Κυριακή 3 Μαρτίου 2013

Η καπηλεία του θανάτου



Δεν νιώθω, εισαγωγικά, καμιά ανάγκη να σας περιγράψω πόσο με συγκλόνισε η τραγωδία των παιδιών της Λάρισας, ούτε να καταθέσω προκαταβολικά τα ρητορικά πιστοποιητικά ευαισθησίας μου, λες και το πόσο άγγιξε τον καθένα μας αποδεικνύεται από την ένταση των λέξεών του. Η πραγματικότητα είναι μία: Αρκετών ανθρώπων η ζωή καταστράφηκε την Πέμπτη και εμείς οι υπόλοιποι παραλύουμε από τη φρίκη των ανθρώπινων, περισσότερο γιατί τα προβάλλουμε στις δικές μας ζωές, για να τα αποσύρουμε σταδιακά στη λήθη - όπως έχουμε κάνει, τόσες φορές, στο παρελθόν. Αυτό που θέλω να περιγράψω είναι το εμπόριο αυτής της φρίκης.
Με πόση ευκολία οι θάνατοι χρεώθηκαν στο μνημόνιο, τη Μέρκελ, την κυβέρνηση - κάποιοι πιο παραστατικοί είπαν ότι ο Στουρνάρας είναι ο ηθικός αυτουργός των θανάτων. Με την ίδια ακριβώς ευκολία που - αυτόματα, και χωρίς καμιά παραπάνω γνώση και εμβάθυνση - χρεώνονται στην τρόικα 3.000 αυτοκτονίες. Αν δεν το έχετε καταλάβει, έχουμε κυβέρνηση δολοφόνων ή, έστω, συνεργών σε ανθρωποκτονίες. Κι αν αυτό βολεύει τις πολιτικές ή επαγγελματικές στοχεύσεις, την αισθητική, και την αναλυτική ικανότητα των ψεκασμένων πολιτικών, δημοσιογράφων και τηλεοπτικών δικηγόρων, οι υπόλοιποι γιατί δεν κάνουν ορισμένες αυτονόητες σκέψεις; Φοβούνται; Ξέρω ότι η κατηγορία της βεβήλωσης της μνήμης των νεκρών είναι πάντα έτοιμη, αλλά δεν γίνεται να ηττάται - διαρκώς - η λογική.
Τα παιδιά προφανώς κρύωναν, όπως πάμπολλοι άλλοι συμπολίτες μας. Οι περισσότερες πολυκατοικίες ανάβουν ελάχιστα ή καθόλου το καλοριφέρ και σιγά-σιγά οι άνθρωποι επιστρέφουν σε παλιές πηγές θέρμανσης. Οι παλαιότεροι γνωρίζουν τους κινδύνους κάθε μιας - οι νέοι, όχι. Προφανώς, τα δύστυχα παιδιά δεν γνώριζαν σε τι κίνδυνο εκτίθενται (αν το έκαναν με επίγνωση των πιθανών συνεπειών θα ήταν, όντως, ένα μέτρο της απελπισίας τους). Θα μπορούσαν να είχαν χρησιμοποιήσει καυσόξυλα με την ίδια άγνοια και να έκαιγαν μια πολυκατοικία. Ο Στουρνάρας τότε θα ευθυνόταν για δεκάδες θανάτους. Άλλος θα μπορούσε να χρησιμοποιεί χωρίς γνώση υγραέριο - αντί του ακριβού ηλεκτρικού - και να καταστήσει τον Στουρνάρα υπεύθυνο άλλων τραγωδιών. Αν κάποιος τρακάρει με αφρόντιστο αυτοκίνητο, ο Στουρνάρας θα τον έχει δολοφονήσει γιατί δεν έχει λεφτά να φτιάξει τα φρένα. Αν πάθει έμφραγμα περπατώντας στο κρύο, ο υπουργός θα φταίει που έχει καταθέσει τις πινακίδες του και πάει λέγοντας.
Βέβαια, όταν κάποιος Στουρνάρας στο μέλλον μειώσει τον φόρο στα καύσιμα και τα τέλη ταξινόμισης και ξαναρχίζει ο κόσμος να οδηγεί όπως πριν, τα τροχαία που θα αυξηθούν θα τον βαρύνουν, επίσης. Για να μην πω για τα δυστυχήματα της ευμάρειας (συγκρούσεις τουριστικών λεωφορείων, ομαδικές δηλητηριάσεις σε εξωτικά μέρη, αναφλέξεις σκαφών, συντριβές σκιέρ και τόσα άλλα) που επίσης θα πρέπει να χρεωθούν στον υπουργό που θα μας βγάλει από την κρίση.
Η λογική αυτή δεν έχει τέλος. Και το τελευταίο που καταφέρνει είναι να εκφράζει την πραγματική μας ανάγκη να επιστρέψουμε στην ζωή που είχαμε, έστω και με άλλο τρόπο. Επίσης, δεν προσφέρει τίποτα στη συζήτηση ποιος θα είναι αυτός ο τρόπος. Αντιθέτως, το σίγουρο που πετυχαίνει είναι να ενσταλάζει ακόμα μεγαλύτερο μίσος, τυφλή οργή και αδιέξοδο φανατισμό στην κοινωνία μας, επ’ ωφελεία - φυσικά - κάποιων πονηρών Καμμένων και συναφών, των μεγάλων κερδισμένων της εποχής, που έχουν καταφέρει να απηχούν αλλά και να υποδαυλίζουν το κυρίαρχο ρεύμα, αυτό που αντιμετωπίζει την κρίση με όρους θυμικού και ενστίκτων και όχι λογικής και γνώσης.
Υ.Γ.: Στο σχόλιο δεν περιλαμβάνω τις αντιδράσεις των φοιτητών. Οποιος θυμάται τα φοιτητικά του χρόνια, ξέρει ότι δεν γίνεται να ήσαν διαφορετικές.
- See more at: http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.ellada&id=22525#sthash.jmp276zd.dpuf
Η καπηλεία του θανάτου | ΕΛΛΑΔΑ | Protagon

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2013

Ο παράδεισος των αντικαπνιστών είναι ένα μικρό ελληνικό χωριό


Πρόκειται για το χωριό Σκοτεινό της Κρήτης το οποίο βρίσκεται στο νομό Ηρακλείου. Οι 70 κάτοικοι του όπως αναφέρει το ekriktiko είναι όλοι τους αντικαπνιστές. Δεν επηρεάστηκαν από καμία αντικαπνιστική εκστρατεία αλλά εδώ και δεκαετίες είναι το χωριό στο οποίο δεν υπάρχει καπνιστής ούτε για δείγμα. Ήταν μια στάση ζωής που υιοθετήθηκε σταδιακά απ' όλους και σύμφωνα με ορισμένους ισχύει αδιαλείπτως  για περισσότερα από 20 χρόνια. «Εγώ είμαι 50 χρόνια παντρεμένη εδώ και θυμάμαι ότι παλιά κάπνιζαν μόνο 2-3 γέροι. ¨Φεύγοντας¨ αυτοί, κανένας δεν συνέχισε να καπνίζει» λέει η κυρία Χριστίνα Μουδατσάκη, ιδιοκτήτρια ενός εκ των δύο καφενείων του χωριού. «Η συνήθεια αυτή έχει περάσει και στα παιδιά και στα εγγόνια μας, παρόλο που δεν  μένουν εδώ στο χωριό» ενώ ο 21χρονος εγγονός της λέει :« Ζω σ' ένα  περιβάλλον που καπνίζουν φίλοι και γνωστοί μου αλλά είναι επιλογή μου να μην καπνίζω γιατί γνωρίζω τις συνέπειες που θα έχει κάτι τέτοιο στην υγεία μου». 

Πρόκειται για το χωριό Σκοτεινό της Κρήτης το οποίο βρίσκεται στο νομό Ηρακλείου. Οι 70 κάτοικοι του όπως αναφέρει το ekriktiko είναι όλοι τους αντικαπνιστές. Δεν επηρεάστηκαν από καμία αντικαπνιστική εκστρατεία αλλά εδώ και δεκαετίες είναι το χωριό στο οποίο δεν υπάρχει καπνιστής ούτε για δείγμα. Ήταν μια στάση ζωής που υιοθετήθηκε σταδιακά απ' όλους και σύμφωνα με ορισμένους ισχύει αδιαλείπτως  για περισσότερα από 20 χρόνια. «Εγώ είμαι 50 χρόνια παντρεμένη εδώ και θυμάμαι ότι παλιά κάπνιζαν μόνο 2-3 γέροι. ¨Φεύγοντας¨ αυτοί, κανένας δεν συνέχισε να καπνίζει» λέει η κυρία Χριστίνα Μουδατσάκη, ιδιοκτήτρια ενός εκ των δύο καφενείων του χωριού. «Η συνήθεια αυτή έχει περάσει και στα παιδιά και στα εγγόνια μας, παρόλο που δεν  μένουν εδώ στο χωριό» ενώ ο 21χρονος εγγονός της λέει :« Ζω σ' ένα  περιβάλλον που καπνίζουν φίλοι και γνωστοί μου αλλά είναι επιλογή μου να μην καπνίζω γιατί γνωρίζω τις συνέπειες που θα έχει κάτι τέτοιο στην υγεία μου». 


Ο παράδεισος των αντικαπνιστών είναι ένα μικρό ελληνικό χωριό | EΛΛΑΔΑ | LiFO

Νεόπτωχοι σε απόγνωση και παλαιοκομματικές «ευαισθησίες»


Με έναν μαγικό τρόπο οι κυβερνώντες ανακάλυψαν 2.423 «κενές» θέσεις εργασίας στον δημόσιο τομέα. Έτσι ο πενιχρός αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων που τέθηκαν σε διαθεσιμότητα, τα «δικά μας/τους παιδιά» σαν να λέμε, δεν θα χρειαστεί να γνωρίσουν τον σκληρό κόσμο της αναζήτησης εργασίας στον απαιτητικό ιδιωτικό τομέα.
Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση υπερηφάνως συνεχίζει να αποπληρώνει κατά προτεραιότητα τα (πλασματικά από πλευράς εισφορών) εφάπαξ των δημοσίων υπαλλήλων και των άλλων συντεχνιαστών που κατά εκατοντάδες χιλιάδες διασώθηκαν από την κρίση στο περιορισμένο οικονομικά αλλά ασφαλές λιμάνι της πρόωρης συνταξιοδότησης – μόλις στην πέμπτη δεκαετία της ζωής τους. Αν ρωτήσετε δε ποια ήταν η μοναδική κοινωνική ομάδα τα αιτήματα της οποίας η κυβέρνηση έσπευσε να ικανοποιήσει (έστω και εν μέρει), η απάντηση δεν θα εκπλήξει κανέναν.
Οι αγρότες, των οποίων το εισόδημα αποτελείται κατά 50% από κοινοτικές επιδοτήσεις που έχουν μείνει ως τώρα εντελώς απρόσβλητες από την κρίση και οι οποίοι απαλλάσσονται σχεδόν εξ ολοκλήρου από τη φορολογία, ήταν η ομάδα για την οποία η κυβέρνηση αποφάσισε να σπάσει τον κανόνα της απόλυτης και καθολικής αρνήσεως ικανοποίησης οποιουδήποτε κοινωνικού αιτήματος. Πλην βέβαια των αδέκαστων (και δυνητικώς επικίνδυνων γι’ αυτήν και το πολιτικό προσωπικό) δικαστών, για τους οποίους βρήκαν εκτάκτως κάτι «ψιλά» που είχαν ξεχαστεί κάπου και συγκεκριμένα το ευτελές ποσόν των 100 εκατομμυρίων ευρώ.
Ποια είναι η δικαιολογία με την οποία οι κυβερνώντες προχώρησαν στις πράξεις αυτές; Μα, η «κοινωνική τους ευαισθησία» ασφαλώς! Ιστορικά, η «κοινωνική ευαισθησία» των παλαιοκομματικών κάθε αποχρώσεως είχε πάντα ως σήμα κατατεθέν την ψηφοθηρική, όχι δε σπάνια σκανδαλώδη, ικανοποίηση συντεχνιακών αιτημάτων. Ποτέ οι κυβερνήσεις των τελευταίων δεκαετιών δεν ασχολήθηκαν ορθολογικά και έντιμα με το πρόβλημα του κοινωνικού κράτους, έτσι ώστε οι πόροι που εισφέρουν οι φορολογούμενοι στο πλαίσιο της κοινωνικής αλληλεγγύης να κατευθύνονται σε όσους έχουν πράγματι ανάγκη.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και σήμερα, την ώρα που εν ονόματι του «κοινωνικού κράτους» μοιράζονται παχυλά εφάπαξ στην εύφορη κοιλάδα της Τράπεζας της Ελλάδος, τα συσσίτια στα οποία καταφεύγουν κάθε μέρα 250.000 συμπολίτες μας για να βρουν μια μερίδα μαγειρεμένο φαγητό πραγματοποιούνται χωρίς το κεντρικό κράτος να νιώθει την ανάγκη να συνεισφέρει έστω και ένα ευρώ. Χρηματοδοτούνται και εξυπηρετούνται με εθελοντικές συνεισφορές ιδιωτών και ιδρυμάτων, και πραγματοποιούνται χάρις σε εθελοντές που δραστηριοποιούνται στο πλαίσιο ορισμένων κατά τόπους Μητροπόλεων ή δραστήριων μη κυβερνητικών οργανώσεων ή με πρωτοβουλία κάποιων δήμων. Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι ακόμη και από τα χρήματα που είχαν θεσμοθετηθεί ως «ειδική εισφορά αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας» ούτε ένα ευρώ δεν έχει πάει στον ΟΑΕΔ για τους πραγματικούς ανέργους. (Ο στόχος, προφανώς, εξαρχής δεν ήταν η ανακούφιση των ανέργων αλλά η εξαπάτηση αυτών που θα τα πλήρωναν).
Σήμερα όμως η εκρηκτική κοινωνική κατάσταση που έχει διαμορφωθεί δεν επιτρέπει τη συνέχιση ούτε για μια ημέρα ακόμα του φαύλου «κοινωνικού κράτους» των παλαιοκομματικών επιλογών. Γιατί η Ελλάδα είναι μια χώρα η οποία στους παραδοσιακούς φτωχούς, που έχουν γίνει εντόνως φτωχότεροι, έχει προσθέσει τους νεόπτωχους. Μια νέα κατηγορία φτωχών, με προέλευση κυρίως την (τέως) μεσαία τάξη, που βρίσκονται κυριολεκτικά σε απόγνωση και των οποίων την ύπαρξη το παλαιοκομματικό κράτος δεν έχει καν αντιληφθεί και κατηγοριοποιήσει. Αντίθετα συνεχίζει να πολλαπλασιάζει τον αριθμό τους με τις άλλες πολιτικές που ασκεί (τρελή υπερφορολόγηση, χρηματοδοτικό στραγγαλισμό του ιδιωτικού τομέα, καθυστέρηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων κ.λπ.).
Πώς ξεχωρίζουν οι νεόπτωχοι από τους παραδοσιακούς φτωχούς; Οι παραδοσιακοί φτωχοί έχουν χαμηλό, ακόμα και μηδενικό εισόδημα, και ελάχιστη ή και μηδενική περιουσία. Θα φανταζόταν κανείς ότι αυτό είναι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί σε κάποιον. Στη σημερινή Ελλάδα δυστυχώς αυτό δεν ισχύει. Γιατί υπάρχουν, φευ, οι νεόπτωχοι, άνθρωποι που έχουν σήμερα αρνητικό εισόδημα και αρνητική περιουσία. Πώς συμβαίνει αυτό;
Συμβαίνει γιατί οι μηνιαίες υποχρεώσεις τους (δόσεις δανείων, φορολογία ακινήτων και παλαιών οικονομικών ετών, ιδιωτικά χρέη κ.λπ.) είναι μεγαλύτερες από το μηνιαίο εισόδημα το οποίο έχουν. Αν βέβαια συνεχίζουν να έχουν κάποιο εισόδημα. Ταυτόχρονα το κράτος (όπως συμβαίνει, π.χ., με τους μικροεπιχειρηματίες και ελεύθερους επαγγελματίες με χρέη στα ασφαλιστικά ταμεία), τους αποκλείει από τις βασικές κοινωνικές παροχές τις οποίες συνεχίζει –όπως συνεχίζει– να προσφέρει.
Συμβαίνει επίσης γιατί η περιουσία τους έχει πλέον μικρότερη αξία από τις συνολικές τους υποχρεώσεις. Σε μια μεγάλη κατηγορία αυτό συμβαίνει διότι κατέρρευσαν οι επιχειρήσεις τους και χρωστούν πλέον στο κράτος και στην αγορά περισσότερα χρήματα απ’ όσα διαθέτουν σε ρευστό ή σε περιουσιακά στοιχεία. Και μια άλλη, εξίσου μεγάλη, διότι κατέρρευσαν οι τιμές των ακινήτων τους και αυτά τώρα αξίζουν πολύ λιγότερο από το μέρος του δανείου που τους απομένει να πληρώσουν. Και στις δύο περιπτώσεις η κατάρρευση οφείλεται ως επί το πλείστον όχι σε άφρονες προσωπικές επιλογές αλλά στη δραματική αλλαγή των συνθηκών. Οι τιμές κατέρρευσαν λόγω της κατάρρευσης του ελληνικού ΑΕΠ.
Ποια είναι η αντικειμενική ευθύνη των ανθρώπων αυτών, που τιμωρούνται με τον πιο σκληρό τρόπο από την κυβερνητική αδιαφορία ή και ανικανότητα να ανακατανείμει τους πόρους του κοινωνικού κράτους για να στηρίξει στοιχειώδεις ανθρώπινες ανάγκες τους, όπως είναι η διατροφή και η περίθαλψη;
Αυτοί φταίνε! «Μαζί τα φάγαμε!», ουρλιάζει το φαύλο πολιτικό σύστημα και τα φερέφωνα που το κανοναρχούν. Ασφαλώς όλοι οι πολίτες έχουν αντικειμενικές ευθύνες για τη διακυβέρνηση της χώρας. Η αναντιστοιχία όμως μεταξύ «εγκλήματος» και «τιμωρίας», με τη μορφή της απόλυτης κυβερνητικής αδιαφορίας, για τεράστιες κατηγορίες πολιτών που βρίσκονται σε απόγνωση, είναι κοινωνικά, ηθικά και πολιτικά απολύτως προκλητική.
Προκλητική, γιατί τιμωρείται ανάλγητα ένας απλός μέσος πολίτης για αδυναμία πρόβλεψης του μακροοικονομικού περιβάλλοντος, όταν ακόμα και οι περίφημες «αγορές», που πλήρωναν πανάκριβα ειδικούς να παρακολουθούν την ελληνική οικονομία ώστε να προσδιορίζουν την πραγματική αξία των ελληνικών ομολόγων, δεν υποψιάστηκαν ούτε προέβλεψαν την έκταση του ψεύδους των ελληνικών κυβερνήσεων και της ανικανότητας των Κοινοτικών ελεγκτών να το αποκαλύψουν. Προκλητική, γιατί επί δέκα συναπτά έτη η Ελλάδα είχε υπερδιπλάσιο έλλειμμα από το νομικό όριο της συνθήκης του Μάαστριχτ, χωρίς τελικά κανείς να οδηγηθεί στη δικαιοσύνη για το έγκλημα αυτό και γιατί οι υπουργοί και τα κόμματα των κυβερνήσεων της καταστροφής συνεχίζουν όχι μόνο να κυβερνούν τη χώρα, αλλά και να αδιαφορούν για τις μεγάλες κατηγορίες πολιτών που κατέστρεψαν και συνεχίζουν να καταστρέφουν.
Το ελληνικό κράτος –χωρίς τόκους και χρεολύσια– το 2013 θα δαπανήσει 79 δισ. ευρώ. Από αυτά 40 δισεκατομμύρια θα ξοδευτούν σε «κοινωνικές δαπάνες». Σαράντα δισεκατομμύρια για να συνεχίσουν να λαμβάνουν τις (αναγκαστικά περιτετμημένες) παροχές τους οι πάσης φύσεως συντεχνίες και να συνεχίζεται η κρατική αδιαφορία για τους πολίτες-τέκνα ενός κατώτερου κομματικού ή συντεχνιακού θεού, που έχουν περιέλθει σε πραγματική απόγνωση.


city news and voices - Νεόπτωχοι σε απόγνωση και παλαιοκομματικές «ευαισθησίες» | www.athensvoice.gr

Αντίο, δεν θα μας λείψετε


Το 1981 ο Γιόζεφ Ράτσινγκερ διορίστηκε πρόεδρος της Συνέλευσης των Καρδιναλίων για το Δόγμα της Πίστης. Η είδηση χαροποίησε πολύ τον Λεονάρντο Μποφ, που είχε γνωρίσει τον γερμανό καθηγητή όταν σπούδαζε, στα τέλη της δεκαετίας του '60, στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου και τον εκτιμούσε πολύ. Από τη Βραζιλία, όπου είχε πλέον επιστρέψει και αποτελούσε έναν από τους κύριους εκφραστές της θεολογίας της απελευθέρωσης, ο Μποφ έστειλε μια συγχαρητήρια επιστολή στον Ράτζινγκερ. Δεκαπέντε ημέρες αργότερα έλαβε την απάντηση. «Σας ευχαριστώ», του είπε ο καρδινάλιος, «αλλά πρέπει να λύσουμε επειγόντως μερικά ζητήματα που σας αφορούν». Για την ακρίβεια, η Ρώμη ζητούσε διευκρινίσεις για όλα τα βιβλία που είχε γράψει ο Μποφ, καθώς θεωρούσε ότι η θεολογία του μπορεί να πλήγωνε τους πιστούς.
Το 1984 ο βραζιλιάνος θεολόγος κλήθηκε στη Ρώμη όπου του ανακοινώθηκε η ποινή του: «μετανοητική σιωπή». Αλλά ο Μποφ δεν χαμπάριαζε από τέτοια. Και να μιλάει συνέχισε, και να γράφει. Αναγνώριζε βέβαια ότι η θεολογία της απελευθέρωσης είχε ουσιαστικά ηττηθεί (λεπτομέρειες για το ρεύμα αυτό μπορεί κανείς να διαβάσει στο εξαίρετο ομώνυμο βιβλίο του Γκουστάβο Γκουτιέρες, που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά από τον Αρτο Ζωής). Το 1992 παραιτήθηκε από το ιερατικό αξίωμα. Και αφοσιώθηκε απερίσπαστος στον πραγματικό αγώνα που θα έπρεπε να δίνει η Εκκλησία, δηλαδή στην υπεράσπιση των φτωχών και των αδυνάτων.
Χθες το απόγευμα, την ώρα που ο Ράτσινγκερ έστελνε το αποχαιρετιστήριο τουίτ του προς τους πιστούς, η «Μοντ» αναρτούσε στην ιστοσελίδα της μια συνέντευξη με τον 75χρονο Μποφ. Το ύφος του σου γαληνεύει την ψυχή. Καμιά εκδικητικότητα. Καμιά πίκρα. Ο Βενέδικτος - σημειώνει - ήταν ένας προοδευτικός θεολόγος που μολύνθηκε από τον «ιό της Ρώμης». Η Καθολική Εκκλησία είναι μεγάλη και σύνθετη, έχει ανάγκη από τάξη και πειθαρχία, μεταμορφώνει λοιπόν όσους ζουν εκεί σε υπερασπιστές ενός συστήματος που έχει εγκαθιδρυθεί εδώ και αιώνες. Κάθε φορά που έρχεται στην επιφάνεια ένα αίτημα υπέρ των φτωχών, οι συντηρητικοί καρδινάλιοι επισείουν την απειλή του μαρξισμού.
Ακολουθώντας αυτή τη λογική - συνεχίζει ο Μποφ - ο καρδινάλιος Ράτσινγκερ φίμωσε, απέπεμψε ή μετέθεσε εκατοντάδες θεολόγους που υπηρετούσαν τον λαό. Στη διάρκεια της οκταετούς θητείας του στο Βατικανό οι παιδεραστές προκάλεσαν πλήθος σκανδάλων, οι ομοφυλόφιλοι δεν έτυχαν καμιάς αναγνώρισης και οι γυναίκες πληροφορήθηκαν ότι η χειροτόνησή τους θα αποτελούσε «θανάσιμη αμαρτία». Να προσθέσουμε ακόμη κάτι: η πιο προοδευτική πράξη του Βενέδικτου ήταν να δεχθεί πριν από τρία χρόνια τη χρησιμοποίηση προφυλακτικού σε εξαιρετικές περιπτώσεις, και συγκεκριμένα όταν υπάρχει κίνδυνος να μεταδοθεί ο ιός του AIDS από μια ανδρική πόρνη...
Αντίο, «επίτιμε». Δεν θα μας λείψετε.

[Διαστάσεις] Αντίο, δεν θα μας λείψετε - Όλες οι Απόψεις - Απόψεις - Τα Νέα Οnline

Βασίλη, κουράγιο...


Είμαι ο Γιάννης Παπαδημητρίου, ο δημοσιογράφος από την Καθημερινή και τοprotagon.gr, που τον είχες διώξει άρον-άρον από το πολιτικό σου γραφείο. Τότε, η δικαιολογία που προφασίστηκες ήταν ότι οι ερωτήσεις μου δεν είχαν καμία σχέση με την πραγματικότητα. Αρνήθηκες να ασχοληθείς με τα ποταπά ερωτήματά μου. Εσύ, ένας δήμαρχος περιωπής, που ισχυριζόσουν ότι άλλαξες τη Θεσσαλονίκη, δεν καταδεχόσουν να απαντήσεις. Ούτε για τον ορθολογισμό, την εταιρεία που είχε εγκαταστήσει το διπλογραφικό σύστημα στο Δήμο, ούτε για τη γνωριμία σου με τον Παναγιώτη Σαξώνη, ούτε για τον τρόπο που διαχειριζόσουν το δημόσιο χρήμα. Η σιωπή σου, αν και ήταν αλαζονική, έζεχνε από ενοχή. Μάλιστα, όχι μόνο δεν μου είχες απαντήσει, αλλά έβαλες δικούς σου ανθρώπους να μας βομβαρδίζουν με σχόλια, υβριστικά και μη, φωνάζοντας για την αθωότητά σου.
Να με συγχωρείς για τον ενικό, μη θεωρήσεις ότι δεν σε σέβομαι ή ότι δεν σε θαυμάζω. Απλώς, τρία χρόνια τώρα που ασχολούμαι με την υπόθεσή σου, νιώθω μια ιδιαίτερη οικειότητα. Θυμάμαι, στην τελευταία σου συνέντευξη ως δήμαρχος, στο καινούριο δημαρχιακό μέγαρο - ναι, δικό σου έργο - τη νοσταλγία να χορεύει στα μάτια σου. Ήξερες ότι η κυριαρχία σου τελειώνει. Τότε, είχα λυπηθεί. Έβλεπα τον καβαφικό άντρα να ξεδιπλώνεται μπροστά μου. Αγέρωχο, μα φοβισμένο για το τέλος. Θυμάμαι να κάθομαι απέναντί σου στο γραφείο, να φοράς την κλασική καρφίτσα και τα λουστρίνια και να με αντιμετωπίζεις με ευγενική αδιαφορία, θεωρώντας ότι είμαι μια κουφάλα από αυτές που χρειάζονταν σφράγισμα. Όπως σφράγιζες τα ανομήματά σου, που ποτέ δεν παραδέχτηκες. Μα, τι λέω, τι να παραδεχτείς;

Θυμάμαι, νεοφερμένος πέρσι στη Θεσσαλονίκη, είχα πάρει σβάρνα τους τοπικούς δημοσιογράφους να μου δώσουν στοιχεία για σένα. «Εγώ δεν έχω κάνει κανένα λάθος. Δεν μετανιώνω για τίποτα», είχες πει σε συνάδελφο από την εφημερίδα «Μακεδονία», όταν τόλμησε να σε ρωτήσει τι λάθη έχεις κάνει στην πριγκιπική σου δωδεκαετία. Θυμάμαι και τους ανθρώπους μέσα στη δημόσια υπηρεσία που προσπαθούσα να τους προσεγγίσω για να βγάλω καμιά χρήσιμη πληροφορία. Μιλούσαν εύκολα, μιλούσαν με μίσος για τον ατσαλάκωτο δήμαρχο, παραληρούσαν. Κρατούσα μικρό καλάθι, δεν πίστευα στ' αυτιά μου. Κακοήθεια σκέφτηκα, ίσως να σε ζήλευαν. Μιλούσαν οι περισσότεροι, ήθελαν όμως να κρατήσουν την ανωνυμία τους. Κάποιοι, έπιναν κι αυτοί καφέ από τις 150 καφετιέρες που είχατε παραγγείλει μέσα σε ένα χρόνο. Ωστόσο, οι πιο πολλοί φοβόντουσαν. Φοβόντουσαν μήπως το σύστημα «Παπαγεωργόπουλου» τους απολύσει, μήπως λειτουργήσει εκδικητικά.

Έμαθα για την ισόβια κάθειρξη οδηγώντας. Δυστυχώς, οι δικαστές δεν τυφλώθηκαν από τη λάμψη των μεταλλίων σου, δεν σου αναγνώρισαν πρότερο έντιμο βίο. Από το πρωί, οι ρουφιάνοι σου είναι κρυμμένοι, έχουν λουφάξει. Δεν απειλούν, τρέχουν να φτιάξουν βαλίτσες για Βουλγαρία. Όπου να' ναι, η έρευνα θα φτάσει και στην πόρτα τους. Αντίθετα, οι εχθροί σου - απορώ πού ήταν όλοι αυτοί τόσα χρόνια - πανηγυρίζουν, με παίρνουν τηλέφωνο να μου δώσουν συγχαρητήρια για κείνα τα άρθρα. Βασίλη, ξέρω, όλοι θα πέσουν να σου πιουν το αίμα. Γίνεσαι θυσία για να εξευμενιστεί η λαϊκή οργή, τα αόρατα κέντρα εξουσίας επιδιώκουν την πολιτική σου εξόντωση.

Ψαλιδοχέρη, μη βιαστείς να με κρίνεις. Δεν χαίρομαι που μπήκες φυλακή, το γράμμα μου δεν έχει ίχνος κακίας. Σε καταλαβαίνω. Δεν σε ενοχλούν οι χειροπέδες, που έσπευσες να καλύψεις με την καπαρντίνα. Σε ενοχλεί που βγήκες από την πίσω πόρτα. Ποιος, εσύ, που αν η είσοδος δεν είχε κόκκινο χαλί, αρνιόσουν να περάσεις το κατώφλι. Βασίλη, τώρα που είσαι στα Διαβατά, τα κανάλια έχουν γεμίσει με φανατικούς υποστηρικτές του έργου σου και ορκισμένους αντιπάλους. Εσύ, δεν ξέρω πώς θα γεμίζεις εφεξής τον χρόνο σου. Κι αυτό είναι που με φοβίζει πάνω από όλα. Το Δεκέμβρη του 2011, σου είχα γράψει πως όταν είσαι κουρασμένος, δεν έχεις κουράγιο να πληρώσεις παλιά χρέη. Τώρα, σου γράφω να προσέχεις.

Όχι, δεν γελιέμαι. Εσύ δεν είσαι άνθρωπος που θα αυτοκτονήσει από τύψεις για όσα έκανε. Αλλά σε έχω ικανό να αυτοκτονήσεις γι' αυτά που έχασες. Βασίλη, κουράγιο.

http://www.inews.gr/94/vasili-kouragio.htm