Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012

Η Σουηδική Αραβία


Φαντάζομαι τι γκριμάτσα θα έκανε ο Βασίλης Αυλωνίτης αν μάθαινε πως κοιμάται και ξυπνάει πάνω σε ένα τεράστιο στρώμα υδρογονανθράκων. Το αθώο, έκπληκτο βλέμμα και η ατάκα «Βρε, λες να πιάσαμε την καλή;» απορημένη κι η ίδια από την πονηριά της. Ο Αυλωνίτης ήταν παιδί της ψωροκώσταινας, με τις γκριμάτσες του επούλωνε τις πληγές ενός κόσμου που είχε πληρώσει ακριβά τη μεγαλομανία των ηγετών του. Τη μεγαλομανία των ηγετών του ΚΚΕ που ήθελαν πάση θυσία να κυβερνήσουν τη χώρα, την αλλόφρονα υψηλοφροσύνη των νικητών του Εμφυλίου που έπλασε τις τραγελαφικές φυσιογνωμίες των πραξικοπηματιών. Ο Αυλωνίτης που κουβαλούσαμε μέσα μας εμφανιζόταν την κατάλληλη στιγμή για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Θύμιζε στα ανθρωπάκια πως ήταν ανθρωπάκια και, στην καλύτερη περίπτωση, θα έπιαναν την καλή για να τη βγάλουν. Ο «μέσα Αυλωνίτης» μάς επέτρεπε, ακόμη κι όταν φοβόμασταν τους χουντικούς συνταγματάρχες, να γελάμε με τα καμώματά τους. Γκρεμίστηκαν αφήνοντας πίσω τους τη σκόνη της καταστροφής ανακατεμένη με το αίσθημα του γελοίου.
Η Μεταπολίτευση, θέλοντας να απαλλαγεί από το αίσθημα του γελοίου σκότωσε και τον «μέσα Αυλωνίτη» που της το υπενθύμιζε. Η πορεία της ευρωπαϊκής Ελλάδας υπήρξε η πορεία μιας χώρας που είχε χάσει το αίσθημα των ορίων της. Ενας μικρομέγαλος οργανισμός που μεγαλουργούσε κατά φαντασίαν. Τη μία ραπίζαμε τους ηγέτες των ΗΠΑ, την επομένη ανοίγαμε γέφυρες στον αραβικό κόσμο, την τρίτη ημέρα βάζαμε βέτο στην Τουρκία, την τέταρτη ήμασταν έτοιμοι να καταλάβουμε τους ακατονόμαστους της ΠΓΔΜ, την πέμπτη εισβάλλαμε στα Βαλκάνια ως οικονομική δύναμη, την έκτη οργανώναμε τους καλύτερους Ολυμπιακούς... ever και την εβδόμη, ε, την εβδόμη, ως θεοί κι εμείς, είπαμε να ξεκουραστούμε και να απολαύσουμε τη δημιουργία μας. Ξεκουραστήκαμε λίγο παραπάνω με αποτέλεσμα να χάσουμε τη δουλειά μας, όμως η υψηλοφροσύνη μας δεν πτοήθηκε. Τον Αυλωνίτη τον είχαμε αφήσει πίσω στους χωματόδρομους της ψωροκώσταινας και ψάχναμε αυτοκίνητα για να μην πάει χαμένη η Εγνατία. Ή του ύψους ή του βάθους, τον δρόμο της καμήλας δεν τον μάθαμε ποτέ.
Ωσπου η πατικωμένη μας ψυχή από το βάθος της έβγαλε υδρογονάνθρακες. Πού κρύβονταν τόσον καιρό; Ποιος εχθρός και ποια εγχώρια Πέμπτη Φάλαγγα μας τους έκρυβε κάτω από τα γαλάζια μας νερά; Η εθνική ψυχή περνάει για ακόμη μία φορά σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Οι μεταρρυθμίσεις και η δημόσια διοίκηση, που την πληρώνουμε επειδή πάσχει από 90% αναπηρία, περνούν σε δεύτερη μοίρα.
Να μου το θυμηθείτε. Λίγο να σκάσει καμιά μαύρη λαδιά σε μία από τις πέντε θάλασσές μας, θα τα ξεχάσουμε όλα και θα τη λιβανίζουμε απ' το πρωί έως το βράδυ ως θρίαμβο. Προς το παρόν βέβαια μπορούμε να ονειρευόμαστε υδρογονάνθρακες και να τσακωνόμαστε αν θα ανοίγουν τα μαγαζιά την Κυριακή. Ομως αυτά έχει η ζωή στη Σουηδική Αραβία.

[Ανορθόδοξα] Η Σουηδική Αραβία

Πίσσα και πούπουλα


Σύμφωνα λοιπόν με 2-3 σταρ της δημοσιογραφίας «η Ελλάδα θα βγάλει οσονούπω 1.3 τρισεκατομμύρια δολάρια από τα  πετρέλαια που είναι κρυμμένα νότια της Κρήτης». Ελπίζω να προσέξατε την λεπτομέρεια: Όταν μιλάμε για κοιτάσματα, μιλάμε σε δολάρια (επαγγελματικές δουλειές - όπως CNN). Κάποια άλλα τρις δολάρια θα βγάλουμε και από το «οικόπεδο» έξω από το Καστελόριζο, «αν βεβαίως δεν δειλιάσουμε από τις απειλές των Τούρκων  και προχωρήσουμε στην εξόρυξη». Και μετά βεβαίως είναι τα πετρέλαια της Καβάλας, του πατραϊκού κόλπου, του Ιονίου. Καλώς εχόντων των πραγμάτων λοιπόν η Ελλάδα θα γίνει μέσα σε λίγα χρόνια ο ενεργειακός κολοσσός της Ευρώπης. Σε πόσα χρόνια; Μόλις τρία, ισχυρίζεται ένας δημοσιογράφος που ειδικεύεται στις εξωγήινες επαφές.

Οι ειδικοί βέβαια λένε ότι θα χρειαστούμε μια πενταετία μόνο για τις δοκιμαστικές γεωτρήσεις και άλλα πέντε χρόνια (τουλάχιστον) για να πιάσουν δουλειά τα πραγματικά τρυπάνια, αλλά αυτοί μάλλον δεν ξέρουν τι πάει να πει αξίνα και φτυάρι. Οι δημοσιογράφοι που ξέρουν θέτουν τα πραγματικά χρονοδιαγράμματα. «Το θέμα είναι αν έχουμε θέληση να σκάψουμε γρήγορα», επαναλαμβάνει κάθε πρωί από το ραδιόφωνο, ένας δημοσιογράφος που ειδικεύεται στα φύκια και τις μεταξωτές κορδέλες. Το πιάσατε το υπονοούμενο; «Αν δεν έχετε πνιγεί στο χρήμα σε τρία χρόνια θα φταίει που δεν σκάψατε γρήγορα». Για να γίνουν πιστευτοί οι «φίλοι του λαού – δημοσιογράφοι» επικαλούνται «απόρρητες αναφορές μυστικών υπηρεσιών» και «εμπιστευτικές εκθέσεις ξένων εταιριών». Συνήθως βέβαια οι εκθέσεις αυτές καταλήγουν με την φράση «συστήνεται η έρευνα για τον εντοπισμό κοιτασμάτων» αυτό όμως στα ελληνικά μεταφράζεται  «εσείς κοιτάσματα έχετε, τις έρευνες τι τις χρειάζεστε;».

Οι Κλουζό της πετρελαϊκής ενημέρωσης αγνοούν ακόμη και το τι γίνεται στην Κύπρο. Οι πρώτες διεθνείς εταιρίες «κλήθηκαν» στην Μεγαλόνησο στις αρχές του 2007 και η πρώτη δοκιμαστική γεώτρηση ολοκληρώθηκε από την αμερικάνικη Noble τον Δεκέμβριο του ‘11 (μετράτε χρόνια;). Η δεύτερη δοκιμαστική γεώτρηση θα γίνει (πιθανότατα) τον ερχόμενο Φεβρουάριο (αυτή θα δώσει τις απαντήσεις και για το πετρέλαιο γιατί μέχρι τώρα υπάρχουν εκτιμήσεις μόνο για το φυσικό αέριο). Αν και η δεύτερη δοκιμαστική γεώτρηση είναι θετική τότε θα αρχίσουν να στήνονται τα μηχανήματα άντλησης και το 2017-18 (στην καλύτερη περίπτωση) θα ξεκινήσει η εξόρυξη.

Ας παραβλέψουμε όμως ότι και οι Κύπριοι αδελφοί μας δεν ξέρουν τι πάει να πει γρήγορο σκάψιμο και ας πάμε στα… πετροδολλάρια. Στο οικόπεδο 12 της Κύπρου έχουν εντοπιστεί 7 τρισεκατομμύρια κυβικά πόδια φυσικού αερίου (η πιθανότητα ύπαρξης πετρελαίου κάτω από το φυσικό αέριο είναι υπαρκτή αλλά όχι μεγάλη). Τα «μισά» θα πάνε στην εταιρία που «σκάβει», το 20% θα πάει στο Ισραήλ και το μερίδιο της Κύπρου θα είναι στην καλύτερη των περιπτώσεων 200 με 300 εκατομμύρια δολάρια το χρόνο. Το νούμερο δεν είναι ευκαταφρόνητο, αλλά είναι (περίπου) 50 φορές μικρότερο από αυτό που χρειάζεται σήμερα η κυπριακή οικονομία για να σωθεί (για 10 δις ευρω υπογράφει Μνημόνιο η Κύπρος – για να μην ξεχνιόμαστε).

Ας μιλήσουμε τώρα και για τα δικά μας. Πάρτε χαρτί και μολύβι γιατί θα το χρειαστείτε.  Ας υποθέσουμε ότι βρίσκουμε σήμερα (!) ένα κοίτασμα 100 εκ βαρελιών (100 εκ βαρέλια είναι και ο Πρίνος). Τα 100 εκ βαρέλια με 80 δολάρια το βαρέλι θα μας δώσουν σε 20 χρόνια 8 δις δολάρια. Αν βγάλουμε τα έξοδα (εξέδρα και αγωγοί) μας μένουν έξι δισεκατομμύρια και για να τα μοιραστούμε με την πετρελαϊκή εταιρεία που θα χει κάνει την εξόρυξη. Τρία δις δολάρια θα πάρει λοιπόν η Ελλάδα σε μια 20ετία. 150 εκ. δολάρια ετησίως. Θέλετε το κοίταγμα να είναι διπλάσιο του Πρίνου; 300 εκ δολάρια το χρόνο. Δεν είναι λίγα. Αλλά δεν είναι τα χρήματα που μπορούν να σώσουν την χώρα σήμερα. Θα είναι όμως η αφορμή για έναν νέο γύρο τηλεοπτικών εκπομπών, με τίτλο «ποιος πρόδωσε τους Έλληνες». Γιατί ως γνωστόν τα κοιτάσματα ήταν άπειρα, απλώς δεν τα βγάλαμε σε τρία χρόνια και κάποιοι άλλοι έσκαψαν την νύχτα και τα πήραν. Όπως τις λίρες στα αμερικάνικα γουέστερν.
Πίσσα και πούπουλα | ΘΕΜΑΤΑ | Protagon

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

Όμορφες γυναίκες

“Ρε συ , ήταν τόσο όμορφος ο Παύλος Σιδηρόπουλος;” με ρώτησε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον νεαρότατη γνωστή μου. Ήταν, της απάντησα, και πέρα από την αδιαμφισβήτητη αξία του, έπαιξε κι αυτό τον ρόλο του στην υστεροφημία του! Με κοίταξε απορημένη, δεν ήξερε αν αστειευόμουν και στο τέλος όταν πείστηκε πως μιλούσα σοβαρά μου πέταξε: “πόσο ρατσιστικό ήταν αυτό που είπες!”
     
Ήταν ρατσιστικό; Θα σε ρωτήσω κάτι και προσπάθησε να επιστρατεύσεις και τις τελευταίες εφεδρείες της ειλικρίνειάς σου. Αν ο Τσε Γκεβάρα είχε την φάτσα του Ντάνι ντε Βίτο, είσαι σίγουρη πως πέρα από τον δικό σου τοίχο θα στόλιζε και τους τοίχους εκατομμυρίων εφηβικών δωματίων;

- Μα στολίζει και τον δικό σου, που δεν είσαι έφηβος, μου είπε.
- Σωστά, αλλά ούτε κι εγώ έχω απαντήσει στο ερώτημα.
Θα σου πω μία μικρή ιστοριούλα.

Μία από τις πιο διάσημες φωτογραφίες του Μάη του 68, είναι η φωτογραφία, από διαδήλωση στο Παρίσι, της πανέμορφης Μαριάν, στους ώμους του καλού της, κρατώντας την σημαία του Βιετνάμ. Το 1997 η εφημερίδα “Le Monde” αποκάλυψε πως η συγκεκριμένη φωτογραφία ήταν στημένη. Η Μαριάν ήταν μοντέλο, γόνος πλούσιας οικογένειας και είχε λάβει σαφείς οδηγίες από τον φωτογράφο για το ύφος και την πόζα της. Έπρεπε, πέρα από κούκλα, να δείχνει σοβαρή και αποφασισμένη. Όταν αποκαλύφτηκε, είχα γράψει ένα κείμενο  στο Μετρό, τον Οκτώβριο του 1997, που ξαναδιαβάζοντάς το σήμερα, το μόνο που αποκαλύπτει είναι το δικό μου μπέρδεμα.
   
“…Η Μαριάν, μπορεί να μην ήταν το δικό μου πρότυπο κοριτσιού, όμως μέσα σε εκείνον τον χαμό, εκεί που ο μύθος έριχνε τα ζάρια μπροστά στην αλήθεια και ήλπιζε στο θαύμα, η Μαριάν σίγουρα εμψύχωσε πολλούς. Πίστεψαν ότι, εκτός από το δίκιο, είχαν και την ομορφιά με το μέρος τους. Φαινόταν ανίκητος συνδυασμός! Η Μαριάν ήταν η παρηγοριά του πολεμιστή….
    ….Θεωρώ επικίνδυνη την απαξίωση της ομορφιάς. Την τοποθέτησή της σε δεύτερη μοίρα πίσω από την δύναμη του μυαλού και την γενναιότητα της ψυχής. Από την άλλη βέβαια, η Ρόζα Λούξεμπουργκ δεν ήταν όμορφη αλλά εγώ την βλέπω γυναικάρα. Ίσως, αν ήταν σαν την Μαριάν, να της φύλαγε άλλη μοίρα η Ιστορία και η βιομηχανία του μάρκετινγκ. Πολύ φοβάμαι πως δεν υπάρχουν ιδέες ξέχωρες από ανθρώπινες μορφές. Ένα όμορφο κορίτσι πάντα θα απαλύνει την φρίκη.
Αναρωτιέμαι όμως, αν Μαριάν κρατούσε μία φασιστική σημαία, θα την έβρισκα εξίσου όμορφη; Ειλικρινά, δεν ξέρω…”


Τα πρόσωπα στις αφίσες των  Φεστιβάλ των κομματικών νεολαιών είναι όμορφα. Και φυσικά και των αριστερών. Της ΚΝΕ, του Σύριζα… Γιατί σίγουρα έχει ειπωθεί η φράση, “να βάλουμε ένα όμορφο κορίτσι ρε παιδιά”.  Ακόμη κι όταν δεν λέγεται, είναι ένας αυτονόητος κοινός τόπος. Είναι ρατσισμός αυτό; Δεν είμαι ειδικευμένος επιστήμονας αλλά νομίζω πως όχι. Ρατσισμός είναι να θεωρείς τον άσχημο κατώτερο.

“Και δεν τον θεωρείς κατώτερο όταν δεν του δίνεις το δικαίωμα να κοσμήσει κι εκείνος μία αφίσα; όταν δεν θέλεις να σε εκπροσωπεί;” θα μου πεις.
Με μπέρδεψες, δεν ξέρω…


Ολόκληρο το άρθρο εδώ Όμορφες γυναίκες | ΘΕΜΑΤΑ | Protagon

Το δέντρο του μπακάλη


Χθες το βράδυ έκανα μια μεγάλη διαδρομή στους δρόμους της Αθήνας και προσπαθούσα να καταλάβω ότι σε δυο βδομάδες θα έχουμε Χριστούγεννα. Αν εξαιρέσουμε κάποια μπαλκόνια σε γειτονιές, τις υποχρεωτικά αλλά όχι με ενθουσιασμό γιορτινές βιτρίνες και τις προσόψεις των μεγάλων ξενοδοχείων, η Αθήνα δεν δείχνει μεγάλη διάθεση γιορτής. Οι δήμοι που παλιότερα πρωτοστατούσαν στους στολισμούς και τις φωταψίες, δεν έχουν ανάψει ούτε λαμπιόνι. Θα το κάνουν υποθέτω την τελευταία βδομάδα, αν και αμφιβάλλω αν θα έχουν αντικαταστήσει όσα φωτάκια έχουν καεί από πέρυσι. Κι έτσι όπως οδηγούσα και σκεφτόμουν όλα αυτά με μάλλον στριφνή διάθεση, το μυαλό μου πέταξε προς τα πίσω.

Θα ήμουν πέντε ή ίσως έξι χρονών, όταν μια γειτόνισσα που μας είχε κάνει βραδινή επίσκεψη, ενημέρωσε τη μάνα μου ότι ο Γιώργος ο μπακάλης είχε στολίσει ένα χριστουγεννιάτικο δένδρο «έξω από το σπίτι του». Έξω; Μου φάνηκε τόσο απίστευτο αυτό που άκουσα, ώστε παρά τις διαμαρτυρίες της Κατίνας, πετάχτηκα μέσα στη μαύρη νύχτα και έτρεξα να δω. Πατώντας στις λάσπες και στα βρεγμένα χόρτα, με τη χειμωνιάτικη υγρασία να με περονιάζει, έτρεξα από το σοκάκι μας στο κεντρικό δρόμο όπου ήταν το σπίτι του μπακάλη.  Στο σπίτι μας φτιάχναμε χριστουγεννιάτικο δέντρο, με τον τρόπο που το έκαναν όλοι τότε. Κόβαμε ένα κυπαρισσάκι από τα χιλιάδες που υπήρχαν γύρω-γύρω, το στηρίζαμε όρθιο σε μια γωνιά της σάλας συγκρατώντας το με δυο κοτρώνες. Το στολίζαμε με κόκκινες μπάλες και πλαστικά αστεράκια που είχε αγοράσει ο πατέρας μου από τις παράγκες των μικροπωλητών στα Χανιά και με πολλά ασημόχαρτα ή χρυσόχαρτα που παίρναμε από τα πακέτα των τσιγάρων. Τα ‘φτιαχνε η μάνα μου φιόγκους ή γιρλάντες και τα κρεμούσαμε στα κλαδιά. Ανάμεσα στις μπάλες και τα χρυσόχαρτα απλώναμε τούφες από βαμβάκι, το οποίο μετά τις γιορτές ξαναβάζαμε πίσω στο σακούλι του για να βάζουμε  οινόπνευμα ή ιώδιο στα πληγιασμένα μας γόνατα.

Φωτάκια πάνω σε χριστουγεννιάτικο δέντρο δεν είχαν εμφανιστεί στη γειτονιά. Δεν τα ξέραμε. Εξ’ άλλου, το ηλεκτρικό είχε έρθει δυο τρία χρόνια νωρίτερα και κάθε δωμάτιο είχε μόνο έναν γλόμπο να κρέμεται στο κέντρο του ταβανιού και μία πρίζα όλη κι όλη. Το χριστουγεννιάτικο δέντρο ήταν ένα ημερήσιο κατά βάση στολίδι, ενώ η κατανάλωση του ηλεκτρικού ρεύματος ήταν αυστηρά χρηστική. Η είδηση λοιπόν για την ύπαρξη ενός νυχτερινού χριστουγεννιάτικου δέντρου και μάλιστα στον δρόμο, ήταν κάτι εντελώς έξω από τα δεδομένα και τα μέτρα της κοινωνίας μας.

Ο Γιώργος ο μπακάλης βέβαια, τα ‘κανε κάτι τέτοια. Ήταν ευκατάστατος, γνώστης μακρινών πρωτευουσιάνικων καινοτομιών και μεγάλος φιγουρατζής. Είναι αδύνατο να περιγράψω σήμερα το συναίσθημα που με κατέκλυσε όταν έστριψα το σοκάκι και βρέθηκα ξαφνικά μπροστά στο φωτισμένο δέντρο. Σα να διακτινίστηκα ξαφνικά από  ένα απάτητο προϊστορικό  δάσος στην Times Square της Νέας Υόρκης την ώρα που ο δήμαρχος άναβε το μεγαλύτερο χριστουγεννιάτικο δέντρο της γης. Έμεινα ακίνητος και το αποθαύμαζα για ώρα από μακριά. Το φως απ’ τους λαμπτήρες, όπως διαθλούνταν μέσα στον ατμό της ανάσας μου, ήταν το ίδιο το μέλλον που ερχόταν κατά πάνω μου με ασύλληπτη ταχύτητα. Αυτό δεν ήταν δέντρο, ήταν το ίδιο το τρένο του μέλλοντος, που έσκιζε τον ακίνητο χρόνο μου σέρνοντας πελώριες κατάφωτες πολιτείες που τις άπλωνε στα πόδια μου.

Κι όμως, επρόκειτο για το πιο πρωτόγονο φωτεινό στολίδι που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Ο ιδιοκτήτης του είχε βάλει εν σειρά καμιά δεκαριά απλούς λαμπτήρες πυρακτώσεως, διαφανείς γλόμπους της εποχής με την αντίσταση που άστραφτε στο κέντρο τους. Μ’ αυτό το κορδόνι είχε κυκλώσει το δέντρο που υπήρχε στην άκρη του κήπου του. Ως έμπορος με πρόσβαση σε διάφορα υλικά, είχε ανοίξει δυο κουτιά με μπογιά και είχε βάψει εξωτερικά τους γλόμπους. Είχε αφήσει τον πρώτο άβαφο, τον δεύτερο τον είχε βάψει κόκκινο, τον τρίτο πράσινο και μετά πάλι ο τέταρτος ήταν άβαφος. Μ’ αυτή τη σειρά τους πήγαινε ως το τέλος. Προφανώς δεν υπήρχαν ή δεν είχε βρει χρωματιστούς λαμπτήρες, οπότε με δυο κουτιά μπογιά κι ένα πινέλο είχε κάνει τη δουλειά. Ρεύμα έπαιρνε από μια πρίζα που ήταν μέσα στο σπίτι, διότι ένα χοντρό άσπρο καλώδιο συνέδεε το δέντρο με το πιο κοντινό παράθυρο, του οποίου το παντζούρι και το τζάμι ήταν κουφωτά χειμωνιάτικα. Προφανώς το μήκος του καλωδίου ίσα που έφτανε, διότι ήταν τεντωμένο στον αέρα.

Σήμερα ένα τέτοιο στόλισμα θα έβγαζε πολύ γέλιο. Τότε όμως, ήταν κάτι το εντελώς εξωπραγματικό. Δεν ήταν μόνο το απροσδόκητο θέαμα ενός λαμπερού δέντρου σε μια σκοτεινή γωνιά του μικρόκοσμου μου, που για πρώτη φορά από γενέσεως κόσμου φωτιζόταν. Ήταν κυρίως η αίσθηση της εξόδου του ηλεκτρικού απ’ τα σπίτια, μιας εξόδου συνοδευμένης από χρώμα και λάμψη. Σε μια κοινωνία περιορισμένων πόρων όπου η φειδωλή χρήση τους ήταν κανόνας επιβίωσης, μια τόσο προκλητική σπατάλη έφτανε στα όρια της ύβρεως. Δέκα λάμπες να ανάβουν μαζί, όταν κανένα σπίτι δεν είχε πάνω από τρεις ή τέσσερις για όλα του τα δωμάτια; Απίστευτο. Και μάλιστα ν’ ανάβουν μόνο για ομορφιά, όχι για να υποβοηθήσουν κάποια ουσιώδη ανθρώπινη δραστηριότητα; Να λάμπουν μόνο για να κάνουν πιο λαμπερή μια γιορτή; Ανήκουστο. Δηλαδή κάποτε οι δρόμοι, τα δέντρα και οι αυλές του χωριού μας θα μπορούσαν να φωτιστούν από πάνω ως κάτω, μόνο για να ομορφύνουν τη ζωή μας; Εξωφρενικό. Ήταν μια υπόσχεση μελλοντικής ευμάρειας που σάρωνε το παρθένο παιδικό μυαλό μου και με απογείωνε.  
Εκεί λοιπόν ξαναγύρισε η μνήμη μου χθες το βράδυ, ενώ οδηγούσα στους δρόμους της Αθήνας. Και μετά έβαλα άθελα μου σε γρήγορη κίνηση τα σαράντα πέντε χρόνια που ακολούθησαν εκείνη την παιδική αίσθηση κι είδα τον μεγάλο κύκλο της ζωής μου μέσα από μια σειρά χριστουγεννιάτικα φωτάκια. Κι είδα τις πενταετίες να περνούν με ταχύτητα από μπροστά μου και τους μπογιαντισμένους γλόμπους να αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο και να γίνονται δισεκατομμύρια χρωματιστά λαμπιόνια.

Μικροσκοπικά φωτάκια όλων των χρωμάτων και των τεχνολογιών που σκέπασαν τα πάντα αναβοσβήνοντας ακατάπαυστα.  Φυλλωσιές και κορμούς και θάμνους και παρτέρια και δρόμους και πλατείες και μπαλκόνια και προσόψεις και βιτρίνες και ταράτσες και γερανούς και κεραίες. Κι είδα τις μπάντες κάτω απ’ τα λαμπιόνια και τις γιορτές και τις ανάποδες μετρήσεις και τους λαμέ τραγουδιστάδες πάνω στις υπαίθριες πίστες και τους Αγιοβασίληδες και τους ταράνδους και τις χιλιάδες τσάντες τις γεμάτες ψώνια.

Κι είδα τα ψηλότερα πλαστικά δέντρα της Ευρώπης και τα Βαυαρικά χωριά στις πλατείες γεμάτα ζαχαρωτά και τα τεχνητά παγοδρόμια και τα καρουζέλ με τις μουσικές και τα μεθυστικά σκαμπανεβάσματα. Κι είδα τους χείμαρρους του φωτός στα τερατώδη εμπορικά κέντρα και τις ατέλειωτες ουρές για τις Αράχωβες και τα Καρπενήσια και τα Καϊμακτσαλάν, κι είδα τα τούνελ χιλιομέτρων από φωτεινά πλουμιά στις οροφές των δρόμων ν’ αντιφεγγίζουν στα παρμπρίζ των οδηγών. Κι είδα τα Μιλένιουμ, τις Ολυμπιάδες, τα βεγγαλικά, τα ψηφιακά φωτεινά δάκρυα, τις τσόχες, τα καζίνο, τα πούρα κι άκουσα τις φιλαρμονικές και τους κρότους απ’ τους φελλούς που εγκατέλειπαν τα μπουκάλια της σαμπάνιας, μαζί με τα χαρούμενα επιφωνήματα που τους συνόδευαν.

Και πάνω που βεβαίωνα τον εαυτό μου πως σωστά είχα αντιληφθεί το μήνυμα του πρώτου φωτεινού μου δέντρου, κάτι έγινε εκεί πάνω στο γαμημένο τιμόνι και διαπίστωσα πως δε μπορούσα να τη φρενάρω τη γρήγορη κίνηση της ζωής μου. Και ξαφνικά, μέσα σε τρία μόλις τηλεοπτικά καρέ, διαπίστωσα με φρίκη πως έσβησαν απότομα όλα. Σχόλασε η τζούφια γιορτή σα να ήταν ζωγραφιά σε νερό. Κι είδα σε χρόνο μηδέν τους διακόπτες να κατεβαίνουν και τα δέντρα να μένουν κατασκότεινα και τα πλουμιά στους δρόμους να παρασέρνονται απ’ τον αέρα και τα μαγαζιά να κλείνουν και τις βιτρίνες να γίνονται ρημαδιό και τους ανθρώπους αντί για ψώνια να κρατάνε διαβατήρια τρέχοντας να ξεφύγουν απ’ αυτό τον σκοτεινό λυπημένο τόπο.

Κι είδα τη ζωή μου να κάνει έναν κύκλο απότομο, βίαιο, απρόσμενο και να ξαναγυρίζει στην αρχή. Μόνο που τώρα δεν ήμουν εγώ σ’ εκείνη τη βασανιστική νέα έναρξη, αλλά τα παιδιά μου. Μα την Παναγία σας λέω, τα είδα καθαρά τα παιδιά μου, πεντάχρονα κι εξάχρονα, να βγαίνουν νύχτα από το σπίτι και να τρέχουν προς την αυλή του Γιώργου του μπακάλη, για να ξαναδούν εμβρόντητα ένα φωτισμένο δεντράκι με άγαρμπα μπογιαντισμένους γλόμπους. Και γούρλωσα τα μάτια πάνω στο τιμόνι και προσπάθησα να τους φωνάξω να γυρίσουν πίσω γιατί αυτά τα έζησα εγώ κι εκείνα δικαιούνταν άλλα πράγματα καινούρια, μα η φωνή μου δεν έβγαινε. Γιατί καμιά ύστερη φωνή δεν αποτρέπει την ιστορία που ξαναγυρίζει απ’ την αρχή ως φάρσα ή ως τραγωδία.
Κι αναρωτήθηκα με μουγκό πανικό πως έγινε όλο τούτο και γιατί. Αφού το τρένο που ερχόταν τότε για να με πάρει προς το μέλλον, ήταν τόσο αληθινό και οι κατάφωτες πολιτείες που έσερνε πίσω του ήταν τόσο όμορφες, τόσο λαμπερές. Γιατί;  Και μετά μου καρφώθηκε λέει η ιδέα, πως στη σκεπή του τρένου καθόταν ένας ποιητής, ξεπαγιασμένος και δύσθυμος, που μου φώναζε, που με προειδοποιούσε… Μα ήταν τα φώτα του μέλλοντος τόσο έντονα, που δεν τον είδα. 

To άρθρο αντλήθηκε από εδώ Το δέντρο του μπακάλη | ΘΕΜΑΤΑ | Protagon

Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2012

Η δασκάλα με τα κλειστά μάτια

Θα είμαι νοερά στο ξόδι της δασκάλας του 21ου Δημοτικού Σχολείου Τούμπας στη  Θεσσαλονίκη, που σκαρφάλωσε χθες στην ταράτσα του σχολείου της, προσπαθώντας να κρεμάσει τα χριστουγεννιάτικα στολίδια και τσακίστηκε καθώς υποχώρησε η στέγη. Ο διευθυντής του Σχολείου έτρεξε και την σκέπασε-νεκρή πλέον- με ένα σεντόνι, να μη δουν το πτώμα οι μαθητές  και τα δύο της παιδιά που φοιτούσαν στην 2α και 5η Δημοτικού του ίδιου σχολείου.

Όπως έμαθα δίδασκε εικαστικά, τη χαρά των χρωμάτων, της ζωής με άλλα λόγια. Σκαρφάλωσε στα κεραμίδια με αποκοτιά, η 41 χρόνων δασκάλα, για μια δουλειά που μόνο σκληροί εργάτες αποτολμούν. Και δεν πληρωνόταν γι’ αυτό. Ήθελε το δικό της σχολείο να λάμψει με τα χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια. Ήθελε τα παιδιά να χτυπούν τα χέρια τους χαρούμενα, συνοδεύοντας τα τραγούδια των ημερών. Να μην είναι όλα ίδια όπως ήταν πριν, στο 21ο Δημοτικό Σχολείο της Τούμπας. Ήθελε να πουν τα παιδιά της στους συμμαθητές τους υπερήφανα: «Δείτε τι έφτιαξε ή μητέρα μας για όλους». Όμως η μητέρα τους , τώρα, είναι η δασκάλα με τα κλειστά μάτια, είναι η μάνα τους με τα κλειστά για πάντα μάτια.

Θα ήθελα να είμαι στο ξόδι της για να πω στους συναδέλφους της να μην αναλωθούν σε ανούσιες μεγαλοστομίες, όπως συνηθίζεται. Αντί γι’ αυτές να εξηγήσουν στα μικρά παιδιά, μέσα στις τάξεις, με λόγια απλά το βαθύτερο νόημα δύο εννοιών. Της «προσφοράς» και της «ανιδιοτέλειας», έννοιες δυσεύρετες στους «σπασμένους καιρούς» μας. Δεν πειράζει, ας δακρύσουν τα δύο της παιδιά. Θα μεγαλώσουν όμως υπερήφανα για τη μάνα και δασκάλα τους.

(Είμαι γιός δασκάλας και μαζί με τον αδελφό μου φοιτούσαμε στο ίδιο Δημοτικό του Πειραιά που δίδασκε η μάνα μας Βιργινία, η «δασκάλα χωρίς  βέργα» όπως την έλεγαν, τη ζοφερή- και για την ίδια- δεκαετία του 1950.)

το άρθρο αντλήθηκε από εδώ Η δασκάλα με τα κλειστά μάτια | ΘΕΜΑΤΑ | Protagon