Γράφει η Αγάθη Γεωργιάδου
«Sour» στα αγγλικά σημαίνει «ξινό». Το νέο μυθιστόρημα της Κωνσταντίας Σωτηρίου με τίτλο Brandy Sour, ωστόσο, δεν είναι ούτε ξινό ούτε στυφό αλλά γλυκόπικρο, όπως η ιστορία της Κύπρου. Είναι ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα που αποτελείται από είκοσι δύο ιστορίες με είκοσι δύο διαφορετικούς αφηγητές και είκοσι δύο συνταγές ποτών, αφεψημάτων και άλλων υγρών (τσάι λεβάντα, κουμανταρία, αφρόζα, τσάι γιασεμί, ζιβανία, αϊράνι, τσάι τριαντάφυλλο, σουμάδα, λικέρ κιτρομηλάκι, δυόσμος κ.ά.). Στον τίτλο δεσπόζει το πιο χαρακτηριστικό ποτό, το Brandy Sour, το γνωστό κυπριακό κοκτέιλ που παρασκευάζεται με κονιάκ, αγκοστούρα και μπόλικο λεμόνι. Ένα ποτό που οφείλεται στον βασιλιά της Αιγύπτου Φαρούκ και το οποίο ετοίμασε για χάρη του τη δεκαετία του 1940 ο μπάρμαν του κοσμοπολίτικου ξενοδοχείου Φόρεστ Παρκ στις Πλάτρες, όταν ο βασιλιάς τού ζήτησε να του φτιάξει κάτι να πιει «που να μη δείχνει πως έχει αλκοόλ […] αντάξιο βασιλιάδων που θέλουν να ξεγελάσουν τον κόσμο» (σ. 15, 17).
Το θέμα του βιβλίου, βέβαια, δεν έχει ακριβώς σχέση με το μπράντι σάουαρ, που χρησιμοποιείται συμβολικά στον τίτλο, ούτε με τον Φαρούκ και το Φόρεστ Παρκ, αλλά με ένα άλλο θρυλικό ξενοδοχείο, το περίφημο Λήδρα Πάλας (το «Μεγάλο ξενοδοχείο» στο βιβλίο), που βρίσκεται στην οδό Λήδρας στη Λευκωσία, κοντά στην Πράσινη Γραμμή, και το οποίο αποτέλεσε στην εποχή του λαμπρό δείγμα της μοντερνιστικής αρχιτεκτονικής. Το περίφημο αυτό ξενοδοχείο χρηματοδοτήθηκε στο μεγαλύτερο μέρος του από τον επιχειρηματία Δημήτριο Ζερπίνη από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και εγκαινιάστηκε στις 8 Οκτωβρίου 1949. Διέθετε 93 δωμάτια, 150 κλίνες, αίθουσες για δεξιώσεις, χώρους για διάβασμα, μπαρ, αίθουσα χορού, κ.ά., και, όπως φαίνεται και στο βιβλίο, φιλοξένησε σπουδαίες προσωπικότητες και διάσημους αστέρες του κινηματογράφου και της μουσικής, σπουδαίες εκθέσεις και πολλές μεγάλες εκδηλώσεις. Ήταν ακόμα διάσημο και για τον μπάρμαν του, που σέρβιρε Brandy Sour.
Το Λήδρα Πάλας είναι ο πρωταγωνιστής του βιβλίου, η ψυχή του. Ενώνει τα νήματα ανάμεσα στις μικροϊστορίες των είκοσι δύο αφηγητών του, αφού όλοι συνδέονται με κάποιον τρόπο και σε κάποιον χρόνο με είκοσι δύο «δωμάτια» του ξενοδοχείου. Καθεμιά από τις είκοσι δύο αφηγήσεις (του βασιλιά, ενός Εβραίου, μιας καμαριέρας, μιας δεσποινίδος, ενός αντάρτη, του ποιητή και του Αρχιεπισκόπου, ενός Τούρκου, ενός ζωγράφου, ενός θυρωρού, ενός κομπάρσου, ενός φωτογράφου, του μετρ, μιας μητέρας, μιας αρραβωνιαστικιάς, του δημάρχου, μιας καθαρίστριας, μιας κόρης, ενός χτίστη, των Οηέδων και ενός γρύπα) ξεδιπλώνει παράλληλα και ένα μέρος από την πικρή ιστορία της Κύπρου, αφού, όπως υποδεικνύει και η συγγραφέας στην προμετωπίδα του βιβλίου, «το τραύμα έχει πάντα μια πατρίδα, ένα χωριό, μια χώρα, ένα σπίτι» (Λίμπυ Τατά Αρσέλ, Με τον διωγμό στην ψυχή, Κέδρος, 2014).
Η ευρηματική της αφήγηση, δοσμένη με τον μοναδικό λογοτεχνικό της τρόπο του «κολάζ μικροϊστοριών», προκαλεί με αθόρυβο κι ανάλαφρο τρόπο στην ψυχή του αναγνώστη βαθιά λύπη.
Στις λαμπρές του μέρες το Λήδρα Πάλας αποτέλεσε σύμβολο του λάιφ στάιλ της εποχής φιλοξενώντας πολλούς ξένους, διπλωμάτες, πριγκίπισσες, κυβερνήτες, ζωγράφους, ποιητές, μουσικούς, ηθοποιούς κτλ. Υπήρξε μάρτυρας της εξέγερσης των Κυπρίων στον Απελευθερωτικό Αγώνα του 1955-59 κατά της βρετανικής κυριαρχίας, στη συνέχεια πέρασε στα χέρια της Αρχιεπισκοπής, «βίωσε» οδυνηρά την τουρκική εισβολή το ’74, φιλοξένησε τις συνομιλίες για το Κυπριακό ανάμεσα στον Κληρίδη και τον Ντενκτάς και έπειτα στέγασε την ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ. Σήμερα αποτελεί οδόφραγμα μεταξύ των δύο κοινοτήτων, έχοντας σχεδόν καταρρεύσει, ένα τραγικό σύμβολο της διαιρεμένης Λευκωσίας και του μοιρασμένου στα δύο νησιού.
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η ίδια πικρή ιστορία της Κύπρου, από τον Αγώνα του 1955-59 κατά των Άγγλων ως τα τραγικά γεγονότα της εισβολής του ’74, έχουν ήδη μεταπλαστεί –και συνεχώς μεταπλάθονται– σε σπουδαία λογοτεχνία από σημαντικούς συγγραφείς του κυπριακού και του ευρύτερου ελλαδικού χώρου. Άλλωστε και η ίδια η συγγραφέας του Brandy Sour ασχολήθηκε με τη δραματική ιστορία του τόπου και στα προηγούμενα βιβλία της, στο βραβευμένο μυθιστόρημά της Η Αϊσέ πάει διακοπές (Εκδ. Πατάκη, 2015), έπειτα στο μυθιστόρημα Φωνές από χώμα (Εκδ. Πατάκη, 2017) και στο επίσης βραβευμένο διήγημα/νουβέλα Πικρία χώρα (Εκδ. Πατάκη, 2019). Η διαφορά από λογοτέχνη σε λογοτέχνη και από βιβλίο σε βιβλίο είναι ο τρόπος με τον οποίο το βίωμα μετατρέπεται σε λογοτεχνική αφήγηση. Τόσο η τριλογία που προηγήθηκε όσο και αυτό το βιβλίο της Σωτηρίου έχουν την πρωτοτυπία να υφαίνουν την ιστορική μνήμη μέσα από μεμονωμένες αφηγήσεις γνωστών και άγνωστων προσώπων και να αισθητοποιούν με ποικίλες μυρωδιές και γεύσεις πικρούς συνειρμούς και γλυκόπικρα συναισθήματα. Η ευρηματική της αφήγηση, δοσμένη με τον μοναδικό λογοτεχνικό της τρόπο του «κολάζ μικροϊστοριών», προκαλεί με αθόρυβο κι ανάλαφρο τρόπο στην ψυχή του αναγνώστη βαθιά λύπη όχι πια για την παρακμή του «Μεγάλου ξενοδοχείου», αυτού του πικρού συμβόλου μιας εποχής που πέρασε ανεπιστρεπτί, αλλά για το ενδεχόμενο της κατάρρευσης και των ελπίδων ενός λαού, που ακόμα αναζητά «αγίασμα» για να επουλώσει τις πληγές του.
