Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ, ΣΥΜΒΑΝ 74, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΚΑΡΟΣ



Το «Συμβάν 74» είναι ιστορικό μυθιστόρημα του συγγραφέα Κυριάκου Μαργαρίτη, που κυκλοφόρησε το 2024 και τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος Κύπρου 2025. Αποτελεί το κλείσιμο της πρώτης τριλογίας της σειράς «Νέα Κρόνακα». Αποτελείται από 33 κεφάλαια, «αφηγήματα» όπως τα ονομάζει ο συγγραφέας, καθένα από τα οποία φέρει τίτλο που συνδέεται άρρηκτα με εξέχον σημείο του περιεχομένου του (πρόσωπο, περιοχή, ρητό …). Ενδεικτικά παραθέτουμε τον τίτλο «Αθάσια», ο οποίος αναλύεται ως ακολούθως στο οικείο αφήγημα: «Το σίγμα στον τίτλο της παρούσας αφήγησης είναι κυπριακό, παχύ. Μια απόπειρα φωνητικής απεικόνισης θα ήταν η εξής: Αθαshiα. Ίδια η εκφορά και της ερμητικής λέξεως schib-boleth, για όποιον ήθελε εισέλθει στη γη Γαλαάδ χωρίς οι φρουροί να του πάρουν το κεφάλι. Η εβραϊκή αυτή λέξη μπορεί να σημαίνει ποτάμι, σύνορο ή κλαδί ελιάς, κυρίαρχη όμως ερμηνεία , ειδικότερα στη γερμανική ποίηση του Πάουλ Τσέλαν, είναι το στάχυ, που κόβεται τον μήνα Ιούλιο, τον Αλωνάρη ή Θεριστή, ότε τιμούμε τον μέγα προφήτη του 9ου αιώνα π.Χ., οι ναοί του οποίου, πάντα ξωκλήσια, βρίσκονται (πάντα) στα ψηλώματα της πατρίδας. Μιλάμε φυσικά για τον Ηλία, τον λεγόμενο Θεσβίτη, από την κωμόπολη της Θέσβης όπου γεννήθηκε, στη γη Γαλαάδ. Το πρωί της γιορτής του, 20 Ιουλίου 1974, ο αρχηγός του Τουρκικού Γενικού Επιτελείου Στρατού, στρατηγός Σαντσάρ, εξέδωσε το ακόλουθο διάγγελμα: Άι Τουρκικαί Ένοπλοι Δυνάμεις, βασιζόμεναι εις τα δικαιώματα τα οποία ανεγνωρίσθησαν εις αυτάς δια των διεθνών συνθηκών, προέβησαν εις μίαν κοινήν επιχείρησιν, προκειμένου να εξασφαλίσουν την ειρήνη εις την περιοχήν και εις την Κύπρον και δια να εξασφαλίσουν, επίσης, την ασφάλειαν μεταξύ των διαβιούντων εις την μικρά πατρίδα ομοεθνών μας. Δια της σημερινής επιχειρήσεώς μας ηνοίξαμεν μίαν αλησμόνητον σελίδαν εις την ηρωικήν ιστορίαν μας και εις εκείνην της Ανθρωπότητος...». Η συσχέτιση του τίτλου με τα αφηγούμενα στη συνέχεια ιστορικά γεγονότα είναι νομίζω κατανοητή.
Ο συγγραφέας ανασυνθέτει και μεταμορφώνει τα γεγονότα της κυπριακής τραγωδίας και της τουρκικής εισβολής του 1974, αξιοποιώντας την παγκόσμια και την κυπριακή Ιστορία για τη δημιουργία ενός νέου λογοτεχνικού Μύθου. Αποφεύγει την απλή παράθεση χρονολογιών, εστιάζοντας στην τραυματική μνήμη του τόπου. 
Στη λογοτεχνική αφήγηση αξιοποιούνται λέξεις και φράσεις από όλες τις περιόδους και τα κειμενικά είδη της Ελληνικής, χρήση που προσδίδει μια λογιοσύνη και έναν ιδιάζοντα λυρισμό στο κείμενο: «επιστροφή σε αγιοτριαδική ενοείδεια (=απλότητα, ενότητα, μοναδικότητα), στο συναμφότερον και στο τριλαμπές», «μελανείμονες βράχοι», «εκφρόνως και εκφώνως», «γλώσσα ζώσα και άφθορος», «μαστορική του χαμού, ναυπηγική της απώλειας»,»υπέρφωτος γνόφος»…
Αξίζει ακόμα να σταθούμε στη χρήση του κυπριακού ιδιώματος είτε μεμονωμένα είτε σε ποιητικά, κυρίως αποσπάσματα: «Στην Κύπρο η λέξη Αζίνα, γένους θηλυκού, σημαίνει σπίθα», «η πικρία της δάφνης (κυπριακά : αροδάφνης) γυρίζει σε μέλι. Η μάντισσα τη μασά και μαντίζεται, άλλη κυπριακή λέξη, λαϊκή, που σημαίνει ότι κάποιος φορά το μαντήλι, εν προκειμένη για να μείνει γυμνός, με κρυπτά τα μαλλιά και τα μάτια του», «στην πύλη της Αμαθούντας η κάρα του Ονήσιλος μελαγχολεί μελουργώντας τ’ ανείπωτα».
ΤΟ «ΣΥΜΒΑΝ 74»  αναπαριστά τα τραγικά γεγονότα του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1974, συνδέοντάς τα συνειρμικά με άλλα "μεγάλα" ιστορικά (και όχι μόνο) γεγονότα της κυπριακής, ευρωπαϊκής και παγκόσμιας ιστορίας. (Αξιοπαρατήρητη είναι η έλλειψη αποστρόφου από τον αριθμό 74, λες και πρόκειται για τον αριθμό του συμβάντος και όχι για τη χρονολογία του.) Ο τίτλος που θα απέδιδε αναλυτικά το περιεχόμενο του έργου είναι «Το μέγα κυπριακό συμβάν  του '74 ως κορωνίδα της πανανθρώπινης οδύνης, της βίας, των  εξανδραποδισμών, των ηρωισμών…»
 Χαρακτηριστικό εν προκειμένω το ακόλουθο απόσπασμα: «Ύστερα από τριάντα χρόνια, στις ατελείωτες συνομιλίες του με τον Γλαύκο Κληρίδη, ο Ντενκτάς θα χλεύαζε την κρισιμότητα των διασκέψεων, όταν επιδεικτικά θα τραβούσε φωτογραφίες με μια μικρή μηχανή, ακριβώς σαν τουρίστας. Η διάθεσή του ανήκε ακόμη στο είδος ζαμάν φου. Ήταν μια θλιβερή έπαρση. Κάτι σαν φάρσα. Δεν ξέρω τι έγιναν εκείνες οι φωτογραφίες. Πιθανώς θα ξεχάστηκαν, όταν ο Ραούφ έχασε τον γιο του Ραίφ, όταν φώναζε ότι τον σκότωσαν οι τουρκικές μυστικές υπηρεσίες. Η ιστορία του ανήκει στον τόμο με τίτλο Δεκατρία. Στο μεταξύ, το φιλμ καίγεται μαζί με όλα. Αυτά παρέρχονται: όλα παρέρχονται, σβήνουν στην ανόητη του χρόνου ροή, σαν τους τουρίστες, με την τρομερή αντήχηση από σαγιονάρες και πέδιλα, σκουπίδια στον μόλο, γόπες στην άμμο. Πλαστικά στις ακτές. Λύματα. Το κύμα σαρώνει τα πάντα. Μένει η άμμος του Ομήρου, του Δημοσθένη τα βότσαλα. Τέτοια υλικά συνθέτουν το φιλμ που έχω φέρει στο Παρίσι μαζί μου, που ο Ραούφ δεν θα το αποκωδικοποιούσε ποτέ. Το έχω στην τσέπη του δικού μου σάκου, στο μέρος της καρδιάς, εκεί που κρατά ο Ναπολέων τον εαυτό του, όλα όσα αγάπησε. Όσα ενώθηκαν με τον εαυτό του. Η εικόνα αυτή κάνει τον Αττίλα τελείως ασήμαντο». (Σελ. 263)
Ειδικότερα, η λογοτεχνική αφήγηση της τουρκικής ειςβολής (Αττίλας Ι και Αττίλας ΙΙ) συνδέεται με το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974, την ανατροπή του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου από τη ελληνική χούντα των συνταγματαρχών και την ΕΟΚΑ Β, γεγονότα που λειτούργησαν ως άμεση αφορμή για την καταστροφή. Συνδέεται όμως και με τα προηγούμενα μέρη της τριλογίας («Εννέα» και «Σαμψών»), όπου κυριαρχούν οι δικοινοτικές ταραχές, η αντιπαράθεση ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Σοβιετική Ένωση που καθόρισε τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο και τη στάση των υπερδυνάμεων απέναντι στην Κύπρο, ο σκοτεινός ρόλος της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και οι παρασκηνιακές διαβουλεύσεις που σφράγισαν τη μοίρα του νησιού, η εμπλοκή και η αποτυχία του ΟΗΕ, του ΝΑΤΟ και της Μεγάλης Βρετανίας (ως εγγυήτριας δύναμης) να αποτρέψουν ή να ανατρέψουν τα τετελεσμένα της εισβολής. 
Συγχρόνως η εισβολή των τουρκικών δυνάμεων το καλοκαίρι του ‘74 παρουσιάζεται ως συνέχεια της κατάληψης της Κύπρου από τους Φράγκους και τους Οθωμανούς, σύνδεση απολύτως κεντρική στη φιλοσοφία του βιβλίου, καθώς η εισβολή και κατοχή ενός μέρους της Κύπρου τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του ´74 δεν θεωρείται  ως ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά ως αποτέλεσμα αιώνων διαδοχικών κατακτήσεων
Αναλυτικότερα, στο πλαίσιο της σειράς «Νέα Κρόνακα», το «Συμβάν 74» συνδέεται κατ’ αρχάς με τη Φραγκοκρατία (1120-1489), όταν η Κύπρος αποτελεί το «φεουδαρχικό έπαθλο» των δυτικών δυνάμεων, και στη συνέχεια με την Οθωμανοκρατία (1571-1878), όταν αλλάζει ριζικά η δημογραφική σύσταση του νησιού με τους πρώτους μουσουλμανικούς πληθυσμούς. 
«Μια διαφορά (μια στις τόσες, όσες και οι ομοιότητες) ανάμεσα στα συμβάντα του 1570 και του 1974, είναι το γεγονός ότι τότε έπεσε η Λευκωσία και ακολούθησε η Αμμόχωστος. Τώρα, το 1974, η δεύτερη έπεσε πρώτη και μόνη -επίσης : μόνη της. Για την άλωση της Λευκωσίας διαβάζω το έκτο φύλλο, μιαν ανταπόκριση από τις 14 Οκτωβρίου 1570. Οι Οθωμανοί, λέει, έφτασαν στα τείχη της πόλης στις 2 Αυγούστου εκείνου του έτους, και κατέλαβαν τέσσερις προμαχώνες, ενώ μπήκαν και μέσα στην τάφρο, εκεί όπου παρκάρουν σήμερα τ’ αυτοκίνητα, περπατούν γονείς και παιδιά, ανάβουν οι φανοστάτες το σούρουπο, φιλιούνται οι εραστές στα παγκάκια. Στις 9 Σεπτεμβρίου 1570, οι γενίτσαροι, περίπου 1500, έκαναν έφοδο και πήραν την πόλη, πήραν την, σε μιάμιση ώρα «αφού μπήκαν κατέσφαξαν όποιον συναντούσαν, ώστε απ’ όλο τον πληθυσμό, Ιταλούς και Έλληνες, άλλοι σκοτώθηκαν και άλλοι αιχμαλωτίσθηκαν, εκτός από μερικούς που διέφυγαν στην Αμμόχωστο». Το φύλλο κλείνει παραθέτοντας όλα τα ονόματα των νεκρών αξιωματικών, που ξεπερνούν τα πενήντα, εξ ων και ο καπετάνιος Lambetti, ο Ακρίτας Νικόλαος Λαμπέτης. Στο υστερόγραφο διαβάζω: «δεν έχω να σας πω κάτι άλλο παρ’ εκτός να ευτυχείτε. Τα σέβη μου στον Κύριο αδελφό σας και σε όλους τους φίλους. Φιλώ τη χείρα της αυθεντίας σας». Ο συγγραφέας υποθέτω σκοτώθηκε τον επόμενο χρόνο. Τότε έπεσε η βασιλεύουσα Αμμόχωστος, ύστερα από μήνες πολιορκίας και σκληρών μαχών, ύστερα από μάταιη αναμονή ενισχύσεων, στις 5 Αυγούστου 1571. Στο έβδομο από τα avvissi, στο πρώτο που επικεντρώνεται στην Αμμόχωστο, περιέχεται και το πιο παράδοξο από όλα τα κείμενα, ένας έμμετρος θρήνος, που ο συντάκτης τον βάζει στο στόμα του υποτίθεται μετανιωμένου σουλτάνου Σελίμης Β΄. Το φύλλο αυτό γράφεται στις 3 Ιανουαρίου 1572, τρεις μήνες μετά που η τουρκική αρμάδα συνετρίβη στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου. Ο συγγραφέας βρίσκει λοιπόν ευκαιρία να εμψυχώσει τους χριστιανούς, επισημαίνοντας ότι τα πανηγύρια των Τούρκων για την άλωση της Αμμοχώστου διεκόπησαν όταν έφτασε η είδηση για την ήττα στη ναυμαχία. Αυτή την είδηση ακούει ο Σελίμης και αρχίζει τον θρήνο του.» (Σελ. 393-394)
Υπό το πρίσμα αυτό ο συγγραφέας χτίζει τον λογοτεχνικό «μύθο της αγωνιζόμενης Κύπρου», σε χρόνο εξακολουθητικό και όχι γραμμικά ιστορούμενο: οι Φράγκοι ιππότες, οι Οθωμανοί πασάδες, οι Βρετανοί αποικιοκράτες και οι Τούρκοι στρατιώτες του 1974 συνυπάρχουν, συνομιλούν και συνδιαμορφώνουν το ίδιο «τραύμα»: αυτό της διαρκούς κατοχής και της απώλειας της ελευθερίας ενός τόπου που του 'λαχε να βρίσκεται στο σταυροδρόμι αυτοκρατοριών. 
Παράλληλα, η αφήγηση της κυπριακής τραγωδίας αντιστοιχίζεται (και όχι μόνο άπαξ) με κορυφαία ευρωπαϊκά ορόσημα, όπως η πτώση του Ναπολέοντα, ο Β´ παγκόσμιος πόλεμος, το ολοκαύτωμα, αναδεικνύοντας την οικουμενικότητα του κυπριακού δράματος. 
Έτσι η μοίρα της Κύπρου παραλληλίζεται με τη μοίρα των ευρωπαϊκών εθνών που θυσιάστηκαν στον βωμό των αυτοκρατορικών συμφερόντων. Η μετάβαση από τη μία αυτοκρατορία στην άλλη (π.χ. από την Οθωμανική στη Βρετανική) αντανακλά τη λογική που ξεκίνησε από τη ναπολεόντεια εποχή. Ο φασισμός, ο ναζισμός και η βία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου αποτελούν το ιστορικό υπόβαθρο που γέννησε τις ακραίες εθνικιστικές ιδεολογίες. Το βιβλίο δείχνει πώς αυτές οι ιδεολογίες μεταφέρθηκαν αυτούσιες στην Κύπρο, οδηγώντας στο Πραξικόπημα και την Εισβολή του 1974. Τέλος ο Μαργαρίτης χρησιμοποιεί το Ολοκαύτωμα ως το απόλυτο μέτρο σύγκρισης για την ανθρώπινη θηριωδία και τον ξεριζωμό. Οι εικόνες των Κυπρίων προσφύγων, των εγκλωβισμένων και των αγνοουμένων του 1974 "συνομιλούν" λογοτεχνικά με το παγκόσμιο τραύμα των θυμάτων των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης. Όπως αναφέρει ο ίδιος στο ⁠προοίμιο του έργου του μέσω των Εκδόσεων Ίκαρος, στόχος του είναι να «μεταφράσει» την ιστορία της καταστροφής στη γλώσσα που «μιλούν οι νεκροί» όλης της ανθρωπότητας, γεφυρώνοντας τα θύματα του 1974 με τα θύματα των μεγάλων ευρωπαϊκών πολέμων. 
Η επιτροπή του Κρατικού Βραβείου Μυθιστορήματος Κύπρου 2025 επεσήμανε, άλλωστε, ότι το μεγάλο επίτευγμα του βιβλίου είναι πως μιλά για τα γεγονότα του 1974 με τρόπο «εγκυκλοπαιδικό αλλά και συγκινητικό». Τοποθετώντας την Κυπριακή Ιστορία κατ τραγωδία δίπλα στον Ναπολέοντα, τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και το Ολοκαύτωμα, ο συγγραφέας υπερβαίνει τα στενά τοπικά πλαίσια και αναδεικνύει την Κύπρο σε παγκόσμιο σύμβολο της ανθρώπινης οδύνης
Ενδιαφέρουσες είναι και οι διακειμενικές αναφορές του βιβλίου, καθώς ο συγγραφέας στήνει ένα μεταμοντέρνο λογοτεχνικό παιχνίδι, ενσωματώνοντας στην αφήγηση κορυφαίους συγγραφείς της παγκόσμιας και της ελληνικής γραμματείας, μετατρέποντάς τους σε «συνομιλητές» ή σε εργαλεία της αφήγησης. Ανάμεσά τους κυριότεροι είναι οι ακόλουθοι:
■Γιόζεφ Ροτ: Ο Αυστριακός συγγραφέας είναι ίσως η πιο καθοριστική φιγούρα της αφήγησης, καθώς η μελαγχολία του για τον χαμένο κόσμο της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας αντανακλά την απώλεια της παλιάς Κύπρου, ως της «πατρίδας που διαλύεται». «Ο Ροτ, γράφει ο Μάγκρις, είναι ο ακροβάτης που τελικά πέφτει από το σκοινί πάνω στο οποίο ισορροπούσε. Αλλά πέφτει επιδεικνύοντας θάρρος απίστευτο - η πτώση του είναι ένα αριστούργημα γενναιότητας. Και κλείνει: Λίγους μήνες μετά το θάνατό του, η σύζυγός του Φρίντα, έγκλειστη από καιρό σε κλινικές και άσυλα, δολοφονείται από τους ναζιστές μαζί με άλλους ασθενείς. Τίποτα πια δεν εμπνέει τη φρίκη, είχε πει ο Ροτ. Και αυτό ακριβώς, είχε προσθέσει, είναι η πραγματική, η χειρότερη φρίκη.» (Σελ 520)
■Βάλτερ Μπένγιαμιν: Αν και φιλόσοφος, η θεωρία του για τον «Άγγελο της Ιστορίας» (που κοιτάζει τα ερείπια του παρελθόντος ενώ σπρώχνεται βίαια προς το μέλλον) διατρέχει ολόκληρο το μυθιστόρημα. «Ο θάνατος δεν είναι τίποτα χωρίς τους νεκρούς, το ίδιο ισχύει για τη ζωή. Το διδάσκει ο νεκρός Βάλτερ Μπένγιαμιν: ανασύνθεση του παρελθόντος δεν σημαίνει αναγνώρισή του με τον τρόπο που υπήρξε πραγματικά. Σημαίνει το άρπαγμα μιας μνήμης καθώς αστράφτει σε μια στιγμή κινδύνου. Όλα τα άλλα είναι ψέματα». (Σελ. 531-532)
■Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Ο Μαργαρίτης, έχοντας γράψει ⁠ειδικό δοκίμιο για τον Παπαδιαμάντη, ενσωματώνει τη γλώσσα και τη θρησκευτική/υπαρξιακή κατάνυξη του Σκιαθίτη δημιουργού. Η προσέγγιση του ανθρώπινου πόνου στο βιβλίο έχει έντονα παπαδιαμαντικές αποχρώσεις.
■Κωνσταντίνος Καβάφης: «μια πανοραμική εικόνα θανάτου και το αθάνατο και πιο ένδοξο επιτύμβιο της ανθρώπινης ιστορίας, μου φαίνεται ότι αποδίδει εξαιρετικά το πνεύμα στο γράμμα του ανδρείου Αλεξανδρινού και βαρβάτου ποιητή Καβάφη: Και περισσότερη τιμή τους πρέπει / όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)/ πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος, / κ’ οι Μήδοι επιτέλους θα διαβούνε. Ο αγών της αγάπης είναι πάντα χαμένος. Αλλά δεν είναι ποτέ άγονος» (σελ. 497).
■Κυριάκος Χαραλαμπίδης: Ο σπουδαίος Κύπριος ποιητής αποτελεί σταθερό σημείο αναφοράς. Το βιβλίο συνομιλεί με την ποιητική του Χαραλαμπίδη (όπως αναλύεται και στο έργο του Μαργαρίτη «Φοντάνα Αμορόζα»), δανειζόμενο τον τρόπο με τον οποίο η ποίηση μπορεί να ανασυνθέσει τον ιστορικό μύθο της Κύπρου. «Οι κεναί και ήρεμοι οδοί, η απέραντη ερήμωση, ξέρουμε ότι είναι το κυρίαρχο γνώρισμα, το μυστικό της Αμμοχώστου, μέχρι και σήμερα. Το άσμα ως φάσμα, και η πόλη ένα φάντασμα. Έτσι λένε τουλάχιστον διάφορες φήμες, που τις διαψεύδει, αίφνης , ο ποιητής Κυριάκος Χαραλαμπίδης, καθώς μεταμορφώνεται σε πτηνό και περιπολεί επί της πόλεως στο έσχατο ποίημα του έργου Αμμόχωστος Βασιλεύουσα, που εκείνος το περιγράφει (όλο το ποιητικό αυτό έργο) ως ερωτικό μυθιστόρημα». (Σελ 401).
■Γιώργος Σεφέρης: Οι αναφορές στις Δοκιμές και τα κυπριακά ποιήματα του Σεφέρη («Κύπρον, οὗ μ᾽ ἐθέσπισεν...») εισβάλλουν στην αφήγηση για να τονίσουν το αρχέγονο και ταυτόχρονα τραγικό πρόσωπο του νησιού.
■Λουκάς Κούσουλας: παρατίθεται ένα ποίημά του που έχει ως προμετωπίδα την ακόλουθη φράση του Έλιοτ « Αφού δεν ελπίζω…»: Τι θα λέγαμε λόγου χάρη / ακολουθώντας τον γνωστό συνειρμό / για το αναπνέω - αποκομμένο από το ελπίζω!/ Εφόσον ας πούμε αναπνέω/ σε τίποτα ψηλώματα κατά προτίμηση/ στο αεράκι της πατρίδας, / στώμεν καλώς."
■Κώστας Μόντης : «στη δική του «Κάθοδο των Μυρίων», ο Μόντης γράφει «Μας σκότωσαν τους αρχηγούς/ κι επιστρέφουμε ακέφαλοι/ μ’ οδηγό (τι να κάναμε;) ένα γραφιά./ Κι όμως η αλήθεια είναι πως αυτοί οι γραφιάδες / ξέρουν να βρίσκουν τη θάλασσα». (Σελ. 485)
Οι συγγραφείς αυτοί δεν αναφέρονται απλώς ως εγκυκλοπαιδικά στοιχεία. Ο συγγραφέας αξιοποιεί τα κείμενά τους σαν «αντηχεία»: οι ήρωες του 1974 σκέφτονται, πονούν ή περιγράφουν την καταστροφή γύρω τους χρησιμοποιώντας φράσεις, ιδέες και μοτίβα από αυτά τα «ιερά τέρατα» της λογοτεχνίας.
Χαρακτηριστική είναι, ακόμη, η ενσωμάτωση της κινηματογραφικής οπτικής στην απεικόνιση των ιστορικών γεγονότων, καθώς και η αναφορά σε κορυφαίους Αμερικανούς σκηνοθέτες που αποτύπωσαν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, επιτυγχάνοντας μια ανατομία της βίας, της προπαγάνδας και του τρόπου με τον οποίο «μοντάρεται» η Ιστορία. Όπως ακριβώς οι Αμερικανοί σκηνοθέτες επέλεγαν τις σκηνές μάχης στις οποίες θα εστιάσουν για να φτιάξουν το «ηρωικό αφήγημα» του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, έτσι και στην Κύπρο απομονώθηκαν και προβλήθηκαν συγκεκριμένα γεγονότα, όχι καυ ανάγκην τα πιο κρίσιμα ή και τα πιο επώδυνα ...  Άλλωστε το βιβλίο ξεκινά ουσιαστικά αποδομώντας το τουρκικό διάγγελμα της εισβολής (βλ. παραπάνω το παράθεμα για την «αλησμόνητη σελίδα στην ιστορία της Ανθρωπότητος»), που συνιστά μια «σκηνοθετημένη» προσπάθεια εξωραϊσμού του πολέμου, παρόμοια με τις χολιγουντιανές παραγωγές που μετέτρεπαν τον θάνατο σε θέαμα.
Από την άλλη πλευρά οι Αμερικανοί σκηνοθέτες της χρυσής εποχής (όπως ο John Ford, ο John Huston ή ο William Wyler, που επισκέφθηκαν το μέτωπο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου για να γυρίσουν πολεμικά ντοκιμαντέρ) χρησιμοποιούνται ως μέτρο σύγκρισης, αντιπαραβάλλοντας την ωμή, ασπρόμαυρη αλήθεια των δικών τους φιλμ με την ωμότητα της κυπριακής πραγματικότητας.
Τέλος, αξίζει να αναφερθούν οι εκκλησιαστικές και θεολογικές αναφορές, που δεν είναι απλά διακοσμητικά στοιχεία, αλλά αποτελούν τον δομικό ιστό της αφήγησης. Ο συγγραφέας, επηρεασμένος βαθιά από την ορθόδοξη παράδοση και τη βυζαντινή γραμματεία χρησιμοποιεί την εκκλησιαστική γλώσσα ως καταφύγιο: Οι ήρωες του βιβλίου, μέσα στη δίνη της εισβολής και του ξεριζωμού, επιστρατεύουν αυτούσιες φράσεις από την ορθόδοξη υμνολογία (όπως τα τροπάρια της Μεγάλης Εβδομάδας ή της Παράκλησης) για να εκφράσουν τον τρόμο και τον θρήνο τους. 
«Η κατάνυξη, η μουσική του μεγάλου συμβάντος, εκφραζόταν με έναν ψαλμό που αγαπούσε ο Χατζηχρήστος, τον 126ο ψαλμό του Δαβίδ, και ειδικότερα με τον στίχο: εάν μη Κύριος οικοδομήση οίκον, εις μάτην εκοπίασαν οι οικοδομούντες, εάν μη Κύριος φυλάξη πόλιν, εις μάτην ηγρύπνησεν ο φυλάσσων». (Σελ. 363)
 "Το τάγμα, μια μεραρχία της χαράς και της χάριτος, ο Χατζηφλουρέντζος το θησαύρισε στις περιοδείες με το ποδήλατο, κορφολογώντας εικόνες κοινές, ίδιες και ανόμοιες, που ήταν όλες ‘αυτή η Κυπρία Παναγιά, η Αγγελόκτιστη και Ιαματιτζιή, η Αιματούσα και Αιμάσσουσα, η Θρηνολοούσα και η Μαυροφόρα, η Δεομένη και Μαχαιριώτισσα, η Παναγία του Εσταυρωμένου, η Αγαπητιτζιή, η Αγία Θεοτοκούα, η Αχειροποίητος, η Κανακαριά και η Αφέντρικα, η Γαληνερή, η Εσσωκυρά, η Γλυτσιώτισσα και Νεροφορούσα, η Τροοδίτισσα, η Καρδιοβαστάζουσα, η Παναγία των Ασταθκιών, των Καθάρων και της Αγάπης, η Αποθερκώτισσα και Αφροδίτισσσα, η Φωτολάμπουσα και Χρυσογαλούσα, η Σαϊττιώτισσα, η Νικοποιός και η Ελευθερώτρια…’ Επ’ άπειρον. Με αυτά τα ελληνικά γράφεται η Μάχη της Λευκωσίας. Με αυτή την ελπίδα γράφεται η νίκη της. Όρθια γράμματα στους 24 Οίκους του μελωδού Ρωμανού. Είναι μια ακροστιχίδα θριάμβου, το μεγάλο ερωτικό Βατερλό της πατρίδας. Εδώ πάμε». (Σελ. 383)

Αντλώντας στοιχεία από τους Βυζαντινούς χρονογράφους, ο Μαργαρίτης δεν βλέπει το 1974 μόνο ως ένα πολιτικό ή στρατιωτικό λάθος, αλλά ως μια «παραχώρηση» ή «παιδεία» (δοκιμασία) για τις συλλογικές αμαρτίες του ελληνισμού (τον διχασμό, την έπαρση, την προδοσία του Πραξικοπήματος). Οι απλοί στρατιώτες, οι εγκλωβισμένοι και οι πρόσφυγες του 1974 δεν αντιμετωπίζονται απλώς ως θύματα του πολέμου, αλλά ανυψώνονται στη σφαίρα των «νεομαρτύρων». Ο θάνατος και τα βασανιστήριά τους περιγράφονται με το ύφος και την κατάνυξη των εκκλησιαστικών Συναξαριστών. Οι περιγραφές των λεηλατημένων εκκλησιών, των σπασμένων εικονοστασίων και των βεβηλωμένων μοναστηριών στα κατεχόμενα εδάφη λειτουργούν ως ισχυρά σύμβολα της απώλειας της ιερής τοπογραφίας του νησιού. Έτσι ο Μαργαρίτης εισάγει μια διάσταση «λειτουργικής παρηγοριάς». Ακόμα και μέσα στην απόλυτη φρίκη, υπάρχει μια λεπτή πνευματική γραμμή που συνδέει τους ανθρώπους με το θείο, μετατρέποντας το «Συμβάν 74» σε ένα ιδιότυπο requiem για την Κύπρο. (Η παραγραφος αντλήθηκε από την ΑΙ)
Στο πλαίσιο αυτό  η έννοια του «ήρωα» ανατρέπεται ριζικά. Καθώς η λογοτεχνική αφήγηση αποδομεί την επίσημη στρατιωτική και πολιτική ρητορική, ο συγγραφέας δεν εστιάζει στους επώνυμους στρατηγούς, αλλά μετατοπίζει το βάρος της ηρωικότητας σε δύο εντελώς διαφορετικές κατηγορίες αγωνιστών, τους ανώνυμους αφανείς ήρωες, όπου εντάσσονται πρωτίστως οι απλοί στρατιώτες και οι κληρωτοί, τα νεαρά παιδιά που στάλθηκαν στην πρώτη γραμμή χωρίς επαρκή πολεμοφόδια, προδομένα από τις αποφάσεις της Χούντας των Αθηνών, τα οποία όμως επέδειξαν αυταπάρνηση μέσα στο απόλυτο χάος. 
«Το όπλο που κρατούσα στην Πάφο, λέει ο Μαργαρίτης, το παρέδωσα λίγο προτού φύγω. Στην Αμμόχωστο ανακάτωσα κάτι κιβώτια και συναρμολόγησα μια τουρτούρα. Τη δοκίμασα στη θάλασσα και δούλευε, έριχνε. Ήταν ανακουφιστικό. Η τουρτούρα είναι ένα γερμανικό υποπολυβόλο ΜΡ40, διάσημο από το σινεμά, και γνωστότερο ως Σμάιζερ. Το ελληνικό παρατσούκλι τουρτούρα το οφείλει φυσικά στον τρομερό ήχο της ριπής του, που μοιάζει με το κροτάλισμα των δοντιών, όταν ο άνθρωπος τουρτουρίζει από το κρύο. Κι ας είναι καλοκαίρι. Κι ας είναι στην Κύπρο. Τέτοια όπλα άφησαν πολλά στην Ελλάδα οι Ναζί, και υποθέτω ότι βρέθηκαν στην Κύπρο μετά τον ελληνικό εμφύλιο. Εκτός κι αν ήταν κατάλοιπα της ΕΟΚΑ, εκ του αποθέματος που είχε φέρει ο Γρίβας από την Οργάνωση Χ. Σε κάθε περίπτωση η ανακούφιση του Μαργαρίτη δεν κράτησε πολύ, εφόσον ένας αξιωματικός άρπαξε την τουρτούρα και του είπε να μην ψάχνει άλλο για όπλα. Είσαι αξιωματικός, λέει, και οι αξιωματικοί πρέπει να διευθύνουν τα πολυβόλα, δεν χρειάζονται όπλα. Εγώ έμεινα και τον κοίταζα». (σελ. 244)
 «Είμαι στο μέτωπο χωρίς πολεμοφόδια. Όταν τηλεφωνώ στο ΓΕΕΦ, κανένας από τους πούστηδες δεν βγαίνει στο τηλέφωνο. Οι ασύρματοι δεν δουλεύουν. Οι οδηγίες που έχω είναι να μην πυροβολούν οι άντρες μου. Μα όποτε πυροβόλησαν, κατά παράβαση των οδηγιών΄, οι Τούρκοι σταμάτησαν την προέλασή τους. Εψές διέταξα καταδρομική ενέργεια και πήραμε δύο υψώματα. Χαράματα σήμερα πήρα διαταγή να υποχωρήσουμε. Φίλε μου, πρέπει να είσαι στο μέτωπο για να καταλάβεις ότι ο αγώνας αυτός είναι σικέ». (Σελ. 248)
 "Δεν ήταν αγώνας σώμα προς σώμα, αλλά αγώνας σώμα προς τανκς! Ήταν παντού έτσι: Μακεδονίτισσα, Κολοκασίδη, Μονπαρνάς, Έγκωμη, Άγιος Δομέτιος. «Πρέπει να μείνετε εκεί πάση θυσία!» Φωνάζει ο Αλευρομάγειρος. «Και πώς σταματούν τα άρματα κύριε ταγματάρχα;» «Με οτιδήποτε! Με τα σώματά σας! Φτάνει να σταματήσουν» (σελ. 460).
Άλλη κατηγορία αφανών ηρώων είναι οι πρόσφυγες και οι μάρτυρες: οι γυναίκες, οι ηλικιωμένοι και οι εγκλωβισμένοι που υπέμειναν τη βία, τον ξεριζωμό και την απώλεια, διασώζοντας ωστόσο την ανθρωπιά και την πολιτισμική τους ταυτότητα. 
«Η αταξία και ο πανικός που επικράτησαν αποτυπώνονται με ανατριχιαστικό τρόπο στην εικόνα ψυχικά ασθενών ανθρώπων, οι οποίοι ξεχύθηκαν στους δρόμους της πρωτεύουσας, όταν οι Τούρκοι βομβάρδισαν την ψυχιατρική κλινική κοντά στα στρατόπεδα της Αθαλάσσας. Ενόψει και της εκκένωσης της Λευκωσίας, η εν λόγω σκηνή είναι αποκαλυπτική, με όλες της έννοιες της λέξεως. Σαν μια ταινία με ζόμπι» (σελ. 225). 
«Τι έγιναν όμως οι σοροί των δικών μας; Όχι μόνον δεν επανεπατρίσθησαν, παρά τας υποσχέσεις υψηλά ισταμένων προσώπων, αλλά εις την ιδικήν μου περίπτωσιν η σορός του ήρωος συζύγου μου ήτο πεταμένη εις εν ψυγείον κρεάτων δίκην σφαγίου, όπου και μόνη την ανεύρον μετά από διημέρους αναζητήσεις. Οι τάφοι τους έμειναν για πάντα κάτω από την μπότα του κατακτητή. Έτσι, δεν έχουμε ούτε την παρηγοριά να στολίζουμε τους τάφους τους ή να προσευχόμαστε κοντά τους … Μήπως όμως συνελυπήθη κανείς εδώ ή εις την Κύπρον τις χήρες; Σας βεβαιώ ότι σε μένα δεν συνέβη, αλλά και μέχρι στιγμής ουδέ καν εν συλλυπητήριον γράμμα ελάβαμεν» (σελ. 314).
Όπως προκύπτει από το σκεπτικό του ⁠Κρατικού Βραβείου Μυθιστορήματος Κύπρου 2025, ο συγγραφέας επιλέγει να δώσει φωνή στους «νεκρούς της Ιστορίας». Μετατρέπει το βιβλίο σε μια «ηρωική ιστορία» όχι με την έννοια του εθνικιστικού θριάμβου, αλλά με την έννοια της υπαρξιακής αντοχής και της θυσίας των ανώνυμων θυμάτων. 
Έτσι, η «δικαίωση» των ιστορικών προσώπων δεν προκύπτει από τις επίσημες τιμές ή τους πολιτικούς επαίνους, αλλά από τη διάσωση της αληθινής τους μνήμης, με τη "μετάφραση" της οδύνης τους για κάθε αφανή νεκρό, ανάπηρο ή πρόσφυγα σε παγκόσμιο λογοτεχνικό θρήνο. Η λογοτεχνική αφήγηση λειτουργεί ως απονομή δικαιοσύνης, ως αποκατάσταση της αλήθειας, ως απόδοση λόγου, ως καταγγελία των υπευθύνων και ως καταδίκη των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, όποιοι κι αν είναι (δικοί μας ή ξένοι) οι φυσικοί δράστες ή οι ηθικοί αυτουργοί. 

«Στις 21 Ιουλίου 1974 ένα τμήμα της ΕΟΚΑ Β πήγε σε τρία χωριά πέριξ της Περιστερωνοπηγής, τουρκοκυπριακά, τη Μάραθα, την Αλόα και τον Σανταλάρη, με συνολικό πληθυσμό γύρω στους 300 κατοίκους. Οι μάχιμοι άνδρες οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης αιχμαλώτων και η αποστολή ολοκληρώθηκε με επιτυχία, κάτι που μακάρι να μπορούσα να πω και για την αφήγηση. Αλλά αυτή συνεχίζεται. Οι πιο πάνω ένοπλοι επέστρεψαν μόνοι τους στα τουρκικά χωριά, οδήγησαν στην Περιστερωνοπηγή τα γυναικόπαιδα και τους γέροντες και τους έκλεισαν στο σχολείο, εκεί που οι ίδιοι είχαν κάποτε ακούσει τον Όμηρο. Αλλά δεν τον πρόσεξαν. Η μουσική λοιπόν σταματά. Ακόμα κι η θάλασσα. Ο Όμηρος κάτι ψάλλει ή γράφει στην άμμο, έρημος, μόνος, τυφλός - θεόστραβος. Τα μάτια όλων είναι κλειστά. Στο σχολείο βρέθηκαν 126 τουρκοκύπριοι, … εκτός από λίγους γέροντες οι υπόλοιποι ήταν γυναίκες, παιδιά, νεογέννητα βρέφη. Οι ελληνοκύπριοι συμμορίτες πιθανότατα βίαζαν τις γυναίκες, ΄ίσως και πολλά παιδιά, από τις 21 Ιουλίου μέχρι τις 14 Αυγούστου 1974, όταν άρχισε ή δεύτερη φάση της εισβολής. Το μεσημέρι εκείνο, αντί για το μέτωπο οι ένοπλοι πήγαν στη Μάραθα και έκλεψαν τα αιγοπρόβατα των Τούρκων, για το γλέντι του Δεκαπενταύγουστου. Προηγουμένως αποφάσισαν να μην αφήσουν μάρτυρες του εγκλήματός τους (που δεν νομίζω ότι ήταν η ζωοκλοπή, αλλά οι βιασμοί), οπότε οδήγησαν τους αιχμαλώτους σε μια χέρσα έκταση, συγκεκριμένα στον σκουπιδότοπο της Μάραθας, εκεί τους εκτέλεσαν όλους. Κατόπιν, κατακρεούργησαν και έκαψαν πολλά πτώματα, και τα πέταξαν σε έναν ομαδικό τάφο». (Σελ. 326-327)
 
«Στην τελευταία εικόνα, ένα κοριτσάκι έξι ετών κοιτάζει πέρα από τον φακό δίχως χαμόγελο, με απορία. Δεν έχω απάντηση. Ούτε μια ραψωδία. Το κορίτσι, το εσφαγμένο κορίτσι ονομάζεται Αϊσέ Μπαϊράμ. Αυτή δεν πήγε πουθενά διακοπές. Σήμερα που γράφω είναι Σάββατο του Λαζάρου, 24 Απριλίου 2021. Οι ΗΠΑ λέει αναγνώρισαν τη Γενοκτονία των Αρμενίων. Τι σοκ! Ο Πενταδάχτυλος χαϊδεύει λοφίσκους θανάτου, ψηλαφίζει ονόματα σε μιαν αμμουδιά: δεύρο έξω! Τόσα μήλα, τόσα κενά: Λευκό Βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει/ Και μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι, / Κι ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη. / Και μες στης λίμνης τα νερά, οπ’ έφθασε μ’ άσπουδα,/ Έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα- Cut: εγώ είμαι ο αμαρτωλός των αμαρτωλών. Je ne commence pas. ΣΑΚ. ΣΑΚ! Τα μάτια σου, ρε Αϊσέ, κόβουν στη γλώσσα μου και τη λαλιά του Ομήρου». (Σελ. 336-337).
«Επειδή η λέξη προπαγάνδα μπορεί να ενοχλεί, προτείνω να σκεφτούμε ότι ο ως άνω συνδυασμός είναι θεμιτός και αναγκαίος, εντέλει αυτονόητος, κατά το ότι η μαρτυρία καθενός είναι η προπαγάνδα που ασκεί υπέρ των φίλων του, η φύλαξη της μνήμης εκείνων, μια διακήρυξη αφοσίωσης και πάθους, ο ομολογία της πίστης του. Έτσι εν πάση περιπτώσει γράφεται ο τόμος που τώρα διαβάζετε, ακραιφνώς προπαγανδιστικά. Η ατζέντα μου είναι γεμάτη ταφόπλακες, δίπτυχα, κεραυνούς και αφρούς των κυμάτων. Αυτά τα πράγματα δεν είναι αντικείμενα, ούτε αντικειμενικά. Είναι πρόσωπα, ενδάδε κείμενα. Τα ρήματα κείνων είναι κοινά. Είναι ο ξένος και ο πιο ξυνός Λόγος η οικεία αλήθεια, ένα όνομα στην ακτή, στην παλίρροια… Ήταν η αρχαιότερη και πιο οικουμενική προπαγάνδα, μιαν από τις ιδρυτικές στιγμές της οποίας εντοπίζουμε στις παρυφές του Παρνασσού, στις Θερμοπύλες, δια χειλέων βασιλέως Λεωνίδα, φυσικά με τριακόσιες γλώσσες φωτιάς: Μολών λαβέ. Αυτή η αξεπέραστη απάντηση στα βαρβαρικά τελεσίγραφα ιδιοφυώς ταυτίζει την αποπομπή με την πρόσκληση (έλα να τα πάρεις - αν σου βαστάει), και μπερδεύει τον τύραννο, τον άρχοντα κάθε οριστικής και τελειωμένης μορφής, που δεν ξέρει αν πρέπει να γελάσει ή να κλάψει, να γιορτάσει, να οργιστεί, να επιτεθεί ή να το βάλει στα πόδια». (Σελ. 86-88)
 «Κι όμως εγώ πιστεύω στη λογοτεχνία. Σε τίποτε άλλο, μόνο στη λογοτεχνία. Οι άνθρωποι ζουν σαν σκουλήκια, γράφουν όμως σαν θεοί. Κάποτε ήταν κοινό μυστικό, σήμερα έχει πια ξεχαστεί. Ο κόσμος αποτελείται από θρύψαλα που διαλύονται, είναι ένα σκοτεινό ασύνδετο χάος που το συγκρατεί μονάχα η λογοτεχνία. Το ότι έχεις μια παράσταση για τον κόσμο, το ότι ξέρεις όλα όσα συνέβησαν, το ότι εντέλει έχεις έναν κόσμο: όλα αυτά τα δημιούργησε η λογοτεχνία και τα δημιουργεί αδιάκοπα, είναι ο αόρατο ιστός που συγκρατεί τις ζωές όλων μας, ο Λόγος». (Σελ. 515) 
«Η λογοτεχνία είναι το τσεκούρι που σπάζει την παγωμένη θάλασσα μέσα μας». (Σελ. 530)