Το νέο μυθιστόρημα του Χρήστου Αστερίου Η θεραπεία των αναμνήσεων που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις μπορεί να διαβαστεί σε πολλά επίπεδα. Ο ίδιος ο τρόπος που είναι χωρισμένο, Το χρονικό μιας πτώσης, Σημειώσεις για τη ζωή μου και Η θεραπεία των αναμνήσεωνορίζει και τις διαφορετικές του παραμέτρους.
Στο πρώτο μέρος, εξαιρετικές παρατηρήσεις τόσο για τον χρόνο που περνά, τα γηρατειά που πλησιάζουν ως απειλή, το τέλος μιας σχέσης αλλά και για το χιούμορ. Ο ήρωάς του, γνωστός συγγραφέας που έχει ασχοληθεί με τη standup comedy, καταρρέει σε μια παρουσίαση κάτι που τον οδηγεί σε μια μεγάλη ενδοσκόπηση.
Στη συνέχεια ένας απρόσμενος έρωτας, ο θάνατος τού πατέρα και ένας γρίφος για τη ζωή του που πρέπει να λύσει, οδηγούν το μυθιστόρημα σε άλλους δρόμους, όπου δεν λείπει και το σασπένς της ανακάλυψης.
Εξαιρετική γραφή και πρωτότυπη πλοκή, πολλές σκέψεις που αποτελούν τροφή για προβληματισμό, σε ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ελληνικά μυθιστορήματα που διαβάσαμε τον τελευταίο καιρό.
Ο Χρήστος Αστερίου, από βιβλίο σε βιβλίο, σίγουρα δεν επαναλαμβάνεται και έχει πάντα μια νέα οπτική για τη ζωή να μοιραστεί μαζί μας.
Πώς επιλέξατε το νέο σας μυθιστόρημα να διαδραματίζεται εκτός Ελλάδος;
Από τον νεαρό Νίκο Μπουζιάνη, πατέρα του κεντρικού πρωταγωνιστή, ο οποίος γοητεύεται από την τζαζ που παίζουν οι Αμερικανοί του Έκτου στόλου στις πλατείες του Πειραιά, και την περιπέτεια της μετανάστευσής του, ως την άγνωστη ιστορία της ελληνικής κοινότητας του Ουάσιγκτον Χάιτς, η Αμερική παίζει καταλυτικό ρόλο στο μυθιστόρημα. Κυρίως γιατί είναι ένας τόπος συνώνυμος της ελευθερίας (τουλάχιστον για κάποια από τα πρόσωπα της ιστορίας) αλλά κι επειδή προσφέρεται για την ανάπτυξη του μύθου. Μεγάλο μέρος του τρίτου κεφαλαίου διαδραματίζεται, ωστόσο, στην Ελλάδα.
Μπορούν όντως οι αναμνήσεις να λειτουργήσουν θεραπευτικά ή υπάρχει ο κίνδυνος να μας εγκλωβίσει η νοσταλγία στο παρελθόν;
Ο τίτλος του βιβλίου παραπέμπει σε μια υπαρκτή θεραπεία για το Αλτσχάιμερ κατά την οποία οι ανοϊκοί ασθενείς υποβοηθούνται, με συγκεκριμένες τεχνικές, να θυμηθούν. Συνήθως οδηγούνται σε ειδικά διαμορφωμένα δωμάτια, ένα είδος θεματικών πάρκων του παρελθόντος, όπου όλα είναι φερμένα από περασμένες δεκαετίες: αντικείμενα, μουσικές, φαγητά. Δεν υπάρχει καμία δόση νοσταλγίας στην όλη υπόθεση, παρά μόνο μια στιγμιαία επιστροφή στο παρελθόν, μια φευγαλέα ανάκτηση της μνήμης που δρα ανακουφιστικά έστω και για μερικά μόνο δευτερόλεπτα.
Όσοι ακόμα θυμούνται, από την άλλη, καλούνται συχνά να «θεραπεύσουν» δυσάρεστες αναμνήσεις που έχουν απωθήσει –ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Πρόκειται για μια διαδικασία αρκετά επώδυνη, μια αναμέτρηση με φαντάσματα της παλιάς τους ζωής.
«Η λογοτεχνία αντλεί πάντοτε από την δεξαμενή του προσωπικού βιώματος. Σε διαφορετική περίπτωση κινδυνεύει να καταλήξει μια υπόθεση εργαστηρίου»
Στο επίκεντρο και οι σχέσεις πατέρα-γιου. Ποια είναι τα κρίσιμα σημεία αυτής της σχέσης στο βιβλίο σας και στην πραγματικότητα;
Ο κεντρικός πρωταγωνιστής, πρώην κωμικός σταντ απ και νυν επιτυχημένος συγγραφέας κωμικής λογοτεχνίας, είναι μια τυπική περίπτωση καλλιτέχνη που αναγκάστηκε να σπάσει τα δεσμά της οικογένειας για να οδηγηθεί στη χειραφέτηση. Η σύγκρουση με τον πατέρα είναι αποτέλεσμα της ανάγκης του για ελευθερία. Όμως, η σχέση ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές αποδεικνύεται αρκετά πιο πολύπλοκη απ’ ό,τι φαίνεται αρχικά. Στην πορεία του βιβλίου εξελίσσεται σ’ ένα διανοητικό παιγνίδι ανάμεσα σε πατέρα και γιο, σε μια φάρσα που στήνει ο ένας στον άλλο. Δεν βλέπω, ωστόσο, καμία διαφορά ανάμεσα στο μυθιστόρημα και στην πραγματικότητα: θεωρώ πως ό,τι περιγράφω θα μπορούσε να έχει συμβεί πραγματικά.
Τι σας έκανε να επιλέξετε τον συγκεκριμένο ήρωα μυθιστορήματος; Υπάρχουν κάποια κοινά σας χαρακτηριστικά;
Δεν έχω κοινά χαρακτηριστικά με τον Μιχάλη Μπουζιάνη, αλλά έχω χρησιμοποιήσει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία κατά την συγγραφή κυρίως σε ό,τι αφορά τα γράμματα που γράφει στον πατέρα του. Η λογοτεχνία αντλεί πάντοτε από τη δεξαμενή του προσωπικού βιώματος. Σε διαφορετική περίπτωση κινδυνεύει να καταλήξει μια υπόθεση εργαστηρίου.
Είναι πολύ ενδιαφέροντα τα όσα γράφετε για το χιούμορ. Ποια είναι η δική σας τοποθέτηση; Θα γράφατε μια αστεία ιστορία, όπως ο ήρωάς σας;
Πάντοτε μου ασκούσαν έλξη οι μεγάλοι κωμικοί, άνθρωποι που σκορπούν μεν απλόχερα το γέλιο αλλά κρύβουν συνήθως μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα σκοτεινή πλευρά. Σε μια συνομιλία του Μάικ Μπουζιάνη με τον φίλο του Μπάρι Επστάιν, κατά την διάρκεια του εορτασμού για τα 25 χρόνια από την εμφάνισή του στην λογοτεχνία, προσπαθώ να αναπτύξω κάποιες σκέψεις για την ουσία και την λειτουργία του γέλιου. Στην «θεραπεία των αναμνήσεων», ωστόσο, το χιούμορ είναι μάλλον υποδόριο αφού ο αναγνώστης δεν θα βρει ούτε μια κωμική σκηνή. Συχνά υποτιμούμε την κωμική λογοτεχνία παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι πρόκειται για εξαιρετικά δύσκολο είδος.
Μείνατε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στη Νέα Υόρκη. Τι κρατάτε ως βασική εμπειρία;
Η εξάμηνη παραμονή μου στην πόλη της Νέας Υόρκης μου έδωσε τη δυνατότητα να ολοκληρώσω την έρευνα για το βιβλίο και να ανακαλύψω την άγνωστη σ’ εμένα ιστορία της ελληνικής κοινότητας του Ουάσιγκτον Χάιτς. Είκοσι χιλιάδες Έλληνες ζούσαν την δεκαετία του ’50 στην πάνω ανατολική πλευρά του Μανχάταν, ενώ πολλά ελληνικά μαγαζιά –μεταξύ αυτών και το φαρμακείο του πατέρα της Μαρίας Κάλλας– γνώρισαν μέρες οικονομικής ακμής. Από εκείνη την εποχή έχει απομείνει, δυστυχώς, μόνο η ορθόδοξη εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα να θυμίζει το πέρασμα των Ελλήνων. Είχα επίσης τη δυνατότητα να μάθω περισσότερα για την κουλτούρα του σταντ απ και να ακούσω ιστορίες Ελλήνων μεταναστών. Θεωρώ σημαντική την έρευνα που προηγείται της συγγραφής, αλλά προσπαθώ να χρησιμοποιώ το πραγματολογικό υλικό με φειδώ, εντάσσοντάς το όσο το δυνατόν πιο ομαλά στην αφήγηση.
Της Διώνης Δημητριάδου
Τον Οκτώβριο του 2015 έχασα τον έλεγχο… Έτσι ξεκινά το νέο μυθιστόρημα του Χρήστου Αστερίου, και αμέσως μας μεταφέρει την αίσθηση που δημιουργείται στον άνθρωπο μέσης ηλικίας, όταν αντιλαμβάνεται (αιφνιδιαστικά καμιά φορά) πως αδυνατεί πλέον να διαχειριστεί τα δεδομένα της ζωής του. Ο ήρωας του Αστερίου, ο Μιχάλης (Μάικ) Μπουζιάνης, διάσημος Αμερικανός συγγραφέας με ρίζες ελληνικές και ιρλανδέζικες, αγγίζει την προσωπική πολύπλευρη κρίση του. Ένα διαζύγιο (αναμενόμενο αλλά οπωσδήποτε επώδυνο), ταυτόχρονα μια συγγραφική αφλογιστία που τον αποσυντονίζει, όπως κάθε συνειδητό γραφιά που έχει ταυτίσει τη ζωή του με τη συγγραφική έμπνευση και την έκθεση στο κοινό με μια διαρκώς νέα δημιουργία.
Το κωμικό στοιχείο αποτελούσε πάντοτε την άλλη όψη του τραγικού, έναν τρόπο να δεις τη ζωή από την άλλη όχθη, την πιο περιπαικτική, με τη ζωογόνο δύναμη που προσάπτει στα θνήσκοντα πράγματα η χιουμοριστική τους εκδοχή.
Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το γεγονός πως η γραφή του Μπουζιάνη, του συγγραφέα/ήρωα της ιστορίας, διακρίνεται από το χιούμορ – ίσως αυτός ο απέραντος σε δυναμική χώρος του αστείου, της κωμωδίας να τον συντρέξει εδώ στο προσωπικό του αδιέξοδο και να τον οδηγήσει έξω από την κρίση; Το κωμικό στοιχείο αποτελούσε πάντοτε την άλλη όψη του τραγικού, έναν τρόπο να δεις τη ζωή από την άλλη όχθη, την πιο περιπαικτική, με τη ζωογόνο δύναμη που προσάπτει στα θνήσκοντα πράγματα η χιουμοριστική τους εκδοχή. Άλλοτε με σάτιρα σαρκαστική και άλλοτε με αυτοσαρκαστική ανατομία του εαυτού συνιστά μια διαρκή ανατροπή των στερεοτύπων, των περίκλειστων χώρων που εγκλωβίζουν τη δημιουργικότητα σε στεγανά και ανούσια προσωπικά τοπία. Ο ήρωας το γνωρίζει αυτό:
[…] να στέκομαι πάνω από τα συντρίμμια και να ξεσπάω σ’ ένα ασταμάτητο καρναβαλικό γέλιο που θα ξόρκιζε το κακό και θα με διατηρούσε αλώβητο. Δεν εννοώ ένα γέλιο με σκοπό την πρόσκαιρη διασκέδαση, αλλά ένα γέλιο ηχηρότερο και πιο βαθύ.
Πάντοτε την εχθρεύονταν την κωμωδία, ως μη αρμόζουσα στη συμφωνημένη σοβαρότητα των κοινωνικών συμβάσεων, των κοινωνικών συμβολαίων της αγαστής συνύπαρξης των ανόμοιων και αντιθέτων. Γιατί το κωμικό στοιχείο δεν αποσκοπεί στο σκόρπισμα μιας εφήμερης ανακούφισης αλλά ξεσηκώνει τους παραιτημένους, αφυπνίζει τους βολεμένους και εσαεί κοιμώμενους που εφησυχάζουν πάνω στα ασφαλή και τετριμμένα μιας πεπατημένης οδού.
Ο Αστερίου θα μπορούσε να δομήσει την πλοκή της ιστορίας του πάνω στο μοτίβο του κωμικού στοιχείου, που θα ερχόταν να διασώσει τον ψυχικό κόσμο του συγγραφέα/ήρωα που βρίσκεται σε απόγνωση. Ο ίδιος, ωστόσο, προτίμησε να το αφήσει ως φόντο των γεγονότων και να στρέψει το ενδιαφέρον του στο θέμα των αναμνήσεων, που κατακλύζουν τον ήρωά του (με θετικές αλλά και αρνητικές επιπτώσεις, σε κάθε περίπτωση όμως προωθητικές της πλοκής) οδηγώντας τον στο ερώτημα: οι αναμνήσεις θεραπεύουν ή πρέπει να βρεθεί και τρόπος να θεραπευθούμε απ’ αυτές; Με άλλα λόγια, η γενική του τίτλου, των αναμνήσεων, αφορά το υποκείμενο της ενέργειας ή το αντικείμενο στο οποίο μεταβαίνει η ενέργεια του υποκειμένου; Γιατί την πρώτη εκδοχή τη γνωρίζουμε καλά, είτε από την προσωπική μας καταβύθιση στα παλαιά αποθηκευμένα (που αποδεικνύονται σωτήρια για την καταθλιπτική υπονόμευση της ζωής) είτε ως μια θεραπεία προς τους πάσχοντες από απώλεια μνήμης, που τους φέρνει σε επαφή με αγαπημένους ήχους ή προσφιλείς αποξεχασμένες εικόνες. Ως προς τη δεύτερη εκδοχή, όμως, πόση δύναμη πρέπει να έχει μέσα του το υποκείμενο προκειμένου να ασκήσει (επιλεκτική αρχικά αλλά και απορριπτική εν συνόλω αν γίνεται) δράση κατά της βασανιστικής μνήμης του; Κι εδώ αναδύεται στην επιφάνεια της ταραγμένης συνείδησης η σωσίβια λέμβος της γραφής.
«Τι γίνεται, όμως, με όλους εμάς που θυμόμαστε; Με όσους διατηρούμε αναμνήσεις, σε κάποιο ποσοστό δυσάρεστες; Κάπως θα έπρεπε να θεραπεύσουμε κι αυτές, δεν συμφωνείς; Όχι θεραπεία “με αναμνήσεις”, λοιπόν, αλλά μια “θεραπεία των αναμνήσεων”, να τι ακριβώς χρειαζόμουν», συνέχισα. «Έτσι προέκυψε το βιβλίο. Έγραφα για να θεραπεύσω και να θεραπευτώ».
Μπορεί το κωμικό στοιχείο ο ίδιος ο ήρωας να το θεώρησε κάποια στιγμή ανεπαρκές για να τον ανασύρει από την κατιούσα οδό την οποία ακολουθούσε, ωστόσο ο πατέρας του (αν και μη ευρισκόμενος πλέον στη ζωή) θα αναλάβει να του δείξει πως η ανατροπή πάντα είναι μία εκδοχή τη πραγματικότητας ή της εκλαμβανομένης ως αληθινής υπόστασης των πραγμάτων.
Από το σημείο αυτό και μετά, το προϊόν της μυθοπλασίας αποβαίνει κοινός τόπος αναφοράς συγγραφέα και αναγνώστη και η γραφή αποδεικνύεται σωστικό μέσο και για τους δύο.
Ο Αστερίου μοιάζει, λοιπόν, μέσα από τον χειρισμό του υλικού του, να γυρνάει το ενδιαφέρον στο παρελθόν (με όλες τις εκδοχές του, υποκειμενικές ή όχι) και να ανασκαλεύει τα απομεινάρια της μνήμης. Κι εκεί ανακύπτει το πλέον σημαντικό εύρημα της πλοκής. Μπορεί το κωμικό στοιχείο ο ίδιος ο ήρωας να το θεώρησε κάποια στιγμή ανεπαρκές για να τον ανασύρει από την κατιούσα οδό την οποία ακολουθούσε, ωστόσο ο πατέρας του (αν και μη ευρισκόμενος πλέον στη ζωή) θα αναλάβει να του δείξει πως η ανατροπή πάντα είναι μία εκδοχή τη πραγματικότητας ή της εκλαμβανομένης ως αληθινής υπόστασης των πραγμάτων.
Ποιος να το περίμενε ότι τη μεγαλύτερη φάρσα θα την έστηνες εσύ, ποιος μπορούσε να προβλέψει ότι θα με νικούσες τόσο εμφατικά στο δικό μου γήπεδο;
Εύστοχη η μείξη των δύο μοτίβων του βιβλίου, έτσι όπως οι αναμνήσεις μαζί με μια γερή δόση από χιούμορ αναλαμβάνουν να ανασύρουν τον ήρωα από την κατάθλιψη και την προϊούσα φθορά και να αποκαταστήσουν τη σχέση του με τη ζωή εκ νέου. Ο Αστερίου, χρησιμοποιώντας διαφορετικές αφηγηματικές τεχνικές και εγκιβωτίζοντας το βιβλίο που γράφει ο ήρωάς του μέσα στο δικό του μυθιστόρημα, κατορθώνει να δώσει μια ενδιαφέρουσα γραφή για μια ακόμη φορά – απόδειξη πως ο ίδιος βρίσκεται σε δημιουργική άνοδο σε αντίθεση με τον συγγραφέα/ήρωά του. Ταυτόχρονα, η ιστορία του μας οδηγεί σε άλλες παλαιότερες μνήμες (αυτές ανήκουν στο συλλογικό υποκείμενο που θέλει να θυμάται) με τη φωτογραφία του εξωφύλλου από τη συναυλία του Ντίζι Γκιλέσπι (θέατρο Κοτοπούλη/REX, 1956) αλλά και με τους ήχους της τζαζ που συνοδεύουν την παλιά ιστορία της προηγούμενης γενιάς από αυτήν του ήρωα. Όμορφη και αναπάντεχη σύμπραξη στοιχείων για να προκύψει η ιστορία του βιβλίου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου