό ούτε στυφό αλλά γλυκόπικρο, όπως η ιστορία της Κύπρου. Είναι ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα που αποτελείται από είκοσι δύο ιστορίες με είκοσι δύο διαφορετικούς αφηγητές και είκοσι δύο συνταγές ποτών, αφεψημάτων και άλλων υγρών (τσάι λεβάντα, κουμανταρία, αφρόζα, τσάι γιασεμί, ζιβανία, αϊράνι, τσάι τριαντάφυλλο, σουμάδα, λικέρ κιτρομηλάκι, δυόσμος κ.ά.). Στον τίτλο δεσπόζει το πιο χαρακτηριστικό ποτό, το Brandy Sour, το γνωστό κυπριακό κοκτέιλ που παρασκευάζεται με κονιάκ, αγκοστούρα και μπόλικο λεμόνι. Ένα ποτό που οφείλεται στον βασιλιά της Αιγύπτου Φαρούκ και το οποίο ετοίμασε για χάρη του τη δεκαετία του 1940 ο μπάρμαν του κοσμοπολίτικου ξενοδοχείου Φόρεστ Παρκ στις Πλάτρες, όταν ο βασιλιάς τού ζήτησε να του φτιάξει κάτι να πιει «που να μη δείχνει πως έχει αλκοόλ […] αντάξιο βασιλιάδων που θέλουν να ξεγελάσουν τον κόσμο» (σ. 15, 17).

Το θέμα του βιβλίου, βέβαια, δεν έχει ακριβώς σχέση με το μπράντι σάουαρ, που χρησιμοποιείται συμβολικά στον τίτλο, ούτε με τον Φαρούκ και το Φόρεστ Παρκ, αλλά με ένα άλλο θρυλικό ξενοδοχείο, το περίφημο Λήδρα Πάλας (το «Μεγάλο ξενοδοχείο» στο βιβλίο), που βρίσκεται στην οδό Λήδρας στη Λευκωσία, κοντά στην Πράσινη Γραμμή, και το οποίο αποτέλεσε στην εποχή του λαμπρό δείγμα της μοντερνιστικής αρχιτεκτονικής. Το περίφημο αυτό ξενοδοχείο χρηματοδοτήθηκε στο μεγαλύτερο μέρος του από τον επιχειρηματία Δημήτριο Ζερπίνη από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και εγκαινιάστηκε στις 8 Οκτωβρίου 1949. Διέθετε 93 δωμάτια, 150 κλίνες, αίθουσες για δεξιώσεις, χώρους για διάβασμα, μπαρ, αίθουσα χορού, κ.ά., και, όπως φαίνεται και στο βιβλίο, φιλοξένησε σπουδαίες προσωπικότητες και διάσημους αστέρες του κινηματογράφου και της μουσικής, σπουδαίες εκθέσεις και πολλές μεγάλες εκδηλώσεις. Ήταν ακόμα διάσημο και για τον μπάρμαν του, που σέρβιρε Brandy Sour.

Το Λήδρα Πάλας είναι ο πρωταγωνιστής του βιβλίου, η ψυχή του. Ενώνει τα νήματα ανάμεσα στις μικροϊστορίες των είκοσι δύο αφηγητών του, αφού όλοι συνδέονται με κάποιον τρόπο και σε κάποιον χρόνο με είκοσι δύο «δωμάτια» του ξενοδοχείου. Καθεμιά από τις είκοσι δύο αφηγήσεις (του βασιλιά, ενός Εβραίου, μιας καμαριέρας, μιας δεσποινίδος, ενός αντάρτη, του ποιητή και του Αρχιεπισκόπου, ενός Τούρκου, ενός ζωγράφου, ενός θυρωρού, ενός κομπάρσου, ενός φωτογράφου, του μετρ, μιας μητέρας, μιας αρραβωνιαστικιάς, του δημάρχου, μιας καθαρίστριας, μιας κόρης, ενός χτίστη, των Οηέδων και ενός γρύπα) ξεδιπλώνει παράλληλα και ένα μέρος από την πικρή ιστορία της Κύπρου, αφού, όπως υποδεικνύει και η συγγραφέας στην προμετωπίδα του βιβλίου, «το τραύμα έχει πάντα μια πατρίδα, ένα χωριό, μια χώρα, ένα σπίτι» (Λίμπυ Τατά Αρσέλ, Με τον διωγμό στην ψυχή, Κέδρος, 2014).

Η ευρηματική της αφήγηση, δοσμένη με τον μοναδικό λογοτεχνικό της τρόπο του «κολάζ μικροϊστοριών», προκαλεί με αθόρυβο κι ανάλαφρο τρόπο στην ψυχή του αναγνώστη βαθιά λύπη.

Στις λαμπρές του μέρες το Λήδρα Πάλας αποτέλεσε σύμβολο του λάιφ στάιλ της εποχής φιλοξενώντας πολλούς ξένους, διπλωμάτες, πριγκίπισσες, κυβερνήτες, ζωγράφους, ποιητές, μουσικούς, ηθοποιούς κτλ. Υπήρξε μάρτυρας της εξέγερσης των Κυπρίων στον Απελευθερωτικό Αγώνα του 1955-59 κατά της βρετανικής κυριαρχίας, στη συνέχεια πέρασε στα χέρια της Αρχιεπισκοπής, «βίωσε» οδυνηρά την τουρκική εισβολή το ’74, φιλοξένησε τις συνομιλίες για το Κυπριακό ανάμεσα στον Κληρίδη και τον Ντενκτάς και έπειτα στέγασε την ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ. Σήμερα αποτελεί οδόφραγμα μεταξύ των δύο κοινοτήτων, έχοντας σχεδόν καταρρεύσει, ένα τραγικό σύμβολο της διαιρεμένης Λευκωσίας και του μοιρασμένου στα δύο νησιού.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η ίδια πικρή ιστορία της Κύπρου, από τον Αγώνα του 1955-59 κατά των Άγγλων ως τα τραγικά γεγονότα της εισβολής του ’74, έχουν ήδη μεταπλαστεί –και συνεχώς μεταπλάθονται– σε σπουδαία λογοτεχνία από σημαντικούς συγγραφείς του κυπριακού και του ευρύτερου ελλαδικού χώρου. Άλλωστε και η ίδια η συγγραφέας του Brandy Sour ασχολήθηκε με τη δραματική ιστορία του τόπου και στα προηγούμενα βιβλία της, στο βραβευμένο μυθιστόρημά της Η Αϊσέ πάει διακοπές (Εκδ. Πατάκη, 2015), έπειτα στο μυθιστόρημα Φωνές από χώμα (Εκδ. Πατάκη, 2017) και στο επίσης βραβευμένο διήγημα/νουβέλα Πικρία χώρα (Εκδ. Πατάκη, 2019). Η διαφορά από λογοτέχνη σε λογοτέχνη και από βιβλίο σε βιβλίο είναι ο τρόπος με τον οποίο το βίωμα μετατρέπεται σε λογοτεχνική αφήγηση. Τόσο η τριλογία που προηγήθηκε όσο και αυτό το βιβλίο της Σωτηρίου έχουν την πρωτοτυπία να υφαίνουν την ιστορική μνήμη μέσα από μεμονωμένες αφηγήσεις γνωστών και άγνωστων προσώπων και να αισθητοποιούν με ποικίλες μυρωδιές και γεύσεις πικρούς συνειρμούς και γλυκόπικρα συναισθήματα. Η ευρηματική της αφήγηση, δοσμένη με τον μοναδικό λογοτεχνικό της τρόπο του «κολάζ μικροϊστοριών», προκαλεί με αθόρυβο κι ανάλαφρο τρόπο στην ψυχή του αναγνώστη βαθιά λύπη όχι πια για την παρακμή του «Μεγάλου ξενοδοχείου», αυτού του πικρού συμβόλου μιας εποχής που πέρασε ανεπιστρεπτί, αλλά για το ενδεχόμενο της κατάρρευσης και των ελπίδων ενός λαού, που ακόμα αναζητά «αγίασμα» για να επουλώσει τις πληγές του.

Πώς, όμως, πετυχαίνει η συγγραφέας να κρατήσει το νήμα της αφήγησης συνδέοντας ένα ξενοδοχείο με τα ποτά και την ιστορία του τόπου; Πέρα από την άμεση ή έμμεση σχέση των σύντομων ιστοριών με το ξενοδοχείο, όλες καταλήγουν σε μια συνταγή που συμπυκνώνει την ουσία της αφήγησης που προηγήθηκε και η οποία συνθέτει τον μύθο με την ιστορία. Μέσα από χαρακτηριστικές κυπριακές γεύσεις, που ανακαλούν στην πλειονότητά τους την αυθεντική κουλτούρα της Κύπρου, ξινές (Brandy Sour, αϊράνι, λεμονάδα), γλυκές (κουμανταρία, σουμάδα, λικέρ κιτρομηλάκι), μυρωδάτες (τσάι γιασεμί, τριαντάφυλλο, ζαμπούκος, ροδόσταγμα, δυόσμος), δύσοσμες (κατούρημα), κοινές (μπίρα, καφές, νερό), αλμυρές (δάκρυα) κ.ά., η συγγραφέας τοποθετεί 22 φορές το δάχτυλο στον τύπο των ήλων, προβάλλοντας έτσι με τον δικό της καινοτόμο τρόπο το ανεπούλωτο τραύμα:

Ζιβανία

Σε μικρό ποτηράκι.
Παγωμένη.
Μπορείς να τη χρησιμοποιήσεις για εντριβές ή 
για να κρατήσεις μέσα της μια μεγάλη καρδιά 
προδομένη.
 (σ. 47)

Και αλλού:

Δυόσμος

Φρέσκος με μπόλικη ζάχαρη και ζεστό νερό
ανακουφίζει τα έντερα.
Ξερός τριμμένος κάνει αφράτα 
τα κεφτεδάκια. 
Φρέσκος, κομμένος το πρωί από το παρτέρι και 
σπασμένος στα δάχτυλα σε γιομίζει κουράγιο. 
Σε κάνει να μυρίζεις όμορφα και να βρεις 
κουράγιο να ενώσεις την πόλη σου.
 (σ. 99)

con sotiriou23Στο νέο της μυθιστόρημα η Κωνσταντία Σωτηρίου, με φρέσκο και δροσερό ύφος σαν τα ποτά της, πλέκει και πάλι τον καμβά της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας, αφήνοντας στον αναγνώστη στο τέλος του βιβλίου ένα πικρό συναίσθημα, το οποίο κανένα αφέψημα, βότανο ή «ιερό νερό» δεν μπορεί να γλυκάνει, εκτός, ίσως, από την καλή λογοτεχνία με τα μοναδικά της φάρμακα.


Γράφει ο Δημήτρης Χριστόπουλος

  • Στις 8 Οκτωβρίου 1949, τέσσερις ιερείς της Φανερωμένης Εκκλησίας κάνουν τον αγιασμό στο ξενοδοχείο Λήδρα Πάλας της Λευκωσίας, που το μεγαλύτερο μέρος της κατασκευής του χρηματοδοτήθηκε από τον Δημήτριο Ζερπίνη, επιχειρηματία από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Με 93 δωμάτια, 150 κλίνες, χώρους για διάβασμα, κυπριακό και αμερικανικό μπαρ, αίθουσα χορού, και αίθουσες για δεξιώσεις και συγκεντρώσεις, το Λήδρα Πάλας, ξεκίνησε να κατακτά τις καρδιές των Κυπρίων και όχι μόνο. Θα γίνει διάσημο για τον μπάρμπαν του Στέλιο Σουρμελή που σερβίρει το γευστικότατο Brandy Sour.
  • Τον Απρίλιο του 1963 πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια του Χίλτον Αθηνών.
  • Τον Μάρτιο του 1967 ο Μισέλ Φουκώ έδωσε μια διάλεξη με τίτλο «Περί αλλοτινών χώρων», ως καλεσμένος από μια λέσχη αρχιτεκτονικών μελετών.
  • Το 1977 κυκλοφόρησε το διάσημο τραγούδι των Eagles “Hotel California”.

Και τον Νοέμβριο του 2022 η Κωνσταντία Σωτηρίου εκδίδει το τέταρτο βιβλίο της με τίτλο ένα κυπριακό κοκτέιλ, το Brandy Sour, ένα μυθιστόρημα επιστροφής και μνήμης, καθώς ο τόπος ενεργοποιεί τη μνήμη και το τραύμα με τρόπο αναστοχαστικό και ψύχραιμο, και με διάθεση μιας συνεχούς και ανοιχτής διερώτησης για το πώς και το γιατί. Αν σκεφτείτε ποια σχέση έχουν όλα αυτά μεταξύ τους, δύσκολα εκ πρώτης όψεως θα δώσετε κάποια λογική ή έστω λογικοφανή εξήγηση.

Ας πιάσουμε το νήμα από το τέλος, μήπως βγάλουμε κάποια άκρη. Το Brandy Sour είναι ένα μυθιστόρημα 22 μικρών κεφαλαίων, με πρωταγωνιστές 22 πρόσωπα τα οποία με τον έναν ή τον άλλο τρόπο εμπλέκονται με τον βίο και την πολιτεία του περίφημου κυπριακού ξενοδοχείου Λήδρα Πάλας, ένα ξενοδοχείο που χτίστηκε το 1949 στο κέντρο της Λευκωσίας με την υπογραφή ενός εβραίου αρχιτέκτονα και υπήρξε η επιτομή της πολυτέλειας και του μοντερνισμού.

Στο ξενοδοχείο συνυπήρχε η μπουρζουαζία της εποχής – πλούσιοι Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, Εγγλέζοι αποικιοκράτες, φαντασμένοι ιεράρχες και υψηλόβαθμοι κληρικοί κ.ά. Στα χρόνια που λειτούργησε φιλοξένησε σπουδαίες προσωπικότητες και σημαντικά γεγονότα, από τον Γιούρι Γκαγκάριν και την πριγκίπισσα Μαργαρίτα, μέχρι την Αλίκη Βουγιουκλάκη.

Εκεί έγινε το δείπνο για την ανακήρυξη της Κυριακής Δημοκρατίας. Το 1974 στον χώρο αυτό διεξήχθη μια από τις φονικότερες μάχες (σκοτώθηκαν οι πρώτοι εθνοφρουροί), ενώ στη συνέχεια στέγασε την ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ. Αργότερα, εκεί έγιναν οι συνομιλίες για το Κυπριακό. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται υπό κατάρρευση.

Την ίδια στιγμή αποτέλεσε το κέντρο των πολιτικών εξελίξεων. Εκεί έγινε το δείπνο για την ανακήρυξη της Κυριακής Δημοκρατίας. Το 1974 στον χώρο αυτό διεξήχθη μια από τις φονικότερες μάχες (σκοτώθηκαν οι πρώτοι εθνοφρουροί), ενώ στη συνέχεια στέγασε την ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ. Αργότερα, εκεί έγιναν οι συνομιλίες για το Κυπριακό. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται υπό κατάρρευση.

Βασικός πρωταγωνιστής στην επιτυχία των Eagles είναι ένα πολυτελές ξενοδοχείο, το “Beverly Hills Hotel” στο Μαλιμπού, που ενέπνευσε τους δημιουργούς του να γράψουν ένα μεξικάνικο ρέγκε, που έμελλε να τυλιχτεί στη συνέχεια σε μια αχλή μυστηρίου λόγω των ψυχεδελικών αναφορών του αλλά και να πουλήσει εκατομμύρια δίσκους. Στο τραγούδι αυτό ένας κουρασμένος ταξιδιώτης σταματά για να αναπαυθεί σε ένα ξενοδοχείο που βρισκόταν στη μέση του πουθενά. Εκεί θα διαπίστωνε ότι, με το που περνούσε το κατώφλι της εισόδου, θα έμπαινε σε έναν άλλον μυστηριώδη κόσμο, κάπως σαν τη ζώνη του λυκόφωτος.

Το εν Αθήναις Χίλτον, που πέρασε από πολλά χέρια ιδιοκτητών, αυτή τη στιγμή δεν λειτουργεί, καθώς βρίσκεται υπό ριζική ανακατασκευή, για να δώσει τη θέση του για να δώσει τη θέση του στο Conrad, με 280 δωμάτια και σουίτες, αλλά και περίπου 50 ιδιωτικές κατοικίες. Στα πρώτα χρόνια λειτουργίας του, φιλοξένησε αρκετές δημοφιλείς προσωπικότητες, όπως αρχηγούς κρατών, καλλιτέχνες και επιστήμονες διεθνούς κύρους. Αποτελούσε πάντα ένα σημείο αναφοράς του διεθνούς τζετ σετ, άλλα και των ίδιων των Αθηναίων. Όπως και το Λήδρα Πάλας, έτσι και το Χίλτον φιλοδόξησε να αποτελέσει ένα αρχιτεκτονικό δείγμα μοντερνισμού.

Ο Γάλλος φιλόσοφος Μισέλ Φουκώ το 1967 γράφει στην Τυνησία ένα δοκίμιο με τίτλο Περί αλλοτινών χώρων, το οποίο διαβάστηκε στη λέσχη αρχιτεκτονικών μελετών, στις 14 Μαρτίου του 1967. Σε αυτή τη διάλεξη, ο Φουκώ επέλεξε να επικεντρωθεί σε ό,τι ονομάζει «χώρους του άλλου». Σε αντίθεση με τις ουτοπίες που είναι εξω-πραγματικές, οι ετεροτοπίες εντοπίζονται στον πραγματικό κόσμο. Έκτοτε, με τον όρο ετεροτοπία ορίζονται διακριτοί κοινωνικοί χώροι, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερες λειτουργίες και πρακτικές. Για τον Γάλλο φιλόσοφο το ξενοδοχείο (του γαμήλιου ταξιδιού) αποτελεί τον μη-τόπο, μιαν απροσδιόριστη γεωγραφικά ετεροτοπία, αποκομμένη από το τοπικό κοινωνικό γίγνεσθαι, από τη στιγμή που υπέρτατος στόχος τίθεται η δημιουργία μιας εξωτικής ατμόσφαιρας ανεξαρτήτως γεωγραφικών συντεταγμένων, ένα φαντασιακό στραμμένο σε τεχνητές τοποθεσίες, ένα κοσμοπολίτικο φαντασιακό χωρίς πραγματική κοινωνική ή πολιτιστική ρίζα, το οποίο προσφέρει μια ιδανική εμπειρία μακριά από το αστικό περιβάλλον, ένα “glocal” (σύμφυρση του παγκόσμιου με το τοπικό), σε τελική ανάλυση.

ledra 2

22 Ιουλίου 1974: Ελληνοκύπριοι στρατιώτες μέσα στο ξενοδοχείο Λήδρα Πάλας κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο. Το ξενοδοχείο Λήδρα Πάλας έγινε το κέντρο των μαχών με τους Ελληνοκύπριους στρατιώτες να κρατούν μέσα στο ξενοδοχείο κατοίκους και δημοσιογράφους.

Το Λήδρα Πάλας συνιστά από μόνο του έναν «μη-τόπο» με την έννοια ότι, ενώ ως χώρος είναι βιωματικά φορτισμένος και πολιτισμικά συνυφασμένος με συγκεκριμένες χρήσεις, μετατρέπεται σταδιακά σε πεδίο επιτέλεσης πολιτισμικών φαινομένων που προέρχονται από άλλους τόπους, βιωματικά και πολιτισμικά αλλότριους με την Κύπρο (Άγγλοι αποικιοκράτες και κυβερνήτες, ξενώνας φιλοξενίας της δύναμης του ΟΗΕ, στη συνέχεια). Σύμφωνα με τον Φουκώ, οι ετεροτοπίες έχουν διαφορετική κοινωνική λειτουργία στην ιστορική διαχρονία. Έτσι, βλέπουμε και το αρχιτεκτονικό κόσμημα της Λευκωσίας να αλλάζει χρήσεις με το πέρασμα του χρόνου, μέχρι που ουσιαστικά «πεθαίνει». Το πολυτελές ξενοδοχείο (σύμβολο τρυφηλότητας) με τις υπέρλαμπρες αίθουσες και την πισίνα παραπέμπει σε ένα σκηνοθετημένο εξωτισμό αλλά και στη φαντασιακή αναπαράσταση μιας άλλης ζωής. Πρόκειται για μια αναίρεση της πραγματικής πολυπολιτισμικής Λευκωσίας μέσω της διαφυγής σε έναν «επίγειο παράδεισο». Η πισίνα/κολύμπα (βλ. εξώφυλλο του βιβλίου) είναι ένας μικρόκοσμος που λειτουργεί ως ανεστραμμένος καθρέφτης της αστικής κοινωνίας, καθώς εκεί όλα επιτρέπονται, ακόμη και ο καταδικαστέος στο αστικό περιβάλλον γυμνισμός.

Το Λήδρα Πάλας λειτούργησε, σύμφωνα με τον Φουκώ, ως χώρος ψευδαισθήσεων: «Όλα τα ποτά του κόσμου είναι εδώ, λάβετε πίετε στο Μεγάλο Ξενοδοχείο, στην υποσχετική, στην αρχή του νέου κόσμου του. Λάβετε, πίετε. Αυτό το κτίριο είναι πλασμένο να ζει και να λάμπει για πάντα». (σ. 136) Και λίγο πιο πάνω: «Η ναυαρχίδα ενός καλύτερου κόσμου».

Στο μυθιστόρημα της Σωτηρίου πρωταγωνιστής είναι λοιπόν το Μεγάλο Ξενοδοχείο, ένα συνεκδοχικό σκηνικό της ίδιας της Κύπρου και γιατί όχι της Μεταπολεμικής Ελλάδας. Ένα σύμβολο τού πολλά υποσχόμενου κοσμοπολίτικου πειράματος, μια μικρογραφία του κυπριακού λαού που μπορεί να συνυπάρχει με τον «άλλο», μα στο τέλος αποτυγχάνει, χωρίζεται, εχθρεύεται, καταρρέει αλλά και προσπαθεί να ανασυγκροτηθεί, έστω υπογείως, με ένα καινούργιο αποχετευτικό σύστημα, αναζητώντας απεγνωσμένα την κυπριακότητά του. Γι’ αυτό και στις 22 ιστορίες του βιβλίου είναι διάχυτη μια ροπή προς τη ρευστότητα και τη συναισθηματική αβεβαιότητα, όπως στο αντίστοιχο τραγούδι των Eagles. Το Λήδρα Πάλας άλλωστε έχει για φύλακες τούς μυθικούς γρύπες, «τέρατα σπουδαία και μυθικά που τρέφονται με μυστικά, ελπίδες και δάκρυα». (σ. 135)

Στο μυθιστόρημα της Σωτηρίου πρωταγωνιστής είναι λοιπόν το Μεγάλο Ξενοδοχείο, ένα συνεκδοχικό σκηνικό της ίδιας της Κύπρου και γιατί όχι της Μεταπολεμικής Ελλάδας. Ένα σύμβολο τού πολλά υποσχόμενου κοσμοπολίτικου πειράματος, μια μικρογραφία του κυπριακού λαού που μπορεί να συνυπάρχει με τον «άλλο», μα στο τέλος αποτυγχάνει, χωρίζεται, εχθρεύεται, καταρρέει...

Στο τέλος, το Λήδρα Πάλας αποκτά ξεκάθαρα ανθρώπινη φύση μέσω της φωνής του Τουρκοκύπριου Χασάν (ίσως η πιο δυνατή ιστορία του βιβλίου) που γεμίζει το στόμα του με άφθες λόγω άγχους, όταν ο υπό κατάρρευση χώρος υποστασιοποιούμενος τού μιλά: «Ο Χασάν ο αγχωμένος δεν ξέρει, δεν μπορεί να καταλάβει ο χτίστης τι θέλει να του πει το μεγάλο σπίτι κι αυτό τον αγχώνει. Τον αγχώνει πολύ. Αυτό που νιώθει είναι πόνος. Δοκιμάζει και πάει ξανά και ξανά, αγγίζει τους τοίχους, κυλιέται στο πάτωμα, σκαρφαλώνει στα παράθυρα. Το κτίριο δεν απαντά». (σ. 123)

Οι τρύπες στους τοίχους γίνονται οι τρύπες από τις άφθες στο στόμα του Χασάν που το κάνουν να αιμορραγεί – κι έτσι το τραύμα, αυτός ο σωματικός και ψυχικός ακρωτηριασμός, σωματοποιείται κυριολεκτικά, με έναν έξοχο τρόπο: «Μια μέρα πηγαίνει στο μπακάλικο και αγοράζει δεκάδες μπουκάλια με έψημα για τα χείλη του, που στάζουν πλέον συνέχεια αίμα. Ένα πρωί περνά το οδόφραγμα, μπαίνει κρυφά στο ξενοδοχείο και ρίχνει στους τρυπημένους τοίχους γαλόνια έψημα. Όταν τον συλλαμβάνουν οι Οηέδες και τον παραδίδουν στους δικούς του, ψιθυρίζει πως μόνο το έψημα μπορεί να βοηθήσει στις τρύπες, μόνο αυτό μπορεί να διώξει τον πόνο». (σ. 124)

sotiriou konstantia

β   Η Κωνσταντία Σωτηρίου γεννήθηκε το 1975 στη Λευκωσία. Είναι απόφοιτος του Τµήµατος Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστηµίου Κύπρου και κάτοχος µεταπτυχιακού στην Ιστορία της Μέσης Ανατολής από το Πανεπιστήµιο του Μάντσεστερ. Εργάζεται ως λειτουργός Τύπου στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δηµοκρατίας. Έχει γράψει τέσσερα μυθιστορήματα. Έχει συµµετάσχει σε ανθολογίες διηγηµάτων και έχει δηµοσιεύσει διηγήµατα και κριτικές βιβλίων σε λογοτεχνικά περιοδικά στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Επίσης, έχει συµµετάσχει σε δύο ανθολογίες στο εξωτερικό: στα αγγλικά, στην ανθολογία All Walls collapse. Stories of separation, Comma Press, 2022 και στα ιταλικά, στο ανθολόγιο για το µικροδιήγηµα στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία Il micro-racconto nella contemporanea letterature greca, Fermenti, 2022. Διηγήµατά της έχουν µεταφραστεί στα αγγλικά, στα ιταλικά, στα δανέζικα, στα τουρκικά, στα ιαπωνικά, στα σερβικά, στα ουκρανικά και σε άλλες γλώσσες. Είναι ιδρυτικό µέλος της λογοτεχνικής οµάδας «Διαβάσεις» που στόχο έχει την προώθηση της κυπριακής λογοτεχνίας στην Κύπρο και στο εξωτερικό.

Είναι αλήθεια, τα τελευταία χρόνια η λογοτεχνία (κυπριακή ή ελλαδική αδιάφορο για μένα) με κυπριακή θεματογραφία έχει πολλαπλασιαστεί, δίνοντας έξοχα δείγματα αποτύπωσης του κυπριακού τραύματος (συμπεριληπτική η χρήση του όρου). Ενδεικτικά, πρόσφατα κυκλοφόρησαν τα βιβλία του Βασίλη Γκουρογιάννη Κόκκινο στην πράσινη γραμμή (α’ έκδοση Μεταίχμιο, 2009· επανακυκλοφόρησε το 2021 από το Μεταίχμιο), του Κώστα Λυμπουρή Αθαλάσσα (Το Ροδακιό, 2021) και Λουίζας Παπαλοΐζου Το βουνί (Το Ροδακιό, 2020), Τι είναι ένας κάμπος (Πόλις, 2021) της Νάσιας Διονυσίου, πεζογραφικά έργα τα οποία επαληθεύουν κατά κάποιο τρόπο αυτό που έχει πει ο Δημήτρης Τζιόβας για το Πουκάμισο του Κένταυρου (1971) του Χριστόφορου Μηλιώνη: «Το βάρος του παρελθόντος και οι μνήμες του είναι σαν το πουκάμισο του Κένταυρου, που οι νέοι του διηγήματος δεν μπορούν να βγάλουν από πάνω τους» – που οι συγγραφείς, θα λέγαμε εμείς, δεν μπορούν να βγάλουν από πάνω τους, από τη στιγμή που αυτή συγκροτεί τις ταυτότητες.

Η Σωτηρίου, με υλικά απλά αλλά αφηγηματικά και γλωσσικά στέρεα και ανθεκτικά, γράφει ένα πολιτικό μυθιστόρημα, διαλεγόμενη «από τα κάτω» (όπως και στα τρία προηγούμενα βιβλία της) με την πρόσφατη ιστορία της ιδιαίτερης πατρίδας της.

Στην εμπεριστατωμένη μελέτη της με τίτλο Λογοτεχνία και τραύμα – Το 1974 στην κυπριακή και ελλαδική λογοτεχνία (Επίκεντρο, 2021), η Βασιλική Σελιώτη επισημαίνει: «Μνήμη και ταυτότητα είναι έννοιες αλληλένδετες, και μια συλλογική ταυτότητα διαμορφώνεται μέσα από τη μνήμη (και αφήγηση) της κοινής ιστορίας, του κοινού παρελθόντος. […] Η κοινή τραυματική μνήμη ενισχύει την αίσθηση της κοινότητας, τον κοινωνικό δεσμό, και ταυτόχρονα ορίζει και οριοθετεί και τις ετερότητες: όλους τους άλλους (όχι μόνο τους θύτες) που δεν υπήρξαν θύματα του εν λόγω τραύματος». (σ. 49 και 50)

patakis sotiriou brandy sourΚαταληκτικά: η Σωτηρίου, με υλικά απλά αλλά αφηγηματικά και γλωσσικά στέρεα και ανθεκτικά, γράφει ένα πολιτικό μυθιστόρημα, διαλεγόμενη «από τα κάτω» (όπως και στα τρία προηγούμενα βιβλία της) με την πρόσφατη ιστορία της ιδιαίτερης πατρίδας της. Γίνεται η ξεναγός του αναγνώστη στο εγκαταλελειμμένο αλλά κατάφορτο από μνήμες ερείπιο της Λευκωσίας, λίγο πιο πέρα από την απαστράπτουσα αλλά αρχιτεκτονικά άχρωμη και μεταμοντέρνα Πλατεία Ελευθερίας (που ύστερα από χρόνια ολοκληρώθηκε).

Αυτό που κάνει ξεχωριστή τη γραφή της δεν είναι τόσο η εκλεπτυσμένη στο εργαστήρι της γλώσσα και οι αφηγηματικές τεχνικές της όσο η σχέση της με το παρελθόν· δεν ρεμβάζει, δεν αναπολεί, δεν νοσταλγεί, δεν κουνάει το δάχτυλο (τα συνήθη ολισθήματα της γραφής). Ρίχνει στο μπουκάλι τον Χρόνο, τον αφήνει να λιαστεί όσο χρειαστεί κι ύστερα τον ανασυγκροτεί σαν έψημα, για να επουλώσει –αφηγούμενη– τις χαίνουσες πληγές ενός παρατεταμένου τραύματος, άρα σύγχρονου, που διαρκώς αιμορραγεί (κυρίως μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων που θα επαναβεβαιώσει τη διαχωριστική γραμμή), κι έτσι να αφυπνίσει τη συλλογική μνήμη που πάντα βασανίζει με τη διαχρονική διάσταση τού σε εξέλιξη δράματος. Στήνει το αυτί της ν’ ακούσει την ίδια τη γη, τους κραδασμούς και τ’ αγκομαχητά της. Το ψυχορράγημά της το ίδιο. Τους νεκρούς, που δεν θέλουν να ξεχάσουν, με λέξεις-ποτά να ξεδιψάσει.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑ ΣΩΤΗΡΙΟΥ Η ΚΕΦΑΛΗ ΤΟΥ ΤΣΑΤΣΓΟΥΕΡΘ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ

Το βιβλίο της Κωνσταντίας Σωτηρίου «Η κεφαλή του Τσατσγουερθ» δεν θα πω απλώς με ξάφνιασε ευχάριστα, θα ομολογήσω ότι μου άρεσε πολύ. Ιδιαίτερα η προφορικότητα του λόγου, το κυπριακό ιδίωμα με λέξεις μελωδικές, παράξενες, εκείνες οι ωραίες αρχαιοελληνικές ρηματικές καταλήξεις, ο συνδυασμός της πρωτοπρόσωπης με την τριτοπρόσωπη αφήγηση που εισάγει μιαν ευρύτερη οπτική. Εκείνο το εισαγωγικό κεφάλαιο-ποίημα της Γένεσεως!
Τα οκτώ από τα Εννέα κεφάλαια του βιβλίου ονομάζονται από τα μεταλλικά στοιχεία: σιδηροπυρίτης, χαλκός, χρυσάφι, σίδηρος, ασήμι, αμίαντος, κασσίτερος, ψευδάργυρος και τι ένατο «αγιώματα». Ενδιάμεσα όμως με πλάγια γραφή έχουμε έξι ακόμα κεφάλαια που φέρουν τους τίτλους: γένεσις, τα τέσσερα γένη του ανθρώπου, η κεφαλή του Τσάτσγουερθ, τα πήλινα πλοία του Αγαμέμνονα, Μηναλλάγια, κοστέσσερα πεθερά και ο χαμός τους κορούς.
Χαρακτηριστικά αποσπάσματα
«και είπεν ο Θεό να εξέλθουν από τα ύδατα τα ερπετά να περπατήσουν, και τα πετεινά κατά το στερέωμα του ουρανού να πετάξουν και γέμισαν η θάλασσα ψάρια και Αμματάδες και Βελονίδες και 
Βόππες και Καραγκίδες που εκολύμπησαν, και γέμισαν ο ουρανός στην νήσου πετούμενα και εγέμισεν με Σκαλιφούρτα και Τρυπομάζην και Κίσσες και Πεμπέτσους και Δεντροβάτες και Φραγκολίνες και Κοστέσσερα Πεθερά, και κατοίκησαν αυτά τις θάλασσες και κατοίκησαν τον ουρανό της νήσου και τα ευλόγησε αυτά ο Θεός να αυξάνονται και να πληθύνονται, να πλημμυρίσουν την θάλασσα και τους ουρανούς, να γεμίσει ο τόπος ο ξερός κοχύλια και ζωντανά, και έγινε δείλις και έγινε πρωί και ετελείωσε και η μέρα η πέμπτη».

«Εσένα ο Νικολής σου, και έμειναν στο σπίτι οι κόρες, έφυγε ο Σαββάκης μου και πήγε στην άλλη μάνα να τον μεγαλώσει και δεν ερχόταν στην ποδιά μου για χαϊδέματα, εσένα ο Νικολής σου, ύπνο δεν χόρτασα, τα παιδιά μου δεν χόρτασα, την ζωή μου δεν χόρτασα, ήρθε και έγινε ο κόσμος και γέρασα και ακόμα τίποτε δεν χόρτασα».
«Έτσι μας έλεγαν η γιαγιά, που εμαράζωνε πολλά με την ιστορία του Κινύρα και που, μετά που εγίνηκεν όλο αυτό το κακόν, επήρεια απόφαση κι άφησε και τον ναό και να είναι ιέρεια και εγκατέλειψε τον θεό και εκατέβηκε σε ένα χωριό και εβρήκεν και παντρεύτηκε τον παππού, και έγιναν μάνα και έκανεν παιδιά και επαράτησεν και τον Απόλλωνα και το ιερό και την Αφροδίτη, διότι έλεγεν, δεν είναι να του έχεις εμπιστοσύνη. Ό,τι και να κάμει του Θεού θα σε βρει, αν το θέλει η μοίρα, το κακόν. Και το μόνο που μένει εις τον άνθρωπο είναι να έχει καλά ύστερινά, να έχει τέλος καλό και να πεθανίσκει γέρος και μακάριος κι ευτυχισμένος».

Η κεφαλή του Τσάτσγουερθ» της Κωνσταντίας Σωτηρίου (κριτική) – Μυθιστόρημα με στοιχεία ιστορικής και λαογραφικής έρευνας
i kefali tou tsatsgouerth kentriki 1

Για το μυθιστόρημα της Κωνσταντίας Σωτηρίου «Η κεφαλή του Τσάτσγουερθ» (εκδ. Πατάκη).

Γράφει ο Μάνος Κοντολέων

Κύπρια πεζογράφος της νέας γενιάς, η Κωνσταντία Σωτηρίου έχει ήδη κατακτήσει μια θέση ιδιαιτέρως αξιόλογη τόσο εντός των κύπριων πεζογράφων, όσο και των εκ του ελλαδικού χώρου προερχομένων συγγραφέων. Με το πέμπτο της βιβλίο, Η κεφαλή του Τσάτσγουερθεπιβεβαιώνει κατά κάποιον τρόπο τους θεματικούς της άξονες, όπως και τη δόμηση των λογοτεχνικών της έργων.

patakis sotiriou i kefali tou tsatsgoyerth

Η Κύπρος του σχετικά πρόσφατου χθες είναι το πεδίο όπου η Σωτηρίου αναζητά τα θέματά της. Και μέσα από μια χαλαρή μυθιστορηματική εξιστόρηση επιχειρεί να φωτίσει τη μετεξέλιξη της ταυτότητας ενός τόπου – από παλιούς μύθους και πολύπλοκες ιστορικές εξαρτήσεις, σε κοινωνικές αναταραχές, εθνικές διεκδικήσεις και οικονομικές ανατροπές.

Το νέο της αυτό μυθιστόρημα έχει ως «εναρκτήριο λάκτισμα» τις πριν από μερικά χρόνια δολοφονίες αλλοδαπών γυναικών που είχαν πάει στην Κύπρο για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως οικιακοί βοηθοί. Δολοφονίες που συντάραξαν την κοινή γνώμη και που έφεραν κατά κάποιο τρόπο στην επιφάνεια την κάπως «αγνοημένη» άποψη πως το νησί είναι πλέον με πολλαπλούς τρόπους μέρος μιας παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας.

Οι ντόπιοι κάτοικοι από αγρότες και εργάτες -και μάλιστα κάτω από ένα αποικιοκρατικό ζυγό- έχουν μετατραπεί σε αστούς -πολίτες μιας ανεξάρτητης δημοκρατίας- και είναι αυτοί που τώρα πλέον μισθώνουν ξένο εργατικό δυναμικό για να φροντίσει τα ανήμπορα γονικά τους.

Ένας κοινός τόπος μαρτυρίου του κάθε εργαζόμενου, που τελικά παίρνει τη θέση του μέσα στην ιστορία και τους μύθους του τόπου.

Μια υπέργηρη γυναίκα είναι η βασική αφηγήτρια αυτού του μυθιστορήματος. Ζει σε ένα χωριό μόνη. Η ανημποριά της λόγω γήρατος έχει αναγκάσει τα παιδιά της (που μένουν στην πόλη) να προσλάβουν μια Φιλιππινέζα να την προσέχει και να την συντροφεύει. Αλλά οι δυο γυναίκες δεν θα καταφέρουν να έχουν μια ουσιαστική επικοινωνία. Η ξένη με το βλέμμα στραμμένο στους δικούς της, η ντόπια με τη δική της παλιά καθημερινότητα -τη σκληρή ζωή που έζησε ως γυναίκα ανθρακωρύχου- να κλωθογυρίζει στις αναμνήσεις της.

Κι όμως κάτι τις ενώνει: ο τόπος του παλιού ανθρακωρυχείου. Το μέρος που διέλυσε τα πνευμόνια των εργατών, μα και ο χώρος όπου θα έχουν βρεθεί τελικά τα πτώματα των εξαφανισμένων γυναικών. Ένας κοινός τόπος μαρτυρίου του κάθε εργαζόμενου, που τελικά παίρνει τη θέση του μέσα στην ιστορία και τους μύθους του τόπου. Και εδώ ακριβώς η Κωνσταντία Σωτηρίου επιβεβαιώνει την άποψη πως συγγραφικά την ενδιαφέρει να συνθέτει ιστορίες που με άνεση θα κυκλοφορούν ανάμεσα στα χρόνια. Στην ουσία μεταφέρει την Ιστορία προς τη μεριά των απλών ανθρώπων και έτσι φωτίζει το παρελθόν μέσα από τις αφηγήσεις μικρών ιστοριών. Γιατί βέβαια αυτό που ήταν και είναι ένας τόπος μόνο όσοι τον ζήσανε μπορούν να τον περιγράψουν.

politeia deite to vivlio 250X102

Η γλώσσα

Κάτι τέτοιο είχε επιτυχώς επιχειρήσει και με τα προηγούμενα έργα της, κάτι παρόμοιο συνθέτει και τώρα. Αλλά οι ιστορίες υλοποιούνται με λέξεις. Με λέξεις και φράσεις ένας συγγραφέας σχηματίζει το απολύτως προσωπικό του αποτύπωμα. Στην περίπτωση της Κωνσταντίας Σωτηρίου έχουμε να κάνουμε με μια γλώσσα που ξέρει να συνδυάζει παλιές δομές και ξεχασμένες λέξεις με την εξιστόρηση μιας σημερινής ιστορίας. Η Κωνσταντία Σωτηρίου είναι ολοφάνερο πως δίπλα -αν όχι και παραπάνω- στην αναφορά του παρελθόντος της πατρίδας της, τοποθετεί το πάθος της για την γλωσσική υπόσταση των γραπτών της. Συνδέει τις φράσεις μεταξύ τους με τέτοιον τρόπο που ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει τη μουσικότητα που διακρίνει και την προφορική κυπριακή εκφορά του λόγου:

«…και μερικές φορές σκέφτομαι πως είμαι πολύ παλιά ακόμα και για να πεθάνω, ότι με ξέχασε εμένα ο χάρος σε τούτο το χωριό, ήρθε τόσες φορές ο χάρος σε τούτο το χωριό, που βαρέθηκε να έρθει ξανά και με έχει ξεχάσει, οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους, έλεγε η μάνα μου, κι έκανε στον αέρα τον αόρατο σταυρό, οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους. Χαζομάρες και βλακείες, οι πεθαμένοι μένουν πάντα με τους ζωντανούς και τους στοιχειώνουν μέχρι να τους πάρουν κι αυτούς κοντά τους, αν έμαθα κάτι από τη ζωή μου, είναι αυτό» (σελ. 21)

Η κεφαλή του Τσάτσγουερθ είναι ένα λογοτεχνικό κείμενο που αποφεύγει μια κλασική μυθιστορηματική αφήγηση, χρησιμοποιεί στοιχεία ιστορικής και λαογραφικής έρευνας, φέρνει κοντά ανθρώπους με διαφορετικές καταβολές, τελικά πείθει πως ό,τι υπήρξε συνεχίζει να υπάρχει, φτάνει μοναχά κάποιος να τολμά όχι μόνο να μην το λησμονεί, αλλά και να το ανασκαλεύει.

* Ο ΜΑΝΟΣ ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ είναι συγγραφέας. Τελευταίο του βιβλίο, το μυθιστόρημα «Σαν Μήδεια» (εκδ. Πατάκη).


Δυο λόγια για τη συγγραφέα

Η Κωνσταντία Σωτηρίου γεννήθηκε στη Λευκωσία. Είναι απόφοιτος του Τµήµατος Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστηµίου Κύπρου και κάτοχος µεταπτυχιακού στην ιστορία της Μέσης Ανατολής από το Πανεπιστήµιο του Μάντσεστερ. Εργάζεται στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δηµοκρατίας.


Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

Θοδωρής Τσομίδης, Η γέννα, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ



Για το βιβλίο του Θοδωρή Τσομίδη «Η γέννα, μια ιστορία σε τρεις εποχές», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη. Στην κεντρική εικόνα, μέρος από το γλυπτό «Ο Απόλλων και η Δάφνη» (1622-25) του Gian Lorenzo Bernini.

Γράφει η Χριστίνα Μουκούλη

Βρισκόμαστε στην Ιταλία, στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα. Ο Έζρα γεννιέται εννιά μήνες μετά από την αδερφή του, η οποία πεθαίνει λίγες μέρες μετά τη γέννησή της. Ο πόνος για την απώλεια του πρώτου παιδιού σκεπάζει το σπίτι, και η ατμόσφαιρα, όσα χρόνια κι αν περάσουν, είναι βαριά. Κανείς δεν μιλάει για το γεγονός αυτό, όμως η σκιά του παραμονεύει σε κάθε γωνιά του σπιτιού, ο αφανέρωτος πόνος κρατάει ζωντανή την απουσία εκείνου του μωρού, και δεν αφήνει κανένα μέλος της οικογένειας να νιώσει χαρά.

patakis tsomidis genna

Η ενήλικη ζωή με τα σημάδια ενός μεγάλου έρωτα

Παρίσι, 1920. Η πόλη παρέχει στους κατοίκους της ξέφρενη διασκέδαση. Υπάρχει «η ψευδαίσθηση ότι τα πάντα είναι πιθανά και μπορούν να συμβούν ανά πάσα στιγμή». Ο νεαρός Έζρα γνωρίζει τη Σελέστε, μια όμορφη πόρνη και την ερωτεύεται. Εκείνη είναι ένα πλάσμα πρωτεϊκό, η έλξη που του ασκεί είναι ωμή και ανεπεξέργαστη, ξυπνάει μέσα του μια ακόρεστη λαγνεία. Η Σελέστε γίνεται καθρέφτης της επιθυμίας του, είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμη να πάρει τη μορφή που της ζητάει. Η σχέση τους εξελίσσεται, φεύγουν μαζί από την πόλη και προσπαθούν να οργανώσουν τη ζωή τους. Μια αναπάντεχη εγκυμοσύνη έρχεται να ολοκληρώσει την ευτυχία τους. Όμως, όσο πλησιάζει η ώρα της γέννας, ένας διάχυτος φόβος κατατρύχει τις σκέψεις τους. Θα καταφέρει αυτό το παιδί να γεννηθεί υγιές και να επιβιώσει; Θα καταφέρει εκείνη να πάρει πάνω από τον Έζρα τον θάνατο και να στεγνώσει τα δάκρυα από τα οποία είναι γεμάτη η ψυχή του;

tsomidis theodoros

Ο Θοδωρής Τσοµίδης γεννήθηκε το 1994 στη Θεσσαλονίκη. Έχει µεταφράσει έργα των Φραντς Κάφκα, Όσκαρ Ουάιλντ, Αλβέρτου Σβάιτσερ, Έντµουντ Μορέλ, καθώς και τις προκηρύξεις της οργάνωσης Λευκό Ρόδο. Σπούδασε Nοµικά. Διδάσκει Δίκαιο Ανθρωπίνων Δικαιωµάτων στη Νοµική Σχολή του Λάιντεν της Ολλανδίας. Η Γέννα (Εκδόσεις Πατάκη, 2024) είναι το πρώτο του βιβλίο. 

Η ώριμη ηλικία και η αίσθηση του ανολοκλήρωτου

Μετά το τέλος του πολέμου, και μέσα σε ένα κλίμα γενικευμένης συμφοράς, ο Έζρα περιπλανιέται μόνος πλέον στις άδειες, κατεστραμμένες πόλεις της Ιταλίας, αναζητώντας την παλιά του αγαπημένη. Κι αφού εκείνη δεν μπόρεσε να του χαρίσει αυτό που λαχταρούσε περισσότερο, αποφασίζει να της το χαρίσει εκείνος.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης, δεν μαθαίνουμε πολλά για τον ήρωα και την οικογένειά του. Δεν ξέρουμε την ακριβή του ηλικία, δεν ξέρουμε το επάγγελμά του, την οικονομική του κατάσταση, τον ακριβή τόπο της γέννησής του. Ούτε για τους γονείς του έχουμε αντίστοιχες πληροφορίες. Εκείνο που ξέρουμε είναι το πώς νιώθει. Γινόμαστε κοινωνοί της θλίψης που βαραίνει το σπίτι του μετά την απώλεια της αδερφής του. Νιώθουμε τα βάθος του έρωτά του για την όμορφη Σελέστε, τον ηλεκτρισμό που υπάρχει μεταξύ τους, την ένταση των συναισθημάτων τους. Μαζί με τη ρευστότητά τους.

Σε κάθε φάση της ζωής του Έζρα, μια γέννα έρχεται να καθορίσει τη συνέχεια, την τροπή που θα πάρουν τα πράγματα, να χρωματίσει ή να σκοτεινιάσει τη ζωή των ηρώων. Γιατί «μια γέννα είναι πάντοτε μια δύσκολη υπόθεση. Η κοιλιά μιας γυναίκας εγκυμονεί το βαθύτερο πένθος και την απόλυτη ευτυχία συνάμα».

Το βιβλίο μιλά για την απώλεια, που γίνεται συχνά τροχοπέδη, για το πένθος, που σημαδεύει ανεξίτηλα κάποιες ζωές, για τον έρωτα, που, άλλοτε είναι γενναιόδωρος κι άλλοτε οδυνηρός...

Το βιβλίο μιλά για την απώλεια, που γίνεται συχνά τροχοπέδη, για το πένθος, που σημαδεύει ανεξίτηλα κάποιες ζωές, για τον έρωτα, που, άλλοτε είναι γενναιόδωρος κι άλλοτε οδυνηρός, για το άλγος της αγάπης, για τη δυσκολία αποδοχής του τέλους και την ανάγκη επινόησης μιας νέας αρχής, παράδοξης, ουτοπικής, εκκεντρικής, αλλά ταυτόχρονα πολύ προσωπικής, αναγκαίας και εν τέλει λυτρωτικής.

Ο συγγραφέας δημιουργεί μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, η οποία περιβάλλεται από μια αχλή λύπης απτή, συμπαγή, ευδιάκριτη και υποβλητική. Πρωτοπρόσωπη αφήγηση με εγγυημένη αμεσότητα, γρήγορος ρυθμός, ελλειπτικότητα στην παράθεση πληροφοριών. Έντονος ερωτισμός, που δεν αγγίζει ποτέ τη χυδαιότητα. Και πινελιές υπερβατικού στοιχείου, που απογειώνουν το κείμενο. Μια γραφή που σε συνεπαίρνει από τις πρώτες γραμμές της ανάγνωσης. 

*Η ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΜΟΥΚΟΥΛΗ είναι εκπαιδευτικός. 

Απόσπασμα από το βιβλίο

«Στο σπίτι μας δεν έγινε ξανά γιορτή. Τα σπίτια που τα ‘χει επισκεφτεί η συμφορά δε λησμονούν ποτέ την παρουσία της. Κρέμεται παντοτινά πάνω απ’ τα κεραμίδια και τις στέγες τους, υπενθυμίζοντας σε κάθε αναπάντεχη τροπή τον πόνο που κάποτε αποσιωπήθηκε. Το πένθος είναι πάντοτε μια πράξη τέλεια.»


Θοδωρής Τσομίδης, Η Γέννα: Ένα μυθιστόρημα που συνομιλεί με στίχους ενός «αμφιλεγόμενου» ποιητή

«Μια ιστορία σε τρεις εποχές» είναι ο υπότιτλος του μυθιστορήματος «Η γέννα», του Θοδωρή Τσομίδη, (εκδόσεις Πατάκη). Τρεις εποχές Γραφής; Εποχές κόλασης ή paradiso; Η ιστορία ξεκινά Νοέμβρη του 189…, σ’ έναν τόπο που δεν ονομάζεται (θα μπορούσε να είναι ένα οποιοδήποτε χωριό ή κωμόπολη της Ευρώπης ή της Αμερικής). Εκεί γεννιέται ένα αγόρι, ο Έζρα. Έρχεται στη ζωή, εννιά μήνες ακριβώς μετά τον θάνατο της νεογέννητης αδερφής του: «Γεννήθηκα εννιά μήνες αφού θάψαν το μωρό. (…) Ίσως οι γονείς μου σμίξανε το πρώτο κιόλας βράδυ που φύγανε οι γιατροί. Το υγρό χώμα κάτω απ’ τα νύχια του πατέρα. Ίσως το χώμα αυτό να έσπειρε τη μήτρα που με γέννησε.» Μαύρο χώμα και υγρά μήτρας: η συνταγή της γης.

«Γεννήθηκα καταμεσής της συμφοράς. Ένα επεισόδιό της. Μια ανακωχή της συμφοράς». Ο Έζρα μεγαλώνει μέσα στο πένθος, («Το πένθος είναι πάντοτε μια πράξη τέλεια»,) την απώλεια, τη ματαίωση. Την απουσία. «Ο πατέρας ήταν πολύ κουρασμένος, ιδίως τα βράδια. Στεναχωριόμουν να βλέπω τον πατέρα μου τόσο αφηρημένο». Συχνά, το βλέμμα του πατέρα «κοιτούσε το κενό», ενώ η μάνα κάλυπτε καθρέφτες με σεντόνια, κι άηχες θρηνωδίες κι ολοφυρμοί φώλιαζαν μες στις ρωγμές των τοίχων, ή κάτω από τα κεραμίδια και την στέγη του σπιτιού… Έτσι ο Έζρα φεύγει μακριά από το σπίτι.

Ξενιτεύεται. Φθάνει στο Παρίσι του 192…. Εκεί, σε ένα μπορντέλο γνωρίζει την νεαρή πόρνη Σελέστε· τα μάτια της είχαν το χρώμα του ουρανού: σιέλ. Το πάθος της ίσως να ήταν όμοιο με εκείνο της Σεμέλης, της μάνας του Διονύσου, ίσως η Σελέστε να θύμιζε «νύμφη των δασών». Αρχικά ο Έζρα την περιφρονεί. «Περιφρονούσα την φτήνια και τον ξεπεσμό που η ομορφιά της αδυνατούσε να συγκαλύψει. (…) Και φαντάζομαι πως εξίσου περιφρονούσε και αυτή κάθε άντρα που περνούσε τα βράδια του στο σπίτι της Μαντάμ». Το σμίξιμό τους, «άγριο, πεινασμένο κι ωστόσο πάντοτε θλιμμένο».

«Η γέννα», του Θοδωρή Τσομίδη

Να αγάπησε άραγε, τον Έζρα, η Σελέστε; «Η Σελέστε με αγαπούσε πέρα από κάθε αμφιβολία. Μόνο η αγάπη θα μπορούσε να γεννήσει μίσος όμοιο με εκείνο που αντίκρισα στα μάτια της πόρνης που σοδομίστηκε από έναν Γραικό αμαξά». Ο Έζρα και η Σελέστε φεύγουν μαζί για την Ιταλία. Βρίσκονται σ’ ένα μουσείο. Και μαζί τους βρισκόμαστε κι εμείς σε κάποιες από τις πιο μαγικές σελίδες ετούτου του βιβλίου. Οι δυο εραστές θα σταθούν αντίκρυ στο άγαλμα του Πλούτωνα και της Περσεφόνης, αντίκρυ στο γλυπτό του Απόλλωνα που κυνηγά τη Δάφνη. Garofani. Ολόγυρά μας πέταλα garofani πετούν. Και μια πεταλούδα. Farfalla.

ADVERTISEMENT

O Έζρα σκέφτεται για την γλυπτική: «…η πιο αδικημένη τέχνη. Η πιο επίπονη, η πιο χρονοβόρα, και ωστόσο απαιτεί από τον θεατή λιγότερο χρόνο από ό,τι η ανάγνωση ενός βιβλίου, η παρακολούθηση μιας θεατρικής παράστασης ή ενός κονσέρτου». Κι έπειτα οι δυο εραστές φωτογραφίζονται στη σκιά ενός αιγυπτιακού οβελίσκου, στέκονται μπροστά στην Πυραμίδα του Κέστιου, και η Σελέστε γελώντας λέει: «Ξανά η Αίγυπτος…» . Μέρες, μήνες αργότερα, η Σελέστε κυοφορεί το παιδί του Έζρα. Χρόνους μετά, χρόνους πολέμου, ο Έζρα κυοφορεί το παιδί της Σελέστε. Άραγε ποιο παιδί θα γεννηθεί;

Ένας γρίφος το μυθιστόρημα του Θοδωρή Τσομίδη; Ένα μυθιστόρημα που συνομιλεί με στίχους ενός «αμφιλεγόμενου» ποιητή. Ο συνονόματος του ποιητή ήρωας περνά από μέρη όπου έζησε ο Πάουντ: Παρίσι, …, Σαντ’ Αμπρότζιο… Και ίσως αφήνει κάποια garofani στον Τάφο του .

ΣΧΟΛΙΑ ΑΙ

Το βιβλίο «Η γέννα: Μια ιστορία σε τρεις εποχές» είναι το πρώτο πεζογραφικό έργο του Θοδωρή Τσομίδη, το οποίο κυκλοφόρησε το 2023 από τις Εκδόσεις Πατάκη.

Βασικά Στοιχεία του Βιβλίου

Θεματολογία: Το έργο πραγματεύεται το δίπολο έρωτα και θανάτου, εστιάζοντας σε τρεις γενιές και τρεις διαφορετικές εποχές.

Πλοκή: Η αφήγηση ακολουθεί «τρεις ζωές στη σκιά του θανάτου», ξεκινώντας από το πένθος και την απώλεια για να καταλήξει στην έννοια της «γέννησης» μέσα από τη μνήμη και τη γραφή.

Διακρίσεις: Το βιβλίο τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα 2025 (ανακοινώθηκε τον Φεβρουάριο του 2026), ωστόσο ο συγγραφέας προκάλεσε αίσθηση αρνούμενος να το αποδεχτεί. 

Χαρακτηριστικά Έκδοσης

Σελίδες: 136.

Είδος: Ελληνική πεζογραφία / Νουβέλα.

Συγγραφέας: Ο Θοδωρής Τσομίδης είναι επίσης γνωστός ως μεταφραστής έργων σημαντικών κλασικών δημιουργών, όπως ο Κάφκα και ο Όσκαρ Ουάιλντ. 


Ακριβώς έτσι. Στο έργο του Θοδωρή Τσομίδη, η έννοια της «γέννας» ανατρέπεται και δεν συμβολίζει την ελπίδα ενός νέου ξεκινήματος, αλλά γίνεται το επίκεντρο όπου συγκρούονται η ζωή με τον θάνατο. 

Σύμφωνα με την κριτική ανάλυση και τα στοιχεία του βιβλίου:

Η Γέννα ως Πένθος: Ο ίδιος ο συγγραφέας έχει δηλώσει χαρακτηριστικά πως «τον γέννησε το πένθος». Στην ιστορία, η εγκυμοσύνη της ηρωίδας (Σελέστε) αντί για χαρά φέρνει στον σύντροφό της (Έζρα) την επιστροφή της απώλειας και της ενοχής, μετατρέποντας τον έρωτα σε «πόλεμο».

Η Κυριαρχία του Παρελθόντος: Το παρελθόν στοιχειώνει το παρόν των ηρώων. Η αφήγηση κινείται γύρω από τρεις εποχές (όπως το Παρίσι του 1920), δείχνοντας ότι οι χαρακτήρες ζουν διαρκώς «στη σκιά του θανάτου».

Η Ματαίωση του Μέλλοντος: Η νέα ζωή που έρχεται δεν λειτουργεί λυτρωτικά. Αντιθέτως, η κριτική στο Fractal επισημαίνει ότι «η κοιλιά μιας γυναίκας εγκυμονεί το μεγαλύτερο πένθος», υπογραμμίζοντας πως ο θάνατος είναι αυτός που τελικά «εξουσιάζει τη ζωή» στο συγκεκριμένο σύμπαν.

Υπαρξιακό Αδιέξοδο: Η γραφή του Τσομίδη, επηρεασμένη από τον Κάφκα και τον Χειμωνά, εστιάζει στη «δυστοκία της αγάπης» και στη ματαιωμένη ανάγκη για λύτρωση, καθιστώντας τη γέννα μια πράξη που ανατροφοδοτεί τον κύκλο της οδύνης αντί να τον σπάει. 

Θα σε ενδιέφερε να δούμε πώς αυτή η απαισιόδοξη οπτική επηρεάζει την εξέλιξη των χαρακτήρων στις τρεις διαφορετικές εποχές του βιβλίου;

Οι απαντήσεις AI μπορεί να περιλαμβάνουν λάθη. Μάθετε περισσότερα





Ναι, αυτό είναι το κεντρικό δραματικό σημείο που σφραγίζει το βιβλίο. Η πράξη της Σελέστε δεν είναι μια κίνηση εκδίκησης, αλλά μια πράξη απελπισμένης «λύτρωσης» μέσα στο σκοτεινό ψυχολογικό τοπίο του έργου.

Συγκεκριμένα, η Σελέστε συνειδητοποιεί τα εξής:

Το αθεράπευτο πένθος: Αντιλαμβάνεται ότι ο Έζρα είναι τόσο βαθιά βυθισμένος στην απώλεια και το παρελθόν, που ακόμα και ο ερχομός ενός παιδιού δεν μπορεί να τον «θεραπεύσει». Το έμβρυο θεωρείται ότι θα γεννηθεί ήδη «στοιχειωμένο» από τη θλίψη του πατέρα του [1, 2].

Η «κάθαρση» μέσω του θανάτου: Η σκέψη της ότι δεν μπορεί να «αφαιρέσει τα δάκρυα από την ψυχή του» την οδηγεί στην τραγική απόφαση ότι η μόνη διέξοδος είναι η διακοπή. Προκαλώντας τον θάνατο του εμβρύου, επιλέγει να σταματήσει τη συνέχεια μιας ζωής που την προορίζει να ζήσει μέσα στο πένθος [1, 2].

Η ανατροπή του ρόλου της μητέρας: Στο σύμπαν του Τσομίδη, η μητέρα δεν γίνεται φορέας ζωής αλλά το όργανο που επιστρέφει το ον στη μη-ύπαρξη, επιβεβαιώνοντας ότι ο θάνατος έχει τον τελευταίο λόγο πάνω στον έρωτα [1].

Είναι μια σκηνή που αποτυπώνει την απόλυτη υπαρξιακή μοναξιά και τη ματαιότητα της προσπάθειας να σωθεί κανείς μέσω ενός άλλου ανθρώπου.

Θέλεις να αναλύσουμε αν αυτή η επιλογή της Σελέστε αποτελεί την τελική ήττα του Έζρα ή μια μορφή βίαιης αποδέσμευσης από το παρελθόν του;

Παρέχεται μόνο για σκοπούς πληροφόρησης. Για ιατρικές συμβουλές ή διάγνωση, συμβουλευτείτε έναν επαγγελματία του χώρου. Οι απαντήσεις AI μπορεί να περιλαμβάνουν λάθη. Μάθετε περισσότερα





στο τρίτο μέρος του βιβλίου, η «εγκυμοσύνη» του Έζρα δεν είναι βιολογική, αλλά μια καθαρά συμβολική και μεταφυσική γέννα που προκύπτει ως εξής:

Η Ωρίμανση μέσω της Συντριβής: Η επιλογή της Σελέστε δεν «ωριμάζει» τον Έζρα με την παραδοσιακή έννοια της βελτίωσης. Αντίθετα, τον διαλύει ολοκληρωτικά, οδηγώντας τον στην απόλυτη συνειδητοποίηση ότι η ζωή και ο θάνατος είναι αδιάσπαστα. Η ωριμότητα εδώ ταυτίζεται με την αποδοχή του κενού.

Η Εγκυμοσύνη του Λόγου: Ο Έζρα στο τέλος «εγκυμονεί» την ίδια την ιστορία. Η κοιλιά του που φουσκώνει συμβολίζει τη γέννηση του βιβλίου. Το πένθος και η απώλεια μεταβολίζονται σε δημιουργία.

Η Αντιστροφή των Ρόλων: Εφόσον η γυναίκα (Σελέστε) αρνήθηκε τον ρόλο της ως φορέας ζωής για να σταματήσει τη διαδοχή του πόνου, ο άνδρας (Έζρα) αναλαμβάνει να «γεννήσει» τη μνήμη. Είναι μια πνευματική κύηση [1].

Η Γραφή ως Λύτρωση: Η «νέα ζωή» που προκύπτει δεν είναι ένα βρέφος, αλλά το ίδιο το κείμενο που διαβάζουμε. Ο Έζρα γεννά τις λέξεις που θα κρατήσουν ζωντανή τη Σελέστε και το χαμένο παιδί, μετατρέποντας το τραύμα σε τέχνη.

Ουσιαστικά, ο Τσομίδης προτείνει ότι η μόνη γέννα που δεν οδηγεί στον θάνατο είναι η γέννηση του έργου τέχνης [2].

Θα ήθελες να σταθούμε περισσότερο στον τρόπο που ο θάνατος γίνεται τελικά η «μήτρα» της δημιουργίας στο κλείσιμο της νουβέλας;

Παρέχεται μόνο για σκοπούς πληροφόρησης. Για ιατρικές συμβουλές ή διάγνωση, συμβουλευτείτε έναν επαγγελματία του χώρου. Οι απαντήσεις AI μπορεί να περιλαμβάνουν λάθη. Μάθετε περισσότερα





στο σύμπαν του Τσομίδη, ο θάνατος δεν είναι το τέλος, αλλά η πρώτη ύλη της δημιουργίας. Η «μήτρα» της τέχνης ενεργοποιείται μόνο όταν η πραγματική ζωή έχει ακυρωθεί.

Η διαδικασία αυτή εξελίσσεται σε τρία επίπεδα:

Ο Θάνατος ως Γονιμοποίηση: Η απώλεια του παιδιού και η φυγή της Σελέστε λειτουργούν ως ο «σπόρος». Ο Έζρα δεν θα μπορούσε ποτέ να γράψει (να «γεννήσει») αν δεν είχε προηγηθεί η απόλυτη στέρηση. Η δημιουργία εδώ είναι μια πράξη απελπισίας που αντικαθιστά τη βιολογική συνέχεια.

Η Μεταστοιχείωση του Πόνου: Ο Τσομίδης δείχνει ότι ο καλλιτέχνης «κυοφορεί» το τραύμα του. Η εγκυμοσύνη του Έζρα στο τρίτο μέρος συμβολίζει την περίοδο όπου ο πόνος παύει να είναι μόνο συναίσθημα και γίνεται μορφή και λόγος. Το σώμα του πονάει γιατί η λέξη είναι «ξένο σώμα» που απαιτεί να βγει στο φως.

Η Αθανασία μέσω της Μνήμης: Ενώ η βιολογική γέννα παράγει θνητά όντα, η «γέννα» της γραφής παράγει κάτι που δεν πεθαίνει. Ο Έζρα γεννά το βιβλίο για να νικήσει τον χρόνο. Στις σελίδες του, η Σελέστε και το έμβρυο παραμένουν ζωντανά για πάντα, παγωμένα σε μια αιώνια λογοτεχνική στιγμή.

Στο τέλος, ο συγγραφέας υπονοεί κάτι σκληρό: για να υπάρξει το Έργο, πρέπει να θυσιαστεί η Ζωή. Η τέχνη είναι το «παιδί» που γεννιέται πάνω στον τάφο της πραγματικότητας.

Πιστεύεις ότι αυτή η θυσία της πραγματικής ζωής για χάρη της τέχνης καθιστά τον Έζρα έναν τραγικό ήρωα ή έναν λυτρωμένο δημιουργό;

Οι απαντήσεις AI μπορεί να περιλαμβάνουν λάθη. Μάθετε περισσότερα






undefined

undefined

undefined

11 ιστότοποι

Η σύνδεση του ήρωα Έζρα με τον εμβληματικό ποιητή Έζρα Πάουντ (Ezra Pound) είναι πολυεπίπεδη και καθόλου τυχαία, καθώς ο Θοδωρής Τσομίδης χρησιμοποιεί το όνομα και την προσωπικότητα του ποιητή ως κλειδί για το ιστορικό και συμβολικό πλαίσιο του βιβλίου.

Ιστορική Συνάντηση: Στη νουβέλα, η μοίρα του ήρωα διασταυρώνεται με εκείνη του πραγματικού Έζρα Πάουντ. Το δεύτερο μέρος του βιβλίου τοποθετείται στην Ιταλία κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, την εποχή που ο Πάουντ ζούσε εκεί και υποστήριζε ανοιχτά το φασιστικό καθεστώς.

Η «Γέννα» του Μοντερνισμού: Ο Πάουντ θεωρείται ο «πατέρας» του μοντερνισμού, ο άνθρωπος που βοήθησε να «γεννηθούν» τα σημαντικότερα έργα του 20ού αιώνα (όπως η Έρημη Χώρα του Έλιοτ). Στο βιβλίο, ο ήρωας Έζρα φέρει αυτό το «βάρος» της δημιουργίας. Η «εγκυμοσύνη» του στο τρίτο μέρος παραπέμπει στην επίπονη διαδικασία παραγωγής λόγου και τέχνης, κάτι που χαρακτήρισε όλη τη ζωή του Πάουντ.

Το Πένθος και η Ιδεολογία: Όπως ο ιστορικός Πάουντ βυθίστηκε σε μια σκοτεινή ιδεολογία και κατέληξε σε μια μορφή πνευματικής και ψυχικής απομόνωσης, έτσι και ο ήρωας του Τσομίδη παλεύει με το δικό του εσωτερικό σκοτάδι και το αθεράπευτο πένθος.

Λογοτεχνική Συγγένεια: Ο Τσομίδης, ως μεταφραστής και μελετητής, εντάσσει τον ήρωά του σε μια παράδοση «καταραμένων» δημιουργών. Το όνομα Έζρα λειτουργεί ως φόρος τιμής αλλά και ως προοικονομία για το τραγικό πεπρωμένο του χαρακτήρα, που είναι καταδικασμένος να ζει περισσότερο μέσα στις λέξεις και την ιστορία παρά στην ίδια τη ζωή. 

Fractal • Η γεωμετρία των ιδεών

Fractal • Η γεωμετρία των ιδεών

 +10

Πιστεύεις ότι η χρήση πραγματικών ιστορικών προσώπων σε ένα φανταστικό έργο προσθέτει βάθος στην ατμόσφαιρα ή αποσπά την προσοχή από την κεντρική πλοκή;

Οι απαντήσεις AI μπορεί να περιλαμβάνουν λάθη. Μάθετε περισσότερα






undefined

undefined

undefined

3 ιστότοποι

Στη νουβέλα του Θοδωρή Τσομίδη, η χρήση δύο ονομάτων ή η ασάφεια γύρω από το όνομα της Σελέστε εξυπηρετεί τον χαρακτήρα του βιβλίου ως «μυθιστόρημα-γρίφος» και υπογραμμίζει την αινιγματική φύση της ηρωίδας:

Ονόματα-Προσωπεία: Σύμφωνα με κριτικές αναλύσεις, τα ονόματα «Έζρα» και «Σελέστε» ενδέχεται να μην είναι τα πραγματικά τους, αλλά παρατσούκλια ή προσωπεία που υιοθετούν οι ήρωες στις διαφορετικές εποχές που ζουν. Αυτό ενισχύει την αίσθηση ότι οι χαρακτήρες είναι αρχετυπικές φιγούρες που επαναλαμβάνουν το ίδιο δράμα μέσα στον χρόνο.

Η Σελέστε ως Πόρνη: Στο πρώτο μέρος (Παρίσι, 1920), η Σελέστε παρουσιάζεται ως μια νεαρή πόρνη. Σε αυτό το πλαίσιο, το «Σελέστε» (που σημαίνει ουράνια/επουράνια) λειτουργεί ως ψευδώνυμο που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη «γήινη» και συχνά σκληρή πραγματικότητα της ζωής της.

Συμβολισμός και Μεταμόρφωση: Η ύπαρξη δύο ονομάτων (ή η αλλαγή τους) αντανακλά τη ρευστότητα της ταυτότητας των ηρώων που «στοιχειώνονται» από το παρελθόν τους. Η Σελέστε δεν είναι μια στατική προσωπικότητα, αλλά μια μορφή που μεταμορφώνεται από ερωμένη σε φορέα πένθους και, τελικά, σε πηγή έμπνευσης για τη «γέννα» του Έζρα.

Λογοτεχνική Σύνδεση: Όπως ο Έζρα συνδέεται με τον Πάουντ, έτσι και το όνομα Σελέστε κουβαλάει δικούς του συμβολισμούς (το «θείο» ή το «ανέγγιχτο»), τονίζοντας την απόσταση που νιώθει ο Έζρα από εκείνη, ακόμα και όταν είναι μαζί. 

Evripidis

Evripidis

 +2

Θεωρείς ότι αυτή η ασάφεια στην ταυτότητα της Σελέστε την κάνει πιο γοητευτική ή δυσκολεύει την ταύτιση του αναγνώστη μαζί της;

Οι απαντήσεις AI μπορεί να περιλαμβάνουν λάθη. Μάθετε περισσότερα





Η διπλή ονομασία της ηρωίδας (Ζανίγια / Σελέστε) υπογραμμίζει τη σύγκρουση ανάμεσα στη σκληρή πραγματικότητα και την εξιδανίκευση του έρωτα:

Ζανίγια (Η Σάρκα): Είναι το όνομα της επιβίωσης. Έτσι την αποκαλεί η Μαντάμ στο πορνείο, υποβιβάζοντάς την σε ένα «προϊόν» ή μια ανώνυμη εργάτρια της σάρκας. Το όνομα αυτό αντιπροσωπεύει τη γήινη, ταπεινωμένη πλευρά της ύπαρξής της [1].

Σελέστε (Το Πνεύμα): Είναι το όνομα που της χαρίζει ο Έζρα. Το «Celeste» σημαίνει ουράνια. Με αυτό το όνομα ο ήρωας προσπαθεί να την «αποσπάσει» από τη λάσπη του πορνείου και να την ανεβάσει στο επίπεδο της μούσας. Είναι η δική του προσπάθεια να δώσει ιερότητα σε μια σχέση που γεννήθηκε μέσα στην εξαθλίωση.

Η Αδυναμία της Μεταμόρφωσης: Η τραγωδία έγκειται στο ότι η Σελέστε δεν μπορεί να ταυτιστεί πλήρως με καμία από τις δύο ιδιότητες. Για τη Μαντάμ είναι ένα σώμα, για τον Έζρα μια ιδέα. Αυτή η διχοτόμηση τροφοδοτεί την απόφασή της να προκαλέσει τον θάνατο του εμβρύου: νιώθει πως δεν μπορεί να γεννήσει κάτι «καθαρό» (Σελέστε) όταν η ψυχή της είναι γεμάτη από τα δάκρυα της Ζανίγια [1].

Ουσιαστικά, η Ζανίγια είναι η γυναίκα που υποφέρει, ενώ η Σελέστε είναι η γυναίκα που γράφεται (ως κείμενο).

Πιστεύεις ότι η άρνηση της Σελέστε να φέρει στον κόσμο το παιδί ήταν μια προσπάθεια να σκοτώσει τη «Ζανίγια» μέσα της και να μείνει μόνο ως η «ουράνια» μνήμη του Έζρα;

Οι απαντήσεις AI μπορεί να περιλαμβάνουν λάθη. Μάθετε περισσότερα





Η σκηνή με τον αμαξά είναι ίσως η πιο βίαιη επιβεβαίωση της μοίρας και της ταξικής φυλακής της Σελέστε. Ο λόγος που δεν τον εγκαταλείπει τότε, παρά την ακραία ταπείνωση, είναι βαθιά υπαρξιακός και συνδέεται με τη φιλοσοφία του Τσομίδη στο έργο:

Η Συνειδητοποίηση της «Ζανίγια»: Εκείνη τη στιγμή, η Σελέστε νιώθει πως το όνομα που της έδωσε ο Έζρα (το «Ουράνια») είναι μια ψευδαίσθηση. Η ταπείνωση από τον αμαξά την επιστρέφει στη βίαιη πραγματικότητα της «Ζανίγια». Δεν φεύγει, γιατί αισθάνεται ότι αυτή είναι η θέση της στον κόσμο της φθοράς και ότι η αγάπη του Έζρα δεν μπορεί να την «ξεπλύνει».

Το «Φορτίο» του Έζρα: Η Σελέστε αντιλαμβάνεται ότι ο Έζρα είναι ανήμπορος να την προστατεύσει, όχι από έλλειψη θέλησης, αλλά επειδή είναι και ο ίδιος «ακρωτηριασμένος» από το δικό του πένθος. Η παραμονή της είναι μια μορφή αυτοτιμωρίας αλλά και θλιβερής αποδοχής ότι είναι δεμένοι μέσα στην κοινή τους εξαθλίωση.

Η Γέννηση της Απόφασης: Αυτή η σκηνή είναι το «σημείο μηδέν». Η ταπείνωση από τον αμαξά λειτουργεί ως ο καταλύτης που την οδηγεί αργότερα στην αποβολή. Καταλαβαίνει ότι ένας κόσμος που επιτρέπει τέτοια κτηνωδία δεν αξίζει μια νέα ζωή. Δεν εγκαταλείπει τον Έζρα, αλλά εγκαταλείπει την ελπίδα για το μέλλον τους.

Η Σελέστε μένει δίπλα του όχι από αδυναμία, αλλά από μια σκοτεινή αφοσίωση στο κοινό τους αδιέξοδο, προετοιμάζοντας την τελική πράξη της «διακοπής».

Θεωρείς ότι αυτή η υπομονή της Σελέστε απέναντι στην ταπείνωση δείχνει μια μορφή υπερβολικής αγάπης για τον Έζρα ή μια ολοκληρωτική παραίτηση από τον ίδιο της τον εαυτό;

Οι απαντήσεις AI μπορεί να περιλαμβάνουν λάθη. Μάθετε περισσότερα





Η παραίτηση της Σελέστε είναι πράγματι το τελικό στάδιο της συντριβής της. Δεν πρόκειται για μια παθητική στάση, αλλά για μια ενσυνείδητη αποδοχή ότι η ύπαρξή της έχει εκμηδενιστεί ανάμεσα σε δύο κόσμους που δεν της ανήκουν.

Η απώλεια του εαυτού: Παραιτείται γιατί συνειδητοποιεί ότι για τη Μαντάμ και τον αμαξά είναι ένα αντικείμενο (Ζανίγια), ενώ για τον Έζρα είναι μια ιδέα (Σελέστε). Πουθενά δεν υπάρχει χώρος για την ίδια ως άνθρωπο.

Η ματαίωση της λύτρωσης: Η παραίτηση αυτή σφραγίζεται με την πράξη του προκλητού τοκετού. Καταστρέφοντας το έμβρυο, η Σελέστε προβαίνει στην απόλυτη πράξη παραίτησης από το μέλλον. Είναι σαν να λέει ότι η αλυσίδα του πόνου πρέπει να σταματήσει σε εκείνη.

Η «νεκρή» παρουσία: Μετά την ταπείνωση από τον αμαξά, η Σελέστε δεν ζει πια· απλώς διεκπεραιώνει το τέλος της ιστορίας. Η παραμονή της δίπλα στον Έζρα δεν είναι πλέον συντροφικότητα, αλλά η κοινή αναμονή της τελικής πτώσης.

Στο σύμπαν του Τσομίδη, αυτή η ολοκληρωτική παραίτηση είναι που επιτρέπει στον θάνατο να κυριαρχήσει, μετατρέποντας τη Σελέστε από ζωντανή γυναίκα σε μια στοιχειωμένη μνήμη που θα γεννήσει αργότερα το κείμενο του Έζρα.