Σάββατο 27 Ιουνίου 2026

Δοκιμη αποχαιρετισμών

Ευχαριστώ τη Διεύθυνση και τον Σύλλογο διδασκόντων του 9ου ΓΕΛ ΠΕΙΡΑΙΑ που μου έδωσαν την ευκαιρία να μοιραστούμε αυτές τις στιγμές της αφυπηρέτησης των δύο εκλεκτών μας συναδέλφων, της Ελένης και του Φώτη.

Η μετάβαση αυτή από την ενεργό υπηρεσία στη συνταξιοδότηση είναι οριακή, είτε στηρίζεται σε προσωπική είτε σε αναγκαστική επιλογή. Μάλιστα με τις ισχύουσες νομοθετικές ρυθμίσεις είναι οριστική και τελεσίδικη, ανεξάρτητη από τις επιθυμίες και τις δυνατότητες καθενός από μας. Και ενώ όσο είναι κανείς μακριά από τα όρια συνταξιοδότησης μακαρίζει αυτούς που τα αγγίζουν , όταν φτάνει η ώρα του αποχαιρετισμού οι στιγμές είναι αμήχανες, περίεργες, πιθανόν άβολες, συναισθηματικά φορτισμένες, ενώ η Πολιτεία είναι προκλητικά και ισοπεδωτικά απούσα, συνοδεύοντας το κλείσιμο της σχολικής μας καριέρας με μια τυπική επιστολή, επαναλαμβανόμενη, ίδια για όλους, και μάλιστα εφαρμοσθείσα μόλις από το 2020 και μετά, λες και είμαστε μόνο ένας αριθμός μητρώου στα αρχεία του Υπουργείου Παιδείας.

Επομένως οι μοναδικές αυτές στιγμές του «τέλους» μιας καριέρας, που ενδέχεται να έχει και αριστοτελική σημασία, νοηματοδοτούνται κατά βάση από την παρουσία των συνοδοιπόρων μας στο σχολείο, των ανθρώπων με τους οποίους μοιραστήκαμε αγώνες, αγωνίες, προσπάθειες, επιτυχίες, αποτυχίες, ματαιώσεις, οράματα.

Στο πλαίσιο αυτό θα ήθελα με την παρουσία μου να δηλώσω πόσο ευλογημένη αισθάνομαι που συνεργάστηκα με την Ελένη και τον Φώτη, δυο φιλολόγους «παλαιάς κοπής», όπως κι εγώ άλλωστε, από τότε που το 9ο συγχωνεύτηκε με το 12ο Λύκειο. Ξεκινήσαμε όμως την καριέρα μας τότε που τα φιλολογικά μαθήματα αποτελούσαν τον κορμό του σχολικού προγράμματος, όταν η κλασική παιδεία ήταν αδιάψευστο κριτήριο αρετής και μοχλός κοινωνικής ανόδου. Αξιωθήκαμε την κατάνυξη και τη μαγεία της σχολικής τάξης, τις δύσκολες ερωτήσεις των μαθητών, τα βλέμματα της αποδοχής, την εκτίμηση των γονιών, την πεποίθηση ότι μαζί θα διαμορφώσουμε έναν καλύτερο κόσμο. Και φθάσαμε στην απαξίωση του έργου μας, στην υποτίμηση του δημόσιου σχολείου, στην απουσία «λόγου», λογικής και οραμάτων.

Σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς της οικονομική κρίσης, των διαρκών αναπροσαρμογών προγραμμάτων και βιβλίων, μες στις αλλαγές νόμων, διαταγμάτων και συνθηκών που καθορίζουν το μεγαλύτερο μέρος της σχολικής ζωής, κατορθώσαμε, στο νέο 9ο Λύκειο πλέον, να εμπεδώσουμε ένα modus vivendi αμοιβαίας εκτίμησης, ειλικρινούς «ομιλίας» (και συν-ομιλίας), συνεργασίας και συναντίληψης, διαφωνίας και αποδοχής του διαφορετικού, όπου δεν ένιωσα ποτέ να ανταγωνίζονται ή να υπονομεύουν το έργο μας η Ελένη και ο Φώτης.

Με δεδομένη άλλωστε την «κακοδαιμονία» της πολυσχιδούς ειδικότητάς μας, ομολογώ ότι συνεργαστήκαμε αρμονικά σε θέματα επιστημονικά, διδακτικά, διοικητικά, παιδαγωγικά. Συμφωνήσαμε ή διαφωνήσαμε ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης εκπαιδευτικών προβλημάτων, μαζί σχεδιάσαμε πλάνα μαθήματος και θέματα εργασιών, ανταλλάξαμε απόψεις για την αξιολόγηση των μαθητών και του έργου μας, βγάλαμε θέματα εξετάσεων, επιτηρήσαμε και εξετάσαμε προφορικά μαθητές, διορθώσαμε γραπτά , σχολιάσαμε θέματα πανελλαδικών και βαθμολογήσαμε ο καθένας με το στυλ και τον χαρακτήρα του.

Ξεχωριστά θυμάμαι τις ιδιαίτερες συζητήσεις μας με την Ελένη για τη νεοελληνική ποίηση και πεζογραφία, την αρχαία ελληνική και λατινική γραμματεία, τη γοητεία της κοινής ανάγνωσης ξεχωριστών για μας κειμένων, την αξιοποίηση του δοκιμιακού λόγου στη διδασκαλία του γλωσσικού μαθήματος, τις ατελείωτες φωτοτυπίες και την «κοπτοραπτική» τους προετοιμασία, το άγχος για το αποτέλεσμα των προσπαθειών μας, τις κοινές αγωνίες για τη συμπεριφορά και την επίδοση των μαθητών, την ατελείωτη υπομονή της στην προφορική εξέταση των μαθητών, τη διαρκή αναζήτηση νέων προσεγγίσεων, αλλά και τα κόκκινα της μάγουλα στα γκρίζα μαλλιά και τα υπέροχα κοσμήματα και μαντήλια. Μία φιγούρα σοβαρή, στοχαστική, λιγομίλητη, φιλόκαλος και φιλόμουσος που δεν «εκτίθεται» εύκολα και δεν αποκαλύπτει τον εσωτερικό της πλούτο, σαν τα μαργαριτάρια που πρέπει να κοπιάσεις για να τα αγγίξεις…

Ή πάλι θυμάμαι τον Φώτη, ξεχωριστό ξεναγό μας στις εκπαιδευτικές επισκέψεις σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους, εκείνο το πάθος του για το «όλον» και το «μέρος» παρά την πλημμελή προσοχή των μαθητών, εκείνη την εκπληκτική ιστορική μνήμη, την διαρκή μελέτη, στοχασμό και αναθεώρηση της Ιστορίας, των πηγών και των ιστορικών προσεγγίσεων, την έρευνα πεδίου στην Ιστορία, τη Λαογραφία, τη λαϊκή μουσική, τις λεξιλογικές του ανησυχίες, τις ομιλίες του στις σχολικές εορτές, την γραμματειακή του υποστήριξη, τις πολιτικές του αναλύσεις και αγωνίες, το θάρρος της γνώμης του… Να μην ξεχάσω τα τραγούδια που σιγοτραγουδήσαμε με τον Φώτη προεξάρχοντα σε ταβερνούλες ή στην αυλή του σχολείου μας, τα ποτήρια που τσουγκρίσαμε, τους χορούς που χορέψαμε… Ένας ρεμπέτης σημερινός, λιτός και λιτοδίαιτος, πολυπράγμων, ομιλητικός, επικοινωνιακός, κάποτε ιδιαίτερα αγχώδης και ανήσυχος με την υγεία και τα οικονομικά του δεδομένα, που όμως φροντίζει περισσότερο για το φαί του σκύλου του παρά για το δικό του…

Αυτά είναι, αγαπημένοι μου συνάδελφοι, Ελένη και Φώτη, όλα εκείνα στα οποία συμπράξαμε υλοποιώντας το φιλολογικό μας έργο που πιθανόν κάποτε από υπερβολικό πάθος το υπερβήκαμε, ποτέ όμως δεν το είδαμε ως πάρεργο, αν και θα βόλευε ίσως την Πολιτεία και την ΑΙ να το δούμε έτσι. Αυτά είναι όσα απεικονίζουν την κοινή μας πορεία σε τούτες τις αίθουσες και αποτύπωσαν στη μνήμη μου βιώματα ανεξίτηλα, που προς στιγμήν τα προσπεράσαμε, μέσα στην πίεση δύσκολων στιγμών, μέσα στο άγχος και την αγωνία, την οργή ή τις ματαιώσεις της σχολικής μας ζωής. Σας εύχομαι από καρδιάς να έχετε καλή υγεία και τύχη στη νέα περίοδο της ζωής σας, να έχετε την ευκαιρία να ασχοληθείτε με όσα σας ευχαριστούν και τα παραμελήσατε μέσα στις πιεστικές ανάγκες της καθημερινότητας και τέλος να σας ευχαριστήσω άλλη μια φορά για τις αναμνήσεις που συνδιαμορφώσαμε στο 9ο ΓΕΛ ΠΕΙΡΑΙΑ.

Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ, ΤΕΡΕΖΑ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΟΠΤΡΑ

 


Ένα ιστορικό μυθιστόρημα για την Τερέζα Δαμαλά - μια γυναίκα γεμάτη δύναμη.

Η Τερέζα θα διασχίσει τον χώρο και τον χρόνο για να συναντηθεί με τον Πικάσο, τον Ίωνα Δραγούμη, τον Γκαμπριέλε Ντ' Ανούντσιο, τον Βενιζέλο, τον Μουσολίνι, τον Κεμάλ και τον Έρνεστ Χέμινγουεϊ.

Μέσα από την ιστορία της, θα περιδιαβούμε τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα.

Η πένα του Φρέντυ Γερμανού θα μας διηγηθεί την ιστορία ενός κόσμου που αλλάζει με βιαιότητα, σαρώνοντας στο πέρασμά του έρωτες, κυβερνήσεις και πρόσωπα. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

ΓΡΑΦΕΙ Η ΛΩΡΗ ΚΕΖΑ ΣΤΟ "ΒΗΜΑ":

Η "Τερέζα» του Φρέντυ Γερμανού θα αποτελέσει, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, το μπεστ σέλερ του εφετεινού καλοκαιριού. Προτού συμπληρωθούν δύο εβδομάδες κυκλοφορίας είχαν ήδη εξαντληθεί τα πρώτα 12.000 αντίτυπα, ενώ ο συγγραφέας έχει προγραμματίσει παρουσιάσεις του ιστορικού μυθιστορήματός του σε αρκετές πόλεις της επαρχίας. Το βιβλίο επεφύλασσε και μία έκπληξη: τη «μετεγγραφή» του συγγραφέα στο δυναμικό των Εκδόσεων Καστανιώτη. Μετά από 20 χρόνια συνεργασίας με τον «Κάκτο» ο Φρέντυ Γερμανός αποφάσισε να αλλάξει εκδοτικό οίκο προκαλώντας ποικίλα σχόλια στους «κύκλους» του βιβλίου. Ο ίδιος μιλώντας προς «Το Βήμα» διέψευσε τις φήμες που θέλουν να έχει εισπράξει ένα εντυπωσιακό ποσόν για να αλλάξει εκδοτική στέγη: «Δεν έχω καμία αγωνία για το κυνήγι των εκατομμυρίων, γι’ αυτό και δεν ζήτησα χρήματα για τη “μετεγγραφή” μου. Ασφαλώς δεν είμαι υπεράνω χρημάτων, αλλά αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι να διαβαστούν τα βιβλία μου. Και με τον Καστανιώτη είμαστε ένα καλό δίδυμο». Από τον Καστανιώτη πρόκειται να κυκλοφορήσουν δύο ακόμη βιβλία του Φρέντυ Γερμανού: η συλλογή των νεανικών διηγημάτων «Υγρές νύχτες» και η βιογραφία του Νίκου Ζαχαριάδη.



Η «Τερέζα» είναι ένα βιβλίο που «ετοιμαζόταν επί σαράντα χρόνια». Ο Φρέντυ Γερμανός συνάντησε, ως νεαρός ρεπόρτερ, τον αμερικανό ποιητή Αρτσιμπαλ Μακ Λης, φίλο του Ερνεστ Χέμινγουαιη. Ο ΜακΛης ρώτησε τότε αν είναι γνωστή η «ελληνίδα πριγκίπισσα» που είχε φέρει τον Χέμινγουαιη στην Ελλάδα το 1922. Ετσι ο Φρέντυ Γερμανός έμαθε για την περίπτωση της γυναίκας που έγινε γνωστή στην Ευρώπη ως Τερέζα Δαμαλά και συνδέθηκε με μια πλειάδα επωνύμων ενώ παράλληλα εργαζόταν ως μοντέλο για τον Πικάσο και τον Μπρακ. Η ιστορία της ίσως θα είχε γίνει γνωστή αν η ίδια δεν επεδίωκε να αποκρύψει το «αμαρτωλό» παρελθόν και να γίνει μια καθώς πρέπει σύζυγος της συντροφιάς των βασιλοφρόνων των Αθηνών. Ετσι, ακόμη και εκείνοι που γνώριζαν σιωπούσαν. Οταν ο Φρέντυ Γερμανός επικοινώνησε με τους οικείους της, χωρίς να προδώσει το μυστικό, ρώτησε αν γνωρίζουν κάτι για την περίπτωση Δαμαλά. Εκείνοι διαβεβαίωσαν ότι στους κόλπους της οικογενείας τους ουδείς έχει έλθει σε επαφή με πρόσωπο αναλόγου ηθικής.

Το όνομα Δαμαλά δεν ήταν ένα τυχαίο ψευδώνυμο. Η Τερέζα ήταν φυσική κόρη του Αριστείδη Δαμαλά, ηθοποιού και συζύγου τής Σάρα Μπερνάρ. Ο ηρωινομανής πατέρας προτίμησε να δώσει το παιδί του για υιοθεσία σε μια οικογένεια στην Ελλάδα. Η κρυφή ζωή της Τερέζας συντέθηκε με ψηφίδες που ο συγγραφέας συνέλεγε επί σειρά ετών. Υπήρχε κατ’ αρχάς η μαρτυρία της Μελίνας Μερκούρη, που είχε ακούσει την ιστορία από τον παππού της. Της είχε διηγηθεί ότι αυτή η γυναίκα είχε αγαπήσει τον Ιωνα Δραγούμη στην Κορσική όπου βρισκόταν εξόριστη μαζί με τον σύζυγό της. Οταν ο Σπύρος Μερκούρης την συνάντησε στο Παρίσι έμαθε ότι έχει εγκαταλείψει τον άνδρα της και είναι ερωτευμένη με έναν αμερικανό συγγραφέα. Στην αφήγηση αυτή προστέθηκαν οι πληροφορίες της Σοφίας Λασκαρίδου, της πρώτης γυναίκας που ενεγράφη στη Σχολή Καλών Τεχνών. Η Λασκαρίδου ήταν εκείνη που συνέστησε τη Δαμαλά στις καλλιτεχνικές συντροφιές της Μονμάρτρης και γνώριζε λεπτομερώς την προσωπική της ζωή.



Η Δαμαλά έζησε στο εξωτερικό ως το 1922, όταν αποφάσισε να επιστρέψει στην πατρίδα της μαζί με τον Ερνεστ Χέμινγουαιη, ο οποίος ήταν τότε ανταποκριτής της εφημερίδας «Τορόντο Σταρ». Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους βρέθηκαν στη Ανατολική Θράκη όπου ο αμερικανός συγγραφέας παρακολουθούσε τα καραβάνια των προσφύγων που κατευθύνονταν στη Μακεδονία μετά την υπογραφή της Συνθήκης στα Μουδανιά. Το ζεύγος χώρισε εκεί για να συναντηθεί ξανά, τυχαία, στο Παρίσι το 1940. Με αυτή τη σκηνή κλείνει και το βιβλίο. Αυτό που εσκεμμένα παρέλειψε ο συγγραφέας ­ για να μη χαλάσει το φινάλε ­ είναι ότι ο Χέμινγουαιη της έστειλε ένα μήνυμα με την Κατίνα Παξινού. Είχαν συναντηθεί στην απονομή του Οσκαρ για την ερμηνεία του ρόλου τής Πιλάρ στο «Για ποιον χτυπά η καμπάνα». Την πλησίασε λέγοντας: «Πίστευα ότι όλες οι Ελληνίδες είχαν πράσινα μάτια». Σύμφωνα με τον Φρέντυ Γερμανό, της ζήτησε να πει στη Δαμαλά ότι την θυμάται πάντα.


ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΙΜΕΤΡΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ, ΓΡΑΦΕΙ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΚΟΡΗΣ, ΚΑΘ. ΑΠΘ

Ιστορικό θεωρείται το λογοτεχνικό έργο του οποίου «η δράση λαμβάνει χώρα σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο πολύ πριν από την ώρα που γράφεται […] και στο οποίο καταβάλλεται κάποια προσπάθεια, ώστε να αναπαρασταθούν πιστά οι συνήθειες και η νοοτροπία της περιόδου».

Η κύρια πλοκή της Τερέζας τοποθετείται από το 1916 έως και το 1922, όταν δηλαδή ο συγγραφέας του βιβλίου δεν είχε ακόμη αντικρίσει το φως της ζωής, ενώ στο πλαίσιο του μυθιστορήματος τηρούνται πιστά οι συντεταγμένες της εποχής όσον αφορά τον ιστορικό προσδιορισμό και τον γεωγραφικό χώρο (η ζωή της πρωταγωνίστριας απλώνεται σε αρκετές χώρες και πόλεις), τις συνήθειες, τη συμπεριφορά, την ενδυμασία, τον τρόπο ομιλίας, τις εθνικές ταυτότητες και τις ιδεολογικές επιλογές των προσώπων. Κατά τούτο, η Τερέζα είναι ιστορικό μυθιστόρημα, εφόσον πληροί τις δύο βασικές προϋποθέσεις της συγκεκριμένης αφηγηματικής συνθήκης…

Ο ερευνητής-δημοσιογράφος και ο λογοτέχνης-συγγραφέας Συνυπάρχουν και συνδυάζονται στην Τερέζα του Φρέντυ Γερμανού, ίσως για αυτό και η υποδόρια συμπόρευση της συγγραφικής φωνής με τον Έρνεστ Χέμινγουέι ως λογοτεχνικό πρόσωπο γίνεται αισθητή (ο σπουδαίος Αμερικανός πεζογράφος είχε αξιομνημόνευτη θητεία και στη δημοσιογραφία)…

Η γραφή της Τερέζας είναι καλοδουλεμένη, γλαφυρή, γλωσσικά σύνθετη και προσαρμοσμένη στο ήθος κάθε λογοτεχνικού ήρωα, όμως δεν είναι γραφή νεωτερική και αφηγηματικά ρηξικέλευθη. Όλα περνούν μέσα από τη ματιά ενός παντόπτη αφηγητή, που συμπίπτει με τον συγγραφέα. Εάν αξιοποιήσουμε τους όρους του πολύ γνωστού αφηγηματολογικού σχήματος του Ζενέτ θα χαρακτηρίζαμε την αφηγηματική εστίαση της Τερέζας «μηδενική», η οποία δεν μεταβάλλεται σε «εσωτερική», παρά τις ομιλούσες φωνές των λογοτεχνικών ηρώων. Η συγγραφική ματιά ελέγχει καθ’ ολοκληρίαν το μυθιστορηματικό τοπίο και η αφήγηση εξελίσσεται γραμμικά και λογικά. Ακόμη και οι αναχρονίες της πλοκής, δοσμένες με το συγγραφικό εργαλείο των απαραίτητων αναδρομικών αφηγήσεων …αφενός είναι σχετικά λίγες αφετέρου είναι λογικά ελεγχόμενες και σύντομες, με αποτέλεσμα να μη διαταράσσουν την εξελικτική ομαλότητα της υπόθεσης και να μην απειλούν τη χρονική διαδοχή των περιγραφόμενων γεγονότων. Κάθε επόμενο κεφάλαιο συνδέεται ως εξέλίξη με το προηγούμενο και αυτό επιβεβαιώνεται και από το κύκλιο σχήμα του μυθιστορήματος (στο ξεκίνημα σκιαγραφείται ένας συμβολικός βιασμός, απότοκος αυταρχικής καλλιτεχνικής συμπεριφοράς, και στο κλείσιμο υποβάλλεται ένας κατά κυριολεξίαν βιασμός, παραγόμενος από την ανθρώπινη κτηνωδία αλλά και τη βαριά ιστορική μοίρα). Τα λογοτεχνικά πρόσωπα (που είναι και ιστορικά υπαρκτές προσωπικότητες) μιλούν συχνά και πολύ, εκθέτοντας τις πράξεις και τις σκέψεις τους, πάντα όμως όσα παρουσιάζουν εξαρτώνται από το «είπε», από το «σκέφτηκε» ή από τα ποικίλα συνώνυμά τους, δηλαδή οι έλλογοι κρίκοι της αφήγησης είναι πανίσχυροι και εμφατικά υπογραμμισμένοι.

Το ιστορικό μυθιστόρημα του Φρέντυ Γερμανού χαρακτηρίζεται από υψηλόβαθμη οργανική ενότητα, που εξακτινώνεται από το συγγραφικό και ιστορικό επίκεντρο προς την αφηγηματική περιφέρεια, στο πλαίσιο ενός ευσταθούς λογοτεχνικού σύμπαντος, στο οποίο η συγγραφική αμηχανία δεν έχει καμία θέση…. Το βέβαιο είναι ότι ο Φρέντυ Γερμανός ήξερε να αφηγηθεί μια ιστορία με τρόπο σαγηνευτικό και στα σημεία συναισθηματικής κορύφωσης συναρπαστικό. Ως συγγραφέας ιστορικών μυθιστορημάτων δεν εγκατέλειψε ποτέ τον ερευνητή-δημοσιογράφο (σε ορισμένα σημεία τα λογοτεχνικά πρόσωπα μοιάζει σαν να δίνουν συνέντευξη). Έδωσε βιβλία με οργανική ενότητα και με ύφος καλοδουλεμένο και ακριβόλογο, τα οποία διαβάζονται με αυξανόμενο και αδιάπτωτο αναγνωστικό ενδιαφέρον, και αυτό είναι κάτι που πρέπει να το πιστώσουμε.




Δευτέρα 22 Ιουνίου 2026

Πλάτωνος Φαῖδρος (259b-259d)

 


[259b] Σωκράτης: Λέγεται δ᾽ ὡς ποτ᾽ ἦσαν οὗτοι ἄνθρωποι τῶν πρὶν Μούσας γεγονέναι. γενομένων δὲ Μουσῶν καὶ φανείσης ᾠδῆς οὕτως ἄρα τινὲς τῶν τότε ἐξεπλάγησαν ὑφ᾽ ἡδονῆς, ὥστε ᾄδοντες ἠμέλησαν σίτων τε καὶ ποτῶν, καὶ ἔλαθον τελευτήσαντες αὑτούς. [1]
[259c] ἐξ ὧν τὸ τεττίγων γένος μετ᾽ ἐκεῖνο φύεται, γέρας τοῦτο παρὰ Μουσῶν λαβόν, μηδὲν τροφῆς δεῖσθαι γενόμενον, ἀλλ᾽ ἄσιτόν τε καὶ ἄποτον εὐθὺς ᾄδειν, ἕως ἂν τελευτήσῃ, καὶ μετὰ ταῦτα ἐλθὸν παρὰ Μούσας ἀπαγγέλλειν τίς τίνα αὐτῶν τιμᾷ τῶν ἐνθάδε. [1, 2]
Τερψιχόρᾳ μὲν οὖν τοὺς ἐν τοῖς χοροῖς τετιμηκότας αὐτὴν ἀπαγγέλλοντες ποιrequest_οῦσιν προσφιλεστέρους, τῇ δὲ Ἐρατοῖ τοὺς ἐν τοῖς ἐρωτικοῖς, καὶ ταῖς ἄλλαις οὕτως κατὰ τὸ εἶδος ἑκάστης τῆς τιμῆς· [1]
[259d] τῇ δὲ πρεσβυτάτῃ Καλλιόπῃ καὶ τῇ μετ᾽ αὐτὴν Οὐρανίᾳ τοὺς ἐν φιλοσοφίᾳ διάγοντάς τε καὶ τιμῶντας τὴν ἐκείνων μουσικὴν ἀγγέλλουσιν, αἳ δὴ μάλιστα τῶν Μουσῶν περί τε οὐρανὸν καὶ λόγους οὖσαι θείους τε καὶ ἀνθρωπίνους ἱᾶσιν καλλίστην φωνήν. ὧν δὴ ἕνεκα πολλῶν δεῖ τι λέγειν καὶ μὴ καθέυδειν τὸ μεσημβρινόν. [1, 2]

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026

ΒΑΣΙΛΙ ΓΚΡΟΣΜΑΝ, ΖΩΗ ΚΑΙ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΚΟΒΟΣΤΗ, ΜΤΦΡ. ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

 


ΣΥΝΤΟΜΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ 
To «Ζωή και Πεπρωμένο» (ρωσικά: Жизнь и судьба) είναι το κορυφαίο, μνημειώδες μυθιστόρημα του Σοβιετικού συγγραφέα και δημοσιογράφου Βασίλι Γκρόσμαν, το οποίο θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα λογοτεχνικά έργα του 20ού αιώνα.
Το βιβλίο αποτελεί ένα επικό χρονικό της μάχης του Στάλινγκραντ, αλλά ταυτόχρονα και μια βαθιά φιλοσοφική και ανθρωπιστική κριτική απέναντι στα ολοκληρωτικά καθεστώτα του ναζισμού και του σταλινισμού.
«Οι άνθρωποι έχουν την ικανότητα να ξεπερνούν τον φόβο. Τα παιδιά μαζεύουν το κουράγιο τους και μπαίνουν σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο, οι στρατιώτες ρίχνονται στη μάχη, ένας νέος πηδά στο κενό με μόνο κλαδί σωτηρίας ένα κομμάτι πανί, έναν αλεξίπτωτο. Μα φαίνεται πως αδυνατούν να αντιμετωπίσουν εκείνον τον άλλο φόβο, τον φόβο που είναι γραμμένος με βαθυκόκκινα γράμματα στον μολυβένιο ουρανό της Μόσχας, τον τρομερό φόβο του κράτους.
Όχι δεν είναι μόνο αυτό, δεν αρκεί ο φόβος. Η ίδια η Επανάσταση εξαφάνισε κάθε ηθική στο όνομα της δικής της ανώτερης ηθικής. Το πνεύμα της Επανάστασης δημιούργησε τους φαρισαίους του σήμερα, τους υποκριτές και τους καταγγέλλοντες τους «εχθρούς του λαού», δίδαξε πως είναι σωστό να ρίχνεις αθώους στον γκρεμό για χάρη της ευτυχίας του λαού. Η Επανάσταση έκανε τα παιδιά ΄της να γυρίζουν την πλάτη στα παιδιά των οποίων οι γονείς είχαν σταλεί σε στρατόπεδο. Για την Επανάσταση ήταν δίκαιο να παίρνει μια γυναίκα από τα παιδιά της και να την στέλνει για δέκα χρόνια σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, επειδή δεν κατήγγειλε τον αθώο σύζυγό της.
Η μαγεία της Επανάστασης είχε ενωθεί με τον φόβο των ανθρώπων για τον θάνατο, με τον τρόμο τους για τα βασανιστήρια και τα στρατόπεδα».
«Η βία που ασκεί ένα ολοκληρωτικό κράτος είναι τόσο μεγάλη, που παύει πια να είναι απλώς μέσο. Γίνεται αντικείμενο απόκρυφης λατρείας. Πώς αλλιώς μπορούμε να εξηγήσουμε το σκεπτικό ορισμένων -κατά τα άλλα καλλιεργημένων και ευφυών- Εβραίων, σύμφωνα με το οποίο η σφαγή των ομοεθνών τους ήταν απαραίτητη για την ευτυχία του ανθρώπου και γι’ αυτό έπρεπε να θυσιάσουν πρόθυμα τα παιδιά τους όπως έκανε κάποτε ο Αβραάμ; Πώς θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε τον προικισμένο με ευφυία και ταλέντο ποιητή που, ενώ γεννήθηκε αγρότης, εξυμνεί με πάσα ειλικρίνεια την τρομερή εποχή της καθημερινής εξόντωσης της αγροτιάς, τα χρόνια που αφάνισαν τον πατέρα του, έναν τίμιο απλοϊκό ξωμάχο;
Ενα άλλο γεγονός που επέτρεψε στον φασισμό να κυριαρχήσει ήταν η «τύφλωση» των ανθρώπων. Αδυνατούσαν να πιστέψουν πως όδευαν προς την καταστροφή. Ακόμα και στο χείλος του τάφου συνέχιζαν να είναι εντυπωσιακά αισιόδοξοι. Η ελπίδα -συχνά παράλογη, ανέντιμη και αχαρακτήριστη- γεννούσε μια παθητική υποταγή εξίσου αχαρακτήριστη.
Η εξέγερση στη Βαρσοβία, οι ξεσηκωμοί στην Τρεμπλίνκα και στο στρατόπεδο Σομπιμπόρ, οι διάφορες στάσεις των αποτεφρωτών, προκλήθηκαν από απελπίσία. Αλλά η απελπισία, η βουβή απελπισία, δεν δημιουργεί μόνο την επιθυμία για αντίσταση. Μπορεί επίσης να οδηγήσει στην επιθυμία για έναν γρήγορο θάνατο. 
Τα πάντα οδηγούσαν στην υποταγή -και η ελπίδα και η απελπισία.
Σε καμιά περίπτωση εν πρέπει να ξεχνάμε ποιες αβάσταχτες εμπειρίες έκαναν εκείνους τους ανθρώπους να σκέφτονται με ανακούφιση τον θάνατό τους. Ιδίως οι ηθικολόγοι αρχίζουν να τους προσάπτουν απαράδεκτη παθητικότητα, σε συνθήκες που -κατά τα άλλα- οι περισπούδαστοι δάσκαλοι της ηθικής δεν μπορούν να φανταστούν.
Αφού διαπιστώσαμε πόσο εύκολα γίνεται υπάκουος ο άνθρωπος μπροστά στην άμετρη βία, πρέπει να προχωρήσουμε στην εξαγωγή ενός συμπεράσματος με εξαιρετική σημασία για το μέλλον της ανθρωπότητας.
Υπέστη άραγε η ανθρώπινη φύση κάποια πρααγματική αλλαγή στο καζάνι του ολοκληρωτισμού; Έχασε ο άνθρωπος την έμφυτη τάση του για την ελευθερία; Το πεπρωμένο του ανθρώπου αλλά και του ίδιου του ολοκληρωτικού κράτους εξαρτάται από την απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Αν η ανθρώπινη φύση άλλαξε, ο τελικός θρίαμβος του ολοκληρωτισμού σε παγκόσμιο επίπεδο, είναι παραπάνω από βέβαιος. Αν όμως το πάθος για ελευθερία παραμένει ακλόνητο, το ολοκληρωτικό κράτος είναι καταδικασμένο…
Η τάση του ανθρώπου προς την ελευθερία μπορεί να περιοριστεί αλλά όχι να αλλάξει. Ο ολοκληρωτισμός δεν μπορεί να απαρνηθεί τη βία. Αν το κάνει, χάθηκε. Η αδιάκοπη και απροκάλυπτη βία είναι η βάση του ολοκληρωτισμού. Από την άλλη, ούτε ο άνθρωπος μπορεί να απαρνηθεί την ελευθερία. Αυτό το συμπέρασμα είναι η ελπίδα της εποχής μας και η ελπίδα του μέλλοντος».
 Η Υπόθεση, το Περιεχόμενο, η Έκδοση
Το έργο ακολουθεί τα μέλη και τους φίλους της οικογένειας Σαπόσνικοβ μέσα στη δίνη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Γκρόσμαν ξεδιπλώνει ένα τεράστιο μωσαϊκό χαρακτήρων και τοποθεσιών: α) τα μέτωπα του πολέμου, με έμφαση στην καθημερινότητα των στρατιωτών στις λάσπες και τα ερείπια του Στάλινγκραντ, β) τα γερμανικά στρατόπεδα εξόντωσης (γκέτο και θαλάμους αερίων), γ) η σκληρή πραγματικότητα των σοβιετικών στρατοπέδων εργασίας και η δίωξη των αντιφρονούντων, δ) η επιστημονική κοινότητα, με εστίαση στην ιστορία του Βίκτορα Στρούμ, ενός Εβραίου φυσικού (που βασίζεται εν μέρει στον ίδιο τον Γκρόσμαν), ο οποίος αντιμετωπίζει τον κρατικό αντισημιτισμό και την πίεση του σοβιετικού καθεστώτος, παρά την επιστημονική του ιδιοφυΐα.
Η ιστορία της έκδοσης του βιβλίου είναι εξίσου δραματική με το ίδιο το περιεχόμενό του: το 1961, η KGB κατάσχεσε το χειρόγραφο, τα προσχέδια, ακόμη και τις μελανοταινίες της γραφομηχανής του Γκρόσμαν, επειδή οι σοβιετικές αρχές θεώρησαν το βιβλίο εξαιρετικά επικίνδυνο, καθώς τούς ασκούσε δριμεία κριτική. Ο ιδεολόγος του κόμματος Μιχαήλ Σουσλόφ είχε πει μάλιστα στον συγγραφέα ότι το βιβλίο δεν θα μπορούσε να εκδοθεί στη Σοβιετική Ένωση πριν περάσουν τουλάχιστον 200 ή 300 χρόνια. Ο Γκρόσμαν πέθανε το 1964 χωρίς να προλάβει να δει το έργο του τυπωμένο. Ωστόσο, ένα κρυφό αντίγραφο σε μικροφίλμ διασώθηκε από φίλους του και φυγαδεύτηκε στη Δύση, όπου εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1980 στην Ελβετία. 
Το έργο θεωρείται «ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα του 20ου αιώνα», «ένα αριστούργημα, ένα πανόραμα της ρωσικής κοινωνίας στα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου», αλλά και ένας μοναδικός παραλληλισμός του Ναζισμού και του Σταλινισμού, καθώς ο  Γκρόσμαν  τολμά να συγκρίνει τα δύο καθεστώτα, δείχνοντας πώς και τα δύο συνέθλιβαν την ανθρώπινη ατομικότητα και ελευθερία στο όνομα μιας «ανώτερης» ιδεολογίας. Παράλληλα , λόγω της επικής του κλίμακας, του πλήθους και του βάθους των χαρακτήρων και της ιστορικής του ακρίβειας, πολλοί κριτικοί το κατατάσσουν δίπλα στο κλασικό έργο του Τολστόι «Πόλεμος και Ειρήνη». Τέλος, παρά τη ζοφερή ατμόσφαιρα, τη φρίκη, το θάνατο, την ερήμωση, την αλλοτρίωση και τον αυταρχισμό, το βιβλίο αποτελεί έναν ύμνο στην καλοσύνη, την αντοχή και την εσωτερική ελευθερία του απλού ανθρώπου που αρνείται να υποταχθεί πλήρως. 
Για να μη χαθείτε στο τεράστιο πλήθος των χαρακτήρων του έργου «Ζωή και Πεπρωμένο», ο καλύτερος τρόπος είναι να τους ομαδοποιήσετε με βάση την οικογενειακή τους σχέση ή το γεωγραφικό/ κοινωνικό/ επαγγελματικό / πολιτικό περιβάλλον στο οποίο κινούνται. 
ΣΥΝΤΟΜΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ ΠΛΟΚΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΒΑΣΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ WIKIPEDIA

Το «Ζωή και Πεπρωμένο» είναι μια εκτενής αφήγηση της ζωής στο Ανατολικό Μέτωπο, με αμέτρητες σκηνές που διαδραματίζονται ταυτόχρονα σε όλη τη Ρωσία και την Ανατολική Ευρώπη. Αν και κάθε ιστορία έχει μια γραμμική εξέλιξη, τα γεγονότα δεν παρουσιάζονται απαραίτητα με χρονολογική σειρά. Ο Γκρόσμαν, για παράδειγμα, θα παρουσιάσει έναν χαρακτήρα, στη συνέχεια θα τον αγνοήσει για εκατοντάδες σελίδες και έπειτα θα επιστρέψει για να αφηγηθεί γεγονότα που έλαβαν χώρα την επόμενη μέρα. Είναι δύσκολο να συνοψίσουμε το μυθιστόρημα, αλλά η πλοκή μπορεί να συνοψιστεί σε τρεις βασικές ιστορίες: την οικογένεια Στρουμ/Σαπόσνικοφ, τη Μάχη του Στάλινγκραντ και τη ζωή στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Σοβιετικής Ρωσίας και της Ναζιστικής Γερμανίας . Αν και το «Ζωή και Πεπρωμένο» χωρίζεται σε τρία μέρη, καθεμία από αυτές τις ιστορίες παρουσιάζεται πολλές φορές  σε διαφορετικές φάσεις και στα τρία μέρη του βιβλίου.

Ο Βίκτωρ Στρουμ είναι ένας λαμπρός φυσικός που, μαζί με τη σύζυγό του, Λιουντμίλα, και την κόρη τους, Νάντια, έχουν μεταφερθεί από τη Μόσχα στο Καζάν. Αντιμετωπίζει μεγάλες δυσκολίες με τη δουλειά του και με την οικογένειά του. Λαμβάνει μια επιστολή από τη μητέρα του Άννα μέσα από ένα ναζιστικό εβραϊκό γκέτο που τον ενημερώνει ότι σύντομα θα δολοφονηθεί από τους Γερμανούς. Εν τω μεταξύ, η Λιουντμίλα πηγαίνει να επισκεφτεί τον γιο της από τον πρώτο της γάμο, τον Τόλια, σε ένα στρατιωτικό νοσοκομείο, αλλά εκείνος πεθαίνει πριν από την άφιξή της. Όταν επιστρέφει στο Καζάν, είναι εξαιρετικά αποστασιοποιημένη και φαίνεται να περιμένει ακόμα την επιστροφή του Τόλια. Ο Βίκτωρ στο μεταξύ συμμετέχει σε αντισοβιετικές συζητήσεις στο σπίτι του συναδέλφου του, Σοκόλοβ, εν μέρει για να εντυπωσιάσει τη σύζυγο του, τη Μάρια (τη μόνη φίλη της Λιουντμίλα), συγκρίνει συνεχώς πολιτικές καταστάσεις με τη φυσική και παρατηρεί ότι ο φασισμός ( ναζισμός ) και ο σταλινισμός δεν είναι και τόσο διαφορετικοί. Αργότερα μετανιώνει για αυτές τις συζητήσεις από φόβο μήπως καταγγελθεί, μια αδυναμία που τον βασανίζει στη λήψη αποφάσεων σε όλο το μυθιστόρημα.

Ξαφνικά, ο Βίκτωρ κάνει μια τεράστια μαθηματική ανακάλυψη, λύνοντας τα προβλήματα που δεν επιβεβαιώνονταν από τα πειράματά του. Οι συνάδελφοι του Βίκτορα αργούν να ανταποκριθούν, αλλά τελικά αποδέχονται την ιδιοφυΐα της ανακάλυψής του. Αφού επιστρέφει στη Μόσχα, ωστόσο, οι ανώτεροι αρχίζουν να επικρίνουν τις ανακαλύψεις του ως αντιλενινιστικές και επιτίθενται στην εβραϊκή του ταυτότητα. Ο Βίκτωρ, ωστόσο, αρνείται να δηλώσει μεταμέλεια δημόσια και αναγκάζεται να παραιτηθεί. Φοβάται ότι θα συλληφθεί, αλλά στη συνέχεια δέχεται ένα τηλεφώνημα από τον ίδιο τον Στάλιν (πιθανώς επειδή ο Στάλιν είχε αντιληφθεί τη στρατιωτική σημασία της πυρηνικής του έρευνας) που ανατρέπει άρδην όλους τους φόβους για την τύχη του. Αργότερα, υπογράφει μια επιστολή καταγγέλλοντας δύο αθώους άνδρες και στη συνέχεια βασανίζεται από ενοχές. Οι τελευταίες λεπτομέρειες για τον Βίκτορα αφορούν την ανολοκλήρωτη σχέση του με τη Μάρια.

Τα γεγονότα που αναφέρονται στην πολιορκία στο Στάλινγκραντ επικεντρώνονται στην Γεβγκένια /Ζενια Σαποσνίκοβα (αδελφή της Λιουντμίλα), τον Κρίμοβ (πρώην σύζυγό της) και τον Νόβικοβ (τον εραστή της). Ο Νόβικοβ, διοικητής ενός σοβιετικού σώματος αρμάτων μάχης, συναντά τον Στρατηγό Νιεουντόμπνοβ και τον Πολιτικό Επίτροπο Γκετμάνοβ, οι οποίοι είναι και οι δύο κομματικοί αρχηγοί. Μαζί αρχίζουν να σχεδιάζουν την αντεπίθεση στο Στάλινγκραντ. Ο Νόβικοβ καθυστερεί την έναρξη της επίθεσης από φόβο μήπως θυσιάσει άσκοπα τους άντρες του. Ο Γκετμάνοφ αργότερα καταγγέλλει τον Νόβικοβ και καλείται σε δίκη, παρόλο που η επίθεση με τα άρματα μάχης ήταν απόλυτα επιτυχημένη.

Εν τω μεταξύ, ο Κρίμοβ, Πολιτικός Επίτροπος, πρώην σύζυγος της Ζένιας, αποστέλλεται να ερευνήσει το Σπίτι 6/1, όπου μια μικρή ομάδα στρατιωτών έχει κρατήσει πίσω τους Γερμανούς για εβδομάδες, παρόλο που είναι εντελώς περικυκλωμένοι και αποκομμένοι από κάθε είδους προμήθειες. Ο Γκρέκοβ, ο διοικητής, αρνείται να στείλει αναφορές στο Αρχηγείο και περιφρονεί τη ρητορική του Κρίμοβ. Αργότερα τραυματίζει τον Κρίμοβ στον ύπνο του, με αποτέλεσμα να φύγει από το σπίτι. Λίγο αργότερα, το Σπίτι 6/1 ισοπεδώνεται ολοσχερώς από γερμανικές βόμβες. Ο Κρίμοβ, παρότι ένθερμος κομμουνιστής , κατηγορείται στη συνέχεια ως προδότης και στέλνεται στις φυλακές Λουμπιάνκα στη Μόσχα, όπου ξυλοκοπείται και αναγκάζεται να «ομολογήσει». Η Ζένια αποφασίζει να μην παντρευτεί τον Νόβικοβ και πηγαίνει στη Μόσχα για να προσπαθήσει να επισκεφτεί τον πρώην σύζυγό της. Ο τελευταίος λαμβάνει ένα δέμα από αυτήν και συνειδητοποιεί ότι την αγαπάει ακόμα, αλλά μπορεί να μην αποφυλακιστεί ποτέ.

Τα τμήματα που διαδραματίζονται στα στρατόπεδα έχουν λίγους και επαναλαμβανόμενους χαρακτήρες, με εξαίρεση τον Μοστοβσκόη, έναν παλιό Μπολσεβίκο που βρίσκεται σε Γερμανικό στρατόπεδο εξόντωσης και συμμετέχει σε μια συνωμοσία εξέγερσης εναντίον των Γερμανών, όντας απογοητευμένος από την επικρατούσα έλλειψη πίστης στον κομμουνισμό. Ο ανακριτής του, ο Στουρμπάνφυρερ Λις, ισχυρίζεται ότι ο φασισμός και ο κομμουνισμός είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, κάτι που αναστατώνει πολύ τον Μοστοβσκόη. Αργότερα σκοτώνεται από τους Γερμανούς για τη συμμετοχή του στην εξέγερση. Ακολουθούν χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τη συζήτησή τους, όπου ο Λίστας υποστηρίζει ότι τόσο ο Στάλιν όσο και ο Χίτλερ είναι οι ηγέτες ενός ποιοτικά νέου σχηματισμού:

«Όταν κοιτάζουμε ο ένας τον άλλον είναι σαν να κοιταζόμαστε στον καθρέφτη. Μισούμε το είδωλο που αντικρίζουμε, αλλά δεν παύει να είναι δικό μας. Αυτή είναι η τραγωδία της εποχής μας. Στ’ αλήθεια δεν αναγνωρίζετε τους εαυτούς σας , τη δύναμη της βούλησής σας σ’ εμάς; Δεν είναι αλήθεια πως και για σας ο κόσμος είναι αποτέλεσμα της βούλησής σας; Υπάρχει τίποτα που να μπορεί να σας σταματήσει;… Δεν υπάρχουν σύνορα. Τα σύνορα επινοήθηκαν. Στην ουσία είμαστε το ίδιο: δύο μονοκομματικά κράτη. Οι κεφαλαιούχοι δεν είναι αφεντικά μας. Το κράτος τους δίνει ένα πλάνο και τους παίρνει το 94% των κερδών τους. Το κράτος σας επίσης σχεδιάζει ένα πλάνο. Η παραγωγή του ανήκει. Ο λαός που τον αποκαλείτε κυρίαρχο, οι εργάτες παίρνουν επίσης μισθό από το μονοκαμματικό κράτος σας… ο Λένιν άνοιξε την πόρτα του 20ου αιώνα στον εθνικισμό, νομίζοντας πως τον πετούσε στον δρόμο με τον διεθνισμό. Ξέρεις, μάθαμε κι εμείς πολλά πράγματα από τον Στάλιν. Για να χτίσει κανείς τον σοσιαλισμό σε μία μόνο χώρα πρέπει να αφαιρέσει από τους αγρότες το δικαίωμα να σπέρνουν και να πουλάνε ότι τους αρέσει. Ο Στάλιν δεν δίστασε να εξοντώσει εκατομμύρια αγρότες. Ο δικός μας, ο Χίτλερ, είδε πως οι Εβραίοι ήταν ο μεγαλύτερος εχθρός του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού. Και εξόντωσε εκατομμύρια Εβραίους». 

Το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου παρουσιάζει μια σειρά από χαρακτήρες που παραμένουν ανώνυμοι: μια ηλικιωμένη χήρα που παρατηρεί τους ενοίκους της, ένας τραυματισμένος αξιωματικός του στρατού που πρόσφατα πήρε εξιτήριο από το νοσοκομείο, η σύζυγός του και η μικρή τους κόρη. Υπονοείται, ωστόσο, ότι ο αξιωματικός που επιστρέφει στην οικογένειά του είναι ο Ταγματάρχης Μπιερόσκιν, ένας επαναλαμβανόμενος χαρακτήρας από το Στάλινγκραντ, ο οποίος παρουσιάζεται ως ένας ευγενικός άνθρωπος που αγωνίζεται να διατηρήσει την ανθρώπινη φύση του.

εκδίδω
Βίκτορ Πάβλοβιτς Στρουμ
Ο Βίκτωρ Στρουμ είναι ο πρωταγωνιστής στο μυθιστόρημα του Γκρόσμαν, το οποίο βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στον ίδιο τον συγγραφέα. Αν και υπάρχουν πολλοί χαρακτήρες στο " Ζωή και Πεπρωμένο" , μεγάλο μέρος της πλοκής του μυθιστορήματος περιστρέφεται γύρω από τον Στρουμ και την οικογένειά του. Ο Στρουμ είναι παντρεμένος με τη Λιουντμίλα. Εργάζεται ως πυρηνικός φυσικός και είναι μέλος της Ακαδημίας Επιστημών. Μια κρίσιμη πτυχή του χαρακτήρα του Στρουμ είναι το ακαδημαϊκό του έργο. Σκέφτεται συνεχώς την εξερεύνηση της πυρηνικής φυσικής. Αυτή η εμμονή με το έργο του είναι εμφανής από την αρχή κιόλας του μυθιστορήματος μέσα από τις σκέψεις της Λιουντμίλα, από την οποία έχει απομακρυνθεί. Πριν από τον πόλεμο, η οικογένεια του Στρουμ ζούσε στη Μόσχα, αλλά η εκκένωση της πόλης τους ανάγκασε να μετακομίσουν στο Καζάν. Σε όλο το μυθιστόρημα, ο Στρουμ υπαινίσσεται τα αμφιλεγόμενα συναισθήματά του για το κράτος, απογοητευμένος όλο και περισσότερο από το καθεστώς του Στάλιν. Είναι κατά καιρούς ένας άνθρωπος χωρίς συμπάθειες - εγωκεντρικός, ευερέθιστος, δύσκολος να συμβιώσει κανείς μαζί του - όμως είναι επίσης βαθιά ανθρώπινος, αγωνιζόμενος να παραμείνει πιστός στον εαυτό του ενώ πλοηγείται στα αμέτρητα ηθικά διλήμματα της ζωής στη σοβιετική κοινωνία. Ο πόλεμος αναγκάζει επίσης τον Στρουμ να αποδεχτεί την εβραϊκή του καταγωγή, κυρίως μέσω της τραυματικής απώλειας της μητέρας του, η οποία δολοφονήθηκε από τους Ναζί στην Ουκρανία. Ο Βίκτωρ το μαθαίνει αυτό μέσα από την τελευταία της επιστολή προς αυτόν. Ο Γκρόσμαν την αφήνει να υποστεί την ίδια μοίρα με τη δική του μητέρα, η οποία σκοτώθηκε υπό παρόμοιες συνθήκες. Αυτό το απόσπασμα είναι ένα από τα πιο εμβληματικά στο μυθιστόρημα. Καθώς η ιστορία προχωρά, ο Βίκτωρ συνειδητοποιεί επίσης ολοένα και περισσότερο τον λανθάνοντα αντισημιτισμό του κόσμου στον οποίο ζει. 
Lyudmila ('Lyuda') Nikolaevna Shaposhnikova
Η Λιουντμίλα είναι παντρεμένη με τον Βίκτορα Στρουμ και έχει μια κόρη μαζί του, τη Νάντια. Αυτός είναι ο δεύτερος γάμος της. Αρχικά ήταν παντρεμένη με τον Αμπαρχούκ, ο οποίος έχει σταλεί σε σοβιετικό στρατόπεδο εργασίας. Στην αρχή του μυθιστορήματος, είναι σαφές ότι η Λιουντμίλα και ο Βίκτορ έχουν απομακρυνθεί. Αν και η αποξένωσή τους δεν εκφράζεται ανοιχτά από κανέναν από τους χαρακτήρες, είναι εμφανής μέσα από τη συζήτηση της Λιουντμίλα για τον μεγαλύτερο γιο της, τον Τόλια, τον οποίο απέκτησε με τον Αμπαρχούκ. Η Λιουντμίλα συζητά πώς ο Βίκτορ και η μητέρα του, Άννα Σεμιόνοβνα, έδειχναν πάντα προτίμηση στη Νάντια και αγνοούσαν τον Τόλια. Η Λιουντμίλα το περιγράφει αυτό καλύτερα όταν λέει «Νάντια, Νάντια, Νάντια  ... Η Νάντια έχει τα μάτια του Βίκτορ  ... Η Νάντια είναι αφηρημένη, η Νάντια είναι εύστροφη, η Νάντια είναι πολύ στοχαστική». Ο χωρισμός και η απάθεια της Λιουντμίλα απέναντι στον Βίκτορα και τη Νάντια μεγαλώνουν μετά τον θάνατο του Τόλια. Αυτή η ιστορία είναι από τις πρώτες που εμφανίζονται στο μυθιστόρημα, και ο Γκρόσμαν μας βυθίζει στη συνείδηση ​​της Λιουντμίλα καθώς αγωνίζεται να αποδεχτεί την πρόωρη απώλεια του γιου της. Για πολύ καιρό μετά, μιλάει στον Τόλια συνεχώς, μερικές φορές φωναχτά, μια συνήθεια με την οποία ο Βίκτορ δυσκολεύεται να διαχειριστεί.
Yevgenia ('Zhenya') Nikolaevna Shaposhnikova
Η Γεβγενία είναι η μικρότερη αδερφή της Λιουντμίλα. Αρχικά ήταν παντρεμένη με τον Νικολάι Γκριγκόρεβιτς Κρίμοφ, αλλά όταν ο αναγνώστης την γνωρίζει στο μυθιστόρημα, βρίσκεται σε σχέση με τον Συνταγματάρχη Πιότρ Πάβλοβιτς Νόβικοφ. Αφού μετακόμισε στο Κουίμπισεφ, η Γεβγενία ζει με μια ηλικιωμένη Γερμανίδα ονόματι Τζένι Γκενρίκοβνα, η οποία κάποτε εργαζόταν ως γκουβερνάντα της οικογένειας Σαπόσνικοφ. Η Γεβγενία είχε καλή σχέση με την Τζένι, αλλά μετά την απέλαση της ηλικιωμένης γυναίκας, μαζί με άλλους Γερμανούς που ζούσαν στο Κουίμπισεφ, η Γεβγενία ζει μόνη της. Αν και είναι μια όμορφη, γοητευτική και εξαιρετικά έξυπνη γυναίκα, η Γεβγενία δυσκολεύεται πολύ να αποκτήσει άδεια παραμονής ή κάρτα σίτισης. Μετά από πολλές συγκρούσεις με τον Γκρίσιν, τον επικεφαλής του τμήματος διαβατηρίων, καταφέρνει τελικά να αποκτήσει αυτά τα έγγραφα χρησιμοποιώντας κοινωνικές διασυνδέσεις. Λαμβάνει βοήθεια για την απόκτηση επίσημων εγγράφων από τον Λιμόνοφ, έναν άνθρωπο των γραμμάτων, και τον Αντισυνταγματάρχη Ρίζιν, τον προϊστάμενό της στο γραφείο σχεδιασμού - οι οποίοι και οι δύο ενδιαφέρονται ρομαντικά γι’ αυτή. Καθώς το μυθιστόρημα προχωρά, η Ζένια αποδεικνύεται ότι είναι ένας δυνατός και βαθιά συμπαθητικός χαρακτήρας.
Αλεξάνδρα Βλαντιμίροβνα
Η Αλεξάνδρα είναι η μητέρα των τριών κοριτσιών και του Ντίμτρι.
Ντεμέντι Τριφόνοβιτς Γκετμάνοβ
Ο Γκετμάνοβ είναι γραμματέας μιας obkom και διορίζεται επίτροπος στο σώμα αρμάτων μάχης του Νόβικοβ. Περιγράφεται ως άνθρωπος με μεγάλα και ξεχωριστά χαρακτηριστικά: «το ατημέλητο, γκριζαρισμένο κεφάλι του, το πλατύ μέτωπό του και τη σαρκώδη μύτη του». Ο Γκετμάνοβ είναι παντρεμένος με την Γκαλίνα Τερεντιέβνα. Έχει δύο κόρες και έναν μικρό γιο. Η οικογένειά του ζει στην Ούφα, όπου οι σύντροφοί του τις φροντίζουν όταν ο Γκετμάνοβ λείπει. Ο Γκετμάνοβ παρουσιάζεται ως ένθερμος υποστηρικτής του Κόμματος. Ο πρωταρχικός στόχος του στη ζωή είναι να ανέβει στην ιεραρχία του Κόμματος, ανεξάρτητα από το κόστος για τους άλλους. Έτσι, είναι πολύ προσεκτικός με αυτά που λέει και με αυτά που λένε όσοι συνδέονται μαζί του, επειδή δεν θέλει να προσβάλει το Κόμμα ή τον Στάλιν με κανέναν τρόπο. Αυτό είναι προφανές όταν συζητά για την πολιτική με τους φίλους του πριν φύγει για το μέτωπο. Όταν ένας άντρας συζητά για το πώς ο μικρός γιος του κάποτε κακοποίησε μια φωτογραφία του Στάλιν, ο Γκετμάνοφ είναι υπερβολικά επικριτικός και λέει ότι αυτή η συμπεριφορά, ακόμη και από νεαρή ηλικία, δεν πρέπει να γίνεται ανεκτή. Ο Γκετμάνοφ είναι επίσης αρκετά αλαζόνας. Νιώθει προσβεβλημένος που διορίστηκε επίτροπος μόνο για ένα σώμα αρμάτων μάχης. Ίσως είναι δυνατόν να θεωρήσουμε τον Γκετμάνοφ ως πορτρέτο του Χρουστσόφ, ο οποίος ήταν επικεφαλής πολιτικός αξιωματούχος κατά τη διάρκεια της μάχης για το Στάλινγκραντ. 
Αμπαρτσούκ
Ο Αμπαρτσούκ είναι ο πρώτος σύζυγος της Λιουντμίλα. Συνελήφθη το 1937 και στάλθηκε στο γκουλάγκ . Ο Αμπαρτσούκ είναι ένθερμος υποστηρικτής του Κόμματος. Νιώθει σαν να έχει φυλακιστεί άδικα, αλλά δεν κατηγορεί το Κόμμα για τις πράξεις του. Πιστεύει ότι τέτοιες λανθασμένες συλλήψεις είναι δικαιολογημένες στο ευρύτερο σχέδιο σταθερότητας του κόμματος. Ο Αμπαρτσούκ εργάζεται με εργαλεία και υλικά στο στρατόπεδο. Συνεργάζεται με έναν εγκληματία ονόματι Μπαρκάτοφ, ο οποίος εκβιάζει πολλούς ανθρώπους και μάλιστα σκοτώνει έναν από τους φίλους του Αμπαρτσούκ, τον Αμπράσα Ρούμπιν. Οι πράξεις του Αμπαρτσούκ διαμορφώνονται από την ανάγκη του για έγκριση από το Κόμμα. Αρνείται ακόμη και να επιτρέψει στον Τόλια να πάρει το επώνυμό του, γιατί ο Αμπαρτσούκ πιστεύει ότι αυτό θα μπορούσε να βλάψει τη θέση και την εικόνα του κόμματος. Επιμένει να κάνει αυτό που θεωρεί καθήκον του απέναντι στο κράτος καταγγέλλοντας τον Μπαρκάτοφ, παρόλο που αυτό πιθανότατα θα του κοστίσει τη ζωή του.
«Είσαι ξεχωριστός άνθρωπος σύντροφε Αμπάρτσουκ. Και συναντηθήκαμε σε ξεχωριστή εποχή -την καλύτερη εποχή μας, νομίζω… πρόσεξέ με τώρα. Πρώτον, κάναμε λάθος. Και η συνέπεια του λάθους μας ήταν η εξής.. κοίτα! Πρέπει να ζητήσουμε συγγνώμη από αυτόν τον αγρότη να μας συγχωρήσει. Δώσε μου ένα τσιγάρο. Μα τι λέω; Καμιά συγγνώμη δεν μπορεί να εξαργυρώσει αυτό που κάναμε. Αυτό έχει να πω… Δεύτερον, δεν αντιληφθήκαμε τη σημασία της ελευθερίας. Τη συντρίψαμε. Ούτε ο ίδιος ο Μαρξ την εκτίμησε όσο έπρεπε - η ελευθερία είναι η βάση, το νόημα, το θεμέλιο όλων των θεμελίων. Δίχως την ελευθερία δεν μπορεί να υπάρξει προλεταριακή επανάσταση. Τρίτον περάσαμε από τα στρατόπεδα, περάσαμε από τις χιονισμένες ερήμους, κι όμως η πίστη μας παραμένει δυνατή. Πιο δυνατή από ποτέ. Ε, λοιπόν, η πίστη αυτή είναι αδυναμία -μια μέθοδος αυτοσυντήρησης. Στην άλλη πλευρά του συρματοπλέγματος, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης λέει στους ανθρώπους να αλλάξουν, αν δεν θέλουν να πεθάνουν ή να βρεθούν σε κάποιο στρατόπεδο. Κι έτσι οι κομμουνιστές έφτιαξαν είδωλα, φόρεσαν στολές και επωμίδες, άρχισαν να κάνουν ηθικά και εθνικιστικά κηρύγματα και να χτυπούν την εργατική τάξη. … ¨Ομως εδώ στο στρατόπεδο, το ίδιο ένστικτο λέει στους ανθρώπους να μην αλλάξουν, όσα χρόνια κι αν περάσουν , αν δεν θέλουν να καταλήξουν σ’ ένα κασόνι θαμμένο στην ερημιά. Εδώ βρίσκεται η σωτηρία… είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος»

Πιότρ Λαβρέντιεβιτς Σοκόλοβ
Ο Σοκόλοβ είναι μαθηματικός στο εργαστήριο του Βίκτορα. Στην αρχή του μυθιστορήματος, ο Σοκόλοβ και ο Βίκτορ είναι καλοί φίλοι. Λατρεύουν να μιλάνε για την ακαδημαϊκή τους εργασία και συχνά συγκεντρώνονται στο σπίτι του Σοκόλοφ για να συζητήσουν για τη ζωή και την πολιτική. Γενικά, ωστόσο, ο Σοκόλοφ είναι πιο επιφυλακτικός από τον Βίκτορ. Μόνο στο τέλος του μυθιστορήματος τολμά τελικά να διακινδυνεύσει την κοινωνική του θέση για χάρη των πεποιθήσεών του. Υπονοείται επίσης ότι δυσανασχετεί ελαφρώς με την επιστημονική ανακάλυψη του Βίκτορ. Επιπλέον, καθώς το μυθιστόρημα προχωρά, είναι φανερό ότι ο Βίκτορ και η Μάρια Ιβάνοβνα, η σύζυγος του Σοκόλοφ, τρέφουν αισθήματα ο ένας για τον άλλον. Καθώς ο Σοκόλοφ το συνειδητοποιεί αυτό, η σχέση του με τον Βίκτορα ψυχραίνεται κάπως.
Μιχαήλ Σιντόροβιτς Μοστοβσκόη 
Ο Μοστοβσκόη είναι ένας παλιός Μπολσεβίκος σε ένα γερμανικό στρατόπεδο συγκέντρωσης. Είναι ο πρώτος σημαντικός χαρακτήρας που συναντά ο αναγνώστης και εμφανίζεται στην αρχή του μυθιστορήματος, συμμετείχε στην επανάσταση του 1917 και είχε ισχυρούς δεσμούς με το Κομμουνιστικό Κόμμα, έχοντας εργαστεί δίπλα-δίπλα με τον Λένιν. Αν και οι συνθήκες διαβίωσης στο στρατόπεδο είναι απερίγραπτες, ο Μοστοβσκόη είναι λογικός και αισιόδοξος. Λέει ότι το μεγάλο μείγμα κρατουμένων στα στρατόπεδα, όλοι από διαφορετικά εθνικά, πολιτικά και θρησκευτικά υπόβαθρα, δημιουργεί ένα ενδιαφέρον περιβάλλον. Μπορεί να χρησιμοποιήσει τις γνώσεις του στις ξένες γλώσσες στο στρατόπεδο και μπορεί να προσπαθήσει να κατανοήσει νέες προοπτικές. Όσοι βρίσκονται μέσα στο στρατόπεδο, συμπεριλαμβανομένου του Μοστοβσκόη, ενδιαφέρονται εξαιρετικά για το τι συμβαίνει στον πόλεμο. Ο Γκρόσμαν χρησιμοποιεί τον χαρακτήρα του για να αποκαλύψει τη φιλοσοφική ένταση που διαπερνούσε την Ευρώπη κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Μοστοβσκόη εμπλέκεται συνεχώς σε φιλοσοφικές διαμάχες με συγκρατούμενούς του όπως ο Ταγματάρχης Γερσόβ και ο Ικόνικοβ, ένας πρώην οπαδός του Τολστόι . Τελικά, ο Γερμανός αξιωματικός Λις τον επιλέγει για μια παράξενη σειρά προσωπικών συνομιλιών, κατά τη διάρκεια των οποίων ο Λις εκφράζει τις ουσιώδεις ομοιότητες μεταξύ Σταλινισμού και Ναζισμού. Ο Μοστοβσκόη διαταράσσεται, αλλά παραμένει ανυπότακτος, επιλέγοντας να πεθάνει σε μια καταδικασμένη εξέγερση κρατουμένων.
Σοφία Οσίποβνα Λέβιντον
Όταν ο αναγνώστης συναντά για πρώτη φορά την Λέβιντον, βρίσκεται σε ένα τρένο καθ' οδόν προς ένα γερμανικό στρατόπεδο συγκέντρωσης. Αργότερα ανακαλύπτουμε ότι είναι στρατιωτική γιατρός και παλιά φίλη της Γεβγενίας. 
«Αυτό που σώζει τους ανθρώπους όταν η εγκατάλειψη στη θλίψη, η βουβή μοιρολατρία μεταμορφώνεται σε αφόρητη αίσθηση τρόμου, αυτό που τους σώζει, λοιπόν, είναι το όπιο της αισιοδοξίας.
Γρήγορα έχασαν το ενδιαφέρον τους για τη Σοφία. Ήταν ένας ακόμα κρατούμενος, που γνώριζε για τον προορισμό τους όσα και οι υπόλοιποι. Κανείς δεν ρώτησε το επίθετό της και κανείς δεν συγκράτησε το μικρό της όνομα. Συνειδητοποίησε με έκπληξη πως ενώ η εξέλιξη του ανθρώπου χρειάστηκε εκατομμύρια χρόνια, εκείνοι οι άνθρωποι χρειάστηκαν μόνο μερικές μέρες για να επιστρέψουν στην κατάσταση του ζώου, ενός βρώμικου, δυστυχισμένου, δέσμιου και ανώνυμου ζώου.
Ακούγοντας τις ιστορίες τους η Σοφία έμαθε πως οι άνθρωποι έχουν πλευρές που κάθε άλλο παρά ανθρώπινες είναι. Κάποια γυναίκα κατέψυξε την παράλυτη αδελφή της. Την έβαλε σε μια ξύλινη σκάφη και την έβγαλε έξω, στην παγωμένη νύχτα. Άκουσε για μητέρες που σκότωσαν τα παιδιά τους. Μια από αυτές βρισκόταν στο βαγόνι. Υπήρξαν άνθρωποι που έζησαν μήνες ολόκληρους στους υπονόμους, τρεφόμενοι με σιχαμερά ποντίκια, αποφασισμένοι να κάνουν τα πάντα για να κρατηθούν ζωντανοί».

Στο τρένο, η Λέβιντον συναντά ένα εξάχρονο αγόρι ονόματι Δαυίδ. Στάλθηκε να περάσει το καλοκαίρι με τη γιαγιά του, αλλά έμεινε αποκομμένος από τη μητέρα του στη Μόσχα μετά την ταχεία γερμανική προέλαση μέσω της Ουκρανίας. Η Λέβιντον συνειδητοποιεί ότι η γιαγιά του Δαυίδ πέθανε λίγο μετά την ομαδοποίηση όλων των Εβραίων στο γκέτο και ότι δεν έχει συγγενείς μαζί του στη μεταφορά. Κατά τη διάρκεια του μυθιστορήματος, η Λέβιντον αγαπά τον Δαυίδ ως γιο της. Όταν, στο στρατόπεδο, οι Γερμανοί προσφέρονται να σώσουν ορισμένους πολύτιμους κρατούμενους (όπως τους γιατρούς), δεν σώζει τον εαυτό της. αλλά μάλλον, μένει μαζί του και κατευθύνεται στον θάλαμο αερίων για να δολοφονηθούν μαζί. Αυτή η σκηνή στο "Ζωή και Πεπρωμένο" είναι ιδιαίτερα ισχυρή. Δείχνει πώς η ανθρώπινη συμπόνια μπορεί να ξεπεράσει τις φρικαλεότητες που καθόρισαν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Λοχαγός Γκρέκοβ
Ο Γκρέκοβ είναι ο «διαχειριστής του σπιτιού» στο Σπίτι 6/1 – ένα σοβιετικό οχυρό περιτριγυρισμένο από γερμανικά στρατεύματα. Η εξαιρετική γενναιότητα, η ικανότητα και η αφοσίωση του Γκρέκοβ στον αγώνα απεικονίζονται με έναν εξιδανικευμένο τρόπο. Οι άνδρες στο Σπίτι 6/1 γυροφέρνουν την Κάτια, τη νεαρή ασυρματίστρια που έχει τοποθετηθεί στο κτίριο, με τον ανησυχητικά αρπακτικό τρόπο που φαίνεται στο μυθιστόρημα ότι είναι διαδεδομένος και στους δύο στρατούς. Ωστόσο, ο Γκρέκοβ, που όλοι θεωρούν ότι έχει ένα είδος αρχηγικού δικαιώματος για τη νεαρή γυναίκα, συμπεριφέρεται έντιμα, στέλνοντάς την έξω από το κτίριο σώα και αβλαβή πριν από την τελική γερμανική επίθεση που θα τους σκοτώσει όλους. Ένα είδος τραχιάς ιπποσύνης προστίθεται στις άλλες αρετές του. Ως θαρραλέος και πολυμήχανος στρατιώτης, εμπνέει απόλυτη αφοσίωση στους άντρες του, προς μεγάλη ανησυχία του Κρίμοβ, ο οποίος το βλέπει αυτό ανατρεπτικό. Καθώς προχωρά το μυθιστόρημα, δημιουργείται ένταση μεταξύ του Κρίμοβ και του Γκρέκοβ,  επειδή ο δεύτερος επιθυμεί να ενεργεί ανεξάρτητα και είναι βαθιά καχύποπτος για την καταπιεστική κρατική γραφειοκρατία που αντιπροσωπεύει ο Κρίμοβ. Αν και ο Κρίμοβ θαυμάζει τον Γκρέκοβ μέχρι ενός σημείου και είναι πρόθυμος να καταλήξει σε συνεννόηση μαζί του - έστω και με τους όρους του κράτους - υπονοείται έντονα ότι ο διαχειριστής του σπιτιού τελικά τον τραυματίζει για να το εγκαταλείψει.
Νικολάι Γκριγκόρεβιτς Κρίμοβ
Ο Κρίμοφ είναι ο πρώην σύζυγος της Γιεβγκένια. Είναι ο επίτροπος που έχει τοποθετηθεί στο Σώμα 6/1. Ο Κρίμοβ φαίνεται να είναι «καλός κομμουνιστής», με ιστορικό σχεδόν φανατικής ιδεολογικής δέσμευσης στο Κόμμα, στάση που έκανε την Γιεβγκένια να τον εγκαταλείψει. Ωστόσο, απογοητεύεται όλο και περισσότερο καθώς προχωρά το μυθιστόρημα και τελικά ένα απρόσεκτο σχόλιο εκ μέρους του Νόβικοβ δίνει την ώθηση για τη σύλληψη και τη φυλάκιση του Κρίμοβ, οπότε κάθε πολιτικά ευαίσθητη λεπτομέρεια του παρελθόντος του στρέφεται εναντίον του. Παρά τα εκτεταμένα βασανιστήρια, ο Κρίμοβ αρνείται σταθερά να ομολογήσει μια κατασκευασμένη σειρά προδοτικών πράξεων. Αν και η Γιεβγκένια πιστεύει ότι έχει ξεπεράσει τον Κρίμοβ, τον σκέφτεται συνεχώς και καταλήγει να επιστρέφει σε αυτόν παρά τη σύλληψή του.
Συνταγματάρχης Πιότρ Παβλόβιτς Νόβικοβ 
Ο Νόβικοβ,  εραστής της Γεβγκένια, είναι ο διοικητής ενός σώματος αρμάτων μάχης. Ως εκ τούτου, συμμετέχει στο ζωτικής σημασίας κίνημα λαβής που τελικά εξασφαλίζει τη νίκη του Κόκκινου Στρατού στο Στάλινγκραντ. Στο μέτωπο, ο Νόβικοβ συνεργάζεται με τον Γκετμάνοβ, στον οποίο αφήνει απερίσκεπτα να του ξεφύγει μια συμβιβαστική λεπτομέρεια για το παρελθόν του Κρίμοβ, την οποία του είχε εμπιστευτεί η Γεβγκένια. Ο Γκετμάνοβ το εκμεταλλεύεται και αναφέρει τον Κρίμοβ, με καταστροφικές συνέπειες. Μέχρι αυτό το σημείο, ο νεαρός ήλπιζε να παντρευτεί την Γεβγκένια, με την οποία είναι ερωτευμένος, αν και οι δυο τους δεν φαίνεται να έχουν πολλά κοινά. Ενώ πιστεύει ότι έρχεται πιο κοντά της, ο αναγνώστης συνειδητοποιεί ότι η Γεβγκένια σιγά σιγά απομακρύνεται από αυτόν υπέρ του Κρίμοβ.

Ιστορικό πλαίσιο

εκδίδω

Τα περισσότερα από τα γεγονότα του "Ζωή και Πεπρωμένο" διαδραματίζονται στη Σοβιετική Ένωση στα τέλη του φθινοπώρου και του χειμώνα του 1942-43. Ήταν η εποχή της Επιχείρησης Μπλε και της Επιχείρησης Fischreiher , της συνέχειας της εισβολής της Ναζιστικής Γερμανίας στη Σοβιετική Ένωση που είχε ξεκινήσει με την Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα . Ήταν η εποχή της Μάχης του Στάλινγκραντ . Αλλά, όσο κι αν η Μάχη του Στάλινγκράντ απεικονίζεται ως μέρος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, άλλο τόσο ιστορείται και ως μέρος της Σταλινικής Ρωσίας.

Το βιβλίο ξεκινά με τις δυνάμεις του Άξονα να πολιορκούν την πόλη. Σε όλο το βιβλίο υπάρχουν αναφορές στην παρακμάζουσα πόλη και τις ζημιές από τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς και το πυροβολικό που βρίσκεται γύρω από την πόλη. Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις στις οποίες ο αποκλεισμός του Άξονα είναι αρκετά αισθητός. Οι χαρακτήρες υποφέρουν από πείνα και δίψα. Το βιβλίο τελειώνει με την παράδοση των υπολειμμάτων της 6ης Στρατιάς του Γερμανού στρατάρχη Φρίντριχ Πάουλους και την επιστροφή των πολιτών στην πόλη.

Οι χαρακτήρες του μυθιστορήματος είναι ένας συνδυασμός φανταστικών και ιστορικών προσώπων. Στα ιστορικά πρόσωπα περιλαμβάνονται ο Ιωσήφ Στάλιν και ο Αδόλφος Χίτλερ . Πολλοί από τους χαρακτήρες βασίζονται πιο χαλαρά σε μια ιστορική προσωπικότητα ή σε έναν αντιπροσωπευτικό Σοβιετικό πολίτη. Ο κύριος χαρακτήρας, ο Βίκτωρ Στρουμ, είναι μια «αυτοπροσωπογραφία» του ίδιου του Γκρόσμαν, αν και ο Στρουμ είχε επίσης ένα πραγματικό πρωτότυπο - τον Σοβιετικό πυρηνικό φυσικό Λεβ Γιακόβλεβιτς Στρουμ ru ] (1890–1936), ο οποίος ήταν οικογενειακός φίλος του Γκρόσμαν στο Κίεβο. Ένας από τους πιο πολλά υποσχόμενους Σοβιετικούς φυσικούς της εποχής του, ο Λεβ Στρουμ συνελήφθη και εκτελέστηκε κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εκκαθάρισης του Στάλιν . Ο Βασίλι Γκρόσμαν πήρε ένα τεράστιο ρίσκο και απαθανάτισε τον φίλο του, πρώτα στο μυθιστόρημα «Στάλινγκραντ», το οποίο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά με τον τίτλο «Για μια Δίκαιη Αιτία» το 1952, δηλαδή ενώ ακόμα ήταν εν ζωή ο Στάλιν, και στη συνέχεια - στο μυθιστόρημα «Ζωή και Πεπρωμένο». 

«ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, ΘΑΝΑΤΟΣ, ΝΙΚΗ, ΗΤΤΑ»

Η μοίρα του νεαρού Σεριόζα Σαπόσνικοβ (γιου του εκτοπισμένου Ντμίτρι) στο «Ζωή και Πεπρωμένο» είναι μία από τις πιο συγκινητικές και σκόπιμα ανοιχτές/διφορούμενες ιστορίες του βιβλίου. Ο Βασίλι Γκρόσμαν χρησιμοποιεί τον Σεριόζα για να συμβολίσει τη μοίρα εκατομμυρίων ανώνυμων στρατιωτών που χάθηκαν στη δίνη του πολέμου χωρίς ποτέ κανείς να μάθει την ακριβή τους κατάληξη. Κατ’ αρχάς  ο Σεριόζα πολεμά στο θρυλικό και απομονωμένο σπίτι 6/1, οχυρό του Στάλινγκραντ υπό τις διαταγές του αντισυμβατικού λοχαγού Γκρέκοβ. Εκεί, μέσα στα ερείπια, βιώνει μια σύντομη αλλά έντονη συναισθηματική σύνδεση (έναν νεανικό, σχεδόν ανεκπλήρωτο έρωτα) με την ασυρματίστρια Κάτια ΒένγκροβαΚαθώς η πίεση των Γερμανών στο οχυρό γίνεται απελπιστική, ο Γκρέκοβ διατάζει τον Σεριόζα και την Κάτια να εγκαταλείψουν το κτίριο για να μεταφέρουν μια αναφορά στο αρχηγείο. Λίγο μετά την αποχώρησή τους, το «Σπίτι 6/1» ισοπεδώνεται από σφοδρό γερμανικό βομβαρδισμό και ο Γκρέκοβ με τους υπόλοιπους αμυνόμενους σκοτώνονται. Ο Σεριόζα και η Κάτια γλιτώνουν τη δεδομένη στιγμή επειδή είχαν σταλεί μακριά. Μετά από αυτό το σημείο, ο Σεριόζα χάνεται μέσα στον γενικότερο χαμό των πολεμικών επιχειρήσεων. Ο Γκρόσμαν δεν περιγράφει ρητά τον θάνατό του, ούτε όμως τον δείχνει να επιστρέφει στην οικογένειά του μετά το τέλος της μάχης. Χάνεται μέσα στο πλήθος των στρατιωτών. Στην ουσία, ο Σεριόζα «αποκτά» τη μοίρα του Αγνώστου Στρατιώτη. Η μητέρα του και οι συγγενείς του μένουν με την ίδια αγωνία που είχαν εκατομμύρια σοβιετικές οικογένειες: να ελπίζουν ότι ζει, χωρίς ποτέ να λάβουν μια σίγουρη απάντηση.
===
Ο Βίκτωρ Στρούμ στο «Ζωή και Πεπρωμένο» σώζεται σωματικά χάρη σε ένα τηλεφώνημα του Στάλιν, αλλά παγιδεύεται ηθικά υπογράφοντας μια ψευδή επιστολή. Η επιβίωσή του μετατρέπεται σε εσωτερική φυλακή, καθώς η δόξα και τα προνόμια συνοδεύονται από την απώλεια της ηθικής του ελευθερίας και τη συντριβή των επιταγών της συνείδησής του. Αντίθετα, η περίπτωση του Νικολάι Κρίμοβ έχει μια τελείως διαφορετική, συγκλονιστική κατάληξη, που λειτουργεί ως το απόλυτο αντίβαρο στην ηθική συνθηκολόγηση του Στρούμ. Ο Κρίμοβ, παρά τα άγρια βασανιστήρια, τις ανακρίσεις και την ψυχολογική βία που υφίσταται στα κελιά της Λουμπιάνκα δεν υπογράφει την ψευδή ομολογία ότι είναι προδότης, κατάσκοπος ή εχθρός του λαού. Η τραγωδία του ωστόσο είναι ότι υπήρξε ένας φανατικός, πιστός μπολσεβίκος που κάποτε δικαιολογούσε τις βίαιες μεθόδους του κόμματος. Μέσα στη φυλακή, συνειδητοποιεί με τρόμο ότι το ίδιο το σύστημα που υπηρέτησε με τυφλή πίστη στρέφεται τώρα εναντίον του και τον κατασπαράζει, χρησιμοποιώντας τα ίδια ακριβώς ψέματα που εκείνος κάποτε ανεχόταν. Παρά τη βαθιά του απογοήτευση, βρίσκει το σθένος να κρατήσει την αξιοπρέπειά του. Αντιστέκεται στον ανακριτή του και δεν υποκύπτει. Η άρνηση του τού επιφυλάσσει μια μοναδική στιγμή κάθαρσης: ενώ βρίσκεται απομονωμένος στο κελί, δέχεται ένα δέμα από την πρώην σύζυγό του. Εκείνη, παρόλο που είχε «φτιάξει» τη ζωή της με τον στρατηγό Νόβικοβ, επιλέγει να ρισκάρει τη δική της ασφάλεια για να στηρίξει τον φυλακισμένο πρώην σύζυγό της. Έτσι, ενώ ο Στρούμ κερδίζει την ελευθερία του αλλά χάνει την ψυχή του, ο Κρίμοβ χάνει την ελευθερία του (και πιθανότατα τη ζωή του μέσα στα γκουλάγκ) αλλά σώζει την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του, βρίσκοντας στο τέλος την πραγματική αγάπη και τη λύτρωση. 
Η στάση της Λουντμίλα Σαπόσνικοβα (της συζύγου του Βίκτορα Στρούμ) είναι εξαιρετικά σύνθετη, καθώς η ίδια βρίσκεται ανάμεσα σε δύο συμπληγάδες: τον προσωπικό της θρήνο για τον θάνατο του γιού της από τον πρώτο της γάμο και τον τρόμο για την επιβίωση της οικογένειάς της. Η σχέση της με τον Στρούμ περνάει από διάφορες φάσεις. Στην αρχή, η Λουντμίλα είναι βυθισμένη στο πένθος για τον θάνατο του γιου της, Τόλια, στο μέτωπο. Όταν ο Βίκτωρ αρχίζει να δέχεται επιθέσεις στο Ινστιτούτο επειδή οι θεωρίες του θεωρούνται «μη μαρξιστικές», εκείνη αρχικά αδυνατεί να του συμπαρασταθεί ουσιαστικά, καθώς ο δικός της πόνος είναι αβάσταχτος.Όταν ο αποκλεισμός του Βίκτορα γίνεται απόλυτος και η σύλληψή του από την KGB φαίνεται βέβαιη, η στάση της αλλάζει. Παρά το γεγονός ότι στη σοβιετική κοινωνία οι σύζυγοι των «εχθρών του λαού» συχνά τους αποκήρυσσαν για να σωθούν, η Λουντμίλα μένει στο πλευρό του και μοιράζεται την αγωνία μαζί του, περιμένοντας κάθε βράδυ το περιβόητο «χτύπημα στην πόρτα». Αυτή η κοινή απειλή τούς φέρνει πιο κοντά, θυμίζοντάς τους τους παλιούς τους δεσμούς. Όταν ο Στάλιν τηλεφωνεί στον Βίκτορα και όλα ανατρέπονται, η Λουντμίλα νιώθει τεράστια ανακούφιση. Ωστόσο, η στάση της στην τελική υποταγή και αλλοτρίωση του Βίκτορα είναι καθοιστική. Όταν οι κρατικοί αξιωματούχοι φέρνουν στον Βίκτορα μια επιστολή-καταγγελία  σε βάρος δύο αθώων ανθρώπων για να την υπογράψει, η Λουντμίλα –τρομοκρατημένη από την πιθανότητα να επιστρέψουν στον εφιάλτη– τον πιέζει έμμεσα να το κάνει. Η ανάγκη της για ασφάλεια και η επιθυμία της να προστατεύσει την κόρη τους, Νάντια, υπερτερούν των ηθικών ενδοιασμών. Μετά την υπογραφή, όταν ο Βίκτωρ συντρίβεται από τις τύψεις, η Λουντμίλα συνειδητοποιεί το μέγεθος της ηθικής απαξίας της πράξης του. Αν και προσπαθεί να τον παρηγορήσει, η σιωπηλή ενοχή πλανιέται πλέον πάνω από το σπίτι τους. Στην ουσία, η Λουντμίλα αντιπροσωπεύει τον απλό άνθρωπο που δεν είναι ούτε ήρωας ούτε προδότης· είναι μια μάνα και σύζυγος που λυγίζει κάτω από το βάρος ενός αμείλικτου κράτους για να κρατήσει την οικογένειά της ζωντανή.
Η στάση των άλλων γυναικών στο μυθιστόρημα, και ειδικά της Άννας Σεμιόνοβνα (της μητέρας του Στρούμ) και της Αλεξάνδρας Σαπόσνικοβα (της γιαγιάς της οικογένειας), ενσαρκώνει την ηθική διάσταση του έργου, την καθαρή, ανυπότακτη ανθρώπινη αξιοπρέπεια απέναντι στον θάνατο και τον ολοκληρωτισμό.
Η Άννα Σεμιόνοβνα, μια Εβραία γιατρός, βρίσκεται εγκλωβισμένη σε ένα γκέτο της Ουκρανίας πριν την εκτέλεσή της από τους Ναζί. Η στάση της αποτυπώνεται στην ιστορική, τελευταία επιστολή που στέλνει κρυφά στον γιο της.  Παρά τον τρόμο που την περιβάλλει, διατηρεί την ψυχραιμία της. Συνεχίζει να προσφέρει ιατρική βοήθεια στους συνανθρώπους της μέσα στο γκέτο μέχρι την τελευταία στιγμή. Δεν μέμφεται τις επιλογές της, δεν θρηνεί μοιρολατρικά. Αντιμετωπίζει τη μοίρα της με τη σοφία ενός ανθρώπου που έζησε γεμάτη ζωή.  Το τελευταίο γράμμα της δεν έχει σκοπό να γεμίσει τον Βίκτορα με τύψεις, αλλά με αγάπη. Τον προτρέπει να μείνει πιστός στην επιστήμη του και στην ανθρωπιά του. Αυτό το γράμμα γίνεται η «ζωντανή συνείδηση» του Στρούμ, και η μετέπειτα προδοσία του (όταν υπογράφει την ψευδή καταγγελία δύο αθώων) πονάει διπλά, γιατί νιώθει ότι πρόδωσε τη μνήμη της μητέρας του.
«Φαίνεται πως το γκέτο είναι το καλύτερο χωράφι για να σπείρεις ελπίδες. Κάθε στιγμή κάτι γίνεται, κάπου αλλού, αλλά έχει πάντα το ίδιο νόημα και τον ίδιο σκοπό: τη σωτηρία των Εβραίων, από ελπίδες χορτάσαμε!
Και η πηγή όλων αυτών των ελπίδων είναι μία: το ίδιο το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, που επαναστατεί τυφλά ενάντια στην τρομερή πραγματικότητα: θα αφανιστούμε, χωρίς ν’ αφήσουμε πίσω μας το παραμικρό σημάδι. Κοιτάζω γύρω μου και απλά δεν μπορώ να πιστέψω πως είμαστε ήδη καταδικασμένοι, πως σε λίγο θα μας εκτελέσουν. Οι κομμώτριες, οι τσαγκάρηδες, οι ράφτες, οι γιατροί, οι μάστορες για τις σόμπες… ακόμα δουλεύουν. Μέχρι μαιευτήριο -ή μάλλον ομοίωμα μαιευτηρίου- άνοιξε. Οι άνθρωποι βάζουν μπουγάδα, απλώνουν, μαγειρεύουν, τα παιδιά πηγαίνουν από την πρώτη Σεπτεμβρίου στο σχολείο, οι μανάδες ρωτούν τους δασκάλους για τους βαθμούς…
Κι εγώ είμαι απασχολημένη από το πρωί ως το βράδυ. Επισκέπτομαι τους ασθενείς μου, παραδίδω μαθήματα, μπαλώνω και πλένω τα ρούχα μου, κάνω ετοιμασίες για τον χειμώνα, αλλάζω φόδρα στο χειμωνιάτικο πανωφόρι μου και ακούω φρικιαστικές ιστορίες. Μια γνωστή μου, σύζυγος δικηγόρου, άγόρασε ένα αυγό πάπιας για το παιδί της και την άφησαν αναίσθητη από το ξύλο. Ενα παιδί, ο γιος του Σιρότα, του φαρμακοποιού, σύρθηκε κάτω από το συρματόπλεγμα, για να πιάσει τη μπάλα του και το πυροβόλησαν στον ώμο. Και φήμες, φήμες, φήμες…
Όταν ήσουν παιδί, έτρεχες σε μένα για να σε προστατεύσω. Τώρα σε στιγμές αδυναμίας θέλω να κρύψω το κεφάλι μου στα γόνατά σου. Θέλω να είσαι εσύ ο δυνατός. Θέλω να με προστατεύσεις και να με υπερασπιστείς. Δεν είμαι πάντα δυνατή, Βίτια. Κάποτε λυγίζω κι εγώ. Συχνά σκέφτομαι την αυτοκτονία, αλλά με κρατά κάποια αδυναμία ή δύναμη, κάποια παράλογη ελπίδα…
Λένε πως τα παιδιά είναι το μέλλον μας. Όμως όχι αυτά. Αυτά δεν πρόκειται να γίνουν μουσικοί, τσαγκάρηδες ή ράφτες. Εχθές το βράδυ συνειδητοποίησα πως ένας ολόκληρος κόσμος γενειοφόρων ανήσυχων πατεράδων και γιαγιάδων, που γκρινιάζουν και ψήνουν μελόπιτας και λαιμούς πάπιας, ένας πολύβουος κόσμος γαμήλιων εθίμων, παροιμιών και Σαββάτων θα θαφτεί για πάντα κάτω από τη γη. Μετά τον πόλεμο η ζωή θα ξαναρχίσει, αλλά εμείς δεν θα είμαστε εδώ, θα έχουμε χαθεί, όπως χάθηκαν κάποτε οι Αζτέκοι…
Βιτιένκα, πρέπει να σταματήσω. Θα κλείσω το γράμμα, θα πάω στο συρματόπλεγμα και θα το δώσω στον φίλο μου. Μα δεν είναι εύκολο. Δεν θα μπορέσουμε να ξαναεπικοινωνήσουμε. Τη στιγμή που θα παραδίδω το γράμμα, θα είναι σαν να σε χάνω για πάντα. Δεν θα μάθεις ποτέ τις τελευταίες μου ώρες. Εδώ χωρίζουμε . Πώς να σε αποχαιρετήσω; Πώς να σε αποχαιρετήσω για πάντα; Όλον αυτόν τον καιρό εσύ ήσουν όπως πάντα η χαρά μου. Πέρασα το βράδυ με την ανάμνησή σου. …Έκλεισα τα μάτια και φαντάστηκα πως με προστάτευες, πολυαγαπημένε μου, από τη φρίκη που πλησιάζει. Και ύστερα θυμήθηκα τι γίνεται εδώ κι ένιωσα χαρά που ήσουν χώρια μου και που δεν θα ‘χες τη δική μου τρομερή μοίρα!…
Αυτή τη στιγμή ακούω γυναίκες να κλαίνε στον δρόμο και αστυνομικούς να βρίζουν. Καθώς κοιτάζω αυτές τις σελίδες, μου φαίνεται πως με προστατεύουν από έναν φοβερό κόσμο γεμάτο δεινά.
Πώς μπορώ να τελειώσω αυτό το γράμμα; Πού να βρω τη δύναμη γιέ μου; Είναι αυτές οι λέξεις ικανές να εκφράσουν την αγάπη μου; Σε φιλώ, φιλώ τα μάτια σου, το μέτωπό σού, τα μαλλιά σου. Να θυμάσαι πως η αγάπη της μητέρας σου είναι πάντοτε μαζί σου, στον πόνο και στην ευτυχία. Κανείς δεν έχει τη δύναμη να την καταστρέψει.
Βιτιένκα… Αυτή είναι η τελευταία γραφή της μητέρας σου σ’ εσένα. Ζήσε, ζήσε, ζήσε για πάντα…»
Η Αλεξάνδρα είναι η ηλικιωμένη μητέρα της οικογένειας Σαπόσνικοβ. Αντιπροσωπεύει την παλιά, προ-επαναστατική Ρωσία, υποστηρίζοντας αξίες που το σοβιετικό καθεστώς προσπάθησε να σβήσει. Είναι η μόνη που δεν φοβάται να πει την αλήθεια. Δεν την τρομάζουν οι κομματικές απειλές ούτε οι κοινωνικές συμβάσεις. Παρόλο που βλέπει τα παιδιά της να παρασύρονται από τις ιδεολογίες (όπως ο Κρίμοβ) ή να λυγίζουν από τον φόβο (όπως η Λουντμίλα), η ίδια παραμένει βράχος. Λειτουργεί ως καταφύγιο όπου όλοι επιστρέφουν για να βρουν την ανθρωπιά τους. Η στάση της απέναντι στις καθεστωτικές πιέσεις είναι μια στάση ήρεμης περιφρόνησης. Καταλαβαίνει ότι τα καθεστώτα έρχονται και παρέρχονται, αλλά η οικογένεια, η αγάπη και η προσωπική τιμή είναι τα μόνα που μένουν.
Αν και δεν ανήκει στην οικογένεια, η στάση της Εβραίας γιατρού Σοφίας Λέβιντον συμπληρώνει αυτό το μωσαϊκό των σπουδαίων γυναικείων χαρακτήρων του βιβλίου. Η Σοφία, ενώ έχει την ευκαιρία, ως γιατρός, να γλιτώσει προσωρινά την άμεση θανάτωση στο στρατόπεδο, επιλέγει να μείνει δίπλα στους ανίσχυρους. Μέσα στον θάλαμο των αερίων, αγκαλιάζει τον μικρό Δαυίδ, ένα ορφανό αγόρι που συνάντησε στο τρένο του θανάτου. Πεθαίνει κρατώντας τον σφιχτά, μετατρέποντας την τελευταία της πράξη σε μια πράξη υιοθεσίας και απόλυτης αγάπης μέσα στο απόλυτο σκοτάδι.
Ενώ λοιπόν οι άντρες του βιβλίου (Στρούμ, Κρίμοβ, Νοβίκοβ) συχνά παγιδεύονται σε ιδεολογικά διλήμματα, πολιτικά συστήματα και φιλοδοξίες, οι γυναίκες αυτές (Άννα, Αλεξάνδρα, Σοφία) καθορίζονται από μια άμεση, πρακτική και ανυποχώρητη ανθρωπιά.
ΘΕΜΑΤΙΚΟΙ ΠΥΡΗΝΕΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι κατά τον συγγραφέα η νίκη των σοβιετικών στρατευμάτων και η λύση της πολιορκίας του Στάλινγκραντ συνιστά συγχρόνως ήττα της ανθρωπιάς, ήττα της (ηθικής) ελευθερίας και νίκη του ολοκληρωτισμού και του αυταρχισμού. Όσο διαρκεί η πολιορκία από τους Γερμανούς οι σοβιετικοί μπροστά στον κίνδυνο κατάρρευσης και καθώς η «επιτήρηση» του κομματικού μηχανισμού εξ ανάγκης μπαίνει σε δεύτερη μοίρα, αναστοχάζονται την πορεία του κόμματος και καταδικάζουν την γραφειοκρατική οργάνωση της ζωής, τον αυταρχισμό, την ανελευθερία, ή διερωτώνται για την τύχη των «αγνοουμένων» ή των «εκτοπισμένων χωρίς δικαίωμα αλληλογραφίας», δηλαδή των νεκρών πολιτικών αντιπάλων του καθεστώτος.
«Κάτσε να σου δώσω ένα άλλο παράδειγμα. Ήταν ένα απόσπασμα πεζικού που είχε περικυκλωθεί. Οι άνδρες δεν είχαν τίποτα να φάνε. Διατάχθηκε ένα σμήνος να τους ρίξει λίγα τρόφιμα με αλεξίπτωτο. Και τότε ο σιτιστής αρνήθηκε να χορηγήσει τα τρόφιμα. Είπε πως χρειαζόταν δελτίο παράδοσης για να υπογράψουν ένας ένας οι στρατιώτες. Πού να το βρούνε το δελτίο εκεί πέρα; Όμως αυτός ήταν ανένδοτος. Χρειάστηκε να πάρει διαταγή με τον ασύρματο… αυτό μοιάζει με ανέκδοτο, αλλά δεν οφείλεται στη γραφειοκρατία. Οφείλεται στη σχολαστικότητα ενός σιτιστή. Η γραφειοκρατία δημιουργεί πραγματικά τρομακτικές καταστάσεις. Θυμάσαι τη διαταγή: ούτε βήμα πίσω; Υπήρξαν περιπτώσεις που οι Γερμανοί θέριζαν τους άνδρες μας κατά εκατοντάδες κι ενώ μπορούσαμε να μετακινηθούμε χωρίς να εγκαταλείψουμε τη στρατηγική μας θέση, σώζοντας έτσι και άνδρες και εξοπλισμό΄, η διαταγή ήταν ‘ούτε βήμα πίσω’. Πάνε λοιπόν οι άνδρες, πάει και ο εξοπλισμός….Θα σου πως πότε η γραφειοκρατία είναι πραγματικά τρομερή. Είναι όταν ένας πολυβολητής υπερασπίζεται ένα ύψωμα μόνος απέναντι σε εβδομήντα Γερμανούς, εμποδίζει την προέλαση του εχθρού, σκοτώνεται, υποκλίνεται μπροστά στο φέρετρό του μια ολόκληρη στρατιά και ύστερα η φυματική γυναίκα του κακοποιείται και ξεσπιτώνεται από έναν αξιωματούχο του Περιφερειακού Σοβιέτ! Όταν ένας άντρας πρέπει να συμπληρώσει είκοσι τέσσερα ερωτηματολόγια και ύστερα καταλήγει να παραδεχθεί σ’ ένα συνέδριο «σύντροφοι δεν είμαι ένας από σας. Είμαι ξένο στοιχείο». Είναι όταν ένας άντρας πρέπει να πει ‘Ναι αυτό είναι ένα κράτος εργατών και αγροτών. Η μητέρα μου κι ο πατέρας μου ήταν αριστοκράτες΄, παράσιτα, εκφυλισμένοι. Εμπρός πετάξτε με στον δρόμο».
Αυτή η αντιστροφή των εννοιών της «νίκης» και της «ήττας» αποτελεί τον πυρήνα της φιλοσοφίας του Βασίλι Γκρόσμαν. Στο «Ζωή και Πεπρωμένο», η μεγάλη στρατιωτική νίκη του Κόκκινου Στρατού στο Στάλινγκραντ δεν είναι ένας απλός θρίαμβος του καλού. Είναι μια τραγική, διπλή στιγμή: η στρατιωτική νίκη του σοβιετικού κράτους έναντι του ναζισμού είναι ταυτόχρονα η ιδεολογική νίκη του ολοκληρωτισμού πάνω στην ατομική ελευθερία και την ανθρωπιά των ίδιων των ηρώων του, καταδεικνύοντας πώς η ανάσα που παίρνει το καθεστώς από τη νίκη, του δίνει τη δύναμη να σφίξει ξανά τη θηλιά γύρω από τους ανθρώπους του. Αυτή η «ήττα της ανθρωπιάς» αποτυπώνεται ανάγλυφα σε συγκεκριμένα πρόσωπα τη στιγμή ακριβώς του θριάμβου τους, όπως συμβαίνει με τον Στρουμ, που όσο το Στάλινγκραντ κινδύνευε, είχαν ανάγκη το μυαλό του Στρούμ. Μετά τη νίκη, ο Στρούμ δεν είναι πια ο ελεύθερος επιστήμονας. Είναι ένας «αιχμάλωτος» της κρατικής εύνοιας. Για να διατηρήσει τα προνόμια που του δόθηκαν, λυγίζει και υπογράφει την καταδίκη αθώων συναδέλφων του. Η επιστημονική του νίκη γίνεται ηθική του αυτοκτονία.
Το ίδιο συμβαίνει με τον στρατηγό Νοβίκοβ, η στρατιωτική ιδιοφυία του οποίου υποτάσσεται στο Κόμμα. Όμως κατά τη διάρκεια της μεγάλης αντεπίθεσης, ο Νοβίκοβ καθυστερεί σκόπιμα την επίθεση των αρμάτων μάχης κατά οκτώ λεπτά, προκειμένου να προστατεύσει τους στρατιώτες του από το δικό τους πυροβολικό και, παρά το γεγονός ότι η επιχείρησή του στέφεται με απόλυτη επιτυχία, η καθυστέρηση αυτή θεωρείται «ανυπακοή» προς το Κόμμα. Αντί να παρασημοφορηθεί ως ήρωας, αναγκάζεται να απολογηθεί. Η νίκη δεν ανήκει σε αυτόν ή στην ανθρωπιά του, αλλά στον Στάλιν. Ο Νοβίκοβ συνθλίβεται ψυχολογικά, συνειδητοποιώντας ότι για το κράτος οι ανθρώπινες ζωές που έσωσε δεν είχαν καμία αξία.
Ανάλογη είναι και η μοίρα του Λοχαγού Γκρέκοβ: όσο διαρκούσε η πολιορκία το «Σπίτι 6/1» λειτουργούσε έξω από τη σοβιετική γραφειοκρατία, ως νησίδα ελευθερίας. Οι στρατιώτες πολεμούσαν για τους εαυτούς τους, για την ελευθερία τους, χωρίς κομισάριους. Το σοβιετικό επιτελείο έβλεπε αυτή την ελευθερία ως απειλή. Η καταστροφή του οχυρού από τους Γερμανούς διευκόλυνε το σοβιετικό καθεστώς, καθώς δεν θα χρειαζόταν να «καθαρίσει» αυτούς τους ανυπότακτους ήρωες μετά τον πόλεμο. Η επίσημη σοβιετική ιστορία καπηλεύτηκε τη θυσία τους, σβήνοντας όμως την ελεύθερη ψυχή τους.
Τελευταία χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο Νικολάι Κρίμοβ, πού πολεμά με πάθος στο Στάλινγκραντ, πιστεύοντας ότι υπερασπίζεται την επανάσταση. Τη στιγμή που ο Κόκκινος Στρατός κερδίζει, ο Κρίμοβ συλλαμβάνεται από την ίδια του την πατρίδα ως ύποπτος. Το σύστημα, έχοντας εξασφαλίσει τη νίκη, δεν χρειάζεται πια τους ιδεολόγους, αλλά τους τυφλούς υπηρέτες. Η νίκη του κράτους στέλνει τον ήρωα στα υπόγεια της Λουμπιάνκα.
Για τον Γκρόσμαν, επομένως, το μεγάλο δράμα του 20ού αιώνα είναι ακριβώς αυτό: το κράτος έγινε πανίσχυρο, αλλά ο άνθρωπος μίκρυνε. Η νίκη επί του Χίτλερ ήταν ιστορικά αναγκαία, αλλά δεν έφερε την ελευθερία στους Ρώσους· αντίθετα, εδραίωσε τον Σταλινισμό, μετατρέποντας τους νικητές σε τραγικά θύματα του ίδιου τους του θριάμβου. Αυτό ο αλλόκοτος συνδυασμός των εννοιών Πολιορκία + Ελευθερία, Απελευθέρωση + Ολοκληρωτισμός αποτελεί τη μεγαλύτερη φιλοσοφική ανακάλυψη του Βασίλι Γκρόσμαν στο «Ζωή και Πεπρωμένο» και ένα από τα πιο συγκλονιστικά παράδοξα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Η πολιορκία, παραδόξως, λειτούργησε ως ένα καταφύγιο ελευθερίας από τον καθημερινό τρόμο του σταλινικού καθεστώτος. «Υπήρχαν όλων των ειδών οι άνθρωποι εκεί. Πριν από τον πόλεμο, το κράτος τους επέβαλλε να κρατούν αποστάσεις μεταξύ τους. Δεν είχαν καθίσει ποτέ στο ίδιο τραπέζι, δεν είχαν χτυπήσει πότε ο ένας τον άλλον στον ώμο. Ωστόσο, εδώ, κάτω από τα ερείπια του φλεγόμενου Εργοστασίου Ηλεκτρισμού, είχαν γίνει αδέλφια. Κι αυτή η απλή αδελφοσύνη ήταν τόσο σημαντική, που ευχαρίστως θα έδιναν τη ζωή τους για να μην την χάσουν». Η τραγωδία κορυφώνεται όταν η πολιορκία λύνεται και ξεκινά η σοβιετική αντεπίθεση. Αυτό που ιστορικά ονομάστηκε «απελευθέρωση», για τον απλό Σοβιετικό πολίτη σήμανε το τέλος της σύντομης ελευθερίας του. Μόλις το κράτος σιγουρεύτηκε για τη στρατιωτική νίκη, η κρατική μηχανή και η KGB επέστρεψαν δριμύτερες στο μέτωπο. Έτσι, η  στρατιωτική «απελευθέρωση» των εδαφών από τους Ναζί σήμανε ταυτόχρονα την επανυποδούλωση των ανθρώπων στον σταλινικό ολοκληρωτισμό.
«Η νίκη του Στάλινγκραντ άλλαξε τη στάση των ανθρώπων απέναντι στον εαυτό τους. Οι Ρώσοι άρχισαν να αντιμετωπίζουν διαφορετικά την εθνική τους ταυτότητα και να υιοθετούν διαφορετική συμπεριφορά απέναντι στις άλλες εθνότητες. Η Ιστορία της Ρωσίας δεν ήταν πια η Ιστορία των μαρτυρίων και των ταπεινώσεων που υπέστησαν οι εργάτες και οι αγρότες αλλά η Ιστορία του Ένδοξου Ρωσικού Έθνους.»
«Ενα ολόκληρο δίκτυο ιδιότροπων, στριφογυριστών μονοπατιών καλύφθηκε από χιόνι. Ούτε ένα φρέσκο χνάρι δεν φαινόταν.
Στο μεταξύ χιλιάδες άνθρωποι έφτιαχναν καινούργια μονοπάτια, που δεν στριφογύριζαν κάνοντας μεγάλους κύκλους ούτε αγκάλιαζαν τους τοίχους ερειπίων.
Οι παλαιοί κάτοικοι της πόλης ήταν χαρούμενοι αλλά μέσα τους υπήρχε ένα μεγάλο κενό. Οι στρατιώτες που υπεραστπίστηκαν το Στάλινγκραντ τόσον καιρό ήταν παράξενα μελαγχολικοί.
Η πόλη ξαφνικά ήταν άδεια και αυτό το ένοιωσαν όλοι, από τους διοικητές μέχρι τους απλούς στρατιώτες. Αυτή η αίσθηση ήταν παράλογη. Πώς ήταν δυνατόν το τέλος ενός μακελειού να προκαλεί λύπη;…
Η πρωτεύουσα του πολέμου κατά του φασισμού, η πόλη της ελευθερίας, δεν ήταν πια τίποτα παραπάνω από τα παγωμένα ερείπια της προπολεμικής εποχής. 
Εδώ, δέκα χρόνια αργότερα, κατασκευάστηκε ένα πελώριο φράγμα, ένας από τους μεγαλύτερους υδροηλεκτρικούς σταθμούς στον κόσμο: προϊόν της αναγκαστικής εργασίας χιλιάδων αιχμαλώτων».
Ο Γκρόσμαν μάς δείχνει ότι ο ολοκληρωτισμός τρέφεται από τη νίκη. Η νίκη του Κόκκινου Στρατού επί του φασισμού ήταν απόλυτα αναγκαία για να σωθεί η ανθρωπότητα, αλλά το τίμημα για τον ρωσικό λαό ήταν δυσβάσταχτο: η νίκη αυτή δικαίωσε και ισχυροποίησε τον Στάλιν. Ο άνθρωπος που πολέμησε σαν ελεύθερος ήρωας στα ερείπια, επέστρεψε την επόμενη μέρα στο καθεστώς του φόβου, της καχυποψίας και της υποταγής.
Αυτή η εναλλαγή ανάμεσα στην εσωτερική ελευθερία  την περίοδο του χαλασμού και τον εξωτερικό καταναγκασμό την περίοδο της ειρήνης είναι που καθιστά το βιβλίο ένα διαχρονικό αριστούργημα.
Αντίθετα με τους σοβιετικούς όμως οι Γερμανοί στρατιώτες δεν είναι ελεύθεροι όταν παραδίδονται, ούτε σωματικά αλλά ούτε και πνευματικά. Για τον Βασίλι Γκρόσμαν, η παράδοση της 6ης Στρατιάς του Φον Πάουλους στο Στάλινγκραντ αποτελεί άλλη μια τραγική επιβεβαίωση της θεωρίας του για τον ολοκληρωτισμό. Οι Γερμανοί πολιορκητές, τη στιγμή που γίνονται αιχμάλωτοι, βιώνουν μια διπλή παγίδευση: όταν εξαθλιωμένοι, παγωμένοι και πεινασμένοι, παραδίδονται ελπίζουν ότι θα σωθούν, ωστόσο, περνούν απευθείας από τα χέρια του ναζιστικού μηχανισμού στα χέρια του σταλινικού μηχανισμού. Ο Γκρόσμαν περιγράφει τις ατέλειωτες, βουβές φάλαγγες των Γερμανών αιχμαλώτων μέσα στο χιόνι. Δεν οδηγούνται στην ελευθερία, αλλά στα σοβιετικά στρατόπεδα (γκουλάγκ), όπου οι περισσότεροι από αυτούς θα πεθάνουν από τις κακουχίες. Η αιχμαλωσία είναι απλώς η αλλαγή δεσμοφύλακα. Το πιο συγκλονιστικό στοιχείο που αναδεικνύει ο συγγραφέας είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι έχουν χάσει την ικανότητα να λειτουργούν ως αυτόνομες προσωπικότητες. Έχουν εθιστεί τόσο πολύ στην τυφλή υπακοή προς τον Χίτλερ και το Γ' Ράιχ, που ακόμη και τη στιγμή της απόλυτης καταστροφής αδυνατούν να καταλάβουν το μέγεθος του εγκλήματος στο οποίο συμμετείχαν. Όταν παραδίδονται, δεν απελευθερώνονται από τη ναζιστική προπαγάνδα. Παραμένουν πνευματικά αιχμάλωτοι του φανατισμού τους ή της μοιρολατρίας τους. Δεν υπάρχει κάποια εσωτερική κάθαρση· υπάρχει μόνο η βιολογική κατάρρευση.
Όπως αναλύεται και στην περίφημη συζήτηση του μπολσεβίκου Μοστοβσκόι με τον αξιωματικό των SS Λις μέσα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, οι δύο πλευρές μοιάζουν τρομακτικά: και οι δύο στρατοί αποτελούνται από ανθρώπους που θυσίασαν την προσωπική τους ηθική και ελευθερία στο όνομα ενός «ανώτερου σκοπού» (της Άρειας Φυλής ή του Παγκόσμιου Προλεταριάτου). Η παράδοση των Γερμανών είναι απλώς η ήττα ενός ολοκληρωτικού στρατού από έναν άλλον ολοκληρωτικό στρατό.
Στο σύμπαν του Γκρόσμαν, η μόνη αληθινή ελευθερία είναι η «ανόητη καλοσύνη» (όπως την αποκαλεί), η αυθόρμητη πράξη ανθρωπιάς ενός απλού ανθρώπου προς τον άλλον, έξω από συστήματα. Όταν, για παράδειγμα, μια Ρωσίδα χωρική βλέπει έναν εξαθλιωμένο Γερμανό αιχμάλωτο και, αντί να τον φτύσει, του δίνει ένα κομμάτι ψωμί, τότε και μόνο τότε κερδίζεται μια μικρή μάχη υπέρ της ανθρώπινης ελευθερίας. 
Η «ανόητη καλοσύνη» (ρωσικά: бессмысленная доброта) είναι ίσως η πιο βαθιά, συγκλονιστική και ελπιδοφόρος φιλοσοφική έννοια που εισάγει ο Βασίλι Γκρόσμαν στο «Ζωή και Πεπρωμένο». Για τον συγγραφέα, η καλοσύνη αυτή αποτελεί το μοναδικό αληθινό αντίδοτο στον ολοκληρωτισμό και τη μοναδική απόδειξη ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να μετατραπεί ολοκληρωτικά σε γρανάζι μιας κρατικής μηχανής. 
Ο Γκρόσμαν την αποκαλεί «ανόητη» ή «παράλογη» επειδή δεν υπακούει σε καμία λογική, συμφέρον, θρησκεία ή πολιτική ιδεολογία: είναι αυθόρμητη, εκδηλώνεται ξαφνικά, χωρίς σκέψη, από έναν απλό άνθρωπο προς έναν άλλον, είναι τυφλή καθώς δεν ξεχωρίζει φίλους από εχθρούς, ομόδοξους από αλλόδοξους, νικητές από ηττημένους, και τέλος είναι επικίνδυνη, γιατί συχνά στρέφεται ενάντια στους νόμους του κράτους, βάζοντας σε κίνδυνο τη ζωή αυτού που την προσφέρει.
Η πιο χαρακτηριστική σκηνή που ενσαρκώνει αυτή την ιδέα συμβαίνει αμέσως μετά την παράδοση των Γερμανών στο Στάλινγκραντ: Μια Ρωσίδα χωρική, η μάνα-Κρίστια, στέκεται στον δρόμο και παρακολουθεί τις φάλαγγες των Γερμανών αιχμαλώτων. Η καρδιά της είναι γεμάτη μίσος και οργή, καθώς οι Γερμανοί σκότωσαν τον άντρα της και κατέστρεψαν τη χώρα της. Ψάχνει στις τσέπες της να βρει μια πέτρα για να τη ρίξει στο κεφάλι ενός Γερμανού αξιωματικού. Όταν όμως πλησιάζει τον Γερμανό, βλέπει έναν άνθρωπο εξαθλιωμένο, παγωμένο, τρομοκρατημένο, που κλαίει βουβά μέσα στα κουρέλια του. Τότε, το μίσος της εξατμίζεται ακαριαία. Αντί για την πέτρα, το χέρι της μπαίνει στην τσέπη και βγάζει ένα κομμάτι ψωμί, το οποίο του το δίνει κρυφά. Αυτή η πράξη δεν έχει καμία πολιτική λογική —είναι «ανόητη»— αλλά είναι η απόλυτη νίκη της ανθρωπιάς. 
Τα ολοκληρωτικά καθεστώτα (ναζισμός και σταλινισμός) προσπαθούν να οργανώσουν την «καλοσύνη» με βάση το σύστημα: να είσαι καλός μόνο με την τάξη σου, τη φυλή σου ή το κόμμα σου, και αμείλικτος με τους υπόλοιπους.
Η «ανόητη καλοσύνη» σπάει αυτά τα πλαίσια: δεν μπορεί να ελεγχθεί, δεν υπάρχει διάταγμα ή νόμος που να μπορεί να την προβλέψει ή να την απαγορεύσει. Είναι ατομική: Πηγάζει από τη συνείδηση του ενός και μοναδικού ανθρώπου, προστατεύοντας την ατομικότητά του από τη μαζοποίηση. Είναι αθάνατη: Ο Γκρόσμαν υποστηρίζει ότι η ιστορία του ανθρώπου δεν είναι η νίκη του καλού επί του κακού (γιατί το κακό πάντα επιστρέφει οργανωμένο σε κράτη). Η ιστορία του ανθρώπου είναι η αδυναμία του κακού να σβήσει αυτή τη μικρή, ανόητη καλοσύνη από το πρόσωπο της γης.
Όπως σημειώνει ο ίδιος ο συγγραφέας, αν η οργανωμένη ιδεολογική «καλοσύνη» των κρατών οδήγησε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και στα γκουλάγκ, η ιδιωτική, μικρή και «ανόητη» καλοσύνη των απλών ανθρώπων είναι το μόνο πράγμα που κρατά τον κόσμο ζωντανό.
Εκτός από τη διάσημη σκηνή με τη Ρωσίδα χωρική και τον Γερμανό αιχμάλωτο, συγκλονιστική απεικόνιση της «ανόητης καλοσύνης» έχουμε και στη σκηνή της Εβραίας γιατρού Σοφίας Λέβιντον, που αρνείται να εξαιρεθεί από την άμεση θανάτωση, δηλώνοντας την ειδικότητά της ,ώστε να εργαστεί στο αναρρωτήριο του στρατοπέδου. Αντίθετα επιλέγει συνειδητά να κρύψει την ιδιότητά της και οδηγείται στον θάλαμο των αερίων και πεθαίνει κρατώντας σφιχτά στην αγκαλιά της τον ορφανό Δαυίδ. Από ιατρική ή βιολογική άποψη, η πράξη της είναι «παράλογη»· από ανθρώπινη ηθική άποψη, είναι η απόλυτη νίκη.
«Η Σοφία Λέβιντον ένιωσε το σώμα του αγοριού να υποχωρεί στα χέρια της. Για άλλη μια φορά εκείνη έμεινε πίσω του. Στις περιοχές των ορυχείων, όταν δηλητηριάζεται ο αέρας, τα μικρά πλάσματα πεθαίνουν πρώτα. Το αγόρι με το λεπτοκαμωμένο σώμα έφυγε πριν απ’ αυτήν, σαν πουλάκι.
‘Έγινα μητέρα’, σκέφτηκε.
Αυτή ήταν η τελευταία της σκέψη.
Η καρδιά της ωστόσο είχε ακόμα ζωή μέσα της. Ακόμα χτυπούσε, ακόμα πονούσε, ακόμα ένιωθε οίκτο για τους νεκρούς και τους ζωντανούς. Η Σοφία Λέβιντον ένιωσε ένα κύμα ναυτίας. Κρατούσε στην αγκαλιά της τον Δαυίδ σαν κούκλα. Τώρα ήταν κι αυτή νεκρή, ήταν κι αυτή μια κούκλα».
Αντίστοιχη είναι μια σκηνή κατά τη διάρκεια των οδομαχιών, όταν ένας Ιταλός στρατιώτης (σύμμαχος των Γερμανών) βρίσκεται κρυμμένος σε ένα μισογκρεμισμένο σπίτι. Ξαφνικά, μέσα από τη σκόνη των βομβαρδισμών, εμφανίζεται μια νεαρή Ρωσίδα, τρομοκρατημένη, που προσπαθεί να ξεφύγει. Σύμφωνα με τους κανόνες του πολέμου, είναι ο εχθρός. Αντί να την πυροβολήσει ή να την αιχμαλωτίσει, ο στρατιώτης τη βοηθά να κρυφτεί, της δίνει λίγο από το λιγοστό νερό του και την προστατεύει από τα πυρά των δικών του συμπολεμιστών. Δεν υπάρχει κοινή γλώσσα, δεν υπάρχει ιδεολογία που να τους ενώνει — μόνο η αυθόρμητη αναγνώριση του τρόμου στα μάτια του άλλου.
Τέλος, όταναν ο Βίκτωρ Στρούμ πέφτει στη δυσμένεια του σοβιετικού καθεστώτος, όλοι οι συνάδελφοι, οι φίλοι και οι ακαδημαϊκοί τον εγκαταλείπουν. Άλλοι από φόβο για τη δική τους ζωή και άλλοι από καιροσκοπισμό, του γυρίζουν την πλάτη και δεν του μιλούν στους διαδρόμους του Ινστιτούτου. Ένας ηλικιωμένος, αναλφάβητος καθαριστής του κτιρίου, που δεν καταλαβαίνει τίποτα από τη φυσική του Στρούμ ούτε από τις πολιτικές ίντριγκες του κόμματος, τον πλησιάζει σιωπηλά. Του σφίγγει το χέρι μπροστά στα μάτια των άλλων και του προσφέρει ένα απλό, ζεστό χαμόγελο συμπαράστασης. Αυτή η «ανόητη» κίνηση, που θα μπορούσε να στείλει τον γέροντα στη Σιβηρία, δίνει στον Στρούμ τη δύναμη να αντέξει την ηθική του απομόνωση.
Όλα αυτά τα παραδείγματα δείχνουν ότι για τον Γκρόσμαν, η καλοσύνη δεν χρειάζεται μνημεία, θεωρίες ή θρησκευτικά δόγματα. Είναι μια ιδιωτική υπόθεση, μια σπίθα που ανάβει στο σκοτάδι και αποδεικνύει ότι η ανθρώπινη ψυχή παραμένει ελεύθερη, ακόμη και όταν το σώμα είναι φυλακισμένο.

Η επίδραση του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι στον Βασίλι Γκρόσμαν είναι εμφανής στον τρόπο που το «Ζωή και Πεπρωμένο» προσεγγίζει την ηθική, την ύπαρξη του κακού στον κόσμο και την ανθρώπινη ψυχή. 
Αν και δομικά το βιβλίο θυμίζει το «Πόλεμος και Ειρήνη» του Τολστόι (λόγω της επικής κλίμακας και του πολέμου), φιλοσοφικά είναι βαθιά ντοστογιεφσκικό. Η κεντρική ιδέα της «ανόητης καλοσύνης» που αναλύσαμε προηγουμένως, πατάει απευθείας πάνω στη φιλοσοφία του Ντοστογιέφσκι, και συγκεκριμένα στον χαρακτήρα του Πρίγκιπα Μίσκιν από τον «Ηλίθιο». Για τον Ντοστογιέφσκι, η απόλυτη, αγνή καλοσύνη μοιάζει στα μάτια της κοινωνίας με «ηλιθιότητα» ή «τρέλα». Ο Γκρόσμαν παίρνει αυτή την ιδέα και τη μεταφέρει στα χαρακώματα του Στάλινγκραντ και στα γερμανικά στρατόπεδα. Η πράξη της Ρωσίδας χωρικής να δώσει ψωμί στον εχθρό είναι «ανόητη» με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που οι πράξεις του Μίσκιν θεωρούνταν παράλογες από την αριστοκρατία της Αγίας Πετρούπολης. 
Η πιο ξεκάθαρη, άμεση λογοτεχνική αναφορά στον Ντοστογιέφσκι βρίσκεται στη συγκλονιστική σκηνή της ανάκρισης του Ρώσου κομμουνιστή Μοστοβσκόι από τον αξιωματικό των SS Λις, μέσα στο γερμανικό στρατόπεδο. Η σκηνή αυτή αποτελεί μια σύγχρονη αναπαράσταση του περίφημου κεφαλαίου «Ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής» από τους «Αδελφούς Καραμάζοβ»Όπως ο Ιεροεξεταστής φυλακίζει τον Χριστό και του εξηγεί γιατί το σύστημα χρειάζεται να του στερήσει την ελευθερία για το «καλό» των ανθρώπων, έτσι και ο Ναζί Λις εξηγεί στον Μπολσεβίκο ότι τα δύο καθεστώτα τους είναι «καθρέφτες». Τού δείχνει ότι και οι δύο θυσίασαν την ελευθερία του ατόμου στο όνομα μιας μεγάλης, αφηρημένης ιδέας (του Προλεταριάτου ή της Άρειας Φυλής). 
Ο Ντοστογιέφσκι έγραψε τη διάσημη φράση «Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο», εννοώντας την ηθική και πνευματική ομορφιά. Ο Γκρόσμαν, έχοντας ζήσει ως πολεμικός ανταποκριτής τη φρίκη του Ολοκαυτώματος και της Λουμπιάνκα, συμφωνεί, αλλά την εξειδικεύει: Η ομορφιά που σώζει τον κόσμο είναι η ατομική ανθρωπιά. Ακόμα και όταν το Κράτος ή ο Πόλεμος ισοπεδώνουν τα πάντα, η ικανότητα του ανθρώπου να νιώσει έλεος (όπως ο Κρίμοφ που αρνείται να υπογράψει το ψέμα, ή η Σοφία Λέβιντον που αγκαλιάζει το παιδί στον θάλαμο αερίων) είναι η μοναδική «ομορφιά» που επιζεί.
Από την άλλη, η εσωτερική κατάρρευση του Βίκτορα Στρούμ, αφού υπογράφει την επιστολή-καταδίκη των συναδέλφων του, είναι απόλυτα ντοστογιεφσκική. Ο Στρούμ δεν τιμωρείται από το κράτος —αντίθετα, ανταμείβεται με δόξα και χρήματα—. Η «τιμωρία» του είναι εσωτερική, μια βαθιά, υπαρξιακή ενοχή που τον απομονώνει από τη μνήμη της μητέρας του και τον μετατρέπει σε ζωντανό-νεκρό. Είναι η ίδια ψυχολογική διαδικασία που βιώνει ο Ρασκόλνικοβ στο «Έγκλημα και Τιμωρία».
Ενώ ο Τολστόι έδωσε στον Γκρόσμαν τον καμβά και την ιστορική κλίμακα, ο Ντοστογιέφσκι τού έδωσε τον φακό για να κοιτάξει μέσα στα πιο σκοτεινά υπόγεια της ανθρώπινης ψυχής και να βρει εκεί τη σπίθα της ελευθερίας.
Ο τίτλος «Ζωή και Πεπρωμένο» δεν είναι απλώς ένα εύρημα, αλλά ο πυρήνας της φιλοσοφικής διαμάχης που διατρέχει ολόκληρο το βιβλίο. 
Στο σύμπαν του Βασίλι Γκρόσμαν, η «Ζωή» και το «Πεπρωμένο» δεν είναι συνώνυμα· είναι δύο δυνάμεις που βρίσκονται σε διαρκή, ανελέητη σύγκρουση.
 Η «Ζωή» (Жизнь): Αντιπροσωπεύει τη φύση, τον αυθορμητισμό, την ελευθερία, την ατομικότητα και τη μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Είναι η «ανόητη καλοσύνη», ο έρωτας, η χαρά της δημιουργίας. Η Ζωή είναι χαοτική, απρόβλεπτη και ανυπότακτη.
Το «Πεπρωμένο» (Судьба): Για τον Γκρόσμαν, το Πεπρωμένο στον 20ό αιώνα δεν είναι μια μεταφυσική ή θεϊκή δύναμη (η μοίρα). Το Πεπρωμένο είναι το Ιστορικό Κράτος και ο Ολοκληρωτισμός. Είναι η ισοπεδωτική δύναμη των μεγάλων συστημάτων (Ναζισμός, Σταλινισμός, Πόλεμος) που προσπαθεί να συνθλίψει την ατομικότητα, να μετατρέψει τον άνθρωπο σε αριθμό, σε μάζα, σε πειθήνιο γρανάζι και να προδιαγράψει την πορεία του.
Κάθε χαρακτήρας του βιβλίου ορίζεται από τον τρόπο που η προσωπική του «Ζωή» αντιδρά στην πίεση αυτού του ιστορικού «Πεπρωμένου»:
Βίκτωρ Στρούμ (Η συνθηκολόγηση): Η «Ζωή» του ήταν η επιστήμη και η ελεύθερη σκέψη. Το «Πεπρωμένο» (το σοβιετικό κράτος) τον πίεσε μέσω του τρόμου και του αντισημιτισμού. Ο Στρούμ λυγίζει. Δέχεται το Πεπρωμένο που του επιβάλλουν, υπογράφει το έγγραφο, σώζει τη βιολογική του ζωή, αλλά χάνει την εσωτερική του ελευθερία.
Νικολάι Κρίμοβ (Η σύγκρουση): Ο Κρίμοβ πίστευε ότι το «Πεπρωμένο» (το Κόμμα) και η «Ζωή» του ήταν το ίδιο πράγμα. Όταν το Πεπρωμένο τον κλείνει στη φυλακή, εκείνος αρνείται να υπογράψει το ψέμα. Επιλέγει να κρατήσει τη δική του ηθική «Ζωή», ακόμα κι αν το Πεπρωμένο του επιβάλλει τον σωματικό θάνατο.
Σοφία Λέβιντον (Η υπέρβαση): Το «Πεπρωμένο» (ο ναζιστικός ρατσισμός) την καταδικάζει σε θάνατο λόγω της καταγωγής της. Εκείνη όμως, μέσα στον θάλαμο των αερίων, επιλέγει να πεθάνει ως μάνα για ένα ολόρφανο παιδί. Η «Ζωή» (η αγάπη) νικά το «Πεπρωμένο» (τον φασισμό) την ίδια στιγμή που το σώμα πεθαίνει. 
 Πίσω από το πολιτικό και ιστορικό πεπρωμένο, ο Γκρόσμαν αναγνωρίζει το υπαρξιακό, πανανθρώπινο Πεπρωμένο: τη θνητότητα, τον πόνο, την οδύνη της απώλειας και, τελικά, τον θάνατο.
Ο Πόνος ως Ενωτικό Στοιχείο: Αυτό το πανανθρώπινο πεπρωμένο είναι που καταργεί τις ιδεολογίες. Στο πεδίο της μάχης, ο πόνος του πληγωμένου Ρώσου στρατιώτη είναι ο ίδιος με τον πόνο του πληγωμένου Γερμανού. Ο θρήνος της Λουντμίλα για τον χαμένο της γιο, Τόλια, είναι ο ίδιος με τον θρήνο κάθε μάνας στην ιστορία της ανθρωπότητας.
Η Θνητότητα ως Αφύπνιση: Η επίγνωση του θανάτου είναι αυτή που συχνά αναγκάζει τους ήρωες να πετάξουν τις παρωπίδες της προπαγάνδας. Μπροστά στη θνητότητα, οι αφηρημένες έννοιες («το μεγαλείο του Ράιχ», «η παγκόσμια επανάσταση») καταρρέουν και απομένει μόνο η γυμνή, πολύτιμη ανθρώπινη ύπαρξη.
Η Τελική Νίκη της Ζωής: Αν και το πανανθρώπινο πεπρωμένο (ο θάνατος) κερδίζει πάντα στο τέλος τη βιολογική μάχη, ο Γκρόσμαν κλείνει το βιβλίο με μια νότα ελπίδας. Το γεγονός ότι οι άνθρωποι, ακόμα και μέσα στον απόλυτο πόνο, συνεχίζουν να αγαπούν, να δείχνουν έλεος και να γεννούν παιδιά, αποδεικνύει ότι η Ζωή είναι πιο ισχυρή από το Πεπρωμένο. Το σύστημα μπορεί να σκοτώσει τον άνθρωπο, αλλά δεν μπορεί να νικήσει την Ανθρωπιά.
Η τελευταία σκηνή του «Ζωή και Πεπρωμένο» είναι ένα από τα πιο αινιγματικά, ποιητικά και βαθιά φιλοσοφικά κλεισίματα στην παγκόσμια λογοτεχνία. Ο Γκρόσμαν επιλέγει να μην κλείσει το έπος του με μια μεγαλειώδη στρατιωτική παρέλαση ή με την τελική μοίρα των κεντρικών ηρώων, αλλά μεταφέρει τη δράση σε ένα έρημο δάσος, την άνοιξη του 1943.Εκεί, μια μικρή ομάδα ανθρώπων, ανάμεσα στους οποίους βρίσκεται η Αλεξάνδρα Βλαντιμίροβνα (η γιαγιά της οικογένειας Σαπόσνικοβ), επιστρέφει στα ερείπια του σπιτιού τους, το οποίο έχει πλέον καταστραφεί ολοσχερώς από τον πόλεμο.Η σκηνή αυτή συμπυκνώνει τα εξής κορυφαία νοήματα.
Η Σιωπή μετά τον Χαλασμό: Μετά από χιλιάδες σελίδες γεμάτες με τους κρότους των κανονιών του Στάλινγκραντ, τις κραυγές των μελλοθάνατων και τις ανακρίσεις της KGB, το βιβλίο βυθίζεται σε μια απόλυτη, σχεδόν ιερή σιωπή. Το δάσος στέκει εκεί, βουβό, γεμάτο από τα σημάδια του θανάτου (καμένα δέντρα, κρατήρες από βόμβες, ξεχασμένα συρματοπλέγματα), αλλά και από τα πρώτα σημάδια της άνοιξης.
Το Πανανθρώπινο Πεπρωμένο και η Φύση: Η φύση λειτουργεί ως ο απόλυτος ισοπεδωτής του χρόνου και της ανθρώπινης ματαιοδοξίας. Το δάσος δεν γνωρίζει αν νίκησαν οι Σοβιετικοί ή οι Γερμανοί. Το χορτάρι αρχίζει να μεγαλώνει ξανά πάνω από τους τάφους των στρατιωτών και των δύο πλευρών. Ο Γκρόσμαν δείχνει ότι το πανανθρώπινο πεπρωμένο —ο θάνατος και η φθορά— αγκαλιάζει τα πάντα, μετατρέποντας τις πολιτικές ιδεολογίες σε ασήμαντες λεπτομέρειες μπροστά στην αιωνιότητα. 
Η Θλίψη που Ενώνει, όχι το Μίσος: Οι χαρακτήρες στέκονται μπροστά στα χαλάσματα και κοιτάζουν το ηλιοβασίλεμα. Νιώθουν μια απέραντη, βουβή θλίψη για όλα όσα χάθηκαν: για τα παιδιά τους που σκοτώθηκαν, για τα σπίτια τους που έγιναν στάχτη, για την ελευθερία που δεν ήρθε ποτέ. Αυτή η κοινή οδύνη, όμως, δεν τους γεμίζει με μίσος ή επιθυμία για εκδίκηση. Είναι μια θλίψη που τους εξαγνίζει και τους ενώνει βαθιά με όλη την υποφέρουσα ανθρωπότητα.
Η Τελική Νίκη της Ζωής: Η τελευταία φράση του βιβλίου είναι μια συγκλονιστική ωδή στην ελπίδα: «Μέσα στη σιωπή του δάσους, υπήρχε μια ακατανίκητη, βουβή υπόσχεση ότι η Ζωή θα συνεχιζόταν».Παρά το γεγονός ότι ο ολοκληρωτισμός (το ιστορικό Πεπρωμένο) κέρδισε και σφράγισε τη μοίρα των ανθρώπων, η «Ζωή» αρνείται να πεθάνει. Όσο οι άνθρωποι επιμένουν να θρηνούν, να θυμούνται, να αισθάνονται και να αναζητούν ο ένας τον άλλον μέσα στα ερείπια, η κρατική μηχανή έχει αποτύχει να τους μετατρέψει σε ρομπότ.Η τελευταία σκηνή είναι το απόλυτο μνημόσυνο για τα εκατομμύρια των ανώνυμων θυμάτων, αλλά και μια πίστη ότι η ανθρώπινη ψυχή, όπως και η άνοιξη, πάντα θα βρίσκει τον τρόπο να αναγεννιέται μέσα από τις στάχτες.