Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013
Δευτέρα 5 Αυγούστου 2013
Η άλλη Ελλάδα
| Του Τάκη Θεοδωρόπουλου |
| «Καλή είναι η Κρήτη αλλά μονάχα για να πάρεις φόρα». Το γράφει ο Καζαντζάκης στην «Αναφορά στον Γκρέκο» - το παραθέτω από μνήμης. Η «Αναφορά» είναι ένα από τα σημαντικότερα πεζογραφήματα του ελληνικού εικοστού αιώνα. Ενώ δεν είναι μυθιστόρημα, ενώ υποτίθεται είναι αυτοