Γράφει ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Όποτε έχουμε να κάνουμε με έργα ανατρεπτικώς μεγαλειώδη και μεγαλειωδώς ανατρεπτικά (Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, Οδυσσέας, Το μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης, κτλ), εμείς οι νουνεχείς και σώφρονες βιβλιομανείς φροντίζουμε, ασφαλώς και αυτοδικαίως, να στέλνουμε την έννοια του σπόιλερ να πάει στη γωνία να δει αν ερχόμαστε, της λέμε να πάει από εκεί όπου ήρθε, εν άλλοις λόγοις τη στέλνουμε στον αγύριστο, αδιαφορώντας παγερά για τα περί πολιτικής ορθότητας, κατά συνέπειαν και εν προκειμένω στην παρούσα δοξολογία, διότι περί δοξολογίας πρόκειται, σπεύδω να αρχίσω από το τέλος, ήγουν από τις ακροτελεύτιες φράσεις του πιο πρόσφατου (2024), και εικοστού πρώτου μάλιστα, βιβλίου που προσφέρει στη σχεδόν αποδιαρθρωμένη ανθρωπότητα, και με τίτλο Zsömle odavan (εκδόσεις Magvető), ο τετιμημένος με το φετινό Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, Λάσλο Κράσναχορκαϊ (László Krasnahorkai, 05. 01.1954), βιβλίο το οποίο, λόγω της τόσον εκπληκτικής δημοφιλίας του Ούγγρου συγγραφέα στη χώρα μας, μεταφράστηκε στα ελληνικά προτού μεταφραστεί σε οιαδήποτε άλλη γλώσσα και κυκλοφορεί αυτές τις μέρες στα βιβλιοπωλεία μας, με τίτλο Πάει και το φραντζολάκι, και με τις φροντίδες της ανεπίληπτης μεταφράστριας Μανουέλας Μπέρκι και των λίαν εκλεκτών εκδόσεων Πόλις, ήγουν έχουμε μια παγκόσμια πρώτη που τα μάλα μας χαροποιεί, ιδίως μάλιστα καθόσον πρόκειται για έναν, κατά τη γνώμη μου, ύψιστο ύμνο στην ελευθερία, σπάνιο γεγονός στους αχαρακτήριστους καιρούς μας, έναν ανυπέρβλητο εκθειασμό της αυτονομίας και του αυτοκαθορισμού, όπως μας βεβαιώνουν με τρόπο έξοχο οι προειρημένες ακροτελεύτιες φράσεις/αράδες του βιβλίου:
οπότε ακούστηκε το φημισμένο τραγούδι των ΑΒΒΑ κάπου στο κτίριο, το
GIMME! GIMME! GIMME!
, με αναφορά στην ευχάριστη διάθεση της παραμονής των Χριστουγέννων, τότε κατέβασε το σκυλάκι χάμω, έβαλε μπροστά το ηλεκτρικό κατσαβίδι συνδέοντάς το με την επέκταση, ύστερα άρχισε να βγάζει από το πλαίσιο του παραθύρου μία μία τις βίδες που κρατούσαν τα κάγκελα και, όταν τελείωσε, κατέβασε τα κάγκελα, άνοιξε διάπλατα το παράθυρο, τράβηξε το τραπέζι από το κρεβάτι μέχρι το παράθυρο, έπειτα τράβηξε με κόπο και το κρεβάτι, ξαναπήρε το σκυλί στην αγκαλιά του και με αρκετή προσπάθεια σκαρφάλωσε πρώτα στο κρεβάτι, από εκεί στο τραπέζι, και από εκεί, σφίγγοντας δυνατά το Φραντζολάκι, που έτρεμε από την αγωνία της ευτυχίας, ανέβηκε μαζί του στο ανοιχτό παράθυρο, πήρε μια βαθιά ανάσα και του είπε πιάσου καλά.

Τι έχει προηγηθεί από αυτή τη θεσπέσια πτήση προς την ελευθερία, μια πτήση που θυμίζει τον μέγιστο δραπέτη Ανρί Σαριέρ, τον θρυλικό Πεταλούδα, θυμάσαι; Διακόσιες ογδόντα πυκνογραμμένες σελίδες έχουν προηγηθεί, χωρισμένες σε έντεκα σχεδόν ισομεγέθη μέρη, έκαστο των οποίων αποτελείται από μία και μόνο παράγραφο, κατά το γνωστό καταιγιστικό λασλικό τρόπο αυτού του μετρ του μακροπερίοδου λόγου, ενός λόγου που κατ᾽ ουσίαν κοπιάρει και αναπλάθει γόνιμα τις συνειρμικές διαδικασίες της σκέψης, διαδικασίες οι οποίες ωθούν τον νου σε τινάγματα εδώ κι εκεί, σε φλασμπάκ και φλασφόργουρντ, απεχθανόμενες (οι εν λόγω διαδικασίες) τις πολλές τελείες, ενώ αρέσκονται σε μηρυκασμούς και αναμηρυκασμούς, σε επαναλήψεις και αναμασήματα, ούτως ώστε να προκαλείται ανάσχεση της επιθετικής ροής του χρόνου, να λειτουργεί ευκλεώς ο μηχανισμός της μνήμης, να φέρνει καρπούς η εξιχνίαση αναμνήσεων που έμοιαζαν αναποκρυπτογράφητες, που σημαίνει ότι ο τρόπος του Λάσλο είναι, αν μη τι άλλο, ανθρώπινος, βαθιά ανθρώπινος, για να θυμηθούμε και τον Νίτσε, όπερ έδει δείξαι.

Στις εν λόγω διακόσιες ογδόντα πυκνογραμμένες σελίδες, ξεδιπλώνεται η ιστορία ενός κυρίου ενενήντα ενός ετών, γεννημένου, όπως και ο Λάσλο, στις 5, και όχι στις 6, όπως εκ παραδρομής, ενδεχομένως και λόγω συγχύσεως σύγχυση την οποία μπορούμε κάλλιστα να καταλογίσουμε στη λίαν προχωρημένη ηλικία του κεντρικού πρωταγωνιστή που ακούει μεν στο όνομα Γιόζεφ Κάντα, επιμένει όμως να τον φωνάζουν θείο Γιόζι, αλλά και, όταν παίρνει ανάποδες και, σύμφωνα με κάποια έγγραφα, καθώς και με το αδιανότητο, ώρες-ώρες, παραλήρημά του, να τον προσφωνούν Ιωσήφ Α ́ του οίκου του Άρπαντ, μιας και είναι πεπεισμένος, και πείθονται και άλλοι, ιδιοτελέστατα οι πιο πολλοί, και μόνον ένας ανιδιοτελώς, ότι δεν είναι άλλος από τον εγγονό του εγγονού του Τζένγκις Χαν, και κατά συνέπειαν (!) οφείλει να ενθρονιστεί, διότι έχει ήδη στεφθεί, όπως διατείνεται, και όπως διατίθεται να αποδείξει με έγγραφα και τεκμήρια, βασιλεύς της Ουγγαρίας, όχι για κανέναν άλλον λόγο αλλά από αγάπη για τούτη τη χώρα, προκειμένου να εξέλθει, η χώρα, από το χάος και την κατάντια, σύμφωνα με το πρόγραμά του, το οποίο εξαγγέλει ότι:
όταν ο εξαναγκασμός δεν θα ισοδυναμεί με βία αλλά με παράδειγμα, με το οποίο ο βασιλεύς και η βασιλική αυλή και κάθε επίλεκτος για την προώθηση της ευδαιμονίας της Ιερής Ουγγρικής Γης θα επιδεικνύει τέτοιο ηθικό παράδειγμα, το οποίο θα διαφοροποιήσει τη διάθεση των ανθρώπων στη ζωή τους μέχρι τούδε, δεν θα σκέπτονται συνεχώς το έχειν, διότι τώρα όλοι σκέπτονται το έχειν, κανένα δεν ενδιαφέρει οτιδήποτε άλλο, παρά μόνο πώς θα αποκτήσουν όλο και περισσότερα, περισσότερα, περισσότερα και ακόμα περισσότερα, ζούμε χάρη στο χρήμα, λέγουν κυνικά, και πιστεύουν ότι έχουν δίκιο, και γι’ αυτό ακριβώς είναι ικανοί να διαπράξουν και τις πιο ποταπές πράξεις, στην αρχή διαπράττουν μόνο μικρές αμαρτίες, αλλά αφού επέτρεψαν στον εαυτό τους την πρώτη, ακολουθούν και οι άλλες, γι’ αυτούς δεν λειτουργούν πια οι περιορισμοί
Τρέχα γύρευε, ο Λάσλο όμως, καταφέρνει δεξιοτεχνικά να δείξει πού ζούμε, ήγουν στον καιρό των διασαλευμένων και ανισόρροπων που κυβερνούν ή φιλοδοξούν να κυβερνήσουν, ενώ κατακεραυνώνει αδυσώπητα, μέσω των λεγομένων όσων παρελαύνουν από τις σελίδες τούτου του σπαρταριστά σπαραχτικού και σπαραχτικά σπαρταριστού έργου, όλους όσοι εποφθαλμιούν την εξουσία, όλους όσοι ζουν ζωές καταρρακωμένες και είναι παραδείγματα οικτρά, καίτοι επικίνδυνα, αυτού που ο Κορνήλιος Καστοριάδης αποκάλεσε, με σφριγηλή διορατικότητα, άνοδο της ασημαντότητας, ενώ μάλιστα δεικνύει, και με αυτό το έργο του, το Φραντζολάκι, ότι πλέον η ελπίς δεν σκιρτάει παρά μονάχα στους καλούς καγαθούς, στους τύπου Πρίγκιπας Μίσκιν, αλλά και στον περιπλανώμενο αοιδό και τροβαδούρο του βιβλίου, που είναι ο ένας και μοναδικός, μαζί με τον θείο Γιόζι, αντάξιος του Μίσκιν, και επίσης αντάξιος άλλων ηρώων από άλλα βιβλία του Λάσλο (Βαλούσκα, Φλόριαν, Κόριμ), και συμπτωματικώς (;) ακούει στο ίδιο όνομα με τον συγγραφέα, ήτοι Λάσλο Κράσναχορκαϊ, κόλπο που έχει κάνει βεβαίως και ο Μισέλ Ουελμπέκ, ήγουν να έχει ήρωα στα βιβλία του που να ακούει στο όνομα Μισέλ Ουελμπέκ, κι ας μην λησμονήσω κλείνοντας τη δοξολογία τούτη να πω ότι καλόν είναι να διαβάσει ο αξιαγάπητος και αξιότιμος αναγνώστης του Λάσλο, παράλληλα με το Φραντζολάκι, το ελαχίστων σελίδων αλλά υψίστης σημασίας πόνημα Ο Πρόεδρος Σρέμπερ του τιτάνα Ζίγκμουντ Φρόιντ (μτφρ. Βασίλης Πατσογιάννης, εκδ. Πλέθρον), καθόσονπαράλληλοι οι Γιόζεφ Κάντα και Πρόεδρος Σρέμπερ, και επίσης να τονίσω ότι το εύγλωττο μότο του βιβλίου είναι: Εγώ σας είχα προειδοποιήσει, καθώς και να σημειώσω, διότι ο ίδιος ο Κράσναχορκαϊ το σημειώνει στη Σελίδα Ευχαριστιών, ότι οφείλει πολλά στον συγγραφέα που προλόγισε την εποχή μας και τη λογοτεχνία της εποχής μας, τον μέγιστο Τόμας Πίντσον!
ΥΓ. Και λίγα λέω.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου