Το «Συμβάν 74» είναι το ιστορικό μυθιστόρημα του συγγραφέα Κυριάκου Μαργαρίτη, το οποίο κυκλοφόρησε το 2024. Το βιβλίο τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος Κύπρου 2025.
Βασικά Στοιχεία για το Βιβλίο
- Θεματική: Αποτελεί το κλείσιμο της πρώτης τριλογίας της σειράς «Νέα Κρόνακα».
- Δομή: αποτελείται από 33 κεφάλαια, καθένα από τα οποία φέρει τίτλο που συνδέεται άρρηκτα με εξέχον σημείο του περιεχομένου του (πρόσωπο, δρόμο, φράση …). Ενδεικτικά παραθέτουμε τον τίτλο «Αθάσια», ο οποίος αναλύεται ως ακολούθως: Το σίγμα στον τίτλο της παρούσας αφήγησης είναι κυπριακό, παχύ. Μια απόπειρα φωνητικής απεικόνισης θα ήταν η εξής: Αθαshiα. Ίδια η εκφορά και της ερμητικής λέξεως schib-boleth, για όποιον ήθελε εισέλθει στη γη Γαλαάδ χωρίς οι φρουροί να του πάρουν το κεφάλι. Η εβραϊκή αυτή λέξη μπορεί να σημαίνει ποτάμι, σύνορο ή κλαδί ελιάς, κυρίαρχη όμως ερμηνεία , ειδικότερα στη γερμανική ποίηση του Πάουλ Τσέλαν, είναι το στάχυ, που κόβεται τον μήνα Ιούλιο, τον Αλωνάρη ή Θεριστή, ότε τιμούμε τον μέγα προφήτη του 9ου αιώνα π.Χ., οι ναοί του οποίου, πάντα ξωκλήσια, βρίσκονται (πάντα) στα ψηλώματα της πατρίδας. Μιλάμε φυσικά για τον Ηλία, τον λεγόμενο Θεσβίτη, από την κωμόπολη της Θέσβης όπου γεννήθηκε, στη γη Γαλαάδ. Το πρωί της γιορτής του, 20 Ιουλίου 1974, ο αρχηγός του Τουρκικού Γενικού Επιτελείου Στρατού, στρατηγός Σαντσάρ, εξέδωσε το ακόλουθο διάγγελμα: Άι Τουρκικαί Ένοπλοι Δυνάμεις, βασιζόμεναι εις τα δικαιώματα τα οποία ανεγνωρίσθησαν εις αυτάς δια των διεθνών συνθηκών, προέβησαν εις μίαν κοινήν επιχείρησιν, προκειμένου να εξασφαλίσουν την ειρήνη εις την περιοχήν και εις την Κύπρον και δια να εξασφαλίσουν , επίσης, την ασφάλειαν μεταξύ των διαβιούντων εις την μικρά πατρίδα ομοεθνών μας. Δια της σημερινής επιχειρήσεώς μας ηνοίξαμεν μίαν αλησμόνητος σελίδαν εις την ηρωικήν ιστορίαν μας και εις εκείνην της Ανθρωπότητος».
- Περιεχόμενο: Ο συγγραφέας ανασυνθέτει και μεταμορφώνει τα γεγονότα της κυπριακής τραγωδίας και της τουρκικής εισβολής του 1974, συνδυάζοντας την παγκόσμια και την κυπριακή Ιστορία με τη δημιουργία ενός νέου λογοτεχνικού Μύθου.
- Ύφος: Χαρακτηρίζεται από μια ιδιαίτερη προσέγγιση απέναντι στα ιστορικά γεγονότα, αποφεύγοντας την απλή παράθεση χρονολογιών και εστιάζοντας στην τραυματική μνήμη του τόπου. Χαρακτηριστική είναι η αξιοποίηση λέξεων και φράσεων από όλες τις περιόδους και τα κειμενικά είδη της Ελληνική, χρήση που προσδίδει μια λογιότητά και έναν ιδιάζοντα λυρισμό στην αφήγηση: «επιστροφή σε αγιοτριαδική ενοείδεια (=απλότητα, ενότητα, μοναδικότητα), στο συναμφότερον και στο τριλαμπές», «μελανείμονες βράχοι», «εκφρόνως και εκφώνως», «γλώσσα ζώσα και άφθορος», «μαστορική του χαμού, ναυπηγική της απώλειας»,»υπέρφωτος γνόφος», Αξίζει ακόμα να σταθούμε στη χρήση του κυπριακού ιδιώματος είτε μεμονωμένα είτε σε ποιητικά, κυρίως αποσπάσματα: «Στην Κύπρο η λέξη Αζίνα, γένους θηλυκού, σημαίνει σπίθα», «η πικρία της δάφνης (κυπριακά : αροδάφνης) γυρίζει σε μέλι. Η μάντισσα τη μασά και μαντίζεται, άλλη κυπριακή λέξη, λαϊκή, που σημαίνει ότι κάποιος φορά το μαντήλι, εν προκειμένη για να μείνει γυμνός, με κρυπτά τα μαλλιά και τα μάτια του»,
ΤΟ «ΣΥΜΒΑΝ 74» αναφέρεται στα τραγικά γεγονότα του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1974, συνδέοντας τα συνειρμικά με άλλα μεγάλα ιστορικά (και όχι μόνο) γεγονότα της κυπριακής, ευρωπαϊκής και παγκόσμιας ιστορίας. Ο τίτλος που θα απέδιδε αναλυτικά το περιεχόμενο του έργου είναι «Το μέγα συμβάν ‘74 ως επιστέγασμα…»+++
Το μυθιστόρημα «Συμβάν 74» του
Κυριάκου Μαργαρίτη χρησιμοποιεί ως κεντρικό άξονα την κυπριακή τραγωδία, αλλά τη συνδέει άρρηκτα με ένα ευρύτερο δίκτυο ιστορικών, πολιτικών και γεωπολιτικών γεγονότων. «Ύστερα από τριάντα χρόνια, στις ατελείωτες συνομιλίες του με τον Γλαύκο Κληρίδη, ο Ντενκτάς θα χλεύαζε την κρισιμότητα των διασκέψεων, όταν επιδεικτικά θα τραβούσε φωτογραφίες με μια μικρή μηχανή, ακριβώς σαν τουρίστας. Η διάθεσή του ανήκε ακόμη στο είδος ζαμάν φου. Ήταν μια θλιβερή έπαρση. Κάτι σαν φάρσα. Δεν ξέρω τι έγιναν εκείνες οι φωτογραφίες. Πιθανώς θα ξεχάστηκαν, όταν ο Ραούφ έχασε τον γιο του Ραίφ, όταν φώναζε ότι τον σκότωσαν οι τουρκικές μυστικές υπηρεσίες. Η ιστορία του ανήκει στον τόμο με τίτλο Δεκατρία. Στο μεταξύ, το φιλμ καίγεται μαζί με όλα. Αυτά παρέρχονται: όλα παρέρχονται, σβήνουν στην ανόητη του χρόνου ροή, σαν τους τουρίστες, με την τρομερή αντήχηση από σαγιονάρες και πέδιλα, σκουπίδια στον μόλο, γόπες στην άμμο. Πλαστικάα στις ακτές. Λύματα. Το κύμα σαρώνει τα πάντα. Μένει η άμμος του Ομήρου, του Δημοσθένη τα βότσαλα. Τέτοια υλικά συνθέτουν το φιλμ που έχω φέρει στο Παρίσι μαζί μου, που ο Ραούφ δεν θα το αποκωδικοποιούσε ποτέ. Το έχω στην τσέπη του δικού μου σάκου, στο μέρος της καρδιάς, εκεί που κρατά ο Ναπολέων τον εαυτό του, όλα όσα αγάπησε. Όσα ενώθηκαν με τον εαυτό του. Η εικόνα αυτή κάνει τον Αττίλα τελείως ασήμαντο». (Σελ. 263)
Η σύνδεση αυτή γίνεται μέσα από τα εξής μεγάλα συμβάντα της κυπριακής και της παγκόσμιας Ιστορίας:
Γεγονότα της Κυπριακής και Ελληνικής Ιστορίας
- Το Πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974: Η ανατροπή του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου από την ελληνική Χούντα των Συνταγματαρχών και την ΕΟΚΑ Β΄, που αποτέλεσε την άμεση αφορμή για την καταστροφή.
- Η Τουρκική Εισβολή («Αττίλας Ι» και «Αττίλας ΙΙ»): Η στρατιωτική επέμβαση και η de facto κατοχή του 37% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας.
- Η Πτώση της Δικτατορίας στην Ελλάδα: Η κατάρρευση του στρατιωτικού καθεστώτος της Αθήνας (24 Ιουλίου 1974) ως άμεσο αποτέλεσμα της κυπριακής κρίσης, και η αποκατάσταση της Δημοκρατίας.
- Η προηγούμενη δεκαετία των δικοινοτικών ταραχών (1963-1964): Το βιβλίο συνδέεται με τα προηγούμενα μέρη της τριλογίας («Εννέα» και «Σαμψών»), τα οποία εξετάζουν το βάθος του κυπριακού ζητήματος πριν από το 1974.
Γεγονότα της Παγκόσμιας Ιστορίας και Γεωπολιτικής
- Ο Ψυχρός Πόλεμος: Η αντιπαράθεση ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Σοβιετική Ένωση, η οποία καθόρισε τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο και τη στάση των υπερδυνάμεων απέναντι στην Κύπρο.
- Η Διπλωματία των ΗΠΑ και ο Χένρι Κίσινγκερ: Ο σκοτεινός ρόλος της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και οι παρασκηνιακές διαβουλεύσεις που σφράγισαν τη μοίρα του νησιού.
- Η αδράνεια των Διεθνών Οργανισμών: Η εμπλοκή και η αποτυχία του ΟΗΕ, του ΝΑΤΟ και της Μεγάλης Βρετανίας (ως εγγυήτριας δύναμης) να αποτρέψουν ή να ανατρέψουν τα τετελεσμένα της εισβολής.
- Συγχρόνως η εισβολή των τουρκικών δυνάμεων το καλοκαίρι του ‘74 παρουσιάζεται ως συνέχεια της κατάληψης της Κύπρου από τους Φράγκους και τους Οθωμανούς, σύνδεση απολύτως κεντρική στη φιλοσοφία του βιβλίου, καθώς ο Κυριάκος Μαργαρίτης δεν αντιμετωπίζει το 1974 ως ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά ως το αποτέλεσμα αιώνων διαδοχικών κατακτήσεων.
Αναλυτικότερα, στο πλαίσιο της σειράς «Νέα Κρόνακα», το «Συμβάν 74» συνδέεται με το παρελθόν της Κύπρου μέσα από τους εξής άξονες:
Η σύνδεση με τη Φραγκοκρατία (1192–1489)
- Η ρίζα της δυτικής εξάρτησης: Η περίοδος των Λουζινιάν (Φράγκων) εισάγει στο βιβλίο την έννοια της Κύπρου ως «φεουδαρχικού επάθλου» για τις δυτικές δυνάμεις.
- Το μοτίβο της προδοσίας: Οι ιστορικές αναφορές στους Φράγκους χρησιμοποιούνται αλληγορικά για να δείξουν πώς οι ξένες ελίτ ανέκαθεν αντιμετώπιζαν το νησί ως γεωπολιτικό πιόνι, προοικονομώντας τη στάση του ΝΑΤΟ και της Δύσης το 1974.
- Η πολιτισμική αλλοίωση: Το βιβλίο εξετάζει τα στρώματα μνήμης που άφησαν πίσω τους οι μεσαιωνικοί κατακτητές στα κάστρα και τα μνημεία του νησιού.
Η σύνδεση με την Οθωμανοκρατία (1571–1878)
- Η γέννηση της διχοτόμησης: Η κατάληψη από τους Οθωμανούς (μετά τον τερματισμό της Ενετοκρατίας) είναι η ιστορική στιγμή που αλλάζει ριζικά τη δημογραφική δομή του νησιού, φέρνοντας τους πρώτους μουσουλμανικούς πληθυσμούς.
- Η προϊστορία της σύγκρουσης: Ο συγγραφέας αναζητά τις βαθιές ρίζες της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης και των δικοινοτικών ταραχών, δείχνοντας ότι το 1974 δεν ήταν «κεραυνός εν αιθρία», αλλά η κορυφή ενός παγόβουνου που άρχισε να σχηματίζεται από τον 16ο αιώνα.
- Η παράδοση του «ραγιαδισμού»: Το βιβλίο ασκεί κριτική στις νοοτροπίες υποτέλειας που κληρονομήθηκαν από την περίοδο της Τουρκοκρατίας και επηρέασαν τις πολιτικές αποφάσεις του 20ού αιώνα.
Γιατί ο συγγραφέας κάνει αυτή τη σύνδεση;
Ο Μαργαρίτης χτίζει έναν λογοτεχνικό «Μύθο της Κύπρου». Μέσα στο μυθιστόρημα, ο χρόνος δεν είναι γραμμικός. Οι Φράγκοι ιππότες, οι Οθωμανοί πασάδες, οι Βρετανοί αποικιοκράτες και οι Τούρκοι στρατιώτες του 1974 συνομιλούν κάτω από το ίδιο «τραύμα»: αυτό της διαρκούς κατοχής και της απώλειας της ελευθερίας ενός τόπου που βρίσκεται μόνιμα στο σταυροδρόμι των αυτοκρατοριών.
Επιπροσθέτως η λογοτεχνική αφήγηση της εισβολής, της θυσίας, της πτώσης αντιστοιχίζεται (εξακολουθητικά) με κορυφαία ευρωπαϊκά ορόσημα όπως η πτώση του Ναπολέοντα, ο β παγκόσμιος πόλεμος, το ολοκαύτωμα, αναδεικνύοντας την οικουμενικότητα του κυπριακού δράματος.
Ο συγγραφέας βασίζεται εν μέρει σε έργα του κοσμοπολίτη συγγραφέα Γιόζεφ Ροτ, συνδέοντας τη μοίρα της Κύπρου με τη διάλυση των μεγάλων αυτοκρατοριών και τις μεγάλες τραγωδίες της Ευρώπης. Οι συγκεκριμένες συνδέσεις αναλύονται ως εξής:
Η Πτώση του Ναπολέοντα και η κατάρρευση των Αυτοκρατοριών
- Το τέλος της παλιάς Ευρώπης: Η πτώση του Ναπολέοντα και το Συνέδριο της Βιέννης (1815) έθεσαν τις βάσεις για τον επανασχεδιασμό των συνόρων και την κυριαρχία των Μεγάλων Δυνάμεων.
- Η Κύπρος ως γεωπολιτικό αντάλλαγμα: Στο βιβλίο, η μοίρα της Κύπρου παραλληλίζεται με τη μοίρα των ευρωπαϊκών εθνών που θυσιάστηκαν στον βωμό των αυτοκρατορικών συμφερόντων. Η μετάβαση από τη μία αυτοκρατορία στην άλλη (π.χ. από την Οθωμανική στη Βρετανική) αντανακλά τη λογική που ξεκίνησε από τη ναπολεόντεια εποχή.
Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και το Ολοκαύτωμα
- Η κοινή εμπειρία του Ολοκληρωτισμού: Ο φασισμός, ο ναζισμός και η βία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου αποτελούν το ιστορικό υπόβαθρο που γέννησε τις ακραίες εθνικιστικές ιδεολογίες. Το βιβλίο δείχνει πώς αυτές οι ιδεολογίες μεταφέρθηκαν αυτούσιες στην Κύπρο, οδηγώντας στο Πραξικόπημα και την Εισβολή του 1974.
- Το Ολοκαύτωμα ως απόλυτο τραύμα: Ο Μαργαρίτης χρησιμοποιεί το Ολοκαύτωμα ως το απόλυτο μέτρο σύγκρισης για την ανθρώπινη θηριωδία και τον ξεριζωμό. Οι εικόνες των Κυπρίων προσφύγων, των εγκλωβισμένων και των αγνοουμένων του 1974 συνομιλούν λογοτεχνικά με το παγκόσμιο τραύμα των θυμάτων των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης.
- Η γλώσσα των νεκρών: Όπως αναφέρει ο ίδιος ο συγγραφέας στο
προοίμιο του έργου του μέσω των Εκδόσεων Ίκαρος, στόχος του είναι να «μεταφράσει» την ιστορία της καταστροφής στη γλώσσα που «μιλούν οι νεκροί» όλης της ανθρωπότητας, γεφυρώνοντας τα θύματα του 1974 με τα θύματα των μεγάλων ευρωπαϊκών πολέμων.
Γιατί γίνεται αυτή η σύνδεση;
Η επιτροπή του Κρατικού Βραβείου Μυθιστορήματος Κύπρου 2025 σημείωσε ότι το μεγάλο επίτευγμα του βιβλίου είναι πως μιλά για το 1974 με τρόπο «εγκυκλοπαιδικό αλλά και συγκινητικό». Τοποθετώντας την Κύπρο δίπλα στον Ναπολέοντα, τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και το Ολοκαύτωμα, ο Μαργαρίτης βγάζει το Κυπριακό από τα στενά τοπικά πλαίσια και το αναδεικνύει σε ένα παγκόσμιο σύμβολο της ανθρώπινης οδύνης.
Ενδιαφέρουσες είναι και οι διακειμενικές αναφορές του βιβλίου καθώς ο συγγραφέας στήνει ένα μεταμοντέρνο λογοτεχνικό παιχνίδι, ενσωματώνοντας κορυφαίους συγγραφείς της παγκόσμιας και της ελληνικής γραμματείας, μετατρέποντάς τους σε «συνομιλητές» ή εργαλεία της αφήγησης.
Οι σημαντικότεροι δημιουργοί που επηρεάζουν και εντάσσονται στο έργο είναι οι εξής:
Διεθνείς Λογοτεχνικοί Άξονες
- Γιόζεφ Ροτ: Ο Αυστριακός συγγραφέας είναι ίσως η πιο καθοριστική φιγούρα για το βιβλίο. Ο Μαργαρίτης δανείζεται τη μελαγχολία του Ροτ για τον χαμένο κόσμο της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας και τη μεταφέρει στην απώλεια της παλιάς Κύπρου, χρησιμοποιώντας την έννοια της «πατρίδας που διαλύεται».
- Βίκτωρ Ουγκό: Μέσα από το πνεύμα των Αθλίων, το βιβλίο αντλεί τη δομή των μεγάλων κοινωνικών και ιστορικών τοιχογραφιών. Ο Ουγκό ενσωματώνεται ως το πρότυπο του συγγραφέα που καταγράφει τον πόνο των ανώνυμων θυμάτων της Ιστορίας.
- Βάλτερ Μπένγιαμιν: Αν και φιλόσοφος, η θεωρία του για τον «Άγγελο της Ιστορίας» (που κοιτάζει τα ερείπια του παρελθόντος ενώ σπρώχνεται βίαια προς το μέλλον) διατρέχει ολόκληρο το μυθιστόρημα, καθορίζοντας τον τρόπο που ο Μαργαρίτης αντιλαμβάνεται το 1974.
Ελληνικές και Κυπριακές Λογοτεχνικές Αναφορές
- Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Ο Μαργαρίτης, έχοντας γράψει ειδικό δοκίμιο για τον Παπαδιαμάντη, ενσωματώνει τη γλώσσα και τη θρησκευτική/υπαρξιακή κατάνυξη του Σκιαθίτη δημιουργού. Η προσέγγιση του ανθρώπινου πόνου στο βιβλίο έχει έντονα παπαδιαμαντικές αποχρώσεις.
- Κυριάκος Χαραλαμπίδης: Ο σπουδαίος Κύπριος ποιητής αποτελεί σταθερό σημείο αναφοράς. Το βιβλίο συνομιλεί με την ποιητική του Χαραλαμπίδη (όπως αναλύεται και στο έργο του Μαργαρίτη «Φοντάνα Αμορόζα»), δανειζόμενο τον τρόπο με τον οποίο η ποίηση μπορεί να ανασυνθέσει τον ιστορικό μύθο της Κύπρου.
- Γιώργος Σεφέρης: Οι αναφορές στις Δοκιμές και τα κυπριακά ποιήματα του Σεφέρη («Κύπρον, οὗ μ᾽ ἐθέσπισεν...») εισβάλλουν στην αφήγηση για να τονίσουν το αρχέγονο και ταυτόχρονα τραγικό πρόσωπο του νησιού.
- Λουκάς Κούσουλας: παρατίθεται ένα ποίημά του που έχει ως προμετωπίδα την ακόλουθη φράση του Έλιοτ « Αφού δεν ελπίζω…»: Τι θα λέγαμε λόγου χάρη / ακολουθώντας τον γνωστό συνειρμό / για το αναπνέω - αποκομμένο από το ελπίζω!/ Εφόσον ας πούμε αναπνέω/ σε τίποτα ψηλώματα κατά προτίμηση/ στο αεράκι της πατρίδας, / στώμεν καλώς.
Πώς λειτουργεί αυτή η ενσωμάτωση;
Οι συγγραφείς αυτοί δεν αναφέρονται απλώς ως εγκυκλοπαιδικά στοιχεία. Ο Μαργαρίτης χρησιμοποιεί τα κείμενά τους σαν «αντηχεία»: οι ήρωες του 1974 σκέφτονται, πονούν ή περιγράφουν την καταστροφή γύρω τους χρησιμοποιώντας φράσεις, ιδέες και μοτίβα από αυτά τα «ιερά τέρατα» της λογοτεχνίας.
Παράλληλα είναι χαρακτηριστική η ενσωμάτωση του κινηματογραφικού βλέμματος στην απεικόνιση των ιστορικών γεγονότων, καθώς ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τη μεγάλη οθόνη και τους κορυφαίους Αμερικανούς σκηνοθέτες που αποτύπωσαν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για να κάνει μια ανατομία της βίας και της προπαγάνδας, παραλληλίζοντας τον τρόπο που «μοντάρεται» η Ιστορία.
Η αφήγηση συνδέεται με αυτή την κινηματογραφική παράδοση μέσα από τις εξής παραμέτρους:
1. Το «Καταστροφικό Μοντάζ» της Ιστορίας
- Η οπτική του Χόλιγουντ: Ο Μαργαρίτης έχει αναφέρει ότι ο «Φάκελος της Κύπρου» και τα γεγονότα του 1974 έχουν υποστεί ένα καταστροφικό μοντάζ. Όπως ακριβώς οι Αμερικανοί σκηνοθέτες επέλεγαν ποιες σκηνές μάχης θα δείξουν για να φτιάξουν το «ηρωικό αφήγημα» του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, έτσι και στην Κύπρο απομονώθηκαν συγκεκριμένα γεγονότα, αφήνοντας στο σκοτάδι τις πιο κρίσιμες και τραυματικές σκηνές.
- Η αποδόμηση του ηρωισμού: Οι Αμερικανοί σκηνοθέτες της χρυσής εποχής (όπως ο John Ford, ο John Huston ή ο William Wyler, που πήγαν στο μέτωπο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου για να γυρίσουν πολεμικά ντοκιμαντέρ) χρησιμοποιούνται ως μέτρο σύγκρισης. Το βιβλίο αντιπαραβάλλει την ωμή, ασπρόμαυρη αλήθεια των δικών τους φιλμ με την ωμότητα της κυπριακής πραγματικότητας.
2. Η επίδραση του «Σινεμά Γκρεκ»
- Η σύνδεση με το ευρύτερο έργο: Η αγάπη του Μαργαρίτη για τον κινηματογράφο δεν κρύβεται. Στο πλαίσιο του ευρύτερου σχεδιασμού της σειράς «Νέα Κρόνακα», ο συγγραφέας έχει γράψει το μυθιστόρημα «Σινεμά γκρεκ» (επόμενο βιβλίο της σειράς)
- Η οθόνη ως καθρέφτης της καταστροφής: Οι ήρωες στο «Συμβάν 74» συχνά αντιλαμβάνονται τη φρίκη γύρω τους—τους βομβαρδισμούς, τα τανκς, τον πανικό—όχι ως πραγματικότητα, αλλά σαν να συμμετέχουν σε μια κακοστημένη, βίαιη πολεμική ταινία αμερικανικής παραγωγής.
3. Η προπαγάνδα και η Σκηνοθεσία του Πολέμου
- Το διάγγελμα ως σενάριο: Το βιβλίο ξεκινά ουσιαστικά αποδομώντας το τουρκικό διάγγελμα της εισβολής, το οποίο μιλούσε για μια «αλησμόνητη σελίδα στην ιστορία της Ανθρωπότητος». Ο Μαργαρίτης αντιμετωπίζει αυτή τη ρητορική ως μια «σκηνοθετημένη» προσπάθεια εξωραϊσμού του πολέμου, παρόμοια με τις χολιγουντιανές παραγωγές που μετέτρεπαν τον θάνατο σε θέαμα.
Χαρακτηριστικό συγγραφικό ιδίωμα ωστόσο είναι οι εκκλησιαστικές και θεολογικές αναφορές, που δεν συνιστούν απλώς διακοσμητικά στοιχεία, αλλά αποτελούν τον δομικό ιστό της αφήγησης. Ο συγγραφέας, επηρεασμένος βαθιά από την ορθόδοξη παράδοση, τη βυζαντινή γραμματεία και το έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, χρησιμοποιεί την εκκλησιαστική γλώσσα για να ερμηνεύσει το ιστορικό τραύμα της Κύπρου.
Οι αναφορές αυτές αναπτύσσονται στους εξής άξονες:
1. Η Εκκλησιαστική Γλώσσα και η Υμνολογία
- Η λειτουργική γλώσσα ως καταφύγιο: Οι ήρωες του βιβλίου, μέσα στη δίνη της εισβολής και του ξεριζωμού, επιστρατεύουν αυτούσιες φράσεις από την ορθόδοξη υμνολογία (όπως τα τροπάρια της Μεγάλης Εβδομάδας ή της Παράκλησης) για να εκφράσουν τον τρόμο και τον θρήνο τους.
- Το μοτίβο του Θρήνου: Η καταστροφή της Κύπρου παραλληλίζεται λογοτεχνικά με τα Πάθη του Χριστού και τον Επιτάφιο Θρήνο. Η Κύπρος παρουσιάζεται ως μια «σταυρωμένη» πατρίδα που αναμένει την Ανάσταση, η οποία όμως παραμένει μετέωρη.
2. Το Σχήμα «Αμαρτία – Νέμεσις – Τιμωρία»
- Η πνευματική ανάγνωση της Ιστορίας: Αντλώντας στοιχεία από τους Βυζαντινούς χρονογράφους, ο Μαργαρίτης δεν βλέπει το 1974 μόνο ως ένα πολιτικό ή στρατιωτικό λάθος, αλλά ως μια «παραχώρηση» ή «παιδεία» (δοκιμασία) για τις συλλογικές αμαρτίες του ελληνισμού (τον διχασμό, την έπαρση, την προδοσία του Πραξικοπήματος).
- Ο Μακάριος ως θρησκευτικός και πολιτικός ηγέτης: Η διπλή ιδιότητα του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ (Εθνάρχη και Προέδρου) βρίσκεται στο επίκεντρο. Το βιβλίο εξετάζει την τραγική σύγκρουση ανάμεσα στην πνευματική του αποστολή και τις εγκόσμιες πολιτικές σκοπιμότητες που οδήγησαν στο Πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου.
3. Η Σχέση με το Μαρτυρολόγιο και τους Αγίους
- Οι ανώνυμοι ως μάρτυρες: Οι απλοί στρατιώτες, οι εγκλωβισμένοι και οι πρόσφυγες του 1974 δεν αντιμετωπίζονται απλώς ως θύματα του πολέμου, αλλά ανυψώνονται στη σφαίρα των «νεομαρτύρων». Ο θάνατος και τα βασανιστήριά τους περιγράφονται με το ύφος και την κατάνυξη των εκκλησιαστικών Συναξαριστών.
- Η βεβήλωση των ιερών: Οι περιγραφές των λεηλατημένων εκκλησιών, των σπασμένων εικονοστασίων και των βεβηλωμένων μοναστηριών στα κατεχόμενα εδάφη λειτουργούν ως ισχυρά σύμβολα της απώλειας της ιερής τοπογραφίας του νησιού.
4. Η Παπαδιαμαντική Κατάνυξη
- Η θεολογία του πόνου: Μέσα από τη συνομιλία του με το έργο του Παπαδιαμάντη, ο Μαργαρίτης εισάγει μια διάσταση «λειτουργικής παρηγοριάς». Ακόμα και μέσα στην απόλυτη φρίκη, υπάρχει μια λεπτή πνευματική γραμμή που συνδέει τους ανθρώπους με το θείο, μετατρέποντας το «Συμβάν 74» σε ένα ιδιότυπο requiem (νεκρώσιμη ακολουθία) για την Κύπρο.
Τέλος, η έννοια του «ήρωα» ανατρέπεται ριζικά. Καθώς το βιβλίο αποτελεί μια αποδόμηση της επίσημης στρατιωτικής και πολιτικής ρητορικής, ο συγγραφέας δεν εστιάζει σε παραδοσιακούς, ένδοξους στρατηγούς, αλλά μετατοπίζει το βάρος της ηρωικότητας σε δύο εντελώς διαφορετικές κατηγορίες φιγούρων:
1. Οι Ανώνυμοι και οι Αφανείς (Οι Πραγματικοί Ήρωες)
Η μεγαλύτερη ηρωική φιγούρα στο έργο είναι ο συλλογικός ήρωας: ο απλός άνθρωπος της Κύπρου που βρέθηκε στη δίνη της προδοσίας και της εισβολής.
- Οι απλοί στρατιώτες και κληρωτοί: Νεαρά παιδιά που στάλθηκαν στην πρώτη γραμμή χωρίς επαρκή πολεμοφόδια, προδομένα από τις αποφάσεις της Χούντας των Αθηνών, τα οποία όμως επέδειξαν αυταπάρνηση μέσα στο απόλυτο χάος. «Το όπλο που κρατούσα στην Πάφο, λέει ο Μαργαρίτης, το παρέδωσα λίγο προτού φύγω. Στην Αμμόχωστο ανακάτωσα κάτι κιβώτια και συναρμολόγηση μια τουρτούρα. Τη δοκίμασα στη θάλασσα και δούλευε, έριχνε. Ήταν ανακουφιστικό. Η τουρτούρα είναι ένα γερμανικό υποπολυβόλο ΜΡ40, διάσημο από το σινεμά, και γνωστότερο ως Σμάιζερ. Το ελληνικό παρατσούκλι τουρτούρα το οφείλει φυσικά στον τρομερό ήχο της ριπής του, που μοιάζει με το κροτάλισμα των δοντιών, όταν ο άνθρωπος τουρτουρίζει από το κρύο. Κι ας είναι καλοκαίρι. Κι ας είναι στην Κύπρο. Τέτοια όπλα ΄άφησαν πολλά στην Ελλάδα οι Ναζί΄,, και υποθέτω ότι βρέθηκαν στην Κύπρο μετά τον ελληνικό εμφύλιο. Εκτός κι αν ήταν κατάλοιπα της ΕΟΚΑ, εκ του αποθέματος που είχε φέρει ο Γρίβας από την Οργάνωση Χ. Σε κάθε περίπτωση η ανακούφιση του Μαργαρίτη δεν κράτησε πολύ, εφόσον ένας αξιωματικός άρπαξε την τουρτούρα και του είπε να μην ψάχνει άλλο για όπλα. Είσαι αξιωματικός, λέει, και οι αξιωματικοί πρέπει να διευθύνουν τα πολυβόλα, δεν χρειάζονται όπλά. Εγώ έμεινα και τον κοίταζα».. (σελ. 244) «Είμαι στο μέτωπο χωρίς πολεμοφόδια. Όταν τηλεφωνώ στο ΓΕΕΦ, κανένας από τους πούστηδες δεν βγαίνει στο τηλέφωνο. Οι ασύρματοι δεν δουλεύουν. Οι οδηγίες που έχω είναι να μην πυροβολούν οι άντρες μου. Μα όποτε πυροβόλησαν, κατά παράβαση των οδηγιών΄, οι Τούρκοι σταμάτησαν την προέλασή τους. Εψές διέταξα καταδρομική ενέργεια και πήραμε δύο υψώματα. Χαράματα σήμερα πήρα διαταγή να υποχωρήσουμε. Φίλε μου, πρέπει να είσαι στο μέτωπο για να καταλάβεις ότι ο αγώνας αυτός είναι σικέ». (Σελ.248)
- Οι πρόσφυγες και οι μάρτυρες: Οι γυναίκες, οι ηλικιωμένοι και οι εγκλωβισμένοι που υπέμειναν τη βία, τον ξεριζωμό και την απώλεια, διασώζοντας ωστόσο την ανθρωπιά και την πολιτισμική τους ταυτότητα. «Η αταξία και ο πανικός που επικράτησαν αποτυπώνονται με ανατριχιαστικό τρόπο στην εικόνα ψυχικά ασθενών ανθρώπων, οι οποίοι ξεχύθηκαν στους δρόμους της πρωτεύουσας όταν οι Τούρκοι βομβάρδισαν την ψυχιατρική κλινική κοντά στα στρατόπεδα της Αθαλάσσας. Ενόψει και της εκκένωσης της Λευκωσίας, η εν λόγω σκηνή είναι αποκαλυπτική, με όλες της έννοιες της λέξεως. Σαν μια ταινία με ζόμπι» (σελ. 225). «Τι έγιναν όμως οι σοροί των δικών μας; Όχι μόνον δεν επανεπατρίσθησαν, παρά τας υποσχέσεις υψηλά ισταμένων προσώπων, αλλά εις την ιδικήν μου περίπτωσιν η σορός του ήρωος συζύγου μου ήτοι πεταμένα εις εν ψυγείον κρεάτων δίκην σφαγίου, όπου και μόνη τον ανεύρον μετά από διημέρους αναζητήσεις. Οι τάφοι τους έμειναν για πάντα κάτω από την μπότα του κατακτητή. Έτσι, δεν έχουμε ούτε την παρηγοριά να στολίζουμε τους τάφους τους ή να προσευχόμαστε κοντά τους … Μήπως όμως συνελυπήθη κανείς εδώ ή εις την Κύπρον τις χήρες; Σας βεβαιώ ότι σε μένα δεν συνέβη, αλλά και μέχρι στιγμής ουδέ καν εν συλλυπητήριον γράμμα ελάβαμεν».. (σελ. 314)
2. Οι «Ήρωες» της Λογοτεχνίας και της Μνήμης
Ο Μαργαρίτης ενσωματώνει στο κείμενο μορφές της παγκόσμιας λογοτεχνίας, οι οποίες λειτουργούν ως οι πνευματικοί «φάροι» και ήρωες της αφήγησης:
- Ο «Άγγελος της Ιστορίας» (Βάλτερ Μπένγιαμιν): Μια ιδιότυπη φιγούρα που παρακολουθεί ανήμπορη τα ερείπια του παρελθόντος να συσσωρεύονται, αποτελώντας τον τραγικό ήρωα της συλλογικής μας μνήμης.
- Οι Φιγούρες του Γιόζεφ Ροτ: Ήρωες βγαλμένοι από την παράδοση του Αυστριακού συγγραφέα, οι οποίοι ενσαρκώνουν τη μελαγχολία της απώλειας μιας πατρίδας που χάνεται για πάντα και την αξιοπρέπεια απέναντι στην καταστροφή.
Γιατί αυτή η επιλογή;
Όπως προκύπτει από το σκεπτικό του
Κρατικού Βραβείου Μυθιστορήματος Κύπρου 2025, ο συγγραφέας επιλέγει να δώσει φωνή στους «νεκρούς της Ιστορίας». Μετατρέπει το βιβλίο σε μια «ηρωική ιστορία» όχι με την έννοια του εθνικιστικού θριάμβου, αλλά με την έννοια της υπαρξιακής αντοχής και της θυσίας των ανώνυμων θυμάτων.
Έτσι, η «δικαίωση» των ιστορικών προσώπων δεν έρχεται μέσα από επίσημες τιμές ή πολιτικούς επαίνους, αλλά μέσα από τη διάσωση της αληθινής τους μνήμης. Ο Κυριάκος Μαργαρίτης φωτίζει εκείνες τις προσωπικότητες που θυσιάστηκαν ή έδρασαν με αυταπάρνηση, αντιπαραθέτοντας την ηθική τους στάση στην προδοσία της Χούντας.
Τα ιστορικά πρόσωπα που δικαιώνονται πνευματικά και λογοτεχνικά μέσα στο έργο είναι:
1. Οι Έλληνες και Κύπριοι Αξιωματικοί και Στρατιώτες της Πρώτης Γραμμής
- Οι πεσόντες των τοπικών ταγμάτων (π.χ. 203 ΤΕ): Μέσα στην αφήγηση δικαιώνονται οι έφεδροι, οι ανθυπολοχαγοί και οι απλοί στρατιώτες. Αυτοί οι άνθρωποι αφέθηκαν ουσιαστικά αβοήθητοι, αλλά πολέμησαν με ηρωισμό ενάντια στις υπέρτερες τουρκικές δυνάμεις.
- Οι διοικητές που αρνήθηκαν να υποχωρήσουν: Πρόσωπα του στρατού που δεν υπάκουσαν στις έμμεσες ή άμεσες εντολές αδράνειας που έφταναν από το προδοτικό κέντρο των Αθηνών. Η θυσία τους στο πεδίο της μάχης καταγράφεται ως η μόνη πράξη διάσωσης της εθνικής αξιοπρέπειας.
2. Οι Αφανείς Ιερείς και ο Κατώτερος Κλήρος
- Οι προστάτες των κοινοτήτων: Ιστορικές μορφές ιερέων της κυπριακής υπαίθρου οι οποίοι δεν εγκατέλειψαν το ποίμνιό τους κατά την εισβολή.
- Η θυσία της παραμονής: Δικαιώνονται εκείνοι που επέλεξαν να εγκλωβιστούν, να συλληφθούν ή να εκτελεστούν πλάι στους ενορίτες τους, μετατρέποντας την εκκλησιαστική τους ιδιότητα σε ασπίδα για τους ανήμπορους.
3. Οι Πνευματικοί Άνθρωποι (Ηθική Δικαίωση)
- Οι συγγραφείς και μάρτυρες της αλήθειας: Μέσα από την ενσωμάτωση μορφών όπως ο Γιόζεφ Ροτή ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, το βιβλίο δικαιώνει τους διανοητές που προειδοποίησαν την ανθρωπότητα για τη θηριωδία του ολοκληρωτισμού.
- Η φωνή των νεκρών και τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας: Ο Μαργαρίτης δίνει το δικαίωμα του λόγου σε όσους η επίσημη Ιστορία αποκάλεσε «απώλειες» αλλά και καταδικάζει τα εγκλήματα κατά των τουρκοκυπρίων, που διεπράχθησαν από ένοπλους Ελληνοκύπριους ή εθελοντές αντάρτες της ΕΟΚΑ Β. Ηθικά δικαιώνεται ο κάθε ανώνυμος νεκρός, καθώς το βιβλίο μεταφράζει τον βουβό του πόνο σε παγκόσμια λογοτεχνική κληρονομιά. «Στις 21 Ιουλίου 1974 ένα τμήμα της ΕΟΚΑ Β πήγε σε τρία χωριά πέριξ της Περιστερωνοπηγής, τουρκοκυπριακά, τη Μάραθα, την Αλόα και τον Σανταλάρη, με συνολικό πληθυσμό γύρω στους 300 κατοίκους. Οι μάχιμοι άνδρες οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης αιχμαλώτων και η αποστολή ολοκληρώθηκε με επιτυχία, κάτι που μακάρι να μπορούσα να πω και για την αφήγηση. Αλλά αυτή συνεχίζεται. Οι πιο πάνω ένοπλοι επέστρεψαν μόνοι τους στα τουρκικά χωριά, οδήγησαν στην Περιστερωνοπηγή τα γυναικόπαιδα και τους γέροντες και τους έκλεισαν στο σχολείο, εκεί που οι ίδιοι είχαν κάποτε ακούσει τον Όμηρο. Αλλά δεν τον πρόσεξαν. Η μουσική λοιπόν σταματά. Ακόμα κι η θάλασσα. Ο Όμηρος κάτι ψάλλει ή γράφει στην άμμο, έρημος, μόνος, τυφλός - θεόστραβος. Τα μάτια όλων είναι κλειστά. Στο σχολείο βρέθηκαν 126 τουρκοκύπριοι, … εκτός από λίγους γέροντες οι υπόλοιποι ήταν γυναίκες, παιδιά, νεογέννητα βρέφη. Οι ελληνοκύπριοι συμμορίτες πιθανότατα βίαζαν τις γυναίκες, ΄ίσως και πολλά παιδιά, από τις 21 Ιουλίου μέχρι τις 14 Αυγούστου 1974, όταν άρχισε ή δεύτερη φάση της εισβολής. Το μεσημέρι εκείνο, αντί για το μέτωπο οι ένοπλοι πήγαν στη Μάραθα και έκλεψαν τα αιγοπρόβατα των Τούρκων, για το γλέντι του Δεκαπενταύγουστου. Προηγουμένως αποφάσισαν να μην αφήσουν μάρτυρες του εγκλήματός τους (που δεν νομίζω
Το νόημα της δικαίωσης στο βιβλίο
Για τον συγγραφέα, η μόνη πραγματική δικαίωση για αυτά τα πρόσωπα είναι να μην ξεχαστεί η θυσία τους. Το «Συμβάν 74» λειτουργεί ως ένα γραπτό μνημείο που καθαρίζει το όνομα των προδομένων αγωνιστών από τη λάσπη του πολιτικού παρασκηνίου και του «καταστροφικού μοντάζ» της επίσημης ιστοριογραφίας. «Επειδή η λέξη προπαγάνδα μπορεί να ενοχλεί, προτείνω να σκεφτούμε ότι ο ως άνω συνδυασμός είναι θεμιτός και αναγκαίος, εντέλει αυτονόητος, κατά το ότι η μαρτυρία καθενός είναι η προπαγάνδα που ασκεί υπέρ των φίλων του, η φύλαξη της μνήμης εκείνων, μια διακήρυξη αφοσίωσης και πάθους, ο ομολογία της πίστης του. Έτσι εν πάση περιπτώσει γράφεται ο τόμος που τώρα διαβάζετε, ακραιφνώς προπαγανδιστικά. Η ατζέντα μου είναι γεμάτη ταφόπλακες, δίπτυχα, κεραυνούς και αφρούς των κυμάτων. Αυτά τα πράγματα δεν είναι αντικείμενα, ούτε αντικειμενικά. Είναι πρόσωπα, ενδάδε κείμενα. Τα ρήματα κείνων είναι κοινά. Είναι ο ξένος και ο πιο ξυνός Λόγος η οικεία αλήθεια, έναν όνομα στην ακτή, στην παλίρροια… Ήταν η αρχαιότερη και πιο οικουμενική προπαγάνδα, μιαν από τις ιδρυτικές στιγμές της οποίας εντοπίζουμε στις παρυφές του Παρνασσού, στις Θερμοπύλες, δια χειλέων βασιλέως Λεωνίδα, φυσικά με τριακόσιες γλώσσες φωτιάς: Μολών λαβέ. Αυτή η αξεπέραστη απάντηση στα βαρβαρικά τελεσίγραφα ιδιοφυώς ταυτίζει την αποπομπή με την πρόσκληση (έλα να τα πάρεις - αν σου βαστάει), και μπερδεύει τον τύραννο, τον άρχοντα κάθε οριστικής και τελειωμένης μορφής, που δεν ξέρει αν πρέπει να γελάσει ή να κλάψει, να γιορτάσει ΄να οργιστεί, να επιτεθεί ή να το βάλει στα πόδια». (Σελ. 86-88)
ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ «Η γαλλική λέξη gaite που μοιάζει με την αγγλική gate, την πύλη, σημαίνει χαρά και προέρχεται πιθανότατα από τη ρωμανική διάλεκτο οκ ή οξ της Οξιτανίας, από την Προβηγκία, όπως μαρτυρεί η συνάφεια με τη λέξη Gayá, διάσημη από μια ευρωπαϊκή φράση, ίσως την ωραιότερη όλων των εποχών, τη φράση Gayá Scienza, τη χαρούμενη επιστήμη ή εύθυμη σοφία, που μέσα της έζησε ο Νίτσε κατάμονος. Η τουρκική εισβολή του έτους 1974 είχε και τ’ όνομα Χαρούμενη επιχείρηση ειρήνης». «Τα λούλουδα έχουν οι νεράιδες για γραφή».