Ο κόσμος γίνεται ολοένα πιο άνισος και δεν είναι μόνο οι θεσμοί, η κουλτούρα και η γεωγραφία των κρατών που προκαλούν την ανισότητα, αλλά κυρίως η τεχνολογία, η παγκοσμιοποίηση και οι οικονομικές πολιτικές. Κάποια κράτη έχουν φύγει μπροστά εκμεταλλευόμενα τις ευκαιρίες που τους παρουσιάζονται, ορισμένα ακολουθούν ασθμαίνοντας και προσαρμοζόμενα στη νέα πραγματικότητα με καθυστέρηση και άλλα, κυρίως στην Αφρική, έχουν χάσει το τρένο, καταδικασμένα σε μια συνεχώς ανατροφοδοτούμενη υπανάπτυξη.
Ο πλούτος και η φτώχεια, ο πόλεμος και η ειρήνη είναι τα γνώριμα σε όλους μας πρόσωπα μιας ανθρωπότητας που κινείται με διαφορετικές ταχύτητες. Με δύο πολέμους σε εξέλιξη σε Ουκρανία και Παλαιστίνη, με την απειλή πυρηνικού πολέμου και πάλι στο προσκήνιο και με ριζικές ανακατατάξεις στην κατανομή ισχύος ανάμεσα στους κορυφαίους παίκτες (Ρωσία, Κίνα, ΗΠΑ), η αναζήτηση των αιτίων που προκαλούν την ανισότητα και η δράση για την άμβλυνσή της είναι επιτακτική ανάγκη.
Ο Αμερικανός ιστορικός της οικονομίας Ρόμπερτ Κ. Άλεν (Robert C. Allen), καθηγητής μέχρι το 2013 στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και σήμερα στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης στο Αμπού Ντάμπι, συγγραφέας και ειδικός στη Βιομηχανική Επανάσταση, παρουσιάζει μια συνοπτική αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιστορία της παγκόσμιας οικονομίας. Πρόκειται για ένα σύντομο, επιστημονικό και καλογραμμένο εγχειρίδιο με το οποίο ακόμα και ο λιγότερο σχετικός με την οικονομία αναγνώστης μπορεί να παρακολουθήσει τις παγκόσμιες οικονομικές εξελίξεις από την εποχή των μεγάλων εξερευνήσεων του 15ου αιώνα μέχρι την εκβιομηχάνιση του 20ού αιώνα.
Αφετηρία για το βιβλίο του Ρόμπερτ Κ. Άλεν είναι οι απαρχές της παγκοσμιοποίησης, μια διαδικασία που συνδέεται με τα ταξίδια του Κολόμβου, του Μαγγελάνου και των άλλων εξερευνητών. Η δεύτερη ιστορική στάση είναι η Βιομηχανική Επανάσταση (1760-1850), όταν η χρήση μηχανών στη βαμβακουργία και της ατμομηχανής στις μεταφορές (ναυτιλία και σιδηρόδρομος) απογειώνουν τη βρετανική (πρωτίστως) οικονομία.
Γιατί στην Αγγλία;
Ο συγγραφέας εξηγεί το γιατί η Βιομηχανική Επανάσταση πραγματοποιήθηκε στην Αγγλία και καταλήγει στο συμπέρασμα πως σ’ αυτό συνέβαλαν οι υψηλοί μισθοί που απολάμβαναν οι Βρετανοί εργαζόμενοι και η φθηνή ενέργεια που κινούσε τη βιομηχανία της, δύο παράγοντες που πυροδότησαν την καινοτομία και τη βιομηχανική παραγωγή αντίστοιχα. Σύμφωνα με τον Ρόμπερτ Κ. Άλεν, η Βιομηχανική Επανάσταση προέκυψε στην Αγγλία «γιατί οι Βρετανοί εφευρέτες ξόδεψαν τόσο πολύ χρόνο και χρήμα σε έρευνα και ανάπτυξη, για να καταστήσουν λειτουργικές κάποιες κοινότοπες ιδέες».
Φυσικά, η Βιομηχανική Επανάσταση δεν έμεινε στην Αγγλία, καθώς οι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για την οικονομική ανάπτυξη στην ηπειρωτική Ευρώπη. Η συγκρότηση εθνικών αγορών, οι εξωτερικοί δασμοί για την προστασία του εμπορίου, η ίδρυση τραπεζών για τη σταθεροποίηση του νομίσματος, η μαζική εκπαίδευση που ενίσχυσε την καινοτομία και την εφεύρεση, καθώς και η ενσωμάτωση στην παραγωγή των νέων τεχνολογιών είναι για τον συγγραφέα οι παράγοντες που προκάλεσαν την πανευρωπαϊκή διάχυση της Βιομηχανικής Επανάστασης.
Ο Άλεν μάς υπενθυμίζει πώς λειτουργεί μια οικονομία σε ανάπτυξη: υψηλοί μισθοί ως κίνητρο για την εφεύρεση προϊόντων και την υιοθέτηση τεχνολογιών που εξοικονομούν ενέργεια και ανθρώπινους πόρους, οι τεχνολογίες κατόπιν αυξάνουν την απόδοση του κεφαλαίου με αποτέλεσμα την εκ νέου τροφοδότηση του συστήματος των υψηλών μισθών κ.ο.κ.
Ασία και Αμερική: Αντίθετοι ρόλοι
Ακόμα πιο ενδιαφέρουσα από την ανάλυση για τη Βιομηχανική Επανάσταση στην Αγγλία και την ηπειρωτική Ευρώπη είναι η εξιστόρηση της διαδικασίας μέσα από την οποία οι ασιατικές αυτοκρατορίες, κυρίως η Ινδία και η Κίνα, οδηγήθηκαν στην αποβιομηχανοποίηση, την ίδια στιγμή που η αμερικανική ήπειρος με όλες τις πλουτοπαραγωγικές δυνατότητές της ενσωματώνεται σταδιακά στην παγκόσμια οικονομία. «Οι μεγάλες αυτοκρατορίες μπήκαν στον 19ο αιώνα διαθέτοντας τους μεγαλύτερους μεταποιητικούς τομείς στον κόσμο και στο κλείσιμό του είδαν τη μεταποίησή τους κατεστραμμένη, δίχως να υπάρχουν σύγχρονες εργοστασιακές βιομηχανίες για να την αντικαταστήσουν», γράφει ο Άλεν.
«Η Κίνα θα γίνει η μεγαλύτερη μεταποιητική χώρα παγκοσμίως, όπως ήταν και πριν από τα ταξίδια του Χριστόφορου Κολόμβου και του Βάσκο ντα Γκάμα. Ο κύκλος θα κλείσει…»
Πλούσιο υλικό για μελέτη προσφέρουν τα κεφάλαια που αφιερώνει ο Αμερικανός ιστορικός στην ήπειρό του, όταν έρχεται η ώρα να αναλύσει τις αποικιακές οικονομίες στην Κεντρική και τη Βόρεια Αμερική, αλλά και τη διαμόρφωση της Λατινικής Αμερικής. Τον ενδιαφέρουν οι αδιόρατες αλλά καθοριστικές διαφορές του ενός από το άλλο άκρο του Νέου Κόσμου, διαφορές οι οποίες έπαιξαν μείζονα ρόλο στη διαμόρφωση των οικονομιών και των κρατών έτσι όπως τα γνωρίζουμε σήμερα.
Ο Άλεν εντοπίζει διαφορές στη σύνθεση του εργατικού δυναμικού μεταξύ των διαφόρων τμημάτων της Αμερικής (μεταφερμένοι από την Αφρική σκλάβοι, γηγενείς δούλοι κι έποικοι εργάτες), τη μόρφωση (υψηλότερη και μαζική στη Βόρεια Αμερική, οξύτατος αναλφαβητισμός στην Κεντρική και Νότια Αμερική), τις καλλιέργειες (σιτηρά και βαμβάκι στον βορρά, ζάχαρη στην κεντρική ζώνη και στα νησιά της Καραϊβικής, καφές και καουτσούκ στη Βραζιλία) και, φυσικά, την οργάνωση των κρατών από τις πολιτικές δυνάμεις μετά το πέρας της αποικιοκρατίας.
Σύμφωνα με τον Άλεν, τα συστατικά της επιτυχίας των ΗΠΑ, πέρα από ορισμένους αντικειμενικούς παράγοντες (κοντινότερη απόσταση με την Ευρώπη, εύκρατο κλίμα χωρίς μεταδοτικές ασθένειες, εκτίναξη της ζήτησης για βαμβάκι κ.ά.) είναι η επίτευξη καθολικής εκπαίδευσης για το σύνολο του πληθυσμού (πλην των σκλάβων) και οι προστατευτικοί δασμοί. Πρόκειται για δύο παράγοντες που εξασφάλισαν στους πιονέρους της βορειοαμερικανικής ηπείρου έντονη εμπορική δραστηριότητα με την Ευρώπη. Αντίθετα, στο ιστορικό Μεξικό, το οποίο καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της ανάλυσής του, η ιδιαίτερη γεωγραφία που δεν ευνοεί το εμπόριο, η εγκαθίδρυση ισχυρών ελίτ από λευκούς ρωμαιοκαθολικούς, η ύπαρξη μεγάλου γηγενούς πληθυσμού που αντιστέκεται και το χαμηλό ποσοστό αλφαβητισμού κράτησαν τη χώρα για δεκαετίες μακριά από την ανάπτυξη. Ανάλογη ήταν η κατάσταση και στην υπόλοιπη Λατινική Αμερική, για την υστέρηση της οποίας ο Άλεν θεωρεί υπεύθυνες τις λευκές ελίτ, που βασίστηκαν στην εκμετάλλευση των Αφρικανών σκλάβων και αδιαφόρησαν για την εκπαίδευσή τους.
Αφρική, μια χρόνια πληγή
Η Αφρική ήταν και είναι φτωχή διότι, κατά την εκτίμηση του συγγραφέα, δεν δημιούργησε προηγμένο αγροτικό πολιτισμό. Δεν ανέπτυξε νομισματική οικονομία, δεν ιδρύθηκε τραπεζικός τομέας, η οργάνωση της ιδιοκτησίας συνέχισε σε προνεωτεριστικές δομές, το εμπόριο δεν αναπτύχθηκε οργανικά στο εσωτερικό των διάσπαρτων κοινωνιών της μαύρης ηπείρου και ουσιαστικά μόνο στην Αίγυπτο και στην Αιθιοπία εμφανίστηκε αξιόλογος αγροτικός πολιτισμός (κακάο, κεχρί κ.ά.).
Φυσικά, ο Ρόμπερτ Κ. Άλεν δεν μπορεί να αφήσει εκτός κάδρου το πρόβλημα της αποικιοκρατικής διακυβέρνησης και το επαχθές μοντέλο των Αφρικανών φυλάρχων που συνεργάζονταν με τις μητροπολιτικές εξουσίες, μια συνεργασία που όταν έληξε με την ανεξαρτησία των κρατών άφησε πίσω της φτώχεια, διχόνοια και πόλεμο. «Η αποικιοκρατία δημιούργησε ένα σύστημα προσοδοθήρων μικροτυράννων που διαφέντευαν την ύπαιθρο», γράφει, ενώ για το απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική σημειώνει πως «οι Αφρικανοί αντιμετωπίζονταν ως κάτοικοι των καταυλισμών και ως τίποτα παραπάνω από φιλοξενούμενοι εργάτες» μέσα στην ίδια τους τη χώρα.
Αυτοκρατορίες σε… κίνηση
Τα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου είναι αφιερωμένα σε τρεις «αυτοκρατορίες», οι οποίες κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα έζησαν την όψιμη εκβιομηχάνιση, στηριζόμενες όμως σε μοντέλα διαφορετικά από εκείνο που ανέδειξε η Βιομηχανική Επανάσταση – θυμίζουμε: ανάπτυξη των μεταφορών, δασμοί, τραπεζικός τομέας και την καθολική, δημόσια ως επί το πλείστον, εκπαίδευση.
Η σοβιετική Ρωσία, η αυτοκρατορική Ιαπωνία και η κομμουνιστική Κίνα είναι τρία παραδείγματα οικονομιών που κατέγραψαν ραγδαίους ρυθμούς ανάπτυξης για κάποιο χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα σε μια προσπάθεια να συγκλίνουν με τις προηγμένες οικονομίες της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής.
O ιστορικός και πανεπιστημιακός καθηγητής Ρόμπερτ Κ. Άλεν δεν γνωρίζει ποιο είναι το βέλτιστο οικονομικό μοντέλο, το οποίο μπορεί να εγγυηθεί αέναη οικονομική ανάπτυξη και συνεχή ευημερία. Αντιλαμβάνεται όμως ότι στην παγκόσμια οικονομία υπάρχουν κύκλοι ανάπτυξης και ύφεσης, όπως αυτός που διανύει σήμερα ο ασυγκράτητος τίγρης της Ασίας – εκεί είναι άλλωστε στραμμένη η προσοχή του, όπως των περισσότερων Αμερικανών. «Η Κίνα θα γίνει η μεγαλύτερη μεταποιητική χώρα παγκοσμίως, όπως ήταν και πριν από τα ταξίδια του Χριστόφορου Κολόμβου και του Βάσκο ντα Γκάμα. Ο κύκλος θα κλείσει…» γράφει στον επίλογο του βιβλίου του. Αλλά δεν μας λέει, γιατί δεν γνωρίζει, το πότε και με ποιο τίμημα.