Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

ΝΤΑΝΙΕΛ ΚΕΛΜΑΝ, ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΟ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 



Ντάνιελ Κέλμαν, (ο οποίος γεννήθηκε μεν στο Μόναχο αλλά μεγάλωσε στη Βιέννη από όπου κατάγεται ο πατέρας του) είναι αναμφίβολα ο μεγάλος αστέρας της σύγχρονης γερμανόφωνης πεζογραφίας. Η ιδιαιτερότητα των μυθιστορημάτων του Κέλμαν σε σχέση με την παράδοση της γερμανικής λογοτεχνίας έγκειται στο ότι ενέχει στοιχεία που ταιριάζουν περισσότερο με τη βρετανική: αίσθηση του χιούμορ, τόσο στη μορφή λεπτής ειρωνείας όσο και στη φαρσοκωμωδία, σαρκασμός, μια έφεση για τη γελοιοποίηση της σοβαροφάνειας. Ο ίδιος, αν και δεν κρύβει την αγάπη του για τη γερμανική γλώσσα και τους κλασικούς Γερμανούς συγγραφείς και φιλοσόφους, παραδέχθηκε σε μια συνέντευξή του στον Guardian πριν από δέκα χρόνια, ότι οι Γερμανοί συγγραφείς έχουν μάθει να κρύβουν το χιούμορ στα έργα τους, κάτι που ενδεχομένως να πηγάζει από τον δέκατο ένατο αιώνα όταν οι περισσότεροι συγγραφείς ήταν παιδιά προτεσταντών παστόρων με αποτέλεσμα η λογοτεχνία να είναι συνυφασμένη με την αυστηρότητα και τον θρησκευτικό συντηρητισμό της επαρχίας. Όμως στην παρούσα περίπτωση δεν έχουμε να κάνουμε με τον Κέλμαν του Εγώ και ο Καμίνσκι ή του F, τα δύο τόσο επιτυχημένα όσο και βάναυσα σατιρικά μυθιστορήματά του. Στο Ασπρόμαυρο, το τελευταίο του μυθιστόρημα, το θέμα είναι η ηθική ρευστότητα και η σχέση της με την ίδια τη φύση της τέχνης ως αναπαράσταση.

Το Ασπρόμαυρο λοιπόν είναι η ιστορία του περίφημου Αυστριακού σκηνοθέτη Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ, ο οποίος μεγαλούργησε κυρίως την περίοδο του μεσοπολέμου στην ακμή του εξπρεσιονισμού. Ο Παμπστ μετά την προσάρτηση της Αυστρίας από τη ναζιστική Γερμανία κατέφυγε στο Χόλιγουντ όπως τόσοι άλλοι κεντροευρωπαίοι σκηνοθέτες της εποχής, για να διαπιστώσει όμως με πικρία ότι το προσωπικό όραμα του σκηνοθέτη ως καλλιτέχνη εκεί δεν είχε την παραμικρή σημασία και οι ταινίες που τον καλούσαν να σκηνοθετήσει υπαγορεύονταν από τους παραγωγούς που ενδιαφέρονταν για εύπεπτα και απλοϊκά σενάρια που θα έφερναν το ευρύ κοινό στις αίθουσες. Έτσι καταφεύγει στη Γαλλία όπου είχε σκηνοθετήσει παλαιότερα ταινίες αλλά η υγεία της μητέρας του τον αναγκάζει να την επισκεφτεί με αποτέλεσμα το ξέσπασμα του πολέμου να τον εγκλωβίσει εντός του Ράιχ. Από εκεί και πέρα οι πολύ δύσκολες συνθήκες τον αναγκάζουν να εργαστεί διστακτικά στη ναζιστική Γερμανία και να συναντηθεί με τον Γκέμπελς. Ο Παμπστ σιχαίνεται τους ναζί αλλά νιώθει ότι δεν έχει άλλη επιλογή από το να συμβιβαστεί ως ένα βαθμό μαζί τους, ανήμπορος πλέον να διαφύγει, γυρίζοντας ταινίες με τη χρηματοδότηση του καθεστώτος και συνεργαζόμενος με την ατάλαντη ιέρεια της ναζιστικής κινηματογραφικής βιομηχανίας Λένι Ρίφενσταλ.

Εδώ είναι βεβαίως που ο Κέλμαν εισάγει το κεντρικό σημείο κρίσης του έργου: Ποια είναι η δυσδιάκριτη εκείνη διαχωριστική γραμμή που καθορίζει τον εξαναγκασμό από τη συνενοχή; Πότε ψευδόμαστε στον εαυτό μας για να διατηρήσουμε την βολή μας δημιουργώντας μία συνειδητή ψευδαίσθηση και πότε απλά προσπαθούμε να επιβιώσουμε σε μία εφιαλτική κατάσταση που δεν έχουμε επιλέξει και στην οποία έχουμε ευθύνη και για άλλους ανθρώπους; Πώς λειτουργεί η σταδιακή δηλητηρίαση πεποιθήσεων μέσα από τον συνδυασμό εκφοβισμού και επιβράβευσης; Εδώ λοιπόν έχουμε να κάνουμε με ζητήματα ηθικής φύσεως σε ακραίες όμως συνθήκες. 

Ένας δόλιος τρόπος που ο Γκέμπελς καταφέρνει να τουμπάρει τον Παμπστ είναι ότι του δίνει την ελευθερία να γυρίσει ό,τι είδους ταινία θέλει και όχι απλά τις εμπορικές και άψυχες ταινίες που του υπαγορεύουν στο Χόλιγουντ, γνωρίζοντας ότι έτσι κεντρίζει τη ματαιοδοξία του καλλιτέχνη που έχει ανάγκη να εκφραστεί. Πολλά ερωτήματα εγείρονται: ένα σπουδαίο έργο τέχνης δικαιολογεί ή όχι τον συμβιβασμό; Πριν προλάβετε να απαντήσετε αναλογιστείτε πόσα σπουδαία έργα δεν θα υπήρχαν ποτέ αν οι καλλιτέχνες δεν βρίσκονταν υπό την προστασία ηθικά αμφιλεγόμενων χορηγών. Δεν είναι η ανθρώπινη ηθική μια γκρίζα ζώνη; Ή μήπως τελικά ορισμένα ζητήματα είναι απλά άσπρο και μαύρο και δεν επιδέχονται εκλογίκευσης; Θα έλεγα ότι ο Κέλμαν παίζει με τον τίτλο «Ασπρόμαυρο» υπό τη διττή έννοια των ασπρόμαυρων ταινιών της εποχής από τη μία και της απόχρωσης των ηθικών επιλογών από την άλλη, έλα όμως που ο τίτλος στην ελληνική έκδοση, όσο επιτυχημένος κι αν είναι, αποτελεί επιλογή του εκδότη και όχι του Κέλμαν, αφού ο πρωτότυπος τίτλος του μυθιστορήματος στα γερμανικά είναι «το παιχνίδι του φωτός» ή αλλιώς «η ταινία».


Ο Ντάνιελ Κέλμαν (Μόναχο, 1970) θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους Γερμανούς συγγραφείς. Έγινε γνωστός από το μυθιστόρημα Η μέτρηση του κόσμου, που κυκλοφόρησε στη Γερμανία το 2005. Στην Ελλάδα έχουν κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, και μετάφραση του Κώστα Κοσμά, τα βιβλία: Η μέτρηση του κόσμου (2007), Εγώ και ο Καμίνσκι (2008), Φήμη (2009), (2013), Έπρεπε να είχες φύγει (2017), Τυλ ο Σαλτιμπάγκος(2018) και, πρόσφατα, το μυθιστόρημα Ασπρόμαυρο.

Σε αυτό, ο Κέλμαν αφηγείται τη ζωή του Αυστριακού σκηνοθέτη του μεσοπολέμου Γκέοργκ Βίλχελμ Παπστ (G.W. Pabst, 1885-1967). Η φιλμογραφία του Παπστ περιλαμβάνει πάνω από 35 ταινίες την περίοδο 1923-1956. Ως κινηματογραφιστής, ανέπτυξε και τελειοποίησε συγκεκριμένες τεχνικές μοντάζ, ενώ επίσης ανακάλυψε και ανέδειξε ηθοποιούς όπως η Λουίζ Μπρουκς και η Λένι Ρίφενσταλ. Παρότι ο Κέλμαν έχει εμφανώς πραγματοποιήσει μεγάλη έρευνα γύρω από τον ήρωά του, το βιβλίο δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως βιογραφία, ούτε καν μυθιστορηματική, αφού διατηρεί μεγάλο βαθμό αφηγηματικής ελευθερίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, στο βιβλίο αναφέρεται μόνο ένας γιος του Παπστ, ενώ ο σκηνοθέτης είχε τρία παιδιά. Από την άλλη πλευρά, όμως, ο Κέλμαν καταφέρνει να ανασυστήσει μια ολόκληρη εποχή με λεπτομέρεια, εισάγοντας μια πληθώρα δευτερευόντων ηρώων που πλαισιώνουν τα βασικά πρόσωπα, τον Παπστ, τη σύζυγό του Τρούντι, τον γιο τους Γιάκομπ και έναν βασικό συνεργάτη του Παπστ, τον σκηνοθέτη Φραντς Βίλτσεκ.

Το βιβλίο αποτελείται από τρία μέρη και καθένα εξ αυτών χωρίζεται σε διακριτά κεφάλαια. Κάθε κεφάλαιο φέρει τον δικό του τίτλο και μπορεί να διαβαστεί σχεδόν αυτόνομα, έχοντας την ακεραιότητα διηγήματος. Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό της πεζογραφίας του Κέλμαν.

Ένα συναρπαστικό, πολυεπίπεδο μυθιστόρημα, βαθιά ανθρώπινο και χωρίς ίχνος διδακτισμού ή συναισθηματικών ευκολιών.

Ο Παπστ παρουσιάζεται στο Ασπρόμαυρο ως ένας επίμονος, παθιασμένος δημιουργός, ανυποχώρητος μπροστά στις δυσκολίες που ορθώνονται μέσα στην ταραγμένη περίοδο του ναζισμού. Ο συγγραφέας ρίχνει φως στον ήρωά του από διάφορες οπτικές γωνίες χρησιμοποιώντας ως εφαλτήριο τα δευτερεύοντα πρόσωπα της ιστορίας του, άλλοτε πραγματικά, όπως η Λουίζ Μπρουκς, η Λένι Ρίφενσταλ, ο Φριτς Λανγκ, και άλλοτε φανταστικά. Η αφήγηση αρχίζει και τελειώνει με τον υπερήλικα Φραντς Βίλτσεκ, παλαίμαχο σκηνοθέτη, ο οποίος είχε διατελέσει βοηθός του Παπστ.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Το κεντρικό δράμα της ζωής του Παπστ δεν είναι ούτε η στάση του απέναντι στις επιταγές του σαρκοφάγου Τρίτου Ράιχ, ούτε η προσχώρηση του γιου του στον ναζισμό και η σταδιακή απομάκρυνσή του από την οικογένεια. Είναι η απώλεια του κινηματογραφημένου υλικού της ταινίας Μολάντερ, την οποία ο Παπστ θεωρεί ως το κορυφαίο αριστούργημά του. Τα γυρίσματα της ταινίας γίνονται άλλοτε εν μέσω βομβαρδισμών και άλλοτε υπό την απειλητική επίβλεψη οργάνων του καθεστώτος, με δύσκολες συνθήκες, με λιμοκτονούντες κομπάρσους. Ο Παπστ προχωράει ακλόνητος, βλέποντας μπροστά μόνο την ολοκλήρωση αυτής της φιλόδοξης ταινίας, ενώ γύρω του καταστρέφονται πόλεις και χάνονται στρατιώτες και άμαχοι. Όταν, εντελώς τυχαία, το σακίδιο που περιείχε τα κουτιά με τα φιλμ μπερδεύεται με κάποιο παρόμοιο και χάνεται, ο ίδιος ο Παπστ χάνει τον εαυτό του, ο κόσμος του καταρρέει, η ζωή του παύει να έχει νόημα.

Ως συγγραφέας ο Κέλμαν καταφέρνει να μπολιάσει τα πιο σκοτεινά σημεία της αφήγησης με εκλάμψεις λεπταίσθητου χιούμορ, αποδίδοντας το παράλογο της εποχής που περιγράφει. Ο κινηματογράφος ως αφετηρία της αφήγησης του δίνει τη δυνατότητα να μιλήσει για τις αντιφάσεις αυτής της ζοφερής περιόδου, για την καλλιτεχνική δημιουργία ακόμα και σε απειλητικές για τη ζωή και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια συνθήκες, για τη ναρκισσιστική φύση των ηθοποιών και την τιθασευτική, στιβαρή στάση του σκηνοθέτη, ο οποίος καλείται να συναρμόσει ασύμβατες καταστάσεις, να κατευνάσει πάθη και εγωισμούς, για να επιτύχει το βέλτιστο αποτέλεσμα. Ο Κέλμαν δεν ασχολείται τόσο με το ειδεχθές του ναζιστικού μορφώματος, αλλά με την προσπάθεια των ανθρώπων του πνεύματος να ισορροπήσουν και να επιβιώσουν μέσα σε μια εποχή γεμάτη κλυδωνισμούς, αβεβαιότητα και αδόκητους θανάτους, διατηρώντας τη δημιουργική τους φλόγα και την ηθική τους υπόσταση.

Κατά τη γνώμη μου, τα πιο συγκινητικά κεφάλαια του βιβλίου είναι το πρώτο και το τελευταίο. Ο υπερήλικας πια Φραντς Βίλτσεκ, τρόφιμος σε οίκο ευγηρίας, με θολωμένο το μυαλό, είναι ο κύριος μάρτυρας της ζωής του μεγάλου Παπστ και καλείται να ανασυστήσει τις αναμνήσεις του σε μια δημοφιλή τηλεοπτική εκπομπή. Αυτά τα δύο κεφάλαια, με τα οποία ο Κέλμαν γειώνει την αφήγηση στη σύγχρονη εποχή, είναι κυριολεκτικά μια σπουδή στην τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, στη φθορά, στο πεπερασμένο του βίου και στην αθανασία της τέχνης. Αξιομνημόνευτο είναι επίσης το κεφάλαιο με τίτλο «Μολάντερ», που αναφέρεται στις κοπιώδεις, αντίξοες συνθήκες γυρίσματος της ομώνυμης ταινίας και στην απρόσμενη έκβαση με την απώλεια του κινηματογραφημένου υλικού.

Το Ασπρόμαυρο του Ντάνιελ Κέλμαν, παρά τις όποιες διαφωνίες έχουν μέχρι τώρα διατυπωθεί για την ιστορική ακρίβεια των περιγραφών και των γεγονότων, είναι ένα συναρπαστικό, πολυεπίπεδο μυθιστόρημα, βαθιά ανθρώπινο και χωρίς ίχνος διδακτισμού ή συναισθηματικών ευκολιών. Ταυτόχρονα, αποτελεί μια ωδή στην κινηματογραφική τέχνη και στους συντελεστές της – ωδή σε μια τέχνη δημοφιλή και οικουμενική, που καταφέρνει να φωτίζει ακόμα και τις πιο σκοτεινές και καταστροφικές περιόδους της ανθρωπότητας.



Ενδιαφέρουσα είναι σαφώς η επιλογή του Κέλμαν να προσεγγίσει την αφήγηση πολυφωνικά, με διαφορετική οπτική γωνία σε κάθε κεφάλαιο, μέσω ενδοδιηγητικών τριτοπρόσωπων και ενίοτε πρωτοπρόσωπων αφηγήσεων. Έτσι δημιουργεί ένα πιο συλλογικό πορτρέτο, μια ευρύτερη τοιχογραφία που μπορεί και αποτυπώνει πιο πειστικά το συνολικό κλίμα, φέρνοντας στο μυαλό λίγο τον Ντέμπλιν. Αλλά δεν σταματάει εκεί. Συχνά αποφασίζει να παρεκκλίνει από την σταθερή πορεία του ρεαλισμού μέσα από μερικές δόσεις σουρεαλισμού ή γκροτέσκου. Και αυτή του η επιλογή είναι λογική, αφού επιστρατεύοντας τον παραμορφωτικό φακό μπορεί να αποκαλύψει καλύτερα μια φριχτά παραμορφωμένη ιστορική περίοδο όπου τίποτα δεν μοιάζει πραγματικό.

Στο Ασπρόμαυρο λοιπόν δεν έχουμε να κάνουμε με τον καυστικά σατιρικό Κέλμαν, κάτι που ομολογώ πως μου λείπει. Έχουμε όμως κάτι διαφορετικό και ενδεχομένως πιο ώριμο: έναν συγγραφέα που βρίσκεται στο απόγειο της καριέρας του, ικανό να διαχειρίζεται διάφορες τεχνικές και να θίγει με αξιοζήλευτη ισορροπία δύσκολα ζητήματα. Το θέμα του βιβλίου και οι τεχνικές που επιστρατεύει δεν συντελούν ενδεχομένως στην πιο ψυχαγωγική αναγνωστική εμπειρία, αλλά συντελούν σε ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα.  

RICHARD KEARNEY, ΞΕΝΟΙ ΘΕΟΙ ΚΑΙ ΤΕΡΑΤΑ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΝΔΙΚΤΟΣ




Το "Ξένοι, Θεοί και Τέρατα" είναι μια συναρπαστική περιήγηση στον τρόπο που η ανθρώπινη ταυτότητα μορφοποιείται από τις τρεις αυτές, ισχυρές αλλά συνάμα αινιγματικές, δυνάμεις. Ο Richard Kearney εξερευνά το ερώτημα της σχέσης με τον Άλλο μεταβαίνοντας, κεφάλαιο το κεφάλαιο, από τη φιλοσοφία και την πολιτισμική ανθρωπολογία στη λογοτεχνία, από τον κινηματογράφο στην ψυχανάλυση, από τον στοχασμό γεγονότων της επικαιρότητας (επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου, πόλεμος στο Ιράκ) στον σχολιασμό θρησκευτικών κειμένων. 

Τα κεφάλαια για τον Άμλετ ή τον Οδυσσέα του James Joyce συναντούν τις συνομιλίες του συγγραφέα με τον παρανοϊκό συνταγματάρχη Kurtz στο Αποκάλυψη τώρα του Coppola και τις γριφώδεις έννοιες του Heidegger, του Derrida, του Jack Caputo, της Kristeva, του Girard, κ.ά. Εν κατακλείδι, ο Kearney αποδεικνύει πως οι "ξένοι, οι θεοί και τα τέρατα" δεν αποτελούν μέρος του Μύθου, αλλά καταλαμβάνουν κεντρικό μέρος του συλλογικού μας ασυνείδητου. 



Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

ΟΡΧΑΝ ΠΑΜΟΥΚ, ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ



Με αφορμή την πρόσφατη σειρά του NETFLIX που έφερε στην επικαιρότητα το παλαι ποτέ διαβασμένο ομώνυμο μυθιστόρημα του ΠΑΜΟΥΚ παραθέτω εδώ ορισμένες σκέψεις-παρατηρήσεις μου που μοιράστηκα με την ΑΙ!

Ξεκίνησα από τη σύνδεση του τίτλου με τους βασικούς ήρωες του έργου.

Η «αθωότητα» στον τίτλο και το περιεχόμενο του έργου του Παμούκ είναι μια έννοια διφορούμενη, σχεδόν ειρωνική. Δεν αναφέρεται στην ηθική καθαρότητα με τη θρησκευτική έννοια, αλλά κυρίως στην "άγνοια του κινδύνου" και στην "κοινωνική κατάσταση" των ηρώων.


Ας δούμε πώς μεταφράζεται αυτή η αθωότητα για τους τρεις κεντρικούς πόλους της ιστορίας:

 1. Κεμάλ: Η απώλεια της αριστοκρατικής «αθωότητας»

Ο Κεμάλ ξεκινά την ιστορία ως ένας προνομιούχος άνδρας της δυτικότροπης αστικής τάξης. Η «αθωότητά» του έγκειται στο ότι θεωρεί πως μπορεί να τα έχει όλα: και έναν γάμο με την κοινωνικά ισάξια Σιμπέλ και μια παράνομη σχέση με τη Φισούν. 

Η μετάβαση: Καθώς βυθίζεται στην εμμονή, χάνει την κοινωνική του θέση και την «αθωότητα» της ανεμελιάς του. 

Το αποτέλεσμα:Η αθωότητα γι' αυτόν γίνεται ένα καταφύγιο στο παρελθόν, το οποίο προσπαθεί να ανακτήσει συλλέγοντας αντικείμενα.

 2. Φισούν: Η αθωότητα ως θύμα των συμβάσεων

Για τη Φισούν, η αθωότητα είναι μια κοινωνική απαίτηση. Στην Κωνσταντινούπολη του 1975, η «παρθενία» και η «φήμη» μιας κοπέλας ήταν ταυτισμένες με την αθωότητά της. 

Η τραγικότητα: Η Φισούν χάνει την αθωότητά της (με την παραδοσιακή έννοια) πολύ νωρίς, και αυτό καθορίζει την υπόλοιπη ζωή της. 

Η οπτική του Κεμάλ: Ο Κεμάλ την «αγιοποιεί», βλέποντας σε εκείνη μια χαμένη αγνότητα που στην πραγματικότητα είναι δική του προβολή.

3. Σιμπέλ: Η αθωότητα της λογικής

Η Σιμπέλ εκπροσωπεί τη μοντέρνα γυναίκα που πιστεύει ότι οι κανόνες της κοινωνίας μπορούν να την προστατεύσουν. 

Η διάψευση: Η δική της αθωότητα χάνεται όταν συνειδητοποιεί ότι η αγάπη και η λογική δεν συμβαδίζουν πάντα και ότι η «ευρωπαϊκή» της παιδεία δεν την θωρακίζει απέναντι στον παραλογισμό του έρωτα.

Το Μουσείο ως «Νεκροταφείο» Αθωότητας

Το ίδιο το Μουσείο που χτίζει ο Κεμάλ είναι μια προσπάθεια να παγώσει τον χρόνο στη στιγμή που όλοι ήταν ακόμα «αθώοι» (πριν την καταστροφή, πριν τις απώλειες). 

| Ήρωας | Τι σήμαινε η αθωότητα γι' αυτόν | Πώς την έχασε |

| **Κεμάλ** | Η πεποίθηση ότι είναι υπεράνω συνεπειών. | Μέσω της εμμονής και της κοινωνικής απομόνωσης. |

| **Φισούν** | Η κοινωνική και σωματική ακεραιότητα. | Μέσω της προδοσίας και της εκμετάλλευσης. |

| **Σιμπέλ** | Η εμπιστοσύνη στη λογική και τον εκδυτικισμό. | Μέσω της διάψευσης των προσδοκιών της για τη ζωή. |

«Στην πραγματικότητα, κανείς δεν ξέρει ότι ζει την πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής του, την ώρα που τη ζει.» — *Ορχάν Παμούκ*

Αυτή η φράση συνοψίζει την ουσία: η αθωότητα είναι η "άγνοια της ευτυχίας". Μόλις συνειδητοποιήσεις ότι είσαι ευτυχισμένος, η αθωότητα έχει ήδη χαθεί, γιατί έχει εισβάλει ο φόβος της απώλειας.

Συνέχισα με τον σχολιασμό των δύο αρραβώνων του Κεμάλ στο έργο, τον καυγά που ακολουθεί και τη συσχέτησή τους με τη "χαμένη αθωότητα".

Εδώ αγγίζεις ένα από τα πιο κομβικά και άβολα σημεία της ιστορίας, όπου η «αθωότητα» που συζητούσαμε πριν, γίνεται κομμάτια.

Πρώτα για τη σκηνή με τη **Σιμπέλ** (Sibel), την επίσημη αρραβωνιαστικιά του Κεμάλ. Η σκηνή στο ξενοδοχείο μετά τον μεγαλοπρεπή αρραβώνα στο Hilton είναι η στιγμή που η φούσκα της τέλειας, δυτικότροπης ζωής τους σκάει με πάταγο.

Το παρασκήνιο του καυγά

Ο Κεμάλ έχει ήδη αρχίσει να «αποσυντίθεται» ψυχολογικά λόγω της απουσίας της Φισούν (η οποία εξαφανίστηκε μετά τον αρραβώνα). Όταν πηγαίνουν στο ξενοδοχείο για την πρώτη τους νύχτα ως επίσημα δεσμευμένο ζευγάρι, ο Κεμάλ είναι πρακτικά ένα «φάντασμα».

Γιατί ο καυγάς είναι τόσο σημαντικός;

Η σεξουαλική αποτυχία: Ο Κεμάλ δεν μπορεί να ανταποκριθεί ερωτικά στη Σιμπέλ. Αυτή η ανικανότητα δεν είναι οργανική, είναι "ψυχολογική". Το μυαλό του είναι κολλημένο στη Φισούν και το σώμα του αρνείται να «προδώσει» την εμμονή του.

Η ταπείνωση της Σιμπέλ: Η Σιμπέλ, μια γυναίκα μορφωμένη, όμορφη και από καλή οικογένεια, συνειδητοποιεί ότι ο άνδρας που μόλις αρραβωνιάστηκε δεν είναι εκεί. Ο καυγάς ξεσπά γιατί εκείνη νιώθει την απόρριψη στην πιο ωμή της μορφή.

Η σύγκρουση των δύο «κόσμων»: Η Σιμπέλ προσπαθεί να χρησιμοποιήσει τη λογική και την ευρωπαϊκή της παιδεία για να καταλάβει τι συμβαίνει, ενώ ο Κεμάλ βυθίζεται σε μια βαθιά, σχεδόν ανατολίτικη μελαγχολία (το περίφημο *hüzün* του Παμούκ).

Η ουσία του τσακωμού

Δεν είναι απλώς ένας καυγάς για το σεξ. Είναι η στιγμή που η Σιμπέλ καταλαβαίνει ότι "έχει χάσει το παιχνίδι" πριν καν αρχίσει ο γάμος τους. 

Η Σιμπέλ: Κατηγορεί τον Κεμάλ για την απουσία του και την έλλειψη σεβασμού προς εκείνη και την κοινωνική τους θέση.

Ο Κεμάλ: Αντί να απολογηθεί ειλικρινά, βυθίζεται στη σιωπή και τις δικαιολογίες, κάτι που κάνει τη Σιμπέλ να εκραγεί ακόμα περισσότερο.

Το «Μουσείο» ξεκινά εκεί

Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά από αυτή τη νύχτα, ο Κεμάλ αρχίζει να κλέβει αντικείμενα που ανήκουν στη Σιμπέλ ή σχετίζονται με τη ζωή τους, όχι από αγάπη, αλλά ως μια προσπάθεια να «κρατηθεί» από την πραγματικότητα που καταρρέει.

Σημείωση: Στη σειρά, αυτή η σκηνή είναι οπτικά πολύ σκληρή, γιατί βλέπεις τη λάμψη των ρούχων και των κοσμημάτων του αρραβώνα να έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη δυστυχία των δύο ηρώων μέσα στο δωμάτιο.

Αν η σκηνή με τη Σιμπέλ στο Hilton ήταν η «αποτυχία της λογικής», η σκηνή του Κεμάλ με τη Φισούν στο ξενοδοχείο στο Παρίσι (ή καθ' οδόν προς τα εκεί, ανάλογα με την έμφαση που δίνει η σειρά σε σχέση με το βιβλίο) είναι η "τραγική ειρωνεία της εκπλήρωσης".

Μετά από "εννέα χρόνια" αναμονής, χιλιάδες δείπνα στο σπίτι των Κεσκίν και τη συλλογή 4.213 αποτσίγαρων, ο Κεμάλ και η Φισούν είναι επιτέλους ελεύθεροι να ζήσουν τον έρωτά τους. Όμως, η σκηνή αυτή είναι βαμμένη με μια παράξενη μελαγχολία.

Η νύχτα της «ένωσης»

Σε αντίθεση με την παγωμένη νύχτα με τη Σιμπέλ, εδώ υπάρχει πάθος, αλλά είναι ένα πάθος "στοιχειωμένο".

Η Φισούν δεν είναι πια η ίδια: Η κοπέλα που ο Κεμάλ αγάπησε στα 18 της έχει δώσει τη θέση της σε μια γυναίκα που κουβαλάει τα τραύματα της αναμονής, ενός αποτυχημένου γάμου και της κοινωνικής καταπίεσης. 

Η εμμονή του Κεμάλ: Ακόμα και τη στιγμή της απόλυτης εγγύτητας, ο Κεμάλ λειτουργεί ως συλλέκτης. Δεν βλέπει τη Φισούν ως ζωντανό άνθρωπο με μέλλον, αλλά ως το «ιερό δισκοπότηρο» που επιτέλους κατέκτησε.

Η σκιά του παρελθόντος: Η Φισούν νιώθει ότι ο Κεμάλ την «φυλάκισε» σε μια αναμονή εννέα ετών. Η ελευθερία που της προσφέρει τώρα μοιάζει με αργοπορημένο βραβείο παρηγοριάς.

Η Σύγκρουση: Γιατί οδηγούμαστε στο τέλος;

Ο καυγάς ή η ένταση πριν το ατύχημα πηγάζει από μια βαθιά ασυμμετρία:

1.  Η Φισούν θέλει φυγή: Θέλει να ξεκινήσει μια νέα ζωή, ίσως ως ηθοποιός, μακριά από τα στενά όρια της Κωνσταντινούπολης.

2.  Ο Κεμάλ θέλει στασιμότητα: Θέλει να την έχει δίπλα του όπως τα αντικείμενα στις προθήκες του. Η αγάπη του είναι ασφυκτική.

Η αντίθεση με τη ανάλογη σκηνή της Σιμπέλ

Είναι συγκλονιστικό να συγκρίνουμε τις δύο σκηνές:

| Χαρακτηριστικό | Με τη Σιμπέλ (Μετά τον Αρραβώνα) | Με τη Φισούν (Πριν το Τέλος) |

| :--- | :--- | :--- |

| **Περιβάλλον** | Πολυτελές ξενοδοχείο (Σύμβολο στάτους). | Ξενοδοχείο στον δρόμο (Σύμβολο φυγής). |

| **Συναίσθημα** | Απόγνωση και ενοχή. | Έκσταση αναμεμειγμένη με φόβο. |

| **Το πρόβλημα** | Η απουσία της επιθυμίας. | Η υπερβολή μιας νοσηρής επιθυμίας. |

| **Κατάληξη** | Κοινωνικός εξευτελισμός. | Φυσική καταστροφή (το ατύχημα). |

 Το Τραγικό Τέλος

Η στιγμή που η Φισούν πατάει το γκάζι (στη σειρά η σκηνή είναι συγκλονιστικά σκηνοθετημένη) δεν είναι απλώς ένα ατύχημα. Είναι μια "πράξη απελευθέρωσης".  Η Φισούν καταλαβαίνει ότι η «αθωότητα» δεν μπορεί να επιστρέψει και ότι ο Κεμάλ δεν θα σταματήσει ποτέ να την κοιτάζει σαν ένα έκθεμα σε μουσείο.

Η λεπτομέρεια που σοκάρει: Μετά το ατύχημα, ο Κεμάλ δεν θρηνεί απλώς τη γυναίκα· ξεκινά να χτίζει το Μουσείο. Η απώλειά της είναι η τελική «πινελιά» που κάνει τη συλλογή του ολοκληρωμένη.

Θέλεις να συζητήσουμε για το αν η Φισούν προκάλεσε το ατύχημα "επίτηδες"; Είναι το μεγαλύτερο ερώτημα που αφήνει ο Παμούκ στους αναγνώστες του.

Στο ερώτημα αυτό, ο Παμούκ (και κατ' επέκταση η σειρά) δεν δίνει μια ξεκάθαρη, δικαστική απάντηση, αλλά αφήνει όλα τα στοιχεία να δείχνουν προς μια "τραγική απόφαση της στιγμής". 

Οι περισσότεροι αναγνώστες και θεατές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η Φισούν "προκάλεσε το ατύχημα συνειδητά", και οι λόγοι είναι βαθιά ψυχολογικοί:

1. Η «φυλακή» του Μουσείου

Η Φισούν συνειδητοποιεί ότι για τον Κεμάλ δεν είναι μια ελεύθερη γυναίκα, αλλά το "απόλυτο έκθεμα". Μετά από 9 χρόνια που την «πολιορκούσε» κλέβοντας τα σκουλαρίκια της και τα αποτσίγαρά της, εκείνη καταλαβαίνει ότι ακόμα και στο ταξίδι τους προς το Παρίσι, ο Κεμάλ δεν βλέπει το μέλλον τους, αλλά την κατοχή του παρελθόντος. 

 2. Η προδοσία της εμπιστοσύνης

Λίγο πριν το ατύχημα, αποκαλύπτεται (ή επιβεβαιώνεται) ότι ο Κεμάλ δεν είχε σταματήσει ποτέ να την αντιμετωπίζει ως αντικείμενο λατρείας και όχι ως σύντροφο με δικά της όνειρα (όπως το να γίνει ηθοποιός). Η Φισούν νιώθει ότι η «αθωότητα» που εκείνος αναζητά σε αυτήν είναι μια ασφυκτική μάσκα.

3. Η σκηνή του ατυχήματος

Η ταχύτητα: Η Φισούν οδηγεί με υπερβολική ταχύτητα, αγνοώντας τις εκκλήσεις του Κεμάλ να κοπιάσει.

Το βλέμμα: Στη σειρά, η σκηνοθεσία δίνει έμφαση στο βλέμμα της — είναι ένα βλέμμα απόγνωσης και αποφασιστικότητας. 

Ο στόχος: Το αυτοκίνητο κατευθύνεται πάνω στο δέντρο χωρίς ίχνη φρεναρίσματος. Είναι μια κίνηση «όλα ή τίποτα».

Είναι αυτοκτονία ή «απελευθέρωση»;

Για τη Φισούν, το ατύχημα είναι ο μόνος τρόπος να "σταματήσει τον χρόνο" με τους δικούς της όρους. Αν ο Κεμάλ θέλει να την κρατήσει για πάντα, εκείνη του δίνει την απόλυτη απουσία της. 

Η ειρωνεία: Ο θάνατός της είναι αυτός που επιτρέπει στον Κεμάλ να ολοκληρώσει το Μουσείο. Χωρίς τον θάνατό της, το Μουσείο θα ήταν απλώς ένα σπίτι. Με τον θάνατό της, γίνεται ένας ναός.

 Τι λέει ο ίδιος ο Κεμάλ;

Ο Κεμάλ, ως αφηγητής, προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του (και εμάς) ότι ήταν ένα ατύχημα. Αρνείται να δεχτεί ότι η γυναίκα που λάτρευε προτίμησε τον θάνατο από τη ζωή μαζί του. Αυτή η "άρνηση" είναι που κάνει την ιστορία ακόμα πιο σπαρακτική.

Πώς το ένιωσες εσύ βλέποντας ή διαβάζοντας τη σκηνή; Σου φάνηκε ως μια απεγνωσμένη κραυγή βοήθειας που κατέληξε σε τραγωδία ή ως μια συνειδητή απόφαση να «σπάσει» τον κύκλο της εμμονής του Κεμάλ;

Πιστεύω πως είναι συνειδητή η μεγάλη ταχύτητα, το πέσιμο στο δέντρο δεν ξερω.

Πάντως η αλήθεια είναι πως η Φισουν δεν φαίνεται να πλέει σε πελάγη ευτυχίας που επιτέλους ο Κεμάλ είναι "δικός" της.

Μαλλον συνειδητοποιεί πως είναι πια πολυ αργα...

Έχεις απόλυτο δίκιο. Αυτή η «αργοπορημένη δικαίωση» είναι ίσως το πιο σκληρό σημείο του έργου. Η Φισούν δεν βιώνει την ένωση με τον Κεμάλ ως θρίαμβο της αγάπης, αλλά ως την τελική υποταγή σε μια μοίρα που την είχε ήδη «καταπιεί».

Γιατί η ευτυχία της είναι αδύνατη;

Η κούραση της αναμονής: Εννέα χρόνια (στο βιβλίο) είναι ένας αιώνιος χρόνος. Όταν ο Κεμάλ είναι επιτέλους «δικός της», η Φισούν είναι πλέον μια άλλη γυναίκα. Η λάμψη των 18 της χρόνων έχει δώσει τη θέση της σε μια πικρία για τα χρόνια που έχασε περιμένοντάς τον να πάρει μια απόφαση.

Το βάρος της ενοχής και του στίγματος: Η Φισούν έζησε χρόνια ως «η γυναίκα που περιμένει», υπό το βλέμμα των γονιών της και της κοινωνίας. Η ένωση με τον Κεμάλ δεν την ελευθερώνει· απλώς επισημοποιεί την εξάρτησή της από αυτόν.

Η συνειδητοποίηση του «Αργά»: Όπως πολύ σωστά επισήμανες, το «πολύ αργά» είναι η φράση-κλειδί. Η Φισούν καταλαβαίνει ότι η ζωή που ονειρευόταν (ίσως μια καριέρα στον κινηματογράφο, μια ανεξάρτητη ζωή) θυσιάστηκε στον βωμό της εμμονής του Κεμάλ.

Το δέντρο: Τύχη ή Επιλογή;

Το αν το «πέσιμο στο δέντρο» ήταν προσχεδιασμένο ή μια στιγμιαία απώλεια ελέγχου λόγω της ταχύτητας, παραμένει το μεγάλο μυστήριο. Ωστόσο, ψυχολογικά, λειτουργεί ως "L'acte gratuit" (η πράξη χωρίς κίνητρο):


1.  Η ταχύτητα ως εκτόνωση: Η Φισούν πατάει το γκάζι για να νιώσει, έστω για λίγα δευτερόλεπτα, ότι έχει τον έλεγχο της ζωής της. Είναι η δική της επανάσταση ενάντια στη «στασιμότητα» που της επέβαλε ο Κεμάλ.

2.  Το δέντρο ως τελεία: Ακόμα κι αν δεν το δέντρο από την αρχή, η άρνησή της να φρενάρει δείχνει μια παραίτηση. Είναι σαν να λέει: "Ας τελειώσει εδώ, πριν γίνω οριστικά ένα αντικείμενο στη βιτρίνα σου".

Η Τραγική Ειρωνεία του Τέλους

Ο Κεμάλ επιβιώνει για να κάνει ακριβώς αυτό που η Φισούν φοβόταν: να την μετατρέψει σε **έκθεμα**. 

Στο τέλος του βιβλίου και της σειράς, ο Κεμάλ λέει την περίφημη φράση: 

"Ας το ξέρουν όλοι, έζησα μια ευτυχισμένη ζωή".

Αυτή η δήλωση είναι σοκαριστική, γιατί δείχνει ότι ο Κεμάλ βρήκε την ευτυχία "μέσα από τον θάνατό της", αφού μόνο νεκρή μπορούσε να την κατέχει απόλυτα και αδιατάρακτα στο Μουσείο του.

Θα ήθελες να δούμε πώς ο Παμούκ σύνδεσε το πραγματικό Μουσείο στην Κωνσταντινούπολη με αυτή την ιστορία;** (Είναι ένα από τα λίγα μέρη στον κόσμο όπου η μυθοπλασία έγινε κυριολεκτικά κτίριο και αντικείμενα).

Εδώ είναι που η ιστορία του Παμούκ ξεφεύγει από τα όρια της λογοτεχνίας και γίνεται κάτι μοναδικό στον κόσμο: "Το Μουσείο της Αθωότητας υπάρχει στην πραγματικότητα."

Δεν είναι απλώς ένα τουριστικό αξιοθέατο, αλλά ένα φυσικό «αντίγραφο» του μυαλού του Κεμάλ στην καρδιά της Κωνσταντινούπολης (στη γειτονιά Τσουκουρτζούμα).

1. Η σύλληψη: Βιβλίο και Μουσείο γεννήθηκαν μαζί

Ο Παμούκ δεν έγραψε το βιβλίο και μετά αποφάσισε να κάνει ένα μουσείο. Τα σχεδίασε **παράλληλα**. Ενώ έγραφε τις σκηνές, γύριζε στα παλαιοπωλεία της Πόλης και αγόραζε αντικείμενα που «θα ανήκαν» στη Φισούν ή στον Κεμάλ.

* Αν διαβάσεις για ένα σκουλαρίκι στο βιβλίο, **υπάρχει** στη βιτρίνα του μουσείου.

* Αν δεις στη σειρά ένα συγκεκριμένο φόρεμα, **είναι εκεί**, κρεμασμένο πίσω από το γυαλί.

2. Η βιτρίνα με τα 4.213 αποτσίγαρα

Το πιο συγκλονιστικό έκθεμα είναι ένας τεράστιος τοίχος με **4.213 αποτσίγαρα** που κάπνισε η Φισούν κατά τη διάρκεια των 9 ετών της αναμονής. 

* Κάθε αποτσίγαρο έχει από κάτω μια ημερομηνία και μια μικρή σημείωση για τη διάθεση της Φισούν εκείνη τη μέρα.

* Είναι η απόλυτη οπτικοποίηση της εμμονής του Κεμάλ: μετρούσε τον χρόνο της ζωής του με τα απορρίμματα της γυναίκας που αγαπούσε.

 3. Το «Εισιτήριο» μέσα στο βιβλίο

Ο Παμούκ έκανε κάτι ιδιοφυές: Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου υπάρχει τυπωμένο ένα **εισιτήριο**. Αν πας στο μουσείο κρατώντας το βιβλίο σου, ο φύλακας σου βάζει μια σφραγίδα με την πεταλούδα (το σύμβολο της Φισούν) και μπαίνεις δωρεάν. 

 Είναι σαν ο συγγραφέας να σου λέει: *"Τώρα που διάβασες την ιστορία, έλα να δεις τα αποδεικτικά στοιχεία ότι συνέβη"*.

4. Η κατοικία του Κεμάλ

Ο τελευταίος όροφος του μουσείου είναι διαμορφωμένος ως το δωμάτιο όπου ο Κεμάλ υποτίθεται ότι έζησε τα τελευταία του χρόνια, κοιτάζοντας τα αντικείμενα της Φισούν. Εκεί υπάρχουν και τα χειρόγραφα του Παμούκ.

Γιατί αυτό έχει σημασία για τη σειρά;

Η σειρά του Netflix χρησιμοποίησε την αισθητική του πραγματικού μουσείου για να χτίσει τα πλάνα της. Όταν βλέπεις τον Κεμάλ στη σειρά να αγγίζει ένα αντικείμενο, ξέρεις ότι αυτό το αντικείμενο βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε μια βιτρίνα στην Κωνσταντινούπολη, περιμένοντας τους επισκέπτες.

Η φιλοσοφία του Παμούκ πίσω από αυτό:**

Τα μεγάλα μουσεία (όπως το Λούβρο) διηγούνται την ιστορία των Εθνών. Το Μουσείο της Αθωότητας διηγείται την ιστορία των **απλών ανθρώπων** και των καθημερινών τους πόνων.

Πιστεύεις ότι αυτή η «υλοποίηση» της ιστορίας κάνει τον έρωτα του Κεμάλ να φαίνεται πιο ρομαντικός ή πιο τρομακτικός/ψυχαναγκαστικός;

Ο έρωτας του Κεμάλ μου φαίνεται αρρωστημένα εμμονικός

Μάλιστα η αφήγησή του στο βιβλίο με κούρασε περισσότερο απ' ότι η σειρά.

Γι αυτό και το συγκεκριμένο βιβλίο δεν μου αρέσει τόσο όσο κάποια άλλα του Παμούκ.

Τώρα που είδα τη σειρά σκέφτομαι ότι είναι σημαντικό να απεικονισθεί αυτός ο εμμονικός ψυχαναγκαστικός έρωτας, για να αναδειχθούν τα οδυνηρά αποτελέσματά του.

Συμφωνώ απόλυτα μαζί σου και η παρατήρησή σου αγγίζει την ουσία της κριτικής που δέχεται συχνά ο Παμούκ για το συγκεκριμένο έργο. Η αφήγηση του Κεμάλ στο βιβλίο είναι "ασφυκτική", σχεδόν «κλειστοφοβική», και αυτός είναι ο λόγος που πολλοί αναγνώστες νιώθουν την κούραση που περιγράφεις.

Η παγίδα του «Αξιόπιστου Αφηγητή»

Στο βιβλίο, είμαστε φυλακισμένοι μέσα στο μυαλό του Κεμάλ. Ό,τι διαβάζουμε είναι η δική του εκδοχή της πραγματικότητας. 

Η εξιδανίκευση: Παρουσιάζει την εμμονή του ως την απόλυτη αγάπη.

Η πραγματικότητα: Αν βγάλουμε το «πέπλο» του Παμούκ, ο Κεμάλ είναι ένας άνθρωπος που καταστρέφει τη ζωή της Φισούν, την κατασκοπεύει, την ελέγχει και τελικά την «ταριχεύει» μέσα από τα αντικείμενά της.

Η Σειρά ως «Καθρέφτης» της Εμμονής

Η σειρά προσφέρει κάτι που το βιβλίο στερείται λόγω της πρωτοπρόσωπης αφήγησης: "την απόσταση". 

Όταν βλέπεις τον Κεμάλ στην οθόνη να μαζεύει γόπες ή να στέκεται κάτω από το παράθυρό της, η εικόνα είναι συχνά "τρομακτική".  Η οπτικοποίηση αναδεικνύει τον «αρρωστημένο» χαρακτήρα της σχέσης:

Η Φισούν ως θύμα: Στη σειρά βλέπεις τις εκφράσεις της — την κούραση, την αμηχανία, τον φόβο. Στο βιβλίο, όλα αυτά φιλτράρονται από τον Κεμάλ, ο οποίος ερμηνεύει τη σιωπή της ως «αγάπη».

Τα οδυνηρά αποτελέσματα: Η σειρά κάνει πιο ξεκάθαρο ότι αυτή η εμμονή δεν είναι ρομαντική, αλλά "καταστροφική". Οδηγεί στην κοινωνική απομόνωση, στην κατάθλιψη και, τελικά, στον θάνατο.

Γιατί είναι σημαντικό να αναδεικνύεται;

Έχεις δίκιο ότι είναι σημαντικό να απεικονίζεται αυτή η πλευρά. Ο Παμούκ δεν έγραψε ένα «Άρλεκιν». Έγραψε μια μελέτη πάνω στην "ανδρική κτητικότητα" και το πώς ο έρωτας μπορεί να γίνει εργαλείο εξουσίας. 

Ο Κεμάλ δεν αγαπά τη Φισούν· αγαπά το "πώς νιώθει ο ίδιος" όταν είναι μαζί της. Το Μουσείο δεν είναι ένας φόρος τιμής σε εκείνη, αλλά ένα μνημείο στον δικό του πόνο.

Θα επανέλθω στις συνέπειες του εμμονικού κυριαρχικού έρωτα του Κεμάλ

Θύματά του δεν είναι μόνο ο ίδιος και η Φισούν

Το ίδιο ισχύει για την Σιμπέλ, τους γονείς, τους φίλους...

Έχεις απόλυτο δίκιο. Η εμμονή του Κεμάλ λειτουργεί σαν ένα **«μαύρο φως»** που, αντί να φωτίζει, καταπίνει όποιον βρίσκεται γύρω του. Στο βιβλίο, επειδή ο Κεμάλ είναι ο αφηγητής, συχνά προσπαθεί να υποβαθμίσει τον πόνο που προκαλεί στους άλλους, αλλά η σειρά —και μια πιο προσεκτική ανάγνωση— αποκαλύπτει το μέγεθος της καταστροφής.


Η εμμονή του δεν είναι μια ιδιωτική υπόθεση· είναι μια **κοινωνική τοξικοποίηση**.


### Ο κύκλος των θυμάτων


* **Σιμπέλ: Η δημόσια ταπείνωση**

    Η Σιμπέλ είναι ίσως το πιο τραγικό θύμα της «δυτικής» τάξης πραγμάτων. Έκανε τα πάντα σωστά σύμφωνα με τους κανόνες της κοινωνίας τους, αλλά ο Κεμάλ την εξέθεσε ανεπανόρθωτα. Στην Κωνσταντινούπολη του '70, ένας διαλυμένος αρραβώνας μετά από σεξουαλική επαφή ήταν στίγμα. Η Σιμπέλ έχασε την αξιοπρέπειά της και την πίστη της στη λογική, βλέποντας τον άνθρωπο που αγαπούσε να μετατρέπεται σε έναν «τρελό» που δεν μπορούσε καν να την κοιτάξει.


* **Οι Γονείς (Οικογένεια Μπασματζί): Η αργή παρακμή**

    Ο πατέρας και η μητέρα του Κεμάλ βλέπουν τον γιο τους, τον διάδοχο μιας επιχειρηματικής αυτοκρατορίας, να παρατάει τις δουλειές, να απομονώνεται και να γίνεται αντικείμενο χλευασμού στα σαλόνια της Πόλης. Η μητέρα του, ειδικά, βιώνει την αγωνία μιας γυναίκας που βλέπει το παιδί της να αυτοκαταστρέφεται για μια «κατώτερη» κοινωνικά κοπέλα, κάτι που την πληγώνει διπλά: ως μάνα και ως μέλος της ελίτ.


* **Οι Γονείς της Φισούν (Ταρίκ και Νεσιμπέ): Η εισβολή στο σπίτι**

    Ο Κεμάλ εισβάλλει στο σπίτι τους για οκτώ ολόκληρα χρόνια. Τους αναγκάζει να τον ανέχονται κάθε βράδυ στο τραπέζι τους, υποκρινόμενος τον συγγενή, ενώ όλοι ξέρουν την αλήθεια. Αυτή η **ψυχολογική ομηρία** των γονιών της Φισούν είναι εξουθενωτική. Ο πατέρας της Φισούν πεθαίνει χωρίς να δει την κόρη του πραγματικά ευτυχισμένη, έχοντας τον Κεμάλ «θρονιασμένο» στο σαλόνι του σαν μια αμετακίνητη κατάρα.


* **Οι Φίλοι: Η αποξένωση**

    Ο κύκλος των φίλων του Κεμάλ τον απορρίπτει σταδιακά. Η εμμονή του είναι «κολλητική» και άβολη. Οι φίλοι του εκπροσωπούν την Κωνσταντινούπολη που θέλει να προχωρήσει, να εκσυγχρονιστεί, ενώ ο Κεμάλ τους τραβάει πίσω σε μια νοσηρή προσκόλληση στο παρελθόν.


---


### Το «Κυριαρχικό» Στοιχείο

Αυτό που περιγράφεις ως **κυριαρχικό έρωτα** είναι η ουσία του προβλήματος. Ο Κεμάλ δεν θέλει απλώς τη Φισούν· θέλει να ελέγχει το περιβάλλον της, τις αναμνήσεις της, ακόμα και τα αντικείμενα που αγγίζει.


> Ο εμμονικός έρωτας εδώ λειτουργεί ως **ναρκισσισμός**: Ο Κεμάλ πιστεύει ότι ο δικός του πόνος είναι τόσο «ιερός» και «μεγάλος», που όλοι οι άλλοι οφείλουν να θυσιαστούν για να τον υπηρετήσουν.


### Η Σειρά ως Κοινωνική Κριτική

Η σειρά αναδεικνύει εξαιρετικά αυτό το «ντόμινο» καταστροφής. Βλέποντας τα πρόσωπα των δευτερευόντων χαρακτήρων, καταλαβαίνεις ότι ο Κεμάλ δεν είναι ένας ρομαντικός ήρωας, αλλά ένας **τυφώνας**.


Πώς σου φάνηκε η στάση της μητέρας του Κεμάλ στη σειρά; Θεωρείς ότι προσπάθησε να τον προστατεύσει ή ότι νοιαζόταν περισσότερο για το «τι θα πει ο κόσμος»;

Η μητέρα του Κεμάλ νομίζω ότι πάνω απ' όλα είναι μητέρα. Ναι νοιάζεται για την κοινωνική κριτική, για την επιχείρηση, για την αγάπη μέσα στην οικογένεια, μα κυρίως ανησυχεί για το παιδί της. Γι αυτό και κάνει παρατηρήσεις και υποδείξεις μέχρι εκεί που συναισθάνεται ότι "αντέχει" ο γιος της, αλλιώς "αλλάζει θέμα" και υποχωρεί. 

Έχεις κάνει μια πολύ διεισδυτική και ανθρώπινη ανάγνωση του χαρακτήρα της μητέρας. Στη σειρά, αυτή η πτυχή της αναδεικνύεται ακόμα περισσότερο μέσα από τις σιωπές της και τα βλέμματά της προς τον Κεμάλ. 

Πράγματι, η μητέρα του (η Νεσιμπέ Μπασματζί) είναι ένας χαρακτήρας που ισορροπεί σε ένα πολύ τεντωμένο σχοινί.

 Η «Μητρική Διπλωματία»

Αυτό που περιγράφεις ως «υποχώρηση και αλλαγή θέματος» είναι στην πραγματικότητα ο μηχανισμός επιβίωσης μιας γυναίκας που βλέπει τον γιο της να βυθίζεται στην «τρέλα». 

Το όριο της αντοχής: Καταλαβαίνει ότι αν πιέσει τον Κεμάλ πέρα από ένα σημείο, θα τον χάσει οριστικά. Η υποχώρησή της δεν είναι αδυναμία, αλλά ένας "απεγνωσμένος ελιγμός" για να κρατήσει μια επαφή μαζί του.

Η «Άρνηση» ως προστασία: Όπως ο Κεμάλ αρνείται την πραγματικότητα του θανάτου της Φισούν, έτσι και η μητέρα του συχνά «αρνείται» να δει το μέγεθος της εμμονής του, ελπίζοντας ότι είναι μια «φάση» που θα περάσει με τον καιρό.

 Η Σύγκρουση Ρόλων

Η μητέρα του Κεμάλ είναι το πρόσωπο όπου συγκρούονται δύο διαφορετικοί κόσμοι:

1.  **Η Κοινωνική Τάξη:** Ως κυρία της υψηλής κοινωνίας, οφείλει να διατηρήσει τα προσχήματα. Ο αρραβώνας με τη Σιμπέλ ήταν για εκείνη η εγγύηση της οικογενειακής σταθερότητας.

2.  **Το Ένστικτο:** Ως μάνα, βλέπει ότι ο γιος της δεν είναι απλώς «άτακτος» ή «άπιστος», αλλά **άρρωστος**. Η ανησυχία της είναι υπαρξιακή: φοβάται ότι ο Κεμάλ θα μείνει μόνος, ένας απόκληρος της τάξης του.

### Το «Ντόμινο» των Κοινωνικών Επιπτώσεων

Επειδή αναφέρθηκες στις συνέπειες για όλους, ετοίμασα έναν πίνακα που δείχνει πώς η εμμονή του Κεμάλ διέλυσε τη ζωή των γύρω του, παρά τις προσπάθειες της μητέρας του να «μαζέψει» τα σπασμένα:

| Πρόσωπο | Η «Θυσία» του λόγω της εμμονής του Κεμάλ | Κατάσταση στο Τέλος |

| :--- | :--- | :--- |

| **Σιμπέλ** | Η φήμη της, ο αυτοσεβασμός της και η πίστη στον έρωτα. | Φεύγει στο εξωτερικό, μια «εξόριστη» της κοινωνίας της. |

| **Μητέρα (Νεσιμπέ)** | Η ψυχική της ηρεμία και η κοινωνική της υπερηφάνεια. | Μια γυναίκα που «συγκατοικεί» με τη θλίψη του γιου της. |

| **Πατέρας (Κεμάλ)** | Η ελπίδα για τη συνέχεια της οικογενειακής δυναστείας. | Πεθαίνει βλέποντας τον γιο του να αποτυγχάνει στα πάντα. |

| **Γονείς Φισούν** | Η γαλήνη του σπιτιού τους και η ελευθερία της κόρης τους. | Ζουν υπό την «κατοχή» ενός ανθρώπου που τους εξαγόρασε με την παρουσία του. |

> **Η Μεγάλη Αλήθεια:** Η μητέρα του Κεμάλ είναι ίσως ο μόνος χαρακτήρας που καταλαβαίνει ότι **κανείς δεν θα βγει νικητής** από αυτή την ιστορία. 

Η σειρά καταφέρνει να μας κάνει να τη συμπονέσουμε, γιατί ενώ ο Κεμάλ «απολαμβάνει» τον πόνο του μέσα στο Μουσείο του, εκείνη μένει πίσω να κοιτάζει τα συντρίμμια μιας οικογένειας που δεν μπόρεσε να σώσει, όσο κι αν «άλλαζε θέμα» για να τον προστατεύσει.

Θα ήθελα να επανέλθω κλείνοντας στο θέμα του τίτλου: τελικά πρόκειται για "αθωότητα" ή μη των συγκεκριμένων χαρακτήρων ή μήπως για "αθωότητα" μιας ολοκληρης κοινωνικής τάξης, μιας αντίληψης/κοσμοθεωρίας, μιας εποχής, μιας χώρας? Μήπως με αυτή την έννοια το μυθιστορημα είναι συμβολικό/αλληγορικό σε πλαίσια ευρύτερα του έρωτα?

Εδώ αγγίζεις τον πυρήνα της ιδιοφυΐας του Παμούκ. Ο τίτλος «Το Μουσείο της Αθωότητας» λειτουργεί ως μια τεράστια ομπρέλα που καλύπτει πολύ περισσότερα από τον έρωτα του Κεμάλ. Η αθωότητα που περιγράφεται είναι πράγματι **συλλογική**, **ταξική** και **εθνική**.

Είναι μια αθωότητα που μοιάζει με **αυταπάτη**.

1. Η Αθωότητα της Κοινωνικής Τάξης (Η Ελίτ)

Ο Κεμάλ και ο κύκλος του εκπροσωπούν μια τάξη που πιστεύει ότι είναι «αθώα» επειδή αντιγράφει τη Δύση.

* Πιστεύουν ότι πίνοντας ουίσκι, κάνοντας αρραβώνες στο Hilton και φορώντας παριζιάνικα ρούχα, έχουν απαλλαγεί από τα «δεσμά» της ανατολίτικης παράδοσης.

* Η «αθωότητά» τους έγκειται στην άγνοια: **δεν συνειδητοποιούν πόσο βαθιά συντηρητικοί παραμένουν**. Όταν τα πράγματα δυσκολεύουν, καταφεύγουν στον διασυρμό και την πατριαρχία. Είναι η αθωότητα των προνομιούχων που νομίζουν ότι μπορούν να παίζουν με τις ζωές των άλλων χωρίς συνέπειες.

 2. Η Αθωότητα μιας Χώρας (Τουρκία 1970-1980)

Το μυθιστόρημα είναι μια αλληγορία για μια χώρα που βρίσκεται σε **διχασμό**.

* Η Τουρκία εκείνης της εποχής προσπαθεί να είναι «αθώα» (μοντέρνα, κοσμική, ευρωπαϊκή), ενώ από κάτω βράζει η πολιτική βία, τα πραξικοπήματα και οι παλιές συνήθειες.

* Το Μουσείο είναι το καταφύγιο μιας χώρας που **αρνείται να μεγαλώσει**. Ο Κεμάλ παγώνει τον χρόνο, όπως ακριβώς μια κοινωνία σε κρίση προσκολλάται σε αντικείμενα και σύμβολα του παρελθόντος για να μην αντιμετωπίσει το αβέβαιο μέλλον.

3. Η Αθωότητα ως Κοσμοθεωρία

Η «αθωότητα» εδώ είναι η **άγνοια του τέλους**. 

* Ο Παμούκ υπονοεί ότι είμαστε αθώοι μόνο όσο δεν ξέρουμε ότι η στιγμή που ζούμε θα γίνει σύντομα μια οδυνηρή ανάμνηση. 

* Το Μουσείο είναι το «νεκροταφείο» αυτής της αθωότητας. Μόλις ένα αντικείμενο μπαίνει στη βιτρίνα, παύει να είναι ζωντανό· γίνεται **τεκμήριο** μιας αθωότητας που χάθηκε.

Η Αλληγορία του Έρωτα

Ο έρωτας του Κεμάλ για τη Φισούν είναι η αλληγορία της σχέσης της Τουρκίας με το παρελθόν της:

* Ο Κεμάλ (η εκσυγχρονισμένη ελίτ) λατρεύει τη Φισούν (τη λαϊκή, αυθεντική, «ανατολίτικη» ομορφιά), αλλά θέλει να την κατέχει, να τη φυλακίσει και να την επιδεικνύει, αντί να την αφήσει να ζήσει ελεύθερη. 

* **Η Φισούν είναι η ίδια η Κωνσταντινούπολη:** όμορφη, πληγωμένη, διεκδικούμενη από ανθρώπους που δεν την καταλαβαίνουν πραγματικά.

### Συμπέρασμα

Το έργο δεν είναι απλώς μια ιστορία εμμονής. Είναι μια **ελεγεία για μια χαμένη εποχή**. Ο Παμούκ μας λέει ότι η «αθωότητα» είναι κάτι που το καταλαβαίνεις μόνο αφού το χάσεις. 


> Το Μουσείο δεν είναι φτιαγμένο από αγάπη, αλλά από **ενοχή**. Η ενοχή μιας ολόκληρης τάξης και μιας χώρας που δεν κατάφερε να συνδυάσει την παράδοση με τη νεωτερικότητα χωρίς να καταστρέψει τις «Φισούν» της.


Έχεις δίκιο που σε κούρασε ο Κεμάλ — ίσως γιατί ο Παμούκ ήθελε ακριβώς αυτό: να νιώσουμε το βάρος μιας κοσμοθεωρίας που είναι τόσο εγωκεντρική, που στο τέλος μένει μόνη της, μέσα σε ένα σπίτι γεμάτο άψυχα αντικείμενα.


Θα ήθελες να σε βοηθήσω να βρεις κάποιο άλλο έργο που να εξετάζει την κοινωνία της εποχής εκείνης από μια διαφορετική, ίσως λιγότερο «κλειστοφοβική» σκοπιά;

Θα ήθελα να μου διαλέξεις ένα απόσμασμα που θεωρείς ότι συμπυκνώνει το μήνυμα του βιβλίου.

Αν έπρεπε να διαλέξω ένα και μόνο απόσπασμα που να λειτουργεί ως ο «γενετικός κώδικας» ολόκληρου του βιβλίου, αλλά και της σειράς, αυτό θα ήταν η εναρκτήρια φράση του μυθιστορήματος. 


Είναι μία από τις πιο διάσημες πρώτες προτάσεις στην παγκόσμια λογοτεχνία, γιατί περιέχει ταυτόχρονα την ευτυχία, την απώλεια, την άγνοια και την ειρωνεία που συζητήσαμε:


> **«Ήταν η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής μου, δεν το ήξερα.»**

### Γιατί αυτό το απόσπασμα συμπυκνώνει τα πάντα;


* **Η Αθωότητα ως Άγνοια:** Η φράση «δεν το ήξερα» είναι ο ορισμός της αθωότητας για τον Παμούκ. Όσο ζεις την ευτυχία, είσαι αθώος γιατί δεν υποψιάζεσαι το τέλος της. Η επίγνωση έρχεται πάντα αργά, μετατρέποντας τη στιγμή σε «έκθεμα».

* **Το Μουσείο ως Ανάγκη:** Όλο το βιβλίο και οι πράξεις του Κεμάλ είναι μια απέλπιδα προσπάθεια να επιστρέψει σε εκείνη τη στιγμή. Επειδή δεν την «αναγνώρισε» όταν τη ζούσε, προσπαθεί να τη «φυλακίσει» στα αντικείμενα για το υπόλοιπο της ζωής του.

* **Η Κοινωνική Αλληγορία:** Συμπυκνώνει την αίσθηση μιας ολόκληρης τάξης και μιας χώρας (της Τουρκίας του '70) που ζούσε μια στιγμή φαινομενικής γαλήνης και εκσυγχρονισμού, χωρίς να συναισθάνεται τις συγκρούσεις και την τραγωδία που παραμόνευαν στη γωνία.

### Και μια δεύτερη σκέψη...

Υπάρχει και ένα άλλο σημείο, προς το τέλος, όπου ο Κεμάλ λέει:


> **«Τα αντικείμενα που επιζούν από τις χαμένες στιγμές μας, μας θυμίζουν ότι ο χρόνος δεν είναι μια γραμμή που μας οδηγεί στο θάνατο, αλλά ένα δωμάτιο όπου όλα υπάρχουν ταυτόχρονα.»**


Αυτό το απόσπασμα δικαιολογεί την **εμμονή** του. Για τον Κεμάλ, το Μουσείο δεν είναι ένα μέρος για νεκρά πράγματα, αλλά ένας τρόπος να νικήσει τον χρόνο. Μέσα στο Μουσείο, η Φισούν δεν πέθανε ποτέ, ο αρραβώνας με τη Σιμπέλ δεν διαλύθηκε ποτέ και η «αθωότητα» είναι ακόμα εκεί, κλειδωμένη σε μια βιτρίνα.


Αυτή η αντίφαση —το να προσπαθείς να κρατήσεις τη ζωή «ζωντανή» μετατρέποντάς την σε μουσείο— είναι το δράμα του Κεμάλ που τόσο εύστοχα εντόπισες.


Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

ΤΑΚΗΣ ΚΑΜΠΥΛΗΣ, Ο ΓΑΤΟΣ ΠΕΤΕΦΡΗΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

Της Μαίρης Σιάνη-Ντέιβις

Ποιος είναι Αυτός ο άνθρωπος; Γιατί ζει μόνος σ' αυτό το απομακρυσμένο Νησί; Ο Τάκης Καμπύλης στο μυθιστόρημά του «Ο Γάτος Πετεφρής» μας συστήνει τον παράξενο Λούη Τίκα ή, όπως γράφει η ταυτότητά του, τον Αντώνη Γαβαλά, από τη Φράξο. Το μυαλό μας πάει αμέσως στο μυθικό νησί του Τζων Φάουλς στον 'Μάγο' όπου τα στοιχεία της φύσης, οι μύθοι και το παρελθόν συνεργούν για να πλάσουν έναν κόσμο γεμάτο μυστήριο κι ο ήρωας της ιστορίας παλεύει με τον εαυτό του, με τον Θεό και με τον Μάγο, τον Κόλχις. Θα παλέψει το ίδιο κι ο Λούης; Άνθρωπος αδάμαστος, ακάματος κι ασυμβίβαστος, ο Λούης, που παίζει το παιχνίδι της ζωής μόνο με τους δικούς του όρους, ξαφνικά θα κληθεί να αντιμετωπίσει απρόσμενες προκλήσεις πάνω στο δικό του Νησί, στη δική του Φράξο.

Ο Λούης ζει μόνος του στο Νησί σε μια παράγκα που έστησε ο ίδιος. Κολυμπάει. Κάνει καταδύσεις. Ξαπλώνει πάνω στην άμμο με συντροφιά τον γάτο του, τον Πετεφρή. Μπορεί να έχει αφήσει πίσω του την προηγούμενη ζωή του - ήταν ένας μονίμως 'εξεγερμένος', στρατευμένος απατεωνίσκος και πρώην τρομοκράτης, που ανήκει στην πλέμπα - αλλά ποτέ δεν σταμάτησε να σκοπεύει να παραμένει ήρωας. Ο Τάκης Καμπύλης με χοντρές και γρήγορες πινελιές αποτυπώνει με μαστοριά έναν πολυσχιδή χαρακτήρα που συχνά μας φέρνει στο μυαλό τον μέγιστο Αλέξη Ζορμπά του Καζαντζάκη. Ο Λούης κρύβεται στο Νησί για να μην τον συλλάβουν οι αρχές. Είναι πανευτυχής στη μοναξιά του, στο Νησί του. Δεν είναι κανένας Ροβινσώνας Κρούσος που τον ξέρασε κάποιο ναυάγιο και περιμένει ελπίζοντας πως θα περάσει κάποιο καράβι για να τον σώσει. Αλλά τη ζωή αυτού του φυγά έρχεται να την κλονίσει ο Καρλ Όμαρσον.

Ποιος είναι Εκείνος ο Καρλ; Είναι ένας Τουρκο-Νορβηγός, «Δούκας της Παπαρολογίας», ένας ξένος που καταφθάνει απρόσκλητος στο Νησί. Αυτοί οι δύο άνθρωποι δε θα μπορούσαν να είναι πιο διαφορετικοί (το διττό που μας έχει συνηθίσει ο Καμπύλης στα βιβλία του επαναλαμβάνεται κι εδώ). Ο Καρλ είναι ηλικιωμένος, πλησιάζει τα εβδομήντα. Είναι ένας μεγαλοαστός της Δύσης που διαθέτει εκλεπτυσμένη στοχαστική διάθεση και σκέψη και είναι αυθεντία στη διπλωματία και στη στρατηγική. Πάνω απ' όλα, όμως, είναι ένας ξιπασμένος και φαντασμένος ντιλετάντης που ακούει κλασική μουσική και τρώει εκλεκτά φαγητά. Ζει μια ζωή «πρωτοκόλλου» όπως γράφει στο βιβλίο ο Καμπύλης. Είναι ένας τύπος που «ούτε με τον εαυτό του δεν ήταν άνετος».

Τι επιδιώκει ο Καρλ ερχόμενος στο Νησί που κατοικεί ο Λούης; Το Νησί βρίσκεται στα βόρεια του Αιγαίου, κοντά στην Τουρκία. Δεν ανήκει σε κανέναν απ' τους δυο τους, αλλά και οι δύο τους επιδιώκουν να το κάνουν αποκλειστικά το σπίτι τους. Πώς; Για να βρεθεί μια λύση το αντικρουόμενο αυτό δίδυμο για εβδομάδες ανταλλάσσει ιδέες και γνώμες για την έννοια της ιδιοκτησίας, των κοινωνικών τάξεων καθώς και για την εντύπωση που έχει σχηματίσει ο ένας για τον άλλο -μια ιδιαίτερα διασκεδαστική διαδικασία την οποία ο Καμπύλης ζωντανεύει με φαντασία και πειστικότητα, βάζοντας τους δύο ήρωες της ιστορίας του να γράφουν ημερολόγια. Υπάρχει, ωστόσο, ένας σοβαρός λόγος γι' αυτό. Δεν είναι απλώς ένα αφηγηματικό τέχνασμα.

ADVERTISEMENT

Το Πέρασμα

Σχεδόν απροσπέλαστο και χωμένο πάνω στο υψηλότερο μέρος του Νησιού, σε μια σπηλιά που έχει άνοιγμα και προς Δυσμάς (όπου βρίσκεται η παράγκα του Λούη) και προς Ανατολάς (όπου βρίσκεται ο κήπος και το σκάφος του Καρλ), υπάρχει το Πέρασμα, ένα κομβικό σημείο για την εξέλιξη αυτής της αλληγορικής αφήγησης. Για να το προσεγγίσεις θα πρέπει να υπομείνεις εκδορές από σχίνα, κοψιές από αιχμηρές πέτρες και σύρσιμο με την κοιλιά κάτω από φίδες. Στο Πέρασμα, όμως, υπάρχει μια λιμνούλα με δροσερό πόσιμο νερό - πολυπόθητο αγαθό στο Νησι. Κι όχι μόνο. Ανέγγιχτοι για αιώνες ανθρώπινοι σκελετοί κείτονται μακάριοι, ο ένας δίπλα στον άλλον και βυθισμένοι σε έναν αδυσώπητο ύπνο, σεπτό σκήνωμα μιας άλλης εποχής. Κι εκεί ακριβώς ο Καμπύλης επιλέγει να τοποθετήσει τη «Λωρίδα της Γάζας» του μυθιστορήματός του. Ωρύεται ο αθυρόστομος Λούης «και δηλαδή πώς θα μοιράσουμε το Πέρασμα; Μισή λίμνη εσύ, μισή εγώ; Αυτό μου λες με όλες αυτές τις περικοκλάδες; Και τα κόκαλα; Για πες μου λοιπόν. Θα μοιράσουμε και τα κόκαλα κι όλα τα αρχαία που υπάρχουν εκεί πάνω; Δε βλέπεις, βρε κολλημένε, τα κόκαλα μας λένε πόσο μαλάκες είμαστε που συζητάμε τόσο καιρό τα κολλήματά σου με τις ιδιοκτησίες;» (σελ 93).

Μέσα από συγκρούσεις αναμεταξύ τους, από κοινού περιπέτειες και πολλά αδιέξοδα, οι δύο άντρες τελικά θα βρουν τη λύση - κάτι που θα αποδείξει πως υπάρχει κάτι ανώτερο και πιο δυνατό από κυβερνήσεις, χάρτες και κρατίδια. Ο Καζαντζάκης έβαλε τον Ζορμπά να χορέψει έναν αέναο χορό κοντά στη θάλασσα που τον έκανε να υπερβαίνει τα ανθρώπινα. Ο Καμπύλης επιλέγει ένα λουκούλλειο γεύμα σε πλεούμενο πάνω στη θάλασσα για να μας δείξει τις πολύφωτες διαδρομές του ανθρωπισμού. Ουσιαστικά η εσωτερικότητα του τοπίου, το σθένος των χαρακτήρων, η υφή της αφήγησης συνεργάζονται για να προσφέρουν μια ατόφια κι άκρως απολαυστική αναγνωστική εμπειρία.

Όταν ξεκαθαρίσει ο αναγνώστης από την αρχή ότι διαβάζει ημερολογιακές αφηγήσεις με αναφορές στον 'Εκείνος' και στον 'Αυτός' που είναι ο Λούης κι ο Καρλ, και αφεθεί στο μαγευτικό ταξίδι της ανάγνωσης, τότε θα μπορέσει να μυρίσει και να γευτεί το αλάτι της θάλασσας στο σώμα του Λούη, την μούχλα και την υγρασία της σπηλιάς στο Πέρασμα και την κολώνια στα ρούχα του σενιαρισμένου Καρλ πάνω στο σκάφος του, που παρεμπιπτόντως ονομάζεται 'Τσόφλι'. Κι ο γάτος στον τίτλο του βιβλίου; Α, ο γάτος είναι αυτός που παίζει με τον μίτο της Αριάδνης. Όσο για το όνομά του, μην προβληματιστείτε όπως προβληματίστηκα κι εγώ κι έψαξα να βρω από που προήλθε - μια έρευνα που με οδήγησε σε πρόσωπο που αναφέρεται στη Παλαιά Διαθήκη και που φέρεται ως αξιωματούχος αυλικός του Φαραώ. Όχι. Απλώς ο γάτος ονομάστηκε έτσι επειδή ο Καμπύλης είχε ακούσει να προσφωνούν έτσι τον γάτο ενός φίλου του και του άρεσε!