Πώς, όμως, πετυχαίνει η συγγραφέας να κρατήσει το νήμα της αφήγησης συνδέοντας ένα ξενοδοχείο με τα ποτά και την ιστορία του τόπου; Πέρα από την άμεση ή έμμεση σχέση των σύντομων ιστοριών με το ξενοδοχείο, όλες καταλήγουν σε μια συνταγή που συμπυκνώνει την ουσία της αφήγησης που προηγήθηκε και η οποία συνθέτει τον μύθο με την ιστορία. Μέσα από χαρακτηριστικές κυπριακές γεύσεις, που ανακαλούν στην πλειονότητά τους την αυθεντική κουλτούρα της Κύπρου, ξινές (Brandy Sour, αϊράνι, λεμονάδα), γλυκές (κουμανταρία, σουμάδα, λικέρ κιτρομηλάκι), μυρωδάτες (τσάι γιασεμί, τριαντάφυλλο, ζαμπούκος, ροδόσταγμα, δυόσμος), δύσοσμες (κατούρημα), κοινές (μπίρα, καφές, νερό), αλμυρές (δάκρυα) κ.ά., η συγγραφέας τοποθετεί 22 φορές το δάχτυλο στον τύπο των ήλων, προβάλλοντας έτσι με τον δικό της καινοτόμο τρόπο το ανεπούλωτο τραύμα:
Ζιβανία
Σε μικρό ποτηράκι.
Παγωμένη.
Μπορείς να τη χρησιμοποιήσεις για εντριβές ή
για να κρατήσεις μέσα της μια μεγάλη καρδιά
προδομένη. (σ. 47)
Και αλλού:
Δυόσμος
Φρέσκος με μπόλικη ζάχαρη και ζεστό νερό
ανακουφίζει τα έντερα.
Ξερός τριμμένος κάνει αφράτα
τα κεφτεδάκια.
Φρέσκος, κομμένος το πρωί από το παρτέρι και
σπασμένος στα δάχτυλα σε γιομίζει κουράγιο.
Σε κάνει να μυρίζεις όμορφα και να βρεις
κουράγιο να ενώσεις την πόλη σου. (σ. 99)
Στο νέο της μυθιστόρημα η Κωνσταντία Σωτηρίου, με φρέσκο και δροσερό ύφος σαν τα ποτά της, πλέκει και πάλι τον καμβά της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας, αφήνοντας στον αναγνώστη στο τέλος του βιβλίου ένα πικρό συναίσθημα, το οποίο κανένα αφέψημα, βότανο ή «ιερό νερό» δεν μπορεί να γλυκάνει, εκτός, ίσως, από την καλή λογοτεχνία με τα μοναδικά της φάρμακα.
Γράφει ο Δημήτρης Χριστόπουλος
- Στις 8 Οκτωβρίου 1949, τέσσερις ιερείς της Φανερωμένης Εκκλησίας κάνουν τον αγιασμό στο ξενοδοχείο Λήδρα Πάλας της Λευκωσίας, που το μεγαλύτερο μέρος της κατασκευής του χρηματοδοτήθηκε από τον Δημήτριο Ζερπίνη, επιχειρηματία από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Με 93 δωμάτια, 150 κλίνες, χώρους για διάβασμα, κυπριακό και αμερικανικό μπαρ, αίθουσα χορού, και αίθουσες για δεξιώσεις και συγκεντρώσεις, το Λήδρα Πάλας, ξεκίνησε να κατακτά τις καρδιές των Κυπρίων και όχι μόνο. Θα γίνει διάσημο για τον μπάρμπαν του Στέλιο Σουρμελή που σερβίρει το γευστικότατο Brandy Sour.
- Τον Απρίλιο του 1963 πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια του Χίλτον Αθηνών.
- Τον Μάρτιο του 1967 ο Μισέλ Φουκώ έδωσε μια διάλεξη με τίτλο «Περί αλλοτινών χώρων», ως καλεσμένος από μια λέσχη αρχιτεκτονικών μελετών.
- Το 1977 κυκλοφόρησε το διάσημο τραγούδι των Eagles “Hotel California”.
Και τον Νοέμβριο του 2022 η Κωνσταντία Σωτηρίου εκδίδει το τέταρτο βιβλίο της με τίτλο ένα κυπριακό κοκτέιλ, το Brandy Sour, ένα μυθιστόρημα επιστροφής και μνήμης, καθώς ο τόπος ενεργοποιεί τη μνήμη και το τραύμα με τρόπο αναστοχαστικό και ψύχραιμο, και με διάθεση μιας συνεχούς και ανοιχτής διερώτησης για το πώς και το γιατί. Αν σκεφτείτε ποια σχέση έχουν όλα αυτά μεταξύ τους, δύσκολα εκ πρώτης όψεως θα δώσετε κάποια λογική ή έστω λογικοφανή εξήγηση.
Ας πιάσουμε το νήμα από το τέλος, μήπως βγάλουμε κάποια άκρη. Το Brandy Sour είναι ένα μυθιστόρημα 22 μικρών κεφαλαίων, με πρωταγωνιστές 22 πρόσωπα τα οποία με τον έναν ή τον άλλο τρόπο εμπλέκονται με τον βίο και την πολιτεία του περίφημου κυπριακού ξενοδοχείου Λήδρα Πάλας, ένα ξενοδοχείο που χτίστηκε το 1949 στο κέντρο της Λευκωσίας με την υπογραφή ενός εβραίου αρχιτέκτονα και υπήρξε η επιτομή της πολυτέλειας και του μοντερνισμού.
Στο ξενοδοχείο συνυπήρχε η μπουρζουαζία της εποχής – πλούσιοι Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, Εγγλέζοι αποικιοκράτες, φαντασμένοι ιεράρχες και υψηλόβαθμοι κληρικοί κ.ά. Στα χρόνια που λειτούργησε φιλοξένησε σπουδαίες προσωπικότητες και σημαντικά γεγονότα, από τον Γιούρι Γκαγκάριν και την πριγκίπισσα Μαργαρίτα, μέχρι την Αλίκη Βουγιουκλάκη.
Εκεί έγινε το δείπνο για την ανακήρυξη της Κυριακής Δημοκρατίας. Το 1974 στον χώρο αυτό διεξήχθη μια από τις φονικότερες μάχες (σκοτώθηκαν οι πρώτοι εθνοφρουροί), ενώ στη συνέχεια στέγασε την ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ. Αργότερα, εκεί έγιναν οι συνομιλίες για το Κυπριακό. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται υπό κατάρρευση.
Την ίδια στιγμή αποτέλεσε το κέντρο των πολιτικών εξελίξεων. Εκεί έγινε το δείπνο για την ανακήρυξη της Κυριακής Δημοκρατίας. Το 1974 στον χώρο αυτό διεξήχθη μια από τις φονικότερες μάχες (σκοτώθηκαν οι πρώτοι εθνοφρουροί), ενώ στη συνέχεια στέγασε την ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ. Αργότερα, εκεί έγιναν οι συνομιλίες για το Κυπριακό. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται υπό κατάρρευση.
Βασικός πρωταγωνιστής στην επιτυχία των Eagles είναι ένα πολυτελές ξενοδοχείο, το “Beverly Hills Hotel” στο Μαλιμπού, που ενέπνευσε τους δημιουργούς του να γράψουν ένα μεξικάνικο ρέγκε, που έμελλε να τυλιχτεί στη συνέχεια σε μια αχλή μυστηρίου λόγω των ψυχεδελικών αναφορών του αλλά και να πουλήσει εκατομμύρια δίσκους. Στο τραγούδι αυτό ένας κουρασμένος ταξιδιώτης σταματά για να αναπαυθεί σε ένα ξενοδοχείο που βρισκόταν στη μέση του πουθενά. Εκεί θα διαπίστωνε ότι, με το που περνούσε το κατώφλι της εισόδου, θα έμπαινε σε έναν άλλον μυστηριώδη κόσμο, κάπως σαν τη ζώνη του λυκόφωτος.
Το εν Αθήναις Χίλτον, που πέρασε από πολλά χέρια ιδιοκτητών, αυτή τη στιγμή δεν λειτουργεί, καθώς βρίσκεται υπό ριζική ανακατασκευή, για να δώσει τη θέση του για να δώσει τη θέση του στο Conrad, με 280 δωμάτια και σουίτες, αλλά και περίπου 50 ιδιωτικές κατοικίες. Στα πρώτα χρόνια λειτουργίας του, φιλοξένησε αρκετές δημοφιλείς προσωπικότητες, όπως αρχηγούς κρατών, καλλιτέχνες και επιστήμονες διεθνούς κύρους. Αποτελούσε πάντα ένα σημείο αναφοράς του διεθνούς τζετ σετ, άλλα και των ίδιων των Αθηναίων. Όπως και το Λήδρα Πάλας, έτσι και το Χίλτον φιλοδόξησε να αποτελέσει ένα αρχιτεκτονικό δείγμα μοντερνισμού.
Ο Γάλλος φιλόσοφος Μισέλ Φουκώ το 1967 γράφει στην Τυνησία ένα δοκίμιο με τίτλο Περί αλλοτινών χώρων, το οποίο διαβάστηκε στη λέσχη αρχιτεκτονικών μελετών, στις 14 Μαρτίου του 1967. Σε αυτή τη διάλεξη, ο Φουκώ επέλεξε να επικεντρωθεί σε ό,τι ονομάζει «χώρους του άλλου». Σε αντίθεση με τις ουτοπίες που είναι εξω-πραγματικές, οι ετεροτοπίες εντοπίζονται στον πραγματικό κόσμο. Έκτοτε, με τον όρο ετεροτοπία ορίζονται διακριτοί κοινωνικοί χώροι, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερες λειτουργίες και πρακτικές. Για τον Γάλλο φιλόσοφο το ξενοδοχείο (του γαμήλιου ταξιδιού) αποτελεί τον μη-τόπο, μιαν απροσδιόριστη γεωγραφικά ετεροτοπία, αποκομμένη από το τοπικό κοινωνικό γίγνεσθαι, από τη στιγμή που υπέρτατος στόχος τίθεται η δημιουργία μιας εξωτικής ατμόσφαιρας ανεξαρτήτως γεωγραφικών συντεταγμένων, ένα φαντασιακό στραμμένο σε τεχνητές τοποθεσίες, ένα κοσμοπολίτικο φαντασιακό χωρίς πραγματική κοινωνική ή πολιτιστική ρίζα, το οποίο προσφέρει μια ιδανική εμπειρία μακριά από το αστικό περιβάλλον, ένα “glocal” (σύμφυρση του παγκόσμιου με το τοπικό), σε τελική ανάλυση.
![]() |
22 Ιουλίου 1974: Ελληνοκύπριοι στρατιώτες μέσα στο ξενοδοχείο Λήδρα Πάλας κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο. Το ξενοδοχείο Λήδρα Πάλας έγινε το κέντρο των μαχών με τους Ελληνοκύπριους στρατιώτες να κρατούν μέσα στο ξενοδοχείο κατοίκους και δημοσιογράφους. |
Το Λήδρα Πάλας συνιστά από μόνο του έναν «μη-τόπο» με την έννοια ότι, ενώ ως χώρος είναι βιωματικά φορτισμένος και πολιτισμικά συνυφασμένος με συγκεκριμένες χρήσεις, μετατρέπεται σταδιακά σε πεδίο επιτέλεσης πολιτισμικών φαινομένων που προέρχονται από άλλους τόπους, βιωματικά και πολιτισμικά αλλότριους με την Κύπρο (Άγγλοι αποικιοκράτες και κυβερνήτες, ξενώνας φιλοξενίας της δύναμης του ΟΗΕ, στη συνέχεια). Σύμφωνα με τον Φουκώ, οι ετεροτοπίες έχουν διαφορετική κοινωνική λειτουργία στην ιστορική διαχρονία. Έτσι, βλέπουμε και το αρχιτεκτονικό κόσμημα της Λευκωσίας να αλλάζει χρήσεις με το πέρασμα του χρόνου, μέχρι που ουσιαστικά «πεθαίνει». Το πολυτελές ξενοδοχείο (σύμβολο τρυφηλότητας) με τις υπέρλαμπρες αίθουσες και την πισίνα παραπέμπει σε ένα σκηνοθετημένο εξωτισμό αλλά και στη φαντασιακή αναπαράσταση μιας άλλης ζωής. Πρόκειται για μια αναίρεση της πραγματικής πολυπολιτισμικής Λευκωσίας μέσω της διαφυγής σε έναν «επίγειο παράδεισο». Η πισίνα/κολύμπα (βλ. εξώφυλλο του βιβλίου) είναι ένας μικρόκοσμος που λειτουργεί ως ανεστραμμένος καθρέφτης της αστικής κοινωνίας, καθώς εκεί όλα επιτρέπονται, ακόμη και ο καταδικαστέος στο αστικό περιβάλλον γυμνισμός.
Το Λήδρα Πάλας λειτούργησε, σύμφωνα με τον Φουκώ, ως χώρος ψευδαισθήσεων: «Όλα τα ποτά του κόσμου είναι εδώ, λάβετε πίετε στο Μεγάλο Ξενοδοχείο, στην υποσχετική, στην αρχή του νέου κόσμου του. Λάβετε, πίετε. Αυτό το κτίριο είναι πλασμένο να ζει και να λάμπει για πάντα». (σ. 136) Και λίγο πιο πάνω: «Η ναυαρχίδα ενός καλύτερου κόσμου».
Στο μυθιστόρημα της Σωτηρίου πρωταγωνιστής είναι λοιπόν το Μεγάλο Ξενοδοχείο, ένα συνεκδοχικό σκηνικό της ίδιας της Κύπρου και γιατί όχι της Μεταπολεμικής Ελλάδας. Ένα σύμβολο τού πολλά υποσχόμενου κοσμοπολίτικου πειράματος, μια μικρογραφία του κυπριακού λαού που μπορεί να συνυπάρχει με τον «άλλο», μα στο τέλος αποτυγχάνει, χωρίζεται, εχθρεύεται, καταρρέει αλλά και προσπαθεί να ανασυγκροτηθεί, έστω υπογείως, με ένα καινούργιο αποχετευτικό σύστημα, αναζητώντας απεγνωσμένα την κυπριακότητά του. Γι’ αυτό και στις 22 ιστορίες του βιβλίου είναι διάχυτη μια ροπή προς τη ρευστότητα και τη συναισθηματική αβεβαιότητα, όπως στο αντίστοιχο τραγούδι των Eagles. Το Λήδρα Πάλας άλλωστε έχει για φύλακες τούς μυθικούς γρύπες, «τέρατα σπουδαία και μυθικά που τρέφονται με μυστικά, ελπίδες και δάκρυα». (σ. 135)
Στο μυθιστόρημα της Σωτηρίου πρωταγωνιστής είναι λοιπόν το Μεγάλο Ξενοδοχείο, ένα συνεκδοχικό σκηνικό της ίδιας της Κύπρου και γιατί όχι της Μεταπολεμικής Ελλάδας. Ένα σύμβολο τού πολλά υποσχόμενου κοσμοπολίτικου πειράματος, μια μικρογραφία του κυπριακού λαού που μπορεί να συνυπάρχει με τον «άλλο», μα στο τέλος αποτυγχάνει, χωρίζεται, εχθρεύεται, καταρρέει...
Στο τέλος, το Λήδρα Πάλας αποκτά ξεκάθαρα ανθρώπινη φύση μέσω της φωνής του Τουρκοκύπριου Χασάν (ίσως η πιο δυνατή ιστορία του βιβλίου) που γεμίζει το στόμα του με άφθες λόγω άγχους, όταν ο υπό κατάρρευση χώρος υποστασιοποιούμενος τού μιλά: «Ο Χασάν ο αγχωμένος δεν ξέρει, δεν μπορεί να καταλάβει ο χτίστης τι θέλει να του πει το μεγάλο σπίτι κι αυτό τον αγχώνει. Τον αγχώνει πολύ. Αυτό που νιώθει είναι πόνος. Δοκιμάζει και πάει ξανά και ξανά, αγγίζει τους τοίχους, κυλιέται στο πάτωμα, σκαρφαλώνει στα παράθυρα. Το κτίριο δεν απαντά». (σ. 123)
Οι τρύπες στους τοίχους γίνονται οι τρύπες από τις άφθες στο στόμα του Χασάν που το κάνουν να αιμορραγεί – κι έτσι το τραύμα, αυτός ο σωματικός και ψυχικός ακρωτηριασμός, σωματοποιείται κυριολεκτικά, με έναν έξοχο τρόπο: «Μια μέρα πηγαίνει στο μπακάλικο και αγοράζει δεκάδες μπουκάλια με έψημα για τα χείλη του, που στάζουν πλέον συνέχεια αίμα. Ένα πρωί περνά το οδόφραγμα, μπαίνει κρυφά στο ξενοδοχείο και ρίχνει στους τρυπημένους τοίχους γαλόνια έψημα. Όταν τον συλλαμβάνουν οι Οηέδες και τον παραδίδουν στους δικούς του, ψιθυρίζει πως μόνο το έψημα μπορεί να βοηθήσει στις τρύπες, μόνο αυτό μπορεί να διώξει τον πόνο». (σ. 124)
![]() |
β Η Κωνσταντία Σωτηρίου γεννήθηκε το 1975 στη Λευκωσία. Είναι απόφοιτος του Τµήµατος Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστηµίου Κύπρου και κάτοχος µεταπτυχιακού στην Ιστορία της Μέσης Ανατολής από το Πανεπιστήµιο του Μάντσεστερ. Εργάζεται ως λειτουργός Τύπου στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δηµοκρατίας. Έχει γράψει τέσσερα μυθιστορήματα. Έχει συµµετάσχει σε ανθολογίες διηγηµάτων και έχει δηµοσιεύσει διηγήµατα και κριτικές βιβλίων σε λογοτεχνικά περιοδικά στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Επίσης, έχει συµµετάσχει σε δύο ανθολογίες στο εξωτερικό: στα αγγλικά, στην ανθολογία All Walls collapse. Stories of separation, Comma Press, 2022 και στα ιταλικά, στο ανθολόγιο για το µικροδιήγηµα στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία Il micro-racconto nella contemporanea letterature greca, Fermenti, 2022. Διηγήµατά της έχουν µεταφραστεί στα αγγλικά, στα ιταλικά, στα δανέζικα, στα τουρκικά, στα ιαπωνικά, στα σερβικά, στα ουκρανικά και σε άλλες γλώσσες. Είναι ιδρυτικό µέλος της λογοτεχνικής οµάδας «Διαβάσεις» που στόχο έχει την προώθηση της κυπριακής λογοτεχνίας στην Κύπρο και στο εξωτερικό. |
Είναι αλήθεια, τα τελευταία χρόνια η λογοτεχνία (κυπριακή ή ελλαδική αδιάφορο για μένα) με κυπριακή θεματογραφία έχει πολλαπλασιαστεί, δίνοντας έξοχα δείγματα αποτύπωσης του κυπριακού τραύματος (συμπεριληπτική η χρήση του όρου). Ενδεικτικά, πρόσφατα κυκλοφόρησαν τα βιβλία του Βασίλη Γκουρογιάννη Κόκκινο στην πράσινη γραμμή (α’ έκδοση Μεταίχμιο, 2009· επανακυκλοφόρησε το 2021 από το Μεταίχμιο), του Κώστα Λυμπουρή Αθαλάσσα (Το Ροδακιό, 2021) και Λουίζας Παπαλοΐζου Το βουνί (Το Ροδακιό, 2020), Τι είναι ένας κάμπος (Πόλις, 2021) της Νάσιας Διονυσίου, πεζογραφικά έργα τα οποία επαληθεύουν κατά κάποιο τρόπο αυτό που έχει πει ο Δημήτρης Τζιόβας για το Πουκάμισο του Κένταυρου (1971) του Χριστόφορου Μηλιώνη: «Το βάρος του παρελθόντος και οι μνήμες του είναι σαν το πουκάμισο του Κένταυρου, που οι νέοι του διηγήματος δεν μπορούν να βγάλουν από πάνω τους» – που οι συγγραφείς, θα λέγαμε εμείς, δεν μπορούν να βγάλουν από πάνω τους, από τη στιγμή που αυτή συγκροτεί τις ταυτότητες.
Η Σωτηρίου, με υλικά απλά αλλά αφηγηματικά και γλωσσικά στέρεα και ανθεκτικά, γράφει ένα πολιτικό μυθιστόρημα, διαλεγόμενη «από τα κάτω» (όπως και στα τρία προηγούμενα βιβλία της) με την πρόσφατη ιστορία της ιδιαίτερης πατρίδας της.
Στην εμπεριστατωμένη μελέτη της με τίτλο Λογοτεχνία και τραύμα – Το 1974 στην κυπριακή και ελλαδική λογοτεχνία (Επίκεντρο, 2021), η Βασιλική Σελιώτη επισημαίνει: «Μνήμη και ταυτότητα είναι έννοιες αλληλένδετες, και μια συλλογική ταυτότητα διαμορφώνεται μέσα από τη μνήμη (και αφήγηση) της κοινής ιστορίας, του κοινού παρελθόντος. […] Η κοινή τραυματική μνήμη ενισχύει την αίσθηση της κοινότητας, τον κοινωνικό δεσμό, και ταυτόχρονα ορίζει και οριοθετεί και τις ετερότητες: όλους τους άλλους (όχι μόνο τους θύτες) που δεν υπήρξαν θύματα του εν λόγω τραύματος». (σ. 49 και 50)
Καταληκτικά: η Σωτηρίου, με υλικά απλά αλλά αφηγηματικά και γλωσσικά στέρεα και ανθεκτικά, γράφει ένα πολιτικό μυθιστόρημα, διαλεγόμενη «από τα κάτω» (όπως και στα τρία προηγούμενα βιβλία της) με την πρόσφατη ιστορία της ιδιαίτερης πατρίδας της. Γίνεται η ξεναγός του αναγνώστη στο εγκαταλελειμμένο αλλά κατάφορτο από μνήμες ερείπιο της Λευκωσίας, λίγο πιο πέρα από την απαστράπτουσα αλλά αρχιτεκτονικά άχρωμη και μεταμοντέρνα Πλατεία Ελευθερίας (που ύστερα από χρόνια ολοκληρώθηκε).
Αυτό που κάνει ξεχωριστή τη γραφή της δεν είναι τόσο η εκλεπτυσμένη στο εργαστήρι της γλώσσα και οι αφηγηματικές τεχνικές της όσο η σχέση της με το παρελθόν· δεν ρεμβάζει, δεν αναπολεί, δεν νοσταλγεί, δεν κουνάει το δάχτυλο (τα συνήθη ολισθήματα της γραφής). Ρίχνει στο μπουκάλι τον Χρόνο, τον αφήνει να λιαστεί όσο χρειαστεί κι ύστερα τον ανασυγκροτεί σαν έψημα, για να επουλώσει –αφηγούμενη– τις χαίνουσες πληγές ενός παρατεταμένου τραύματος, άρα σύγχρονου, που διαρκώς αιμορραγεί (κυρίως μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων που θα επαναβεβαιώσει τη διαχωριστική γραμμή), κι έτσι να αφυπνίσει τη συλλογική μνήμη που πάντα βασανίζει με τη διαχρονική διάσταση τού σε εξέλιξη δράματος. Στήνει το αυτί της ν’ ακούσει την ίδια τη γη, τους κραδασμούς και τ’ αγκομαχητά της. Το ψυχορράγημά της το ίδιο. Τους νεκρούς, που δεν θέλουν να ξεχάσουν, με λέξεις-ποτά να ξεδιψάσει.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου