Τετάρτη 1 Απριλίου 2026

ΙΒΑΝ ΒΙΡΙΠΑΓΕΦ, ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΙΡΑΝ, ΜΤΦΡ ΙΖΑΜΠΕΛΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ

Είδαμε το Συνέδριο για το Ιράν από την Ορχήστρα των Μικρών Πραγμάτων στο θέατρο Πορεία.

Είδαμε το Συνέδριο για το Ιράν του Ivan Vyrypaev από την Ορχήστρα Μικρών Πραγμάτων στο θέατρο Πορεία

Γράφει η Λένα Σάββα

"Κάπου στον κόσμο απαγορεύεται σε άντρες και γυναίκες να χορέψουν μαζί δημόσια. Κι όταν καποιοι νέοι και νέες ανεβάζουν ένα video που κάνουν ακριβώς αυτό, χορεύουν, τότε απειλούνται με πολύμηνη φυλάκιση και 91 μαστιγώματα, σε περίπτωση που υποπέσουν σε παρόμοιο έγκλημα μέσα στα επόμενα τρία χρόνια."

Το Συνέδριο για το Ιράν του Βιριπάγεφ γράφτηκε το 2018 και τοποθετείται στη Δανία τη χώρα με τους πιο ευτυχισμένους ανθρώπους στον κόσμο.

aggelitsa 1024x684 1

Στο συνεδριακό αμφιθέατρο του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης, εννέα μέλη της πνευματικής ελίτ προσκαλούνται για να συζητήσουν για το Ιρανικό ζήτημα και τη σύγκρουση μεταξύ Ανατολής και Δύσης.
Μια ακτιβίστρια δημοσιογράφος με βραβείο Πούλιτζερ για το μυθιστόρημα της, ένας καθηγητής ανθρωπιστικών επιστημών, ένας Ακαδημαϊκός μελετητής της θρησκείας, μια πρώην τηλεπερσόνα και νυν Πρόεδρος παγκόσμιας οργάνωσης για βοήθεια των χωρών του τρίτου κόσμου, ένας συγγραφέας, δοκιμιογράφος και φιλόσοφος, ένας πάστορας της Ευαγγελικής Λουθηρανικής εκκλησίας, ένας διευθυντής ορχήστρας και μια Ιρανή ποιήτρια κάτοχος βραβείου Νόμπελ.

"Η συζήτηση μας θα επικεντρωθεί όπως είναι φυσικό, όχι τόσο στο Ιράν καθ' αυτό, όσο στις αιτίες και τους παράγοντες που συμβάλλουν σ' αυτή την πολύπλοκη και πρακτικά μη επιλύσιμη αντιπαράθεση μεταξύ Ανατολής και Δύσης,"

Ο συντονιστής του Συνεδρίου καλεί τους ομιλητές με τη σειρά που έχει ορισθεί.
Καθώς προχωρούν οι ομιλίες και χάρη στην ερμηνευτική μαεστρία των ηθοποιών γίνεται όλο και πιο φανερή η έντεχνη και κομψή προβολή του Εγώ του καθενός και των προσωπικών του ιδεών και πεποιθήσεων.
Άραγε ακούμε;
Έχουμε ως ανθρώπινα όντα καλλιεργήσει την τέχνη του ακούειν που ευνοεί την επικοινωνία και τη σύνδεση καρδιάς με καρδιά;

synedrio gia to iran 5

Στο συνέδριο θίγονται σπουδαία θέματα όπως θέματα ηθικής, αλήθειας, ελευθερίας, νοήματος της ζωής, θρησκείας και Θεού, πνευματικότητας, ανθρώπινων δικαιωμάτων.

" Με την τραγωδία που ξεδιπλώνεται αυτή τη στιγμή στη Μέση Ανατολή, στην Παλαιστίνη, στο Λίβανο, στη Συρία, στο Ιράν, στο Αφγανιστάν, όλα αυτά καταντούν αποκρουστικά για κείνους που τώρα πεθαίνουν από την πείνα, τη φρίκη, τη βία. Στο Ιράν τα ανθρώπινα δικαιώματα παραβιάζονται με τον πιο τραγικό τρόπο."

Ο σκηνοθέτης Χρήστος Θεοδωρίδης μετά το εξαιρετικό Σε σας που με ακούτε, της Λούλας Αναγνωστάκη, συνεργάζεται με την Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδη στην δραματουργία (η οποία κάνει και τη μετάφραση) και μετατρέπει ένα έργο εννέα μονολόγων σε μια συναρπαστική παράσταση με ζωντάνια, ρυθμό, ένταση κι ενδιαφέρον.
Μετατρέπει ένα φιλοσοφικοπολιτικό συνέδριο σε μια ποιητική ανθολογία που σε ρουφάει μέσα στην γοητευτική δίνη της από τα πρώτα λεπτά. Έχοντας και την μουσική επιμέλεια, δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για να ξεδιπλωθούν οι ομιλίες οι οποίες είναι πάνω από εμφανές το πόσο έχουν δουλευτεί για να είναι γλαφυρές κι ενδιαφέρουσες.

Ιδιαίτερη η χορογραφία της Ξένιας Θεμελή, πέρα από το καθαρά χορευτικό μέρος, οδηγεί τους ηθοποιούς να χρησιμοποιούν το σώμα τους και την κίνηση σε όλη τη διάρκεια της ομιλίας τους και καλύπτοντας μεγάλο κομμάτι της σκηνής.

Το έργο του Βιριπάγεφ ευτυχεί με την έμπνευση του Θεοδωρίδη, κι ο Θεοδωρίδης ευτυχεί με τους εξαιρετικούς ηθοποιούς του. Ο καθένας με το δικό του στυλ και ύφος, με τη δική του υποβλητικότητα, καθηλώνουν απλά και μόνο με την ομιλία τους. Το πάθος και ο λυρισμός που βγάζουν, κάνουν μια παράσταση χωρίς καθόλου δράση, να είναι άκρως ενδιαφέρουσα και να σε κρατά σε εγρήγορση μέχρι το τέλος.

Συγκλονιστική η Ελευθερία Αγγελίτσα ως ακτιβίστρια δημοσιογράφος. Ένας ορμητικός χείμαρρος οργής και διαμαρτυρίας, μια ερμηνεία αυθεντικά δυναμική, σε μια ομιλία εκρηκτική που αφήνει το στίγμα της σε όλη την παράσταση.

Ο Πάρης Αλεξανδρόπουλος με την ευαίσθητη αισθαντικότητα που είδαμε και στο Αμφιθέατρο, ζωγραφίζει με ζωηρά χρώματα το ανεπίλυτο τραύμα και τον θυμό του και ο Γιώργος Κισσανδράκης αρμονικά και ισορροπημένα γίνεται ο τέλειος συντονιστής, καταφέρνοντας να μην είναι μόνο παρατηρητής αλλά συμμέτοχος.

Η Νίκη Χρυσαφάκη στο ρόλο της Ιρανής ποιήτριας, μας συγκινεί με την λυρική της ευαισθησία κι ο μαέστρος Βασίλης Τρυφουλτσάνης με την ένταση και το πάθος του.
Εξαιρετικός ο Άρης Λάσκος ως Πατέρας Αυγουστίνος, ο Μιχάλης Πητίδης ως καθηγητής Θεολογίας, η Χρυσή Μπαχτσεβάνη ως πρώην τηλεπερσόνα, ο Δημήτρης Μανδρινός και ο Μάριος Μάνθος.

" Το νόημα της ζωής είναι η ίδια η ζωή. Επιλέγω τη μετάβαση από ένα κατώτερο σ' ένα ανώτερο στάδιο ανάπτυξης. Αλλάζω κι αλλάζει ο κόσμος."

Το Συνέδριο για το Ιράν, με την βαθιά εστιασμένη σκηνοθετική ματιά του Χρήστου Θεοδωρίδη, με την φαντασία και την ευαισθησία του, γίνεται μια συλλεκτική παράσταση, μια παράσταση-κόσμημα.
Όλο αυτό που διαδραματίζεται πάνω στη σκηνή του θεάτρου Πορεία, είναι η ζωή μας, ο κόσμος μας όπως είναι σήμερα, είναι η συλλογική μας μνήμη ως εξελικτικά όντα και η συνειδητή διαδικασία της σκέψης μας. Είναι τα πυρηνικά ερωτήματα που μας βασάνισαν και που ο νους δεν στάθηκε ικανός να ανταποκριθεί στην εναγώνια ανάγκη μας για απαντήσεις.
Ίσως η αγάπη να είναι η απάντηση, αφού προηγηθεί μια ηρωική έξοδος από το Εγώ μας.
Κι αυτό ακριβώς μας λέει χωρίς λόγια το φινάλε μέσα από τον Λέοναρντ Κοέν και το Xalleluiah και τον διονυσιακό χορό-έκσταση στη συνέχεια, που σε βγάζει έξω από τον νου και σε συνδέει με την ουσία της ύπαρξης.
Στην αρχή μόνος του ο καθένας και μετά όλοι μαζί, σαν ένα άψογα συντονισμένο τεράστιο κύμα. Από το Εγώ στο Εμείς.
Η νομοτελειακή πορεία της ανθρώπινης μοίρας!!!

GUILLAUME POIX, ΙΕΡΟΤΕΛΕΣΤΙΑ, ΜΤΦΡ ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ

 

ierotelestia mike rafail 728

Για την παράσταση «Ιεροτελεστία» του Γκιγιόμ Πουά, που ανεβαίνει στο Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη.

Γράφει ο Νίκος Ξένιος

Στη σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» του Εθνικού Θεάτρου είδα την «Ιεροτελεστία» του Γκιγιόμ Πουά, στην έξοχη σκηνοθεσία του ΧρήστουΘεοδωρίδη. Η Λορέιν ντε Σαγκαζάν και ο σύντροφός της, Γκιγιόμ Πουά, πέρασαν την τελευταία τους συνάντηση λόγω καραντίνας με πάνω από 300 άτομα από όλη τη Γαλλία που τους έδωσαν ανώνυμες συνεντεύξεις. Προσκαλώντας τον καθένα να μοιραστεί τι σημαίνει για αυτόν η έννοια της «αποδοχής/αποκατάστασης» (μετά το πένθος), οι δύο καλλιτέχνες άντλησαν από τις αμφιβολίες και τη θλίψη τους ένα πλούσιο και μοναδικό υλικό για να δημιουργήσουν το έργο Ιεροτελεστία (Un Sacre) το 2020/2021. Αυτές οι συνεντεύξεις αφηγούνται ένα χρονικό απώλειας –κάθε είδους-, αλλά και αναμνήσεων, και αγάπης, και συγχώρεσης, και ειλικρίνειας, και τόλμης, και ονείρων, και επιθυμιών, και παράπονου, και οργής, και έκρηξης, και ενοχών, και συγνώμης, και τεράστιας τρυφερότητας.

«Ντυνόμουν ένα δάκρυ»

Ο Χρήστος Θεοδωρίδης χρησιμοποιεί τη μετάφραση της Δήμητρας Κονδυλάκη και αναθέτει στην Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου να γράψει τρεις νέες ιστορίες, εμπνευσμένες από την ελληνική πραγματικότητα των τελευταίων χρόνων, αντικαθιστώντας μία από τις αφηγήσεις. Με όχημα τη ζωντανή μουσική επί σκηνής και την έξοχη χορογραφία/κινησιολογία της Ξένιας Θεμελή, η παράσταση του Θεοδωρίδη μιλάει για τη στέρηση των αγαπημένων προσώπων και για την ανθρωπιά εν γένει. Το έργο αμφισβητεί το ταμπού του θανάτου και στηλιτεύει την εξαφάνιση της τελετουργίας που θα’πρεπε να συνοδεύει την απώλεια και το πένθος. Στην παράσταση αυτή οι νεκροί επανέρχονται, σε μια λιτανεία που στοιχειώνει τους ζωντανούς.

Οι ηθοποιοί ενσαρκώνουν τα ανώνυμα άτομα που έδωσαν σε συνέντευξη τις ιστορίες τους, μετατρέποντάς τα σε ζωντανούς χαρακτήρες. Κάθε σκηνή μιλά και για έναν διαφορετικό θάνατο-μια διαφορετική απώλεια, όπως και για έναν διαφορετικό τρόπο αντιμετώπισης της απώλειας αυτής. Ο κάθε χαρακτήρας αρχικά εκτίθεται μετωπικά στο κοινό, κατόπιν αναφέρεται στο συγκεκριμένο συμβάν που τον σημάδεψε και, τέλος, εκθέτει την αλλαγή που επήλθε στη ζωή του με αυτό το συμβάν. Δεν πρόκειται μόνο για ερμητικούς θανάτους, εντός οικογένειας ή ερωτικού ζευγαριού, αλλά σταδιακά η απώλεια γενικεύεται στον κοινωνικό περίγυρο, με θύμα το ανυπεράσπιστο άτομο (αυτό της διαφορετικότητας, της εθνολογικής, ταξικής ή σεξουαλικής μειονότητας) και θύτη ένα ανελέητο σύστημα φασισμού, ρατσισμού, ομοφοβίας και μίσους. Τα πρόσωπα μιλούν για τον θάνατο όχι μόνο των οικείων τους αλλά και της αξιοπρέπειας, των δικαιωμάτων, της ενσυναίσθησης, της δικαιοσύνης.

ierotelestia ethniko 728

Πολύ αφαιρετικά και λειτουργικά τα ανοιγοκλείσματα της αυλαίας και τα «περάσματα» από σκηνή σε σκηνή με τις σκηνογραφικές λύσεις του Λουκά Μπάκα και της Φιλάνθης Μπουγάτσου. Οι φωτισμοί του Τάσου Παλαιορούτα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στις αφηγήσεις και στις εναλλαγές του σκηνικού χώρου. Το ίδιο συμβαίνει και με τις μουσικές παρεμβάσεις του Κωνσταντίνου Κρομμύδα και του Χρήστου Τζων Μούσλι, που αντλούνται από το soundtrack “Ομπρέλλες του Χερβούργου”, από τραγούδια του Ζακ Μπρελ και από το «Et si tu n’existais pas» του Ζο Ντασέν. Οι δύο μουσικοί, με τα σκηνικά ονόματα Γκάμπριελ και Λούκα, επιτελούν τον επισχολιασμό κάποιων σημαντικών σκηνών ή συνοδεύουν με κρουστά τις πυρετώδεις εξομολογήσεις κάποιων χαρακτήρων που είτε προσδίδουν νόημα στην απώλεια ενός κοντινού τους προσώπου, είτε ζητούν με τον τρόπο τους συγγνώμη μετά θάνατον, είτε, τέλος, λένε το τελευταίο «αντίο».

«Να θάψουμε τους νεκρούς - να θεραπεύσουμε τους ζωντανούς»

Κάλι, Τομά, Ασμά, Πάνος, Ματιάς, Λεό, Σάββας: χαρακτήρες διακριτοί, γερά θεμελιωμένοι στη σκηνή, αφενός συνθέτουν μια τοιχογραφία που παραπέμπει σε Καθαρτήριο κι αφετέρου «περνούν σε ένα χωροχρονικό συνεχές όπου οι νεκροί δεν έχουν ακόμη φύγει και όπου οι ζωντανοί αφιερώνουν χρόνο για να τους πουν ένα ηχηρό αντίο». Ο Ανδρέας Νάτσιος κλέβει την παράσταση: ο Ζωρζ είναι ένας μοναχικός άντρας στα εξήντα δύο του, που πάσχει από πρώιμο Αλτσχάιμερ και αναζητά έναν τρόπο να μην βουλιάξει στο κενό της μνήμης του αφουγκραζόμενος την Πέμπτη Συμφωνία του Μάλερ. Το ζεύγος κόρης/πατέρα που υποδύονται η Ειρήνη Δάμπαση (Ασμά) και ο Ανδρέας Νάτσιος είναι πολύ συγκινητικό: η Ασμά προσπαθεί να ερμηνεύσει τα προφητικά όνειρα που είδε ο πατέρας της και μετά τα δικά της, αναλογιζόμενη εάν ο θάνατος είναι το τέλος ή εάν υπάρχει κάτι μετά. Συγκλονιστική είναι η Μαρία Μπαγανά στον ρόλο της Ζαΐα που, παίρνοντας αφορμή από τον θάνατο του κακοποιητικού και καταπιεστικού της πατέρα, ξεκινά μιαν εξέγερση κατά της τοξικότητας, του ψευδεπίγραφου πένθους και των life coachers. Ας σεβαστούμε περισσότερο τη ζωή παρά το θάνατο. Τους ανθρώπους δίπλα μας παρά τους νεκρούς μας. «Χρειάζεται μια γερή επανάσταση», λέει η Ζαΐα στην ιστορία της. Μία επανάσταση τώρα. Όσο μπορούμε. Όπου μπορούμε και όσο αντέχουμε. Αύριο και για πάντα.

Η ιεροτελεστία αποκαθιστά τη χαμένη εξοικείωση με τον θάνατο και το χρονικά εκτεταμένο πένθος που κάποτε χαρακτήριζε τις ανθρώπινες κοινωνίες και που τώρα χάνεται μέσα στην ταχύτητα του εικοστού πρώτου αιώνα.

Ο Ηλίας Σγουραλής, στον ρόλο του μετανάστη Ιμπραήμ, με εντυπωσίασε με το πάθος και τη χορευτική του δεινότητα. Ξεχώρισα επίσης τον Θάνο Μαγκλάρα (Πάνος) που θρηνεί την αυτοκτονία του γκέι αδερφού του Άρη (κείμενο της Ιζαμπέλας Κωνσταντινίδου) και την Ιωάννα Μαυρέα, στον ρόλο της τελευταίας εναπομείνασας «επαγγελματία» μοιρολογίστρας Ρενάτα, που «ντύνεται ένα δάκρυ» για ν’ αποδώσει τις πρέπουσες τιμές στον νεκρό. Ο Γιώργος Κισσανδράκης επανέρχεται δυναμικά επί σκηνής στον ρόλο του Τομά, που κινδυνεύει να πνιγεί. Kαθώς παλεύει με τα κύματα, νιώθει πως«ο φόβος του θανάτου» τον σκοτώνει. Σώζεται από πνιγμό χάρη στη θυσία δύο ανθρώπων: του υπαρκτού σωτήρα του και ενός δότη καρδιάς του παρελθόντος. Ένα πολύπλευρο ερώτημα τίθεται στο κοινό: "Πώς μπορεί κανείς να σώσει κάποιον;" O Μπάμπης Αθανασόπουλος υποδύεται τον Λεό, που έχασε τον πατέρα του στην περίοδο του κορονοϊού. Η Ελευθερία Αγγελίτσα (Κάλι) επιδίδεται σε μιαν ερμηνευτική κορύφωση για τον κερατοειδή χιτώνα των ματιών της αγαπημένης της, που πέθανε πρόωρα, σκηνή όπου η μουσική διαδραματίζει κεφαλαιώδη ρόλο. Η Ελευθερία επανέρχεται στη σκηνή μαζί με τον Ματιάς, έναν νέο που φτάνει στον φόνο μετά από συσσώρευση συνεχών απορρίψεων. Ένας όμορφος μικρός βωμός στολισμένο με λουλούδια και ένα λούτρινο σκυλάκι δίπλα σ’ένα μπαλάκι του τένις δεν κατορθώνουν να αποκαταστήσουν την επαφή με τον έρωτά του που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε. Ο Θωμάς Τσακνάκης υποδύεται τον Σάββα, ένα παιδί με αργή αντίληψη, που δολοφονείται εν ψυχρώ σε μια γέφυρα (επίσης σε κείμενο της Ιζαμπέλας Κωνσταντινίδου που αντιστοιχεί θεματολογικά στο κείμενο που παραλείφθηκε).

Η υπέροχη καλειδοσκοπική αυτή παράσταση ολοκληρώνεται με τη Ρενάτα της αρχής, την «τελευταία πενθούσα» του κορσικανού χωριού, που φορά το μαύρο πέπλο και θρηνεί στο στήθος του νεκρού: πέρα απ’αυτό το μπουρλέσκ στοιχείο, τα δάκρυα της Ρενάτα κατ’ουσίαν είναι δάκρυα πηγαία, που αναβλύζουν από τη θλίψη μπροστά στο ξένο πένθος. Η ιεροτελεστία αποκαθιστά τη χαμένη εξοικείωση με τον θάνατο και το χρονικά εκτεταμένο πένθος που κάποτε χαρακτήριζε τις ανθρώπινες κοινωνίες και που τώρα χάνεται μέσα στην ταχύτητα του εικοστού πρώτου αιώνα. Λέει ο Χρήστος Θεοδωρίδης: «Ένα από τα πράγματα που προτείνει το έργο είναι να δώσεις χρόνο στην απώλεια. Γιατί μόνο έτσι μπορείς πραγματικά να προσφέρεις στον εαυτό σου ένα σκαλοπάτι στη δύσκολη σκάλα της αποδοχής, μια γέφυρα για να περπατήσεις και να καταλάβεις τον χαμό, τον θάνατο του αγαπημένου σου. Ούτως ή άλλως, θα σε συντροφεύει για πάντα. Αυτά που χάνουμε μας ορίζουν πιο γερά από αυτά που κερδίζουμε».

ΜΑΘΙΟΥ ΛΟΠΕΖ Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΜΑΣ, ΜΤΦΡ ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΟΣΧΟΣ

«Η Κληρονομιά μας»: Τι αποκομίσαμε από την εξάωρη παράσταση στο Εθνικό

Να είσαι γκέι στη Νέα ΥόρκηFacebook Twitter
Σπιρτόζες ερμηνείες, άλλες πιο νευρώδεις και άλλες πιο μαλακές, η ελαφρότητα των νέων, το βάρος και η πυκνότητα των παλαιών συνθέτουν ετούτο τον πολύχρωμο κόσμο που σκιαγραφείται λιτά, χωρίς κανένα «αξεσουάρ», επάνω σε λευκό φόντο. Φωτ.: Ελίνα Γιουνανλή
  
 0

Είναι νέοι, λιγότερο νέοι, μεσήλικες, οικονομικά άνετοι, όχι τόσο άνετοι, άφραγκοι, ζάπλουτοι, γιατροί, συγγραφείς, κατασκευαστές ακινήτων, επίδοξοι ηθοποιοί, εκδιδόμενοι νεαροί, ακτιβιστές, οραματιστές, σεξουαλικοί πειραματιστές. 

Μένουν στο σπίτι της γιαγιάς τους στο Upper West Side, σε υπερπολυτελή τρέντι διαμερίσματα στο West Village ή περνάνε τα βράδυα σε κρεβάτια αγνώστων επί χρήμασι.   

Διαβάζουν Ε.Μ. Φόρστερ, Βιρτζίνια Γουλφ, Καβάφη και Κρίστοφερ Ίσεργουντ, ψωνίζουν βιβλία από το Strand, παρακολουθούν εναλλακτικές παραστάσεις στη Brooklyn Academy of Music, δίνουν ραντεβού με τον «Καρυοθραύστη» στο Lincoln Center, κάθε Χριστούγεννα.  

Χορεύουν ως το ξημέρωμα καταπίνοντας έκστασι, απολαμβάνουν όργια σε γκέι σάουνες στην Πράγα, κάνουν σεξ στους αμμόλοφους του Fire Island, παντρεύονται στο Duchess County, σε φάρμες οχτακοσίων στρεμμάτων, με κάθε επισημότητα κι επιφανείς καλεσμένους. 

Μπορεί ο Λόπεζ να υποκύπτει σ’ έναν μελό διδακτισμό ή σε ψυχολογίζουσες αναλύσεις, μπορεί να στέλνει με τρόπο εξώφθαλμο τα κοινωνικοπολιτικά μηνύματά του, η αναντίρρητα αυθεντική αγωνία που εκπέμπει το κείμενο, όμως, σχετικά με τη σημασία διαφύλαξης της μνήμης και της Ιστορίας, καθιστούν την «Κληρονομιά μας» έργο συγκινητικό και επίκαιρο.  

Πασχίζουν για αναγνώριση, δόξα, αγάπη, συντροφικότητα, μια αίσθηση του ανήκειν που θα φωτίσει τη ζωή τους. Θυμούνται με δέος και σεβασμό το Stonewall Inn, τον Χάρβεϊ Μιλκ, την Ίντιθ Γουίντζορ, όλους τους άντρες και τις γυναίκες που πολέμησαν για τα δικαιώματα της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας, την ίδια στιγμή που ανησυχούν μήπως αυτή ακριβώς η κοινότητα έχει αρχίσει να χάνει το αίσθημα μυστικότητας και μυσταγωγίας που την ένωνε παλαιότερα, όταν «όλα ήταν επικίνδυνα, απαγορευμένα, λαθραία και υπέροχα» και οι ομοφυλόφιλοι τρέφονταν από μια δική τους κουλτούρα «με μια μυστική γλώσσα και κοινές, κρυφές εμπειρίες».  

Να είσαι γκέι στη Νέα ΥόρκηFacebook Twitter
 Ο Κώστας Νικούλι. Φωτ.: Ελίνα Γιουνανλή 

«Τι σημαίνει σήμερα να είσαι ένας ομοφυλόφιλος άνδρας;», αναρωτιούνται. Ποια η ευθύνη των μεγαλύτερων απέναντι στους νεότερους; Πώς οι τελευταίοι θα σφυρηλατήσουν την ταυτότητά τους; Με ποιες αναφορές, με ποια παραδείγματα;   

Ο προβληματισμός για τη δυνατότητα μεταλαμπάδευσης της γνώσης, για την ανάγκη διαρκούς ανατροφοδότησης του παρόντος από το πολύτιμο υλικό του παρελθόντος, για τη διάσωση της «Κληρονομιάς μας», πυροδοτεί το μακροσκελές κείμενο του Μάθιου Λόπεζ, το οποίο αφουγκράζεται τρεις γενιές νεοϋορκέζων gay ανδρών στις ερωτικές, επαγγελματικές και υπαρξιακές περιδινήσεις τους ανά τις δεκαετίες.  

Σε αυτό το ταξίδι, γεμάτο αναμνήσεις και φλασμπάκ, ο Λόπεζ καλεί στη σκηνή, ως οδηγό και πολύπειρο μέντορα, τον Ε.Μ. Φόρστερ. Ο διάσημος βρετανός συγγραφέας παρακολουθεί τη δράση, συνομιλεί με τους ήρωες και μεταδίδει διαπεραστικά την άκρως μοναχική εμπειρία της ομοφυλοφιλίας των αρχών του εικοστού αιώνα: «Δεν υπήρχαν τέτοια πρότυπα στην κοινωνία μας, κι έτσι ήμασταν υποχρεωμένοι να τα ανακαλύψουμε όλα μεταξύ μας. Πάντα στα κρυφά, μέσα στον φόβο. Και με πολλή ευχαρίστηση κάποιες φορές. Η εκπαίδευσή μας έγινε στα πάρκα, στα δημόσια ουρητήρια, στους θάμνους του Hampstead Heath».  

Να είσαι γκέι στη Νέα ΥόρκηFacebook Twitter
 Χορεύουν ως το ξημέρωμα καταπίνοντας έκστασι, απολαμβάνουν όργια σε γκέι σάουνες στην Πράγα, κάνουν σεξ στους αμμόλοφους του Fire Island, παντρεύονται στο Duchess County, σε φάρμες οχτακοσίων στρεμμάτων, με κάθε επισημότητα κι επιφανείς καλεσμένους. Φωτ.: Ελίνα Γιουνανλή 

Και είναι το διάσημο μυθιστόρημα του Φόρστερ, «Επιστροφή στο Χάουαρντς Εντ», από το οποίο ο Λόπεζ δανείζεται, μεταξύ άλλων, το κεντρικό σύμβολο της δικής του πλοκής, το εξοχικό σπίτι στα προάστια της Νέας Υόρκης, εκεί όπου, όπως μαθαίνουμε, ο μεγαλόψυχος Γουόλτερ, ένας από τους βασικούς ήρωες του έργου, προσέφερε φροντίδα και γαλήνη σε πλήθος φίλων (αλλά και αγνώστων) νοσούντων από AIDS, στη διάρκεια της μαύρης δεκαετίας του ογδόντα.  

Το τραύμα εκείνης της επιδημίας, που όχι μόνο θέρισε δεκάδες χιλιάδες ομοφυλόφιλους αλλά έστρεψε και ολόκληρη την αμερικανική κοινωνία εναντίον τους εξαιτίας των εμετικών κυβερνητικών μεθοδεύσεων, βρίσκεται στον πυρήνα της «Κληρονομιάς μας», επιμένει ο Λόπεζ. Και ως εκ τούτου, το σπίτι αυτό –χαμένο μέσα στα λιβάδια και τις κερασιές, σ’έναν επαρχιακό δρόμο που οδηγεί στο πουθενά– δεν ανήκει στον δισεκατομμυριούχο Χένρι και τους αφελείς γιούς του, τους νόμιμους δικαιούχους του,  αλλά σε όλους εκείνους τους νεκρούς άνδρες, οι οποίοι, εκδιωγμένοι από τις αστικές δομές και από τις οικογένειές τους, βρήκαν σε τούτα τα στοργικά, ευήλια δωμάτια ένα καταφύγιο για να εκπνεύσουν με σεβασμό και αξιοπρέπεια. Αυτή είναι η πνευματική και ψυχική «κληρονομιά μας», όπως συνειδητοποιεί στο τέλος του έργου ο Έρικ, ο κεντρικός ήρωας, αποφασίζοντας με τη σειρά του να συνεχίσει την παράδοση του σπιτιού –που γίνεται απρόσμενα δικό του– ως χώρο ίασης και ασύλου. 

Να είσαι γκέι στη Νέα ΥόρκηFacebook Twitter
 Κώστας Μπερικόπουλος και Θέμης Πάνου. Φωτ.: Ελίνα Γιουνανλή 

Μπορεί ο Λόπεζ να υποκύπτει σ’ έναν μελό διδακτισμό ή σε ψυχολογίζουσες αναλύσεις, μπορεί να στέλνει με τρόπο εξώφθαλμο τα κοινωνικοπολιτικά μηνύματά του, η αναντίρρητα αυθεντική αγωνία που εκπέμπει το κείμενο, όμως, σχετικά με τη σημασία διαφύλαξης της μνήμης και της Ιστορίας, ο ρόλος που εμφατικά αποδίδει σε αυτές ως ζωογόνες πηγές της queer –και κάθε άλλης– κοινότητας, καθιστούν την «Κληρονομιά μας» έργο συγκινητικό και επίκαιρο.  

Και ίσως αυτό παρακίνησε τον σκηνοθέτη Γιάννη Μόσχο να προτείνει στο κοινό μια εξάωρη παράσταση (μπορεί κανείς να την παρακολουθήσει «σπαστά», σε δύο χωριστές βραδυές, ή σε μία ενιαία), πράγμα που ακούγεται αρχικά δυσβάσταχτο αλλά αποδεικνύεται τελικά εφικτό, και κάπως ευχάριστο, έτσι όπως όλες αυτές οι ιστορίες και οι ήρωες μπερδεύονται γλυκά, χωρίζουν, ξανασμίγουν και παντρεύονται, συνθέτοντας μία ποπ queer saga, παραδομένη πότε στη μέθη των κοκτέιλ Μανχάταν και πότε στο πένθος μιας αλησμόνητης συλλογικής απώλειας, με εξαθλιωμένα αγόρια που μεταμορφώνονται χάρη στην αγάπη τους για τη λογοτεχνία, άλλα που καταστρέφονται λόγω της καταραμένης παιδικής ηλικίας τους, φύλακες-αγγέλους με χρυσή καρδιά, και φαντάσματα όλων των εποχών που συσπειρώνονται ενάντια στη μοναξιά μας. 

Να είσαι γκέι στη Νέα ΥόρκηFacebook Twitter
 Φωτ.: Ελίνα Γιουνανλή 

Γρήγορος ρυθμός, σκηνές που γλιστρούν η μία μέσα στην άλλη, το παρόν και το παρελθόν ως αλληλένδετες διαστάσεις του προσωπικού και κοινωνικού γίγνεσθαι, σπιρτόζες ερμηνείες, άλλες πιο νευρώδεις (Άγγελος Μπούρας, Γιώργος Χριστοδούλου) και άλλες πιο μαλακές, η ελαφρότητα των νέων, το βάρος και η πυκνότητα των παλαιών (Θέμης Πάνου, Κώστας Μπερικόπουλος) συνθέτουν ετούτο τον πολύχρωμο κόσμο που σκιαγραφείται λιτά, χωρίς κανένα «αξεσουάρ», επάνω σε λευκό φόντο. Προσπαθώντας να συνενώσει το παλιό με το καινούργιο, το αφαιρετικό σκηνικό σε στιλ νεοϋορκέζικου patio, με φαρδιά σκαλιά και μια αψιδωτή είσοδο, ορθώνει ενώπιόν μας ένα αμήχανο αισθητικό αποτέλεσμα χωρίς ταυτότητα. Έτσι, παρ’ όλες τις φιλότιμες προσπάθειες του φωτισμού, στο δεύτερο μέρος της παράστασης, να ζωγραφίσει παντού «κλαδιά» και να ανακαλέσει πιο μελαγχολικές τονικότητες, η μεταφυσική διάσταση του σπιτιού-καταφυγίου των κατατρεγμένων που αναδύεται σαν φάρος στην καταχνιά δεν μεταδίδεται σχεδόν ποτέ. 

SUYAKO MERDE! Κωμωδία σε τρεις πράξεις

«Merde!»: Μια παράσταση για τα κωμικοτραγικά παρασκήνια του θεάτρου

«Merde!»: Μια παράσταση για τα κωμικοτραγικά παρασκήνια του θεάτρουFacebook Twitter
Όλος ο κόσμος του θεάτρου βρίσκεται στο μπαρ «Γαργάρα». Φωτ.: Χρήστος Συμεωνίδης
  
 0

Στο θέατρο δεν λες ποτέ «καλή επιτυχία» πριν από την πρεμιέρα, είναι γρουσουζιά. Λες «merde», όπως λένε οι Γάλλοι, ή «break a leg», όπως οι Αγγλοσάξονες, για να ξορκίσεις το κακό μάτι. Αυτή η γαλλική λεξούλα, που σημαίνει περιττώματα, η οποία εμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα σαν αστεία δεισιδαιμονία, έχει γίνει παράδοση στον κόσμο της διασκέδασης, ενώ σε άλλες περιπτώσεις είναι αυτή που χρησιμοποιούμε για να εκφράσουμε την έκπληξή μας, την ενόχλησή μας, την αγωνία μας, την απογοήτευσή μας. Στο θέατρο, από τότε που έφταναν αριστοκράτες και αστοί με άμαξες και άλογα, τα οποία δεν δίσταζαν καθόλου να γεμίσουν με σωρούς περιττωμάτων τον προαύλιο χώρο μπροστά στις μεγαλοπρεπείς εισόδους των ναών της τέχνης, το να ευχηθείς «σκατά» σήμαινε να φτάσουν πολλές άμαξες, να κοπρίσουν πολλά άλογα, που θα αφήσουν πολλούς θεατές, άρα θα φέρουν επιτυχία, λεφτά και τύχη στην παράσταση. 

Η ευχή «Merde!» –αυτή η λέξη που δεν είναι κομψή, αλλά σημαίνει πολλά όταν λέγεται μέσα στην αγωνία και την αναμονή για την επιτυχία κάθε νέου εγχειρήματος η έκβαση του οποίου γεμίζει νευρικότητα και άγχος τους συντελεστές του– δίνει τον τίτλο στο νέο έργο που έχει γράψει ο Suyako, κατά κόσμον Βασίλης Μαγουλιώτης, ο οποίος συνσκηνοθετεί την παράσταση με τον Γιώργο Κουτλή, ενώ τη μουσική και τα τραγούδια υπογράφουν ο Γιάννης Νιάρρος και ο Γιάννης Παπαδόπουλος.

Έχοντας ως θέμα του το ίδιο το θέατρο, ο Βασίλης Μαγουλιώτης (Suyako) φέρνει στη σκηνή το δίπολο φαντασμαγορία, θέαμα, εμπορική επιτυχία από τη μια, και φιλοδοξίες ενός άλλου θεάτρου, πιο ερευνητικού και ίσως πιο «ποιοτικού», όπως έχουμε συνηθίσει να το αποκαλούμε, από την άλλη.

Αυτό που συμβαίνει μέχρι να γίνει μια πρεμιέρα, η περίφημη «κουζίνα» του θεάματος, τα παρασκήνια, είναι για το κοινό –και για τον κόσμο των καλλιτεχνών– ένας μαγνήτης που τρέφει με πληροφορίες, μυστικά και «άγνωστες» λεπτομέρειες την ηδονοβλεπτική μας τάση, συνδέει πιπεράτα το προσωπικό με το δημόσιο και δημιουργεί μια αναπάντεχη οικειότητα μεταξύ κοινού και πρωταγωνιστών.

«Με έναν τρόπο αυτό το έργο έχει λίγο απ' όλα, είναι σαν ένα ελληνικό "Το σώσε", έχει λίγο από τις "Σφαίρες πάνω από το Μπρόντγουεϊ" και λίγη από τη διάθεση των "Δυο ξένων"», λέει γελώντας ο Γιώργος Κουτλής. «Με έναν δικό μας, meta, πολύ σύγχρονο, κωμικό τρόπο. Κάθε χαρακτήρας γεννήθηκε μέσα από τα χαρακτηριστικά πολλών ανθρώπων που συναντάμε στο θέατρο, διογκωμένα και όλα μαζί. Ουσιαστικά, είναι μια μικρογραφία της κοινωνίας και της ζωής μας με όλες τις σχέσεις εξουσίας, τις επιθυμίες, τα όνειρα. Όλοι ξέρουμε ότι έχει μια μαγεία αυτός ο κόσμος, αυτή η "κουζίνα" του θεάτρου· αυτή παρουσιάζουμε. Υπάρχει ο κουλτουριάρης βασανισμένος σκηνοθέτης που έχει όνειρα να ανεβάσει μια σύνθεση αρχαίας τραγωδίας, ο εμπορικός κωμικός ηθοποιός της τηλεόρασης, που περνάει κρίση ψυχολογική γιατί θέλει να παίξει δράμα, που δεν έχει παίξει εδώ και καιρό, υπάρχει ο κακοποιητής παραγωγός, ο οποίος κοιτάζει μόνο το κέρδος και κατηγορείται ότι έχει κακοποιήσει και γυναίκες, υπάρχει ο γιος του παραγωγού που έχει σπουδάσει στο εξωτερικό και αναλαμβάνει την επιχείρηση, υπάρχει ένας μεσάζοντας που κανένας δεν ξέρει τι ακριβώς κάνει και παίρνει ποσοστό, δάσκαλοι, κριτικοί θεάτρου και διάφοροι άλλοι ανθρωπότυποι που συναντάμε στη δουλειά». 

Merde! Μια παράσταση για τα κωμικοτραγικά παρασκήνια του θεάτρουFacebook Twitter
 O Γιώργος Κουτλής και ο Βασίλης Μαγουλιώτης συνσκηνοθετούν την παράσταση. Φωτ.: Χρήστος Συμεωνίδης 

Όταν τον ρωτώ πόσο αλλάζουν τα κλισέ γύρω από θέατρο μέσα στον χρόνο, μου απαντά ότι «το θέαμα επηρεάζεται από τη ζωή. Μεγαλώνουμε, αλλάζουν οι αναφορές, αλλάζουν τα δεδομένα, οπότε σιγά σιγά επηρεάζονται όσοι κάνουν θέατρο και διαμορφώνεται και η ίδια η τέχνη. Είναι πολύ σημαντικό να μιλάμε για όλα αυτά με δικά μας έργα, να μην παίρνουμε έτοιμα, από το εξωτερικό. Για μένα το να ανεβάζεις έργα που ήδη υπάρχουν, κάτι που κάνω και εγώ, έχει ένα ταβάνι στο πόσο μπορείς να δημιουργήσεις έναν ουσιαστικό κραδασμό. Μόνο αν επενδύσουμε όλοι, και οι καλλιτέχνες και το κράτος, και οικονομικά και σε ευκαιρίες, στα ελληνικά έργα, θα μπορέσει να γίνει μια τομή. Στην ιστορία της τέχνης, είτε μιλάμε για Μπρεχτ, είτε για Τσέχοφ μεΣτανισλάφσκι, είτε για Ντάριο Φο, όλες οι τομές έχουν γίνει από τη δραματουργία κυρίως, όχι από σκηνοθέτες, ή από τον συνδυασμό αυτών των δυνάμεων. Γιατί να μην κάνουμε κάτι και εμείς που να αναφέρεται σε εμάς; Αξίζει να το δοκιμάσουμε και να επιμείνουμε σε αυτό και να το πιστέψουμε. Δεν έχουμε τίποτα να ζηλέψουμε από κανέναν, αν αφιερώσουμε χρόνο και μεράκι».

Η πρόβα αρχίζει και ολόλαμπρο εμφανίζεται μπροστά στα μάτια μας το θέατρο «Μπούκα», σε ένα πολυεπίπεδο σκηνικό του Πάρι Μέξη που αφήνει ανοιχτούς όλους τους χώρους του, προσκήνιο και παρασκήνια. Και δίπλα σε αυτό δεν θα μπορούσε παρά να υπάρχει, σαν δοχείο με το οποίο συγκοινωνεί ο κόσμος του θεάτρου, το μπαρ «Γαργάρα», τόπος καλλιτεχνικών ζυμώσεων και ατελέσφορων συζητήσεων και φιλοδοξιών που γεννιούνται ή καταρρέουν στην μπάρα του. Στη μια πλευρά του σκηνικού, στο γραφείο του, ο παραγωγός/παράγοντας του θεάτρου (Νίκος Καραθάνος), που άλλοι τον λένε «παλιάς κοπής» και άλλοι τύραννο, κακοποιητή και «μακρυχέρη», αποφασίζει να χαθεί για λίγο από προσώπου γης για να αποφύγει δικαστικές περιπέτειες και περνά την «αυτοκρατορία του» στον γιο του. Αυτός είναι ένα μοντέλο παραγωγού πιο εξευγενισμένο, μορφωμένο, συντονισμένο στον ρυθμό της εποχής και πιο ψαγμένο σχετικά με τις ανάγκες του κοινού, που μπορεί να μην έχει ιδέα για το θέατρο αλλά μπορεί να μάθει γρήγορα.

Merde! Μια παράσταση για τα κωμικοτραγικά παρασκήνια του θεάτρουFacebook Twitter
 Ο Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος και ο παραγωγός/παράγοντας του θεάτρου (Νίκος Καραθάνος) που άλλοι τον λένε «παλιάς κοπής» και άλλοι τύραννο, κακοποιητή και «μακρυχέρη». Φωτ.: Χρήστος Συμεωνίδης 

Ο εμπορικός πρωταγωνιστής της «Μπούκας», που γέμισε το θέατρο και το ταμείο με την επιτυχία του «Ο Μπακαλόγατος», θέλει να δοκιμαστεί σε πεδία πιο «σοβαρά». Κάπως έτσι ξεκινά μια κρίση υπαρξιακή και πραγματική, γιατί το θέατρο πρέπει να ανοίξει, και μια ιστορία σουρεαλιστικών συζητήσεων και συναντήσεων και προβών με έναν διανοούμενο σκηνοθέτη, που συμβιβάζεται να δουλέψει με τον «εμπορικό» για να μπορέσει κι αυτός να δει το όνομά του στη μαρκίζα, αλλά και με ηθοποιούς-δορυφόρους και παράγοντες οι οποίοι δημιουργούν διαρκώς σύγχυση, σε κάθε φάση της προετοιμασίας του έργου μέχρι το τελικό αποτέλεσμα. Αναπόφευκτα συγκρούονται όλοι οι μικρόκοσμοι, οι επιθυμίες και τα κλισέ. Το ποιοτικό και το εμπορικό, η κωμωδία και το δράμα, οι λαϊκοί και οι διανοούμενοι, η τέχνη και η showbiz, μέσα από μια παρέλαση θεατών, φαντασμάτων των παλιών δασκάλων, κριτικών, αστυνομίας πόλεων και αστυνομίας θεάτρου, ανομολόγητων επιθυμιών για δόξα και για χρήμα. Αυτό είναι το πλαίσιο της παράστασης, που δεν έρχεται να αφηγηθεί τις παθογένειες και να διδάξει τρόπους, αλλά να φωτίσει με χάρη και χιούμορ τα κωμικοτραγικά ενός σοβαρού επαγγέλματος, βγάζοντάς το από το σοβαροφανές κάδρο του.

Έχοντας ως θέμα του το ίδιο το θέατρο, ο Βασίλης Μαγουλιώτης (Suyako) φέρνει στη σκηνή το δίπολο φαντασμαγορία, θέαμα, εμπορική επιτυχία από τη μια και φιλοδοξίες ενός άλλου θεάτρου, πιο ερευνητικού και ίσως πιο «ποιοτικού», όπως έχουμε συνηθίσει να το αποκαλούμε, από την άλλη. Τα όρια όλων αυτών θολώνουν, διαθλώνται και συμπλέκονται σε καταστάσεις τρομερά αστείες, με χιούμορ καυστικό, τολμηρό, σχεδόν κανιβαλικό, που αφήνει ωστόσο μέσα στην υπερβολή του μια γρίλια ανοιχτή για να μπορέσει ο θεατής να συνδεθεί με τα βάσανα και τους πόθους, τις μετέωρες επιθυμίες και τις ματαιώσεις όλων αυτών που κάνουν τους θεατές, αθώους και πιο ψυλλιασμένους, να κλαίνε και να γελάνε. Φτιαγμένο από έναν άνθρωπο που δουλεύει στο θέατρο, δεν θα μπορούσε παρά να είναι ένα έργο στο οποίο κάτω από τις στρώσεις της σάτιρας υπάρχει τρυφερότητα και αγάπη για τον κόσμο μέσα στον οποίο υπάρχει καθημερινά.

Merde! Μια παράσταση για τα κωμικοτραγικά παρασκήνια του θεάτρουFacebook Twitter
 Κάθε χαρακτήρας γεννήθηκε μέσα από τα χαρακτηριστικά πολλών ανθρώπων που συναντάμε στο θέατρο, διογκωμένα και όλα μαζί. Φωτ.: Χρήστος Συμεωνίδης 
Merde! Μια παράσταση για τα κωμικοτραγικά παρασκήνια του θεάτρουFacebook Twitter
 Γράφτηκε ένα έργο όχι μόνο για τη δουλειά που «φέρνει ψωμί στο σπίτι», αλλά και για τη ζωή των ηθοποιών, συνδέοντας ιστορίες, εμπειρίες, φιλοδοξίες, ματαιώσεις, μύχιες σκέψεις και όνειρα απραγματοποίητα. Φωτ.: Χρήστος Συμεωνίδης 
Merde! Μια παράσταση για τα κωμικοτραγικά παρασκήνια του θεάτρουFacebook Twitter
 Ο Ηλίας Μουλάς σε σκηνή της παράστασης. Φωτ.: Χρήστος Συμεωνίδης 

«Όταν κάναμε τους "Παίκτες", αντιληφθήκαμε ότι αυτή η παρέα των τεσσάρων ηθοποιών (Ηλίας Μουλάς, Βασίλης Μαγουλιώτης, Γιάννης Νιάρρος, Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος) και ο Γιώργος Κουτλής έχουμε κάποιους πολύ ισχυρούς κοινούς στόχους στο θέμα "κωμωδία", αλλά δεν ήταν καθόλου εύκολο να βρούμε έργα με τέσσερις τριανταπεντάρηδες και ισότιμους ρόλους», λέει ο Βασίλης Μαγουλιώτης. «Ήθελα και μπορούσα να γράψω πάνω σε αυτούς τους ανθρώπους και με γοήτευε να γράψω ένα έργο σε αυτή την κατηγορία, στα μέτρα μας και στο ελληνικό σήμερα».

Έτσι γράφτηκε ένα έργο όχι μόνο για τη δουλειά που «φέρνει ψωμί στο σπίτι» αλλά και για τη ζωή των ηθοποιών, συνδέοντας ιστορίες, εμπειρίες, φιλοδοξίες, ματαιώσεις, μύχιες σκέψεις και όνειρα απραγματοποίητα, με σαρκασμό και τρυφερότητα που εμφανίζεται ακόμα και πίσω από χαρακτήρες που σατιρίζονται σκληρά. Η ποιότητα των συναισθημάτων που φανερώνονται κάνει τους χαρακτήρες «τρισδιάστατους», ολοζώντανους και απέραντα ελκυστικούς, συνένοχους με τους θεατές, που ψάχνουν και τα δικά τους κοινά με τους τύπους που εμφανίζονται μπροστά τους, τους πασπαλισμένους με τη χρυσόσκονη της μικρής ή μεγάλης διασημότητας.

«Θέλησα να αναζητήσω τα καινούργια όρια σε κάθε ιστορία. Δεν ήθελα να βρω το σωστό τέλος της, αλλά να πειραματιστώ με μια καινούργια αλήθεια και ειλικρίνεια, να πω με έναν τρόπο ότι τίποτα δεν τελειώνει όπως έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε, τα πάντα είναι ένα μωσαϊκό από ατέλειωτες ιστορίες με άπειρα φινάλε. Αυτή είναι η αίσθησή μου και αυτό προσπαθώ να μεταφέρω, αυτή είναι η δική μου διατύπωση και αφορά τη δύναμη του ίδιου του θεάτρου». 

Στην κεντρική σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά από τις 24 Ιανουαρίου έρχεται το «Merde!» για να μάθουμε όσα μεσολαβούν μέχρι την πρεμιέρα, σαν ένα γράμμα αγάπης μέσα στο οποίο ο καθένας βρίσκει τη φράση που τον αφορά, για να συνδεθεί με τα πρόσωπα αλλά και με το νόημα που έχει τόσο το να κάνεις όσο και το να βλέπεις θέατρο σήμερα.