Το παιδί» του Φερνάντο Αραμπούρου (κριτική) – Πώς αφηγούμαστε την απώλεια ενός παιδιού: Συγγραφικός νεωτερισμός με ένα κείμενο που «μιλάει»
2033
Για το μυθιστόρημα του Φερνάντο Αραμπούρου (Fernando Aramburu) «Το παιδί» (μτφρ. Τιτίνα Σπερελάκη, εκδ. Πατάκη). Ο Ισπανός συγγραφέας θα βρεθεί στην Ελλάδα στο πλαίσιο του Φεστιβάλ ΛΕΑ. Την Παρασκευή 20 Ιουνίου, στις 9μμ, θα γίνει παρουσίαση του βιβλίου του στο Ινστιτούτο Θερβάντες.
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Αν η μοναξιά έχει επτά πετσιά, τόσα και άλλα τόσα έχει η θλίψη ενός γονιού για την απώλεια του παιδιού του. Ο πόνος δεν είναι απλώς άφατος, είναι αβίωτος, ξεπερνάει κάθε όριο ανθρώπινης αντοχής. Ορίζει, εντέλει, μια νέα κατάσταση (ένα πριν κι ένα μετά), η οποία είναι καταδικασμένη εξαρχής.
Στις 23 Οκτωβρίου 1980, σε ένα σχολείο της περιοχής Ορτουέγια (περιοχή της Βασκονίας) σημειώνεται μια ισχυρή έκρηξη που είχε ως αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους πενήντα μαθητές ηλικίας πέντε και έξι ετών και τρεις ενήλικες. Οι πρώτες πληροφορίες έκαναν λόγο για τρομοκρατική επίθεση της ΕΤΑ, σύντομα όμως αποδείχθηκε πως η αιτία ήταν διαρροή προπανίου, η οποία προκλήθηκε από ανθρώπινο λάθος.
Συγγραφικά, πώς γίνεται να μην περιπέσεις σε αδόκιμους συναισθηματισμούς που αντί να βοηθήσουν το κείμενο θα το περιχαρακώσουν σε μια πρωτοεπίπεδη οδύνη;
Ανάμεσα στα νεκρά παιδιά είναι και ο Νούκο. Ο γιος της Μαριάχε και του Χοσέ Μιγκέλ, αλλά και εγγονός του Νικάσιο. Ήταν μόλις έξι ετών, δεν πρόλαβε να χαρεί τη ζωή και οι δικοί του δεν είχαν την τύχη να τον δουν να μεγαλώνει. Πώς διαχειρίζεται κανείς μια τέτοια απώλεια; Αλλά και συγγραφικά, πώς γίνεται να μην περιπέσεις σε αδόκιμους συναισθηματισμούς που αντί να βοηθήσουν το κείμενο θα το περιχαρακώσουν σε μια πρωτοεπίπεδη οδύνη;
Ο Νικάσιο
Ο Αραμπούρου, συγγραφέας που και στα προηγούμενα βιβλία του έχει δείξει ενδιαφέρον για ιδιαίτερους χαρακτήρες που προέρχονται από τον γενέθλιο τόπο του, ορίζει αυτό το βιβλίο πάνω σε τρεις συντεταγμένες: τον παππού, τη μάνα και το... ίδιο το κείμενο. Αυτοί οι τρεις είναι οι βασικοί ήρωες του μυθιστορήματος.
Ο Νικάσιο δεν μπορεί να αποδεχθεί πως ο αγαπημένος του εγγονός έχει πεθάνει. Ζώντας σε μια δική του πραγματικότητα, πηγαίνει καθημερινά στο σπίτι της κόρης του για να πάρει τον μικρό και να τον πάει στο σχολείο. Κάθε Πέμπτη, ωστόσο, επισκέπτεται τον τάφο του, τον καθαρίζει και προσπαθώντας να μην έρθει σε επαφή με άλλο κόσμο, του μιλάει με τις ώρες σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα. Όλοι θεωρούν πως του Νικάσιο του έχει σαλέψει, κάτι που η κόρη του δεν θέλει να αποδεχθεί. Γι’ αυτό και δεν προσπαθεί επουδενί να τον βγάλει με βίαιο τρόπο έξω από την απατηλή πραγματικότητα που έχει χτίσει μέσα του.
Η Μαριάχε
Η Μαριάχε περνάει από διάφορες φάσεις συνειδητοποίησης της απώλειας. Από την άρνηση στην αποδοχή και από την καταφυγή στη θρησκεία έως την απόφαση να κάνει άλλο παιδί για να αφήσει στη λησμοσύνη τον χαμό του Νούκο. Είναι, όμως, μια γυναίκα που παραδέρνει, που δεν μπορεί να ορίσει τη ζωή της, που προσπαθεί περισσότερο να επιβιώσει παρά να καθορίσει την τύχη της από εδώ και πέρα. Σε αυτό δεν τη βοηθάει και ο καλόψυχος Χοσέ Μιγκέλ, ο οποίος δείχνει πιο πραγματιστής από εκείνη. Την αγαπάει παθολογικά και προσπαθεί να την επαναφέρει σε μια κατάσταση όπου η θλίψη δεν θα υπερβαίνει την ανάγκη της επιβίωσης. Δέχεται, δε, να προσπαθήσουν να κάνουν ένα άλλο παιδί για να ξεφύγουν από την απώλεια.
Η αποκάλυψη
Τα πράγματα, όμως, δεν πηγαίνουν όπως τα έχουν σχεδιάσει. Όσες προσπάθειες κι αν κάνουν, το παιδί δεν έρχεται. Έχει πρόβλημα ο Χοσέ Μιγκέλ; Και τότε πώς γεννήθηκε ο Νούκο; Μήπως, τελικά, τα πράγματα δεν είναι έτσι όπως φαίνονται;
Όπως γίνεται φανερό, το βιβλίο βρίθει δραματικών γεγονότων. Σαν να την έχει μαρκάρει η μοίρα την Μαριάχε.
Η αποκάλυψη του παρελθόντος, ιδωμένου τώρα υπό το βάρος της απώλειας, οδηγεί τον Χοσέ Μιγκέλ σε μια βουτιά στο κενό (στη θάλασσα εν προκειμένω). Μια δεύτερη απώλεια έρχεται να χαράξει τη ζωή της Μαριάχε, που μόνη πλέον οφείλει να ξεκινήσει από το μηδέν. Ούτε κι αυτή τη φορά θα τα καταφέρει και θα αποφασίσει να μετακομίσει στο σπίτι του πατέρα της. Εκεί που αυτός έχει φτιάξει ένα δωμάτιο-μαυσωλείο με όλα τα πράγματα του Νούκο. Κι όταν πεθάνει και ο πατέρας της, δεν θα έχει κανένα άλλο αποκούμπι. Μόνη πρέπει να βρει την άκρη του νήματος που θα ορίσει τη ζωή της. Όπως γίνεται φανερό, το βιβλίο βρίθει δραματικών γεγονότων. Σαν να την έχει μαρκάρει η μοίρα την Μαριάχε. Ο Αραμπούμπου επιστρατεύει το ύστατο όπλο του για να μην ξεπέσει στο μελό.
Το κείμενο «μιλάει»
Ο συγγραφέας βάζει το ίδιο το κείμενο να μιλήσει εξ ονόματός του, να μας πει τις προθέσεις του, αυτά που τελικά αφαίρεσε ως περιττά από το βιβλίο και τα άλλα που δεν επέτρεψε να βάλει για να μην προκαλέσει το θυμό των ανθρώπων που εμπλέκονται στην ιστορία. Φτάνει στο σημείο να μας πληροφορήσει πως η πραγματική Μαριάχε ζει με το… πραγματικό της όνομα σε άλλη περιοχή πια και έχει δώσει την έγκρισή της στον συγγραφέα να γράψει την ιστορία. Αυτή η εξωκειμενική παρέμβαση του ίδιου του κειμένου (οποία παραδοξότητα), το οποίο λειτουργεί ως «κομπέρ», σε κάποιους μπορεί να φανεί χρήσιμη, καθώς αποφορτίζει το κλίμα της ιστορίας, και σε άλλους μια περιττή μεταμοντερνιά (sic). Ο συγγραφέας επιμένει πως προσπάθησε να διαβάσει το βιβλίο του δίχως τα ιντερλούδια του κειμένου που μιλάει για τον εαυτό του και του φάνηκε πως κάτι έλειπε.
Το δραματικό πλαίσιο του βιβλίου είναι μεν σωστά ρυθμισμένο, αλλά συνολικά έχουμε μια ιστορία σκληρής μοίρας, που χτυπάει μια γυναίκα, που ψάχνει τελικά την ταυτότητά της.
Η αλήθεια είναι ότι ο Αραμπούρου της έξοχης Πατρίδας, αλλά και των Πετροχελίδονων (έστω κι αν δίχασαν τους αναγνώστες), δεν υπάρχει σε αυτό το βιβλίο. Κάτι έχει χαθεί στην πορεία, έστω κι αν παραμένει πάντα ένας σημαντικός συγγραφέας.
Το δραματικό πλαίσιο του βιβλίου είναι μεν σωστά ρυθμισμένο, αλλά συνολικά έχουμε μια ιστορία σκληρής μοίρας, που χτυπάει μια γυναίκα, που ψάχνει τελικά την ταυτότητά της. Τίποτα το καινοφανές ως προς τη θεματική και τη διευθέτηση. Ακόμη και ο συγγραφικός νεωτερισμός με το κείμενο να αποκτάει «φωνή», δεν φτάνει για να πείσει ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα κείμενο που διαχειρίζεται τα δεδομένα με πρωτότυπο τρόπο. Η μετάφραση της Τιτίνας Σπερελάκη, πάντως, είναι καθόλα άξια.
Ένα πραγματικό τραγικό γεγονός, που εν πολλοίς παραμένει άγνωστο κι έλαβε χώρα πολύ πρόσφατα, στις 26 Σεπτεμβρίου του 2014 στο Μεξικό, είναι η αφετηρία αυτού του πρωτότυπου μυθιστορήματος. Η ανείπωτη τραγωδία στην Αγιοτσινάπα[1] (επαρχία Γκερέρο) με 3 νεκρούς φοιτητές, 25 τραυματίες και 43 φοιτητές αγνοούμενους, όλοι από την Αγροτική Σχολή «Νορμάλ», είναι το πολιτικό σκηνικό του πρώτου μέρους ενός βιβλίου που διερευνά με πρωτότυπο τρόπο τα όρια του ανθρώπινου σώματος, και γενικότερα την «αξία» της ανθρώπινης ζωής στον σύγχρονο κόσμο. Στο δεύτερο μέρος μεταφερόμαστε στον κόσμο των επιστημονικών αναζητήσεων, της πληροφορίας και του διαδικτύου (όπου συναντάμε και πολύ δημοφιλή, πραγματικά πρόσωπα), και πιο συγκεκριμένα των αναζητήσεων του τρανσουμανισμού[2] -όπου σύγχρονοι επιστήμονες μελετούν την πιθανή βελτίωση ή και τον μετασχηματισμό των λειτουργιών του ανθρώπινου σώματος/εγκεφάλου. Είναι φαινομενικά δύο ασύνδετα μέρη, και στα δύο όμως πρωταγωνιστεί ο πανέξυπνος νεαρός Μεξικανός Άλβαρο, ιδιοφυΐα στην πληροφορική και καθηγητής στη Παιδαγωγική Σχολή Ισίδρο Μπούργκος της πολιτείας Γκερέρο, τη μοναδική διέξοδο που έχουν τα παιδιά από τα βουνά της περιοχής για να ξεφύγουν από τούτη τη γη. Ο Άλβαρο, γεννημένος στην Πόλη του Μεξικού από μάνα Κουβανέζα και πατέρα καθηγητή Πανεπιστημίου, από πολύ μικρός ξεχωρίζει για την ευφυΐα του (είναι δεκατεσσάρων χρονών κι η ματιά του διαπερνά τα πράγματα και τους ανθρώπους, έχει ήδη αρχίσει να κοιτάζει ανάμεσα στις πτυχώσεις[3]για να δει αν υπάρχει κάποια ρωγμή ώστε να γλιστρήσει μέσα της και να χαθεί σ’ έναν άλλο χώρο). Από πολύ μικρός ξεχωρίζει στην πληροφορική και στις γλώσσες προγραμματισμού, γίνεται και χάκερ. Δεν περνά δύσκολα παιδικά χρόνια, αλλά καθώς μεγαλώνει, φεύγει από την πατρική εστία και προσελκύεται από τα ακτιβιστικά κινήματα (anonymous, διαδηλώσεις στην πλατεία των τριών πολιτισμών για τη δολοφονία των 300 το 1968) καθώς νιώθει ξένος μέσα στη χώρα του, κι έχει μια οργή μέσα του (νιώθει ένοχος που δεν τόλμησε ποτέ να εναντιωθεί, έστω και με μια χειρονομία ή με μια κουβέντα, στον βούρκο που καθηλώνει τη χώρα του, στον βόρβορο της διαφθοράς και της αδιαφορίας, της βίας και της φρίκης, και μάλιστα διπλά ένοχος, χωρίς αμφιβολία, αφού συμμετείχε και ο ίδιος στην ηθική διάβρωσή της, όπως όλοι). Η θέση καθηγητή στην Αγιοτσινάπα και η καλή του σχέση με τους φοιτητές τον εντάσσει στην ομάδα των νεαρών παιδιών που πασχίζουν, όπως όλοι, να βρουν ένα θύλακο αέρα για να ανασάνουν, στριμωγμένοι ανάμεσα στους έμπορους ναρκωτικών, από τη μια, και τον στρατό, από την άλλη, των μαθητών του που συμμετέχουν στις απανωτές διαδηλώσεις. Παρακολουθούμε λοιπόν με κομμένη την ανάσα όλη την φοβερή περιπέτεια της 26ης Σεπτεμβρίου 2014, της παγίδευσης κι εξόντωσης των φοιτητών[4], που έχοντας καταλάβει τρία λεωφορεία (συνήθης πρακτική στην επαρχία Γκερέρο) έχουν προγραμματίσει να μεταβούν στο Μέξικο Σίτι για να παρευρεθούν στην ετήσια διαδήλωση[5] της 2ας Οκτωβρίου στην Πλατεία των Τριών Πολιτισμών (Μέξικο Σίτι) σε ανάμνηση της σφαγής 400 φοιτητών (τα γεγονότα αυτά αποτελούν το background βιβλίου του Μπολάνιο, Φυλαχτό). Ανάμεσα σ’ αυτούς βλέπουμε την τύχη μυθιστορηματικών προσώπων (που ενδεχομένως αντιστοιχούν σε πραγματικά πρόσωπα) αλλά και πώς βίωσε όλην αυτήν την τρέλα ο Άλβαρο (δεν είχα ζήσει, ως εκείνη τη νύχτα τη βία στη σάρκα του, κι ωστόσο αυτή η οργή ήταν πάντα μέσα του). Σώθηκε σαν από θαύμα, και, καθώς δεν θέλει να γυρίσει πια στο Μεξικό (θέλει να περάσει στην άλλη μεριά, η ίδια θηριωδία επικρατεί κι εκεί, αλλά γιατί να μην αλλάξει πλευρά;), περνάει τα αδιαπέραστα σύνορα Μεξικού-ΗΠΑ με φοβερές περιπέτειες και με τη βοήθεια 50.000 κλοπιμαίων πέσος κι ενός νεαρού οδηγού που ρισκάρει τη ζωή του κάνοντας αυτή τη δουλειά (δεν υπήρχε μεν το τείχος του Τραμπ αλλά το να περάσεις τα σύνορα ήταν από τότε επιχείρηση αυτοκτονίας).
Η ουτοπία της επιστήμης
Στο Λος Άντζελες, -που δεν είναι πολύ διαφορετικό από την Πόλη του Μεξικού- ό Άλβαρο νιώθει «απών» από την περιπέτεια στο Μεξικό που έχει κάνει σάλο στο διαδίκτυο (αυτή η ιστορία δεν είναι δική του, τίποτα δεν ήταν ποτέ δικό του σ’ αυτήν τη χώρα/ μετά τη συνάντηση με τον διακινητή αποφάσισε να αφήσει το παλιό του δέρμα στην έρημο). Όταν συνέρχεται, αποφασίζει να δικτυωθεί, στον τομέα που ήδη γνωρίζει καλά, της πληροφορικής (οι Μεξικανοί που ζουν εξόριστοι στις ΗΠΑ, στην Ισπανία, στη Νότια Αμερική διαδηλώνουν την οργή τους στο ίντερνετ, που είναι τώρα η καινούρια έδρα της Δημοκρατίας του Μεξικού. Το κράτος δικαίου έχει καταλυθεί στην επικράτεια της χώρας). Ο Άλβαρο, καθώς ζητά σχετική εργασία (ως προγραμματιστής) από τον Πάρκερ Χέιζ, ιδιοκτήτη του κέντρου «Κύβος» στο Σαν Φρανσίσκο, μπαίνει κατευθείαν στα βαθιά νερά της «Τρίτης Ψηφιακής Επανάστασης». Παρακολουθώντας τα βήματά του, ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με όλα τα επιστημονικά ιδρύματα (π.χ. NASA, CERN, πανεπιστήμιο Μπέρλεϊ όπου η νομπελίστα Μπλάκμπερν ανακάλυψε τις ιδιότητες της τελομεράσης, ΜΙΤ κλπ) και τις προσωπικότητες του ίντερνετ (π.χ. τους ιδρυτές της Google, τον Μαρκ Ζάκεμπεργκ του Facebook κ.α.), και γενικότερα την ιστορία της τρίτης βιομηχανικής επανάστασης και τις τάσεις της σύγχρονης ψηφιακής τεχνολογίας. Ο Πάρκερ Χέιζ όμως είναι και φανατικός τρανσουμανιστής (βλ. σημείωση), γυρεύει με πάθος τρόπους να… μην πεθάνει ο άνθρωπος, ή έστω, να παρατείνει τη ζωή του με τη μεταμόσχευση ιστών. Στο ίδρυμα «Μαθουσάλας» που έχει δημιουργήσει (υπαρκτό, ιδρύθηκε το 2003) τριάντα ειδικοί κάθε μέρα πασχίζουν να αποτρέψουν τη διαδικασία της γήρανσης. Είναι προφανώς μυθιστορηματικό πρόσωπο, που ξεπηδά όμως από την πραγματικότητα του φόβου του θανάτου και της πεποίθησης της εποχής, ότι η επιστήμη είναι παντοδύναμη. Ο Άλβαρο αντιλαμβάνεται αμέσως ότι ο Χέιζ είναι αποκλίνουσα περίπτωση, αλλά η προσφορά είναι πολύ καλή (πάνω από 1 εκ. δολάρια), αν και άσχετη με τις επιστημονικές του δεξιότητες: τον θέλουν για πειραματόζωο (το ιατρικό επιτελείο μας, ένα από τα κορυφαία του κόσμου, θα πραγματοποιήσει μια σειρά από βιοψίες και πειραματισμούς με τα κύτταρά σας), πράγμα στο οποίο αρχικά αντιδρά βίαια (να πάτε να γαμηθείτε/δεν είμαι πουτάνα), αλλά μετά από λίγο καιρό δέχεται. Στο επιτελείο του Πάρκερ και στενή συνεργάτης του το πείραμα του Άλβαρο είναι και η Αντέλ, βιολόγος εξειδικευμένη στην αναπαραγωγή των βλαστοκυττάρων[6], αυτών των κυττάρων δηλαδή που είναι οι μήτρες όλων των άλλων κυττάρων/μπορούν να διαιρεθούν επ’ άπειρον. Αντίστοιχα με τον Άλβαρο, η Αντέλ έχει κάθε λόγο να πιστεύει ότι ο Χέιζ είναι παράφρονας (τους ξέρει καλά αυτούς τους τύπους, τους τρανσουμανιστές της Σίλικον Βάλλεϋ, είναι κάτι παλαβοί που έχουν κατακτήσει όλους τους τομείς της επιστήμης και της τεχνολογίας, μια σέκτα που φορεί το προσωπείο της ελεύθερης και διεπιστημονικής σκέψης, που ονειρεύονται την αθανασία και βλέπουν στον ύπνο τους εγκεφάλους φορτωμένους σε σκληρούς δίσκους και ανθρώπους χωρίς σώμα). Μπαίνουμε επομένως πια στον χώρο της επιστημονικής φαντασίας, που βασίζεται σε πραγματικά δεδομένα (εφόσον ανέκαθεν υπήρχαν προσπάθειες να κατακτηθεί η αθανασία, προσπάθειες που παρατίθενται στη -λεπτομερή- αφήγηση και τις παρακολουθούμε με ενδιαφέρον π.χ. δυναστεία των Μινγκ/Τζια Τζινγκ, περίπτωση πάπα Ιννοκέντιου του Η΄κ.α.). Άλλωστε, ο παραλογισμός του Πάρκερ Χέιζ δεν σταματά εδώ, αλλά οραματίζεται κι ένα «τεχνητό νησί» στα ανοιχτά του Σαν Φρανσίσκο, το «Bluesky», όπου θα μπορεί να ζει μακριά από το κράτος, τους νόμους, τις κοινωνικές υποχρεώσεις. Ιδέα με την οποία φέρεται να συμφωνεί ο εγγονός του Μίλτον Φρίντμαν (του θεωρητικού του φιλελευθερισμού) , ο Πάτρι Φρίντμαν, και διακηρύσσει τον λιμπερταριανισμό[7] (!) Προτού αρχίσει η απόδραση του Άλβαρο (με τη βοήθεια της Αντέλ), που κορυφώνεται προς το τέλος και μας χαρίζει σελίδες αγωνίας αλλά και ερωτικής μέθεξης, έχουμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε από κοντά και μια άλλη «ουτοπία της σύγχρονης επιστημονικής σκέψης», με δημοκρατικές και ανθρωπιστικές αρχές αυτή τη φορά. Εκπρόσωπός της ο Βέρνερ Φέρενμπαχ (κι αυτός μυθιστορηματικό πρόσωπο) που ηγείται του Noisebridge[8]∙ πρόκειται για έναν πραγματικό χώρο/κοινότητα «hackerspace»[9] που ιδρύθηκε στο Σαν Φρανσίσκο το 2007. Ο Φέρενμπαχ, είναι γόνος Εβραίων -θυμάτων του Ολοκαυτώματος, και μαθαίνουμε με λεπτομέρειες την τραγωδία τους, ίσως για να μας ευαισθητοποιήσει ο συγγραφέας στην φρίκη της σάρκας. Είναι επιστήμονας με όραμα (η εικόνα ενός κόσμου χωρίς εγώ τον αναστατώνει/ο κόσμος δεν έχει κέντρο. Ο κόσμος είναι ένα απέραντο δίκτυο δεδομένων). Ήδη ο ίδιος ζει σε μια από τις πολλές κοινότητες που έχουν ξεφυτρώσει στα σύνορα του Όρεγκον και της Καλιφόρνια και οραματίζεται τη μορφή ενός κόσμου χωρίς πολέμους, χωρίς ταξική διαστρωμάτωση, χωρίς διαρκείς τριβές, όπου χάρη στην ελεύθερη κυκλοφορία της γνώσης και τη νοημοσύνη, ο άνθρωπος θα ξεφύγει από τη φρίκη της ιστορίας. Δεν συγκινείται λοιπόν με τεχνητή νοημοσύνη και τα συναφή, ούτε με την έλευση του βιονικού ανθρώπου που ο εγκέφαλός του θα φορτώνεται σε έναν σκληρό δίσκο πριν από τον θάνατό του. Αυτό που τον συγκίνησε βαθιά και σήμανε για κείνον την απαρχή ενός καινούριου κόσμου ήταν τα «οριζόντια δίκτυα» όπως το Arpanet (1969), που σιγά σιγά συνδέεται με «κόμβους», και με την επεξεργασία του πρωτόκολλου TCP, που τιθεται σε εφαρμογή του 1973 επιτρέπεται η μεταφορά δεδομένων από το ένα σημείο του δικτύου στο άλλο. Το 1983, η εφαρμογή του πρωτόκολλου TCP/IP αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του μελλοντικού ίντερνετ. Το θεμέλιο της ιδέας ήταν το δίκτυο, μια κατακερματισμένη αρχιτεκτονική, χωρίς αρχή και τέλος, χωρίς ιεραρχία/ποια άλλη ανθρώπινη κοινότητα λειτούργησε στην Ιστορία με τον τρόπο αυτό;
Η τέχνη πρέπει να είναι ρίζωμα
Ρίζωμα: Η εικόνα που χρησιμοποιεί ο Γάλλος φιλόσοφος Ντελέζ για να συμβολίσει μια δομή που αναπτύσσεται ελεύθερα, που δεν ανεβαίνει και δεν κατεβαίνει/το ρίζωμα είναι το πιο ελεύθερο σχήμα, ανθίζει και αναπτύσσεται όπως θέλει. Κάθε σημείο του ριζώματος επικοινωνεί με οποιοδήποτε άλλο. Είναι ένα καινούριο μοντέλο που βασίζεται σε γραμμές διαφυγής, σε ελεύθερες και τρελές δυναμικές. Ακόμα και η τέχνη, και η λογοτεχνία, σύμφωνα με τον Βέρνερ, μπορεί να μιμηθεί τα ριζώματα: με ελεύθερα σχήματα, εσωτερικές διασυνδέσεις, υπερκείμενα. Βέβαια, ο Βέρνερ Φέρενμπαχ βλέπει ότι οι αρχές αυτές καταστρατηγούνται καθημερινά από την επιχειρηματικότητα, την Apple, την Google παρόλο που έχουν μείνει οι όροι και οι λέξεις (π.χ. κοινοποίηση, καινοτομία κλπ). H συνάντηση του Πάρκερ με τον Βέρνερ γεμίζει τον τελευταίο με θαυμασμό για την ευφυΐα του αλλά ταυτόχρονα με αηδία. Η κατάκτηση του διαστήματος, ο βιονικός άνθρωπος, νησιά που αιωρούνται στους αιθέρες δεν έχουν καμιά σχέση με την «ελεύθερη κοινότητα όπου η σκέψη χτίζεται συλλογικά, όπου τα πάντα είναι προσιτά». Το ελεύθερο ίντερνετ είναι μια ουτοπία, το ίντερνετ μπορέι να μετατραπεί σ' έναν τεράστιο σκουπιδοτενεκέ. Ωστόσο, γίνεται κατανοητό ότι δεν είναι ξεκάθαρα τα όρια ανάμεσα στις δυνάμεις καταπίεσης και τις δυνάμεις της απελευθέρωσης, τα πράγματα είναι συγκεχυμένα. Ενδιαφέρον έχει και μια ακόμα κεντρική προσωπικότητα του μυθιστορήματος , που συχνάζει στο Noisebridge (όπως ο Άλβαρο και η Αντέλ), ο/η Λιν Ντάι (είναι εντυπωσιακό, γιατί το άτομο που βλέπουν είναι ένας άντρας –το πρόσωπο τα μαλλιά, τα χαρακτηριστικά- αλλά το άτομο που τους μιλάει είναι εντελώς κορίτσι, είναι μια γυναίκα, αν αυτό μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε). Άλλη μια διάσταση λοιπόν της «ανακάλυψης του σώματος» μας δίνει μέσω του προσώπου αυτού ο συγγραφέας. Ο/Η Λιν, σήμερα επιστήμονας που μελετά τον ανθρώπινο εγκέφαλο και βοηθός του Βέρνερ, το 1997 είχε παραγγείλει από το ίντερνετ μια ορμονική αγωγή γιατί το φύλο που του έδωσαν όταν γεννήθηκε δεν ήταν το δικό του, δεν θέλησε ποτέ να γίνει δικό του, στην πραγματικότητα, το δικό του φύλο είναι το άλλο, δηλαδή όχι εντελώς, είναι κάτι φλου, ενδιάμεσο, πιο κοντά στη γυναίκα παρά στον άντρα, αλλά αυτό είναι κάτι που θα το καθορίσει ο ίδιος. Η Λιν μέσα στο μυθιστόρημα εκπροσωπεί το σώμα του 21ου αιώνα, διεμφυλικό και διεθνικό, διαδικτυακό, υβριδικό, άυλο μα αι απόλυτα σαρκικό…
Η ανακάλυψη του σώματος
Θα μπορούσε λοιπόν αν ισχυριστεί κάποιος ότι ο πρωταγωνιστής σ’ αυτό το φαινομενικά «διπλό» μυθιστόρημα είναι το ανθρώπινο σώμα. Διπλό γιατί στο πρώτο μέρος, όπου περιγράφεται η τραγωδία στην Αγιοτσινάπα το σκηνικό είναι ένα πραγματικό, ιστορικό και μάλιστα συγκλονιστικό γεγονός, συγκλονιστικό γιατί βλέπουμε πώς η σύγχρονη εξουσία, με τα μέσα που διαθέτει, εκμηδενίζει/εξαφανίζει την ανθρώπινη ζωή, το ανθρώπινο σώμα. Στο δεύτερο μέρος, όπου κυριαρχεί η επιστημονική φαντασία (με στοιχεία αστυνομικής καταδίωξης στο τέλος), με διάφορους τρόπους (πείραμα Πάρκερ, Λιν, επιστημονικά πορίσματα) γίνεται «αποδόμηση» της σαρκικής υπόστασης του ανθρώπου:
Ο 21ος αιώνας θα είναι ένας εύπλαστος αιώνα. Τίποτα δεν είναι ιερό, τίποτα δεν υπάρχει αυτονόητα. Τίποτα δεν είναι δεδομένο, (ο καθένας) αποσυναρμολογεί τα πάντα, τα επινοεί ξανά.
H πρόσφατη κυκλοφορία του μυθιστορήματος Φως τον Αύγουστο του Φώκνερ από τις εκδόσεις Gutenberg, σε νέα μετάφραση του Παναγιώτη Κεχαγιά, μας καλεί να επιστρέψουμε σ’ ένα βιβλίο που η στήλη είχε συζητήσει εδώ με σημείο αναφοράς την παλιότερη έκδοση του Εξάντα (μετάφραση: Βικτώρια Τράπαλη), εστιάζοντας σε έναν κεντρικό χαρακτήρα του βιβλίου Φως τον Αύγουστο, στον Τζο Κρίσμας.
Η είδηση της κυκλοφορίας μίας νέας μετάφρασης είναι, ωστόσο, η καλύτερη δυνατή ευκαιρία να συνεχίσουμε την ανάγνωση του αριστουργηματικού αυτού μυθιστορήματος επαυξημένα. Δίχως να χρειάζεται να απολογηθούμε για ομολογημένες προσωπικές αναγνωστικές εμμονές και προτιμήσεις, φωτίζοντας αυτή την φορά ένα άλλο πρόσωπο του βιβλίου, την λευκή και ανύπαντρη έγκυο Λένα Γκρόουβ από την Αλαμπάμα.
Όταν ο Φώκνερ ρωτήθηκε από νεαρό φοιτητή του Πανεπιστημίου της Βιρτζίνια, για το αν του ήταν πιο εύκολο να δημιουργήσει ανδρικούς ή γυναικείους χαρακτήρες, απάντησε: «Είναι πολύ πιο γοητευτικό και συναρπαστικό να γράφω για γυναίκες, γιατί πιστεύω πως οι γυναίκες είναι αξιοθαύμαστες, γεμάτες μυστήριο και ομορφιά. Εξάλλου, γνωρίζω ελάχιστα γι’ αυτές και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο η προσπάθεια γίνεται ακόμη πιο γοητευτική».
Όπως, λοιπόν, είναι απαραίτητη η υπόμνηση πως Ο Αχός και το Πάθος (εκδόσεις Gutenberg, μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη), κατά δήλωση του Φώκνερ, είναι ένα βιβλίο για την Κάντυ, έτσι αντιστοίχως, μπορούμε να πούμε πως και το Φως τον Αύγουστοείναι ένα βιβλίο για την Λένα, την οποία συναντάμε από το πρώτο κιόλας κεφάλαιο και δεν την εγκαταλείπουμε παρά στις τελευταίες γραμμές του βιβλίου, όπου με κυκλικό τρόπο ολοκληρώνεται (κατά μία έννοια) η περιπλάνησή της και η αναζήτησή του πατέρα του παιδιού της.
Αυτό το ταξίδι δεν είναι μόνο γεωγραφικό αλλά και υπαρξιακό, διασχίζει φυσικά, κοινωνικά και ψυχολογικά σύνορα, αποτυπώνοντας το αμερικανικό φαντασιακό της κίνησης και μετακίνησης προς έναν άγνωστο προορισμό. Έχει αναγνωριστεί στο μυθιστόρημα αυτό ένα είδος πρώιμου road narrative. Και είναι αλήθεια πως η Λένα μοιάζει με ασταμάτητη προ-κινηματογραφική ηρωίδα road movie που αντιλαμβάνεται αυτό της το ταξίδι ως αδιαπραγμάτευτή αποστολή.
Την στιγμή που το ταξίδι του Τζο Κρίσμας, ενός νεαρού άνδρα που μεγάλωσε σε ίδρυμα δίχως να γνωρίζει την καταγωγή του (αν είναι μαύρος ή αν είναι λευκός) είναι το αρνητικό του ίδιου μοτίβου: μια πορεία προς την καταστροφή. Έτσι, το μυθιστόρημα χαράσσει μια διπλή διαδρομή, η μία προς την ζωή (Λένα), η άλλη προς τον θάνατο (Τζο). Διαδρομές αντίθετης κατεύθυνσης που διασταυρώνονται από σύμπτωση, αν μπορούμε να θεωρήσουμε σύμπτωση το πρόσωπο και τις καταστάσεις που συνδέουν τους δύο ήρωες. Τον άνδρα, δηλαδή, εκείνο που είναι ο πατέρας του παιδιού της Λένας και τυχαίνει επίσης έχοντας αλλάξει το όνομά του να είναι και ο partner in crime του Τζο Κρίσμας.
Καθώς μία διπλή εστίαση δεν θα παρουσίαζε ενδιαφέρον για τα δεδομένα του Φώκνερ στο βιβλίο αναπτύσσεται παράλληλα και μία τρίτη ιστορία, αυτή του Αιδεσιμότατου Χάιτάουερ. Ωστόσο, όσο δελεαστικός χαρακτήρας κι αν είναι ο Αιδεσιμότατος και το σχόλιο περί προτεσταντισμού που επιχειρεί ο Φώκνερ, για τις ανάγκες αυτού κειμένου, η εστίαση μας παραμένει στην Λένα Γκρόουβ.
Η Λένα παρουσιάζεται αρχικά ως μια παθητική, σχεδόν αφελής προσωπικότητα. Πρόκειται για μια νεαρή έγκυο γυναίκα που ταξιδεύει πεζή για να βρει τον άντρα που την εγκατέλειψε. Ωστόσο, κάτω από αυτήν την επιφάνεια υποταγής, αναδύεται ένα πρόσωπο με αξιοσημείωτη αυτονομία και αντοχή Μέσα από τη Λένα, ο Φώκνερ συνθέτει έναν γυναικείο χαρακτήρα που ταυτόχρονα συμμορφώνεται με και αμφισβητεί τους έμφυλους ρόλους της εποχής του. Η Λένα μοιάζει να είναι τόσο η ενσάρκωση της μητρικής δύναμης, όσο και η ανατροπή της αντρικής αφήγησης.
Το ταξίδι της Λένας στον αμερικανικό Νότο του 20ού αιώνα αποτελεί πράξη ριζοσπαστική. Μόνη, εμφανώς έγκυος και χωρίς οικονομικούς πόρους, δεν ενεργεί από απερισκεψία αλλά από βεβαιότητα. Δεν αμφιβάλλει ούτε ζητά συγγνώμη για την αποστολή της. Οι πράξεις της αψηφούν τις κοινωνικές προσδοκίες για τη γυναικεία παθητικότητα και εξάρτηση. Σε έναν κόσμο όπου οι γυναίκες καλούνται να περιμένουν, η Λένα Γκρόουβ περπατά.
Ο Φώκνερ την παρουσιάζει ως αρχέτυπο του θηλυκού, σχεδόν μυθική στη γαλήνη και την επιμονή της. Όμως η θηλυκότητά της δεν είναι αδυναμία· είναι η πηγή της δύναμής της. Η μητρική της ταυτότητα, αντί να την περιθωριοποιεί, γίνεται το κέντρο της ύπαρξής της. Η άρνησή της να υποκύψει στην ντροπή ή στον οίκτο, ειδικά σε μια βαθιά πατριαρχική κοινωνία, αποτελεί φεμινιστική πράξη σιωπηλής αντίστασης.
Η παρουσία της Λένας στο μυθιστόρημα διαταράσσει τις βίαιες και βασανισμένες πορείες των ανδρών. Ενώ οι άνδρες καταρρέουν υπό το βάρος της ταυτότητας, της ενοχής και του παρελθόντος, η Λένα υπάρχει στο παρόν. Οδηγείται όχι από αγωνία, αλλά από ανάγκη. Αναπροσανατολίζει την αφήγηση προς τη δημιουργία, τη συνέχεια και τη ζωή, προσφέροντας αντίβαρο στις καταστροφικές ορμές της ανδρικής ταυτότητας.
Θα μπορούσε να ειπωθεί πως η Λένα δεν αντιστέκεται στο ανδρικό βλέμμα με το να το πολεμά, αντιστέκεται με το να το καθιστά άνευ σημασίας. Δεν επιτελεί το φύλο της για να ικανοποιήσει ή να προκαλέσει· το βιώνει αυθεντικά. Μέσω αυτής της στάσης, αποκαλύπτει την ευθραυστότητα της ανδρικής εξουσίας και ανακτά τον χώρο που της ανήκει.
Η Λένα δεν είναι ριζοσπαστική στην εμφάνιση ή στα λόγια της, αλλά στην επιμονή, την αυτοπεποίθηση και την ήσυχη άρνηση της να σβήσει. Διαλέγει την κίνηση αντί της αδράνειας, την αξιοπρέπεια αντί της ντροπής, τη ζωή αντί την απελπισία. Όπως είχαμε αναδείξει και σε προηγούμενο κείμενο για τον Φώκνερ, συζητώντας το Καθώς Ψυχορραγώ (εκδ. Gutenberg, μετάφραση Παναγιώτη Κεχαγιά): «οι γυναικείοι χαρακτήρες του [Φώκνερ] αν και είναι πολύ συχνά οι κεντρικές φιγούρες στα έργα του, παραμένουν λεκτικά αμέτοχες και εκφράζονται κυρίως μέσα από τα σώματά τους. Ενώ, οι άντρες στα μυθιστορήματα του Φώκνερ λένε, οι γυναίκες δείχνουν. Πως; Με το να είναι ή να μην είναι παρθένες, με το να εγκυμονούν ή όχι, και τέλος, με το να είναι νεκρές ή να μην είναι». Σε κάθε περίπτωση χαράσσοντας μία αξιοπρόσεκτη πορεία ή με τα λόγια της Λένας Γκρόουβ: «δεν έχω ούτε τέσσερις εβδομάδες στο δρόμο κι έφτασα ήδη στο Τζέφερσον. Κοίτα να δεις. Ένα κορμί μπορεί να φτάσει πολύ μακριά».
Όταν η Λένα πλησιάζει στο Τζέφερσον βλέπει τους καπνούς και ένα σπίτι στις φλόγες. Η φωτιά αυτή συνδέεται εμμέσως με την δική της υπόθεση, καθώς πρόκειται για ένα καθοριστικό συμβάν στην παράλληλη ιστορία του Τζο Κρίσμας. Παρά το αδιαμφισβήτητο λογοτεχνικό επίτευγμα που συντελείται στο Φως τον Αύγουστο, υπάρχει ως προς την δομή και την συνεκτικότητα αυτού του βιβλίου, μια αίσθηση αμφιβολίας που διεισδύει σχεδόν σε κάθε πρώτη ανάγνωση: Πού βρίσκεται η εσωτερική συνοχή του έργου; Τι συνδέει, τελικά, αυτά τα πρόσωπα και υφαίνει την πλοκή;
Το Φως τον Αύγουστο είναι ένα μυθιστόρημα που αναδεικνύει τη δική του αφηγηματική δομή με έναν μοναδικό τρόπο – όχι μέσα από συμμετρίες ή παραδοσιακές φόρμες, αλλά μέσα από την προβολή της διάσπασής του. Οι ασυνέπειες, οι αποκλίσεις, οι ασυμμετρίες και οι ανισορροπίες του δεν κρύβονται· αντιθέτως, επιδεικνύονται, γίνονται το ίδιο το σώμα του έργου. Εδώ ο Φώκνερ, αμφισβητεί κάποιες από τις πιο κραταιές προσδοκίες του μυθιστορηματικού είδους: την ύπαρξη ενός ενιαίου, κεντρικού αφηγήματος, την παρουσία ξακάθαρων πρωταγωνιστών και, πάνω απ’ όλα, την τυπική ενότητα και συνοχή.
Κι όμως, αυτή η διάσπαση δεν είναι τυχαία. Όπως ο ίδιος ο Φώκνερ παραδέχτηκε, το έργο είναι «βαρύ στο πάνω μέρος», μια ασυμμετρία που παρά την αποσπασματικότητά της, λειτουργεί ως μια μορφή οργάνωσης. Υπάρχει, μέσα στο ελκυστικό του χάος, μια επίμονη τάση για αλληλεπίδραση και ανταπόκριση. Η δομή δεν κρύβει τα σπασμένα της κομμάτια – μας προσκαλεί να τα δούμε ως την ίδια την ουσία του μυθιστορήματος.
Ο χρόνος στο Φως τον Αύγουστο δεν είναι γραμμικός. Η αφήγηση διασπάται σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και οπτικές γωνίες, δίνοντας την αίσθηση πως το παρελθόν και το παρόν είναι αδιαχώριστα μεταξύ τους, με το ένα καταλυτικό γεγονός του κλασσικού μυθιστορήματος να απουσιάζει. Όπως έχει επισημάνει ο Σαρτρ στο δοκίμιό του «Η χρονικότητα στον Φώκνερ», η μεταφυσική του Φώκνερ είναι μία μεταφυσική του χρόνου. «Το παρόν αναδύεται άγνωστο, κυνηγώντας ένα άλλο παρόν. Ο Φώκνερ φτιάχνει με την αφήγησή του ένα αθροιστικό σύνολο».
Η συνοχή στο Φως τον Αύγουστο δεν αφορά μόνο τα ατομικά βιώματα, αφορά κυρίως το κοινωνικό πλαίσιο. Η κληρονομιά της φυλετικής ανισότητας και του κοινωνικού αποκλεισμού συνεχίζει να διαμορφώνει τις επιλογές και τα όρια των χαρακτήρων. Το παρελθόν δεν είναι απλά μια ανάμνηση· είναι ένα ενεργό στοιχείο που καθορίζει το παρόν.
Το παρελθόν, άλλωστε – κατά το σαιξπηρικό what’s past is prologue – είναι πάντα ένας πρόλογος. Πρόλογοι, σαν κι αυτούς, στα έργα του Φώκνερ εμφανίζονται όχι με την σειρά που εξυπηρετεί την εξασκημένη στις συμβάσεις λογική μας, αλλά με την σειρά που υποδεικνύει το πυρακτωμένο ένστικτο ενός λογοτεχνικού κολοσσού. Ενός υπερβατικού μεσοπολεμικού μυθιστοριογράφου που κατέγραψε την οδύνη και την συντριβή στο τέμπο της αγωνίας.
Ακόμη κι ο τίτλος του έργου, αυτής της εγκόσμιας αλληγορίας που είναι το Φως τον Αύγουστο, επιδέχεται πολλές και διαφορετικές ερμηνείες. Οι εκδοχές αυτές δεν είναι στο σύνολό τους παρά μία και μόνη κατάφαση για την ύπαρξη της ανεπαίσθητης εκείνης εσωτερικής συνοχής, που είναι τελικά το κρυμμένο χαρτί αυτού του βιβλίου.
Θα μπορούσαμε να πούμε πως το Φως τον Αύγουστο συνδέεται με την περιγραφή του φωτός και την αποκαλυπτική στιγμή επίγνωσης που βιώνει ο Αιδεσιμότατος Γκέιλ Χάιταουερ, όταν βλέπει καθαρά τον εαυτό του· θα μπορούσαμε ακόμη να υιοθετήσουμε το ενδεχόμενο ο τίτλος να σημαίνει tobelightinAugust, μία ευχή αντίστοιχη του «καλή λευτεριά» προς τις εγκύους, την οποία όμως ο Φώκνερ απέρριψε, αποδίδοντας την προέλευσή του στην σπάνια ομορφιά του ατμοσφαιρικού αυγουστιάτικου φωτός, που δεν κρατά παρά λίγες ημέρες στον αμερικανικό Νότο.
Η διαρκής, ωστόσο, εικόνα στα δικά μου μάτια, το δικό μου Φως τον Αύγουστο, παραμένει η άσβεστη φωτιά που κατακαίει το σπίτι της Τζοάνα Μπέρντεν. Γιατί στον Φώκνερ δεν υπάρχει λύτρωση και το φως μπορεί να προμηνύει μονάχα την αποκάλυψη.
ΠΛΟΚΗ (Wikipedia)
Φωτογραφία ενός πραγματικού μύλου πλανίσματος της δεκαετίας του 1930, παρόμοιου με αυτόν που απεικονίζεται στο μυθιστόρημα.
Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται στον αμερικανικό Νότο τη δεκαετία του 1930, κατά την εποχή της ποτοαπαγόρευσης και των νόμων του Τζιμ Κρόου που νομιμοποίησαν τον φυλετικό διαχωρισμό στον Νότο. Ξεκινά με το ταξίδι της Λένα Γκρόουβ, μιας νεαρής εγκύου λευκής γυναίκας από το Ντόανς Μιλ της Αλαμπάμα, η οποία προσπαθεί να βρει τον Λούκας Μπερτς, τον πατέρα του αγέννητου παιδιού της. Αυτός έχει απολυθεί από τη δουλειά του στο Ντόανς Μιλ και έχει μετακομίσει στο Μισισιπή, υπόσχοντας να της στείλει μήνυμα όταν βρει νέα δουλειά. Μη έχοντας νέα από τον Μπερτς και παρενοχλούμενη από τον μεγαλύτερο αδερφό της για την νόθο εγκυμοσύνη της, η Λένα φεύγει και κάνοντας ωτοστόπ φτάνει στο Τζέφερσον του Μισισιπή, μια πόλη στην φανταστική κομητεία Γιοκναπατάουφα του Φόκνερ. Εκεί περιμένει να βρει τον Λούκας να εργάζεται σε ένα άλλο εργοστάσιο πλανίσματος , έτοιμο να την παντρευτεί. Όσοι τη βοηθούν στο τετράμηνο ταξίδι της είναι δύσπιστοι ότι ο Λούκας Μπερτς θα βρεθεί ή ότι θα τηρήσει την υπόσχεσή του όταν τον προλάβει. Όταν φτάνει στο Τζέφερσον, ο Λούκας είναι εκεί, αλλά έχει αλλάξει το όνομά του σε Τζο Μπράουν. Αναζητώντας τον Λούκας, η γλυκιά και εύπιστη Λένα συναντά τον ντροπαλό, ήπιο Μπάιρον Μπαντς, ο οποίος ερωτεύεται τη Λένα, αλλά νιώθει την υποχρέωση να τη βοηθήσει να βρει τον Τζο Μπράουν. Στοχαστικός και ήπια θρησκευόμενος, ο Μπάιρον είναι ανώτερος από τον Μπράουν από κάθε άποψη, αλλά η ντροπαλότητά του τον εμποδίζει να αποκαλύψει τα συναισθήματά του στη Λένα.
Στη συνέχεια, το μυθιστόρημα μεταβαίνει στη δεύτερη πλοκή, την ιστορία του συντρόφου των Lucas Burch/Joe Brown, Joe Christmas. Ο σκυθρωπός, ψυχοπαθής Christmas δραπετεύει εδώ και χρόνια, από τότε τραυματίζοντας, ίσως και σκοτώνοντας, τον αυστηρό Πρεσβυτεριανό θετό πατέρα του. Αν και έχει ανοιχτόχρωμο δέρμα, ο Christmas υποψιάζεται ότι είναι αφροαμερικανικής καταγωγής. Κατακλυσμένος από οργή, είναι ένας πικραμένος απόκληρος που περιπλανιέται ανάμεσα στην κοινωνία των μαύρων και των λευκών, προκαλώντας συνεχώς καβγάδες τόσο με μαύρους όσο και με λευκούς. Ο Christmas έρχεται στο Jefferson τρία χρόνια πριν από τα κεντρικά γεγονότα του μυθιστορήματος και πιάνει δουλειά στο εργοστάσιο όπου εργάζονται ο Byron, και αργότερα ο Joe Brown.
Η δουλειά στο μύλο αποτελεί προκάλυμμα για την επιχείρηση λαθρεμπορίου του Christmas, η οποία είναι παράνομη βάσει της ποτοαπαγόρευσης. Έχει σεξουαλική σχέση με την Joanna Burden, μια ηλικιωμένη γυναίκα που κατάγεται από μια πρώην ισχυρή οικογένεια υπέρμαχων της κατάργησης της δουλείας, την οποία η πόλη περιφρονεί ως τσιγκούνηδες . Αν και η σχέση τους είναι παθιασμένη στην αρχή, η Joanna μπαίνει σε εμμηνόπαυση και στρέφεται στη θρησκεία, κάτι που απογοητεύει και εξοργίζει τον Christmas. Στο τέλος της σχέσης της με τον Christmas, η Joanna προσπαθεί να τον αναγκάσει, υπό την απειλή όπλου, να γονατίσει και να προσευχηθεί. Η Joanna δολοφονείται λίγο αργότερα: ο λαιμός της κόβεται και σχεδόν αποκεφαλίζεται.
Το μυθιστόρημα αφήνει τους αναγνώστες αβέβαιους για το αν ο δολοφόνος είναι ο Τζο Κρίσταμς ή ο Τζο Μπράουν. Ο Μπράουν είναι ο επιχειρηματικός συνεργάτης του Κρίσταμς στο λαθρεμπόριο και φεύγει από το φλεγόμενο σπίτι της Τζοάνα όταν ένας περαστικός αγρότης σταματά για να ερευνήσει και να τραβήξει το σώμα της Τζοάνα από τη φωτιά. Ο σερίφης αρχικά υποψιάζεται τον Τζο Μπράουν, αλλά ξεκινά ανθρωποκυνηγητό για τον Κρίσταμς αφού ο Μπράουν ισχυρίζεται ότι ο Κρίσταμς είναι μαύρος. Το ανθρωποκυνηγητό είναι άκαρπο μέχρι που ο Κρίσταμς φτάνει απροκάλυπτος στο Μότσταουν, μια γειτονική πόλη. Επιστρέφει στο Τζέφερσον, χωρίς πλέον να τρέχει. Στο Μότσταουν, συλλαμβάνεται και φυλακίζεται, και στη συνέχεια μεταφέρεται στο Τζέφερσον. Οι παππούδες του φτάνουν στην πόλη και επισκέπτονται τον Γκέιλ Χάιταουερ, τον ατιμασμένο πρώην ιερέα της πόλης και φίλο του Μπάιρον Μπαντς. Ο Μπαντς προσπαθεί να πείσει τον Χάιταουερ να δώσει στον φυλακισμένο Τζο Κρίσταμς ένα άλλοθι, αλλά ο Χάιταουερ αρχικά αρνείται. Αν και ο παππούς του θέλει να λιντσάρει τον Κρίσταμς, η γιαγιά του τον επισκέπτεται στις φυλακές του Τζέφερσον και τον συμβουλεύει να ζητήσει βοήθεια από τον Χάιταουερ. Καθώς η αστυνομία τον συνοδεύει στο τοπικό δικαστήριο, ο Κρίσταμς δραπετεύει και τρέχει στο σπίτι του Χάιταουερ. Ένας παιδαριωδώς σκληρός λευκός εκδικητής, ο Πέρσι Γκριμ, τον ακολουθεί εκεί και, παρά την διαμαρτυρία του Χάιταουερ, πυροβολεί τον Κρίστμας. Έχοντας επιτέλους συνέλθει, ο Χάιταουερ απεικονίζεται να πέφτει σε μια λιποθυμία που μοιάζει με θάνατο, με όλη του τη ζωή να περνάει μπροστά στα μάτια του, συμπεριλαμβανομένων των προηγούμενων περιπετειών του παππού του από τη Συνομοσπονδία , ο οποίος σκοτώθηκε ενώ έκλεβε κοτόπουλα από το υπόστεγο ενός αγρότη.
Πριν από την απόπειρα απόδρασης του Christmas, ο Hightower μεταφέρει το παιδί της Lena και την ίδια στην καλύβα όπου έμεναν ο Brown και ο Christmas πριν από τη δολοφονία, και ο Byron κανονίζει να έρθουν να τη δουν οι Brown/Burch. Ο Brown εγκαταλείπει ξανά τη Lena, αλλά ο Byron τον ακολουθεί και τον προκαλεί σε καβγά. Ο Brown νικάει τον πιο γενναίο και μικρότερο Byron, στη συνέχεια επιτίθεται επιδέξια σε ένα κινούμενο τρένο και εξαφανίζεται. Στο τέλος της ιστορίας, ένας ανώνυμος άντρας μιλάει στη γυναίκα του για δύο ξένους που βρήκε σε ένα ταξίδι στο Τενεσί, αφηγούμενος ότι η γυναίκα είχε ένα παιδί και ο άντρας δεν ήταν ο πατέρας. Αυτοί ήταν η Lena και ο Byron, οι οποίοι έκαναν μια αναζήτηση για τον Brown, και τελικά τους αφήνουν στο Τενεσί.
Λόγω του νατουραλιστικού, βίαιου θέματός του και της εμμονής του με τα φαντάσματα του παρελθόντος, το "Φως τον Αύγουστο" χαρακτηρίζεται ως ένα γοτθικό μυθιστόρημα του Νότου, ένα είδος που επίσης ενσαρκώνεται από τα έργα του σύγχρονου του Φόκνερ, Κάρσον ΜακΚάλερς , και από μεταγενέστερους συγγραφείς του Νότου, όπως η Φλάνερι Ο'Κόνορ και ο Τρούμαν Καπότε . Ωστόσο, κριτικοί όπως η Νταϊάν Ρόμπερτς και ο Ντέιβιντ Ρ. Τζάραγουεϊ θεωρούν τη χρήση από τον Φόκνερ τροπών του γοτθικού είδους του Νότου , όπως το ερειπωμένο σπίτι της φυτείας και η εστίαση στο μυστήριο και τον τρόμο, ως ένα συνειδητό μοντερνιστικό σχόλιο για την "διαστρεβλωμένη σχέση του ανθρώπου με το παρελθόν" και την αδυναμία προσδιορισμού της πραγματικής ταυτότητας.
Σύμφωνα με τον Daniel Joseph Singal, το λογοτεχνικό ύφος του Faulkner εξελίχθηκε σταδιακά από τη βικτωριανή εποχή του 19ου αιώνα σε μοντερνιστική, με το "Φως τον Αύγουστο" να βασίζεται περισσότερο στην παράδοση του δεύτερου. Το μυθιστόρημα χαρακτηρίζεται από τη γοητεία του μοντερνισμού με τις πολικότητες - φως και σκοτάδι, καλό και κακό - το βάρος της ιστορίας στο παρόν και τη διάσπαση της προσωπικής ταυτότητας. Η πλοκή χωρίζεται επίσης σε δύο ρεύματα, το ένα εστιάζει στη Λένα Γκρόουβ και το άλλο στον Τζο Κρίστμας, μια τεχνική που ο Faulkner συνέχισε να χρησιμοποιεί σε άλλα έργα. Η αφήγηση δεν είναι δομημένη με κάποια συγκεκριμένη σειρά, καθώς συχνά διακόπτεται από μακροσκελές αναδρομές στο παρελθόν και μετατοπίζεται συνεχώς από τον έναν χαρακτήρα στον άλλο. Αυτή η έλλειψη οργάνωσης και αφηγηματικής συνέχειας αντιμετωπίστηκε αρνητικά από ορισμένους κριτικούς. Όπως και στα άλλα μυθιστορήματά του, ο Faulkner χρησιμοποιεί στοιχεία προφορικής αφήγησης, επιτρέποντας σε διαφορετικούς χαρακτήρες να προσδώσουν φωνή στην αφήγηση με το δικό τους ξεχωριστό νότιο ιδίωμα. Σε αντίθεση με ορισμένα άλλα μυθιστορήματα της Κομητείας Γιοκναπατάουφα, το "Φως τον Αύγουστο" δεν βασίζεται αποκλειστικά στην αφήγηση μέσω ροής συνείδησης , αλλά ενσωματώνει επίσης διάλογο και έναν παντογνώστη αφηγητή σε τρίτο πρόσωπο που αναπτύσσουν την ιστορία.
Ο τίτλος αναφέρεται στην πυρκαγιά του σπιτιού που βρίσκεται στο επίκεντρο της ιστορίας. Ολόκληρο το μυθιστόρημα περιστρέφεται γύρω από ένα γεγονός, την πυρκαγιά, η οποία είναι ορατή από χιλιόμετρα τριγύρω και συμβαίνει τον Αύγουστο.
Μερικοί κριτικοί έχουν υποθέσει ότι η έννοια του τίτλου προέρχεται από την καθομιλουμένη χρήση της λέξης «φως» που σημαίνει γέννα —συνήθως χρησιμοποιείται για να περιγράψει πότε μια αγελάδα θα γεννήσει και θα γίνει ξανά «φωτεινή»— και το συνδέουν αυτό με την εγκυμοσύνη της Λένα. Μιλώντας για την επιλογή του τίτλου, ο Φόκνερ αρνήθηκε αυτή την ερμηνεία και δήλωσε:
... τον Αύγουστο στο Μισισιπή υπάρχουν μερικές μέρες κάπου στα μέσα του μήνα όταν ξαφνικά υπάρχει μια πρόγευση φθινοπώρου, είναι δροσιά, υπάρχει μια λάμψη, μια απαλή, φωτεινή ποιότητα στο φως, σαν να μην προέρχεται μόνο από σήμερα αλλά από την παλιά κλασική εποχή. Μπορεί να έχει φαύνους και σάτυρους και τους θεούς και - από την Ελλάδα, από τον Όλυμπο κάπου μέσα. Διαρκεί μόνο για μία ή δύο μέρες, μετά χάνεται ... ο τίτλος μου θύμισε εκείνη την εποχή, μια φωτεινότητα παλαιότερη από τον χριστιανικό μας πολιτισμό."
Μέσα στο ίδιο το μυθιστόρημα, ο τίτλος αναφέρεται στον Γκέιλ Χάιταουερ όταν κάθεται στο παράθυρο του γραφείου του περιμένοντας το επαναλαμβανόμενο όραμα της τελευταίας επιδρομής του παππού του. Το όραμα συμβαίνει πάντα «εκείνη τη στιγμή που όλο το φως έχει χαθεί από τον ουρανό και θα ήταν νύχτα αν δεν υπήρχε εκείνο το αχνό φως που τα φύλλα της ημέρας και το γρασίδι αιφνιδιάζουν απρόθυμα, κάνοντας ακόμα λίγο φως στη γη παρόλο που η ίδια η νύχτα έχει έρθει». Η ιστορία που τελικά θα γινόταν το μυθιστόρημα, που ξεκίνησε ο Φόκνερ το 1931, είχε αρχικά τον τίτλο «Σκοτεινό Σπίτι» και ξεκινούσε με τον Χάιταουερ να κάθεται σε ένα σκοτεινό παράθυρο στο σπίτι του. Ωστόσο, μετά από ένα αδιάφορο σχόλιο της συζύγου του Εστέλ σχετικά με την ποιότητα του φωτός τον Αύγουστο, ο Φόκνερ άλλαξε τον τίτλο.
Όλοι οι πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος είναι απροσάρμοστοι και κοινωνικά απόκληροι, περιτριγυρισμένοι από μια απρόσωπη και σε μεγάλο βαθμό ανταγωνιστική αγροτική κοινότητα, η οποία αναπαρίσταται μετωνυμικά μέσω δευτερευόντων ή ανώνυμων χαρακτήρων. Η Τζοάννα Μπέρντεν και ο Αιδεσιμότατος Χάιταουερ καταδιώκονται από τους κατοίκους του Τζέφερσον για χρόνια, σε μια αποτυχημένη προσπάθεια να τους κάνουν να φύγουν από την πόλη. Ο Μπάιρον Μπαντς, αν και πιο αποδεκτός στο Τζέφερσον, εξακολουθεί να θεωρείται μυστήριο ή απλώς παραβλέπεται. Τόσο ο Τζο Κρίσταμς όσο και η Λένα Γκρόουβ είναι ορφανά, ξένοι στην πόλη και κοινωνικά απόκληροι, αν και ο πρώτος προκαλεί θυμό και βία στην κοινότητα, ενώ η δεύτερη περιφρονείται αλλά λαμβάνει γενναιόδωρη βοήθεια στα ταξίδια της. Σύμφωνα με τον Κλίνθ Μπρουκς , αυτή η αντίθεση μεταξύ του Τζο και της Λένα είναι μια ποιμενική αντανάκλαση ολόκληρου του φάσματος της κοινωνικής αποξένωσης στη σύγχρονη κοινωνία. [ 12 ]
Υπάρχουν ποικίλες παραλληλίες με τις χριστιανικές γραφές στο μυθιστόρημα. Η ζωή και ο θάνατος του Τζο Κρίσταμς θυμίζουν τα πάθη του Χριστού , η Λένα και το ορφανό παιδί της παραλληλίζονται με τη Μαρία και τον Χριστό, και ο Μπάιρον Μπαντς ενεργεί ως η μορφή του Ιωσήφ . Χριστιανικές εικόνες όπως η τεφροδόχος, ο τροχός και η σκιά, μπορούν να βρεθούν σε όλο το μυθιστόρημα.
Το «Φως τον Αύγουστο» έχει 21 κεφάλαια, όπως και το Ευαγγέλιο του Αγίου Ιωάννη . Όπως επισημαίνει η Virginia V. James Hlavsa, κάθε κεφάλαιο στο βιβλίο του Faulkner αντιστοιχεί σε θέματα στο βιβλίο του Ιωάννη. Για παράδειγμα, η επίμονη πίστη της Λένα στον «λόγο» του Λουκά, που είναι, άλλωστε, ο πατέρας, απηχεί το περίφημο ρητό του Ιωάννη «Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεό». Το Κατά Ιωάννην 5, η θεραπεία του κουτσού άνδρα με βύθιση, αντικατοπτρίζεται στην επανειλημμένη βύθιση του Χριστού σε υγρά. Η διδασκαλία στον ναό στο Κατά Ιωάννην 7 αντικατοπτρίζεται στις προσπάθειες του McEachern να διδάξει στον Χριστό την κατήχησή του . Η σταύρωσησυμβαίνει στο Κατά Ιωάννην 19, το ίδιο κεφάλαιο στο οποίο ο Κρίστμας σφαγιάζεται και ευνουχίζεται. Ωστόσο, οι χριστιανικές αναφορές είναι σκοτεινές και ανησυχητικές - η Λένα προφανώς δεν είναι παρθένα, ο Κρίστμας είναι δολοφόνος - και μπορεί να θεωρηθούν καταλληλότερα ως παγανιστικά είδωλα που λατρεύονται λανθασμένα ως άγιοι.
Ο Φόκνερ θεωρείται ένας από τους κορυφαίους Αμερικανούς συγγραφείς για τις φυλές στις Ηνωμένες Πολιτείες , και τα μυθιστορήματά του, συμπεριλαμβανομένου του "Φως τον Αύγουστο" , συχνά εξερευνούν την επίμονη εμμονή με το αίμα και τη φυλή στον Νότο, η οποία έχει μεταφερθεί από την προπολεμική εποχή στον 20ό αιώνα. [ 16 ] Ο Κρίστμας έχει ανοιχτόχρωμο δέρμα, αλλά θεωρείται ξένος από τους ανθρώπους που συναντά, και τα παιδιά στο ορφανοτροφείο όπου μεγάλωσε τον αποκαλούσαν "νέγρο". Η πρώτη αναφορά σε αυτόν όμως δεν γίνεται από αυτά τα παιδιά, αλλά από τη διαιτολόγο που του έδωσε ένα δολάριο για να μην πει για την ερωτική της περιπέτεια με έναν ασκούμενο γιατρό. Ωστόσο, οι υποψίες πρέπει να πέσουν στον Ντοκ Χάινς, τον διαταραγμένο παππού του Τζο, ο οποίος τον έβαλε στο ορφανοτροφείο και είναι αυτός που μπορεί να ψιθύρισε το ψέμα για την καταγωγή του μικρού αγοριού στα άλλα παιδιά. Εξαιτίας αυτού, ο Τζο Κρίσταμς έχει εμμονή με την ιδέα ότι έχει λίγο αφροαμερικανικό αίμα, κάτι που ο Φόκνερ δεν επιβεβαιώνει ποτέ, και θεωρεί την καταγωγή του ως προπατορικό αμάρτημα που έχει μολύνει το σώμα και τις πράξεις του από τη γέννησή του. Λόγω της εμμονικής του πάλης με τις δίδυμες ταυτότητές του, μαύρο και άσπρο, ο Κρίσταμς ζει τη ζωή του πάντα στο δρόμο. Το μυστικό της μαυρίλας του είναι κάτι που απεχθάνεται αλλά και λατρεύει. Συχνά λέει πρόθυμα στους λευκούς ότι είναι μαύρος για να δει τις ακραίες αντιδράσεις τους και γίνεται βίαιος όταν μια λευκή γυναίκα από τον Βορρά αντιδρά αδιάφορα. Αν και ο Κρίσταμς είναι ένοχος για βίαια εγκλήματα, ο Φόκνερ τονίζει ότι βρίσκεται υπό την επιρροή κοινωνικών και ψυχολογικών δυνάμεων που είναι πέρα από τον έλεγχό του και τον αναγκάζουν να αναπαραστήσει τον ρόλο του μυθικού μαύρου δολοφόνου και βιαστή από την ιστορία του Νότου.
Ο Κρίστμας αποτελεί παράδειγμα του πώς το να υπάρχει κανείς εκτός κατηγοριοποίησης, όντας ούτε μαύρος ούτε λευκός, γίνεται αντιληπτό ως απειλή από την κοινωνία που μπορεί να συμφιλιωθεί μόνο με τη βία. Δεν γίνεται επίσης αντιληπτός ούτε ως άνδρας ούτε ως γυναίκα, όπως ακριβώς η Τζοάνα Μπέρντεν, την οποία ο Φόκνερ παρουσιάζει ως «αρρενοποιημένη», δεν είναι ούτε άνδρας ούτε γυναίκα και απορρίπτεται από την κοινότητά της. Εξαιτίας αυτού, ένας πρώιμος κριτικός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η μαυρότητα και οι γυναίκες ήταν οι «‘δίδυμες Ερινύες της Φόκνεριανής βαθιάς Νότιας Έρημης Χώρας’» και αντανακλούσε την εχθρότητα του Φόκνερ απέναντι στη ζωή.
Ωστόσο, ενώ οι γυναίκες και οι μειονότητες θεωρούνται και οι δύο «ανατρεπτικές» και περιορίζονται από την πατριαρχική κοινωνία που απεικονίζεται στο μυθιστόρημα, η Λένα Γκρόουβ μπορεί να ταξιδεύει με ασφάλεια και να φροντίζεται από ανθρώπους που την μισούν και την εμπιστεύονται, επειδή εκμεταλλεύεται τον συμβατικό κανόνα ότι οι άνδρες είναι υπεύθυνοι για την ευημερία μιας γυναίκας. Έτσι, είναι η μόνη ξένη που δεν αποξενώνεται και δεν καταστρέφεται από τους κατοίκους του Τζέφερσον, επειδή η κοινότητα την αναγνωρίζει ως την ενσάρκωση της φύσης και της ζωής. Αυτή η ρομαντική άποψη για τις γυναίκες στο μυθιστόρημα υποστηρίζει ότι οι άνδρες έχουν χάσει την αθώα σύνδεσή τους με τον φυσικό κόσμο, ενώ οι γυναίκες την κατέχουν ενστικτωδώς.
Στο «Φως τον Αύγουστο», όπως και στα περισσότερα άλλα μυθιστορήματα που διαδραματίζονται στην κομητεία Γιοκναπατάουφα, ο Φόκνερ επικεντρώνεται κυρίως στους φτωχούς λευκούς Νότιους, τόσο από τις ανώτερες όσο και από τις κατώτερες τάξεις, που αγωνίζονται να επιβιώσουν στην κατεστραμμένη μεταπολεμική οικονομία του Νότου. Οι χαρακτήρες στο «Φως τον Αύγουστο» —οι οποίοι προέρχονται κυρίως από τις κατώτερες τάξεις, με εξαίρεση τον Αιδεσιμότατο Χάιταουερ και την Τζοάνα Μπέρντεν— ενώνονται από τη φτώχεια και τις πουριτανικές αξίες που τους κάνουν να βλέπουν με περιφρόνηση μια ανύπαντρη μητέρα όπως η Λένα Γκρόουβ. Ο Φόκνερ δείχνει την περιοριστικότητα και την επιθετικότητα του πουριτανικού τους ζήλου, που τους έχει προκαλέσει «παραμόρφωση» στον αγώνα τους ενάντια στη φύση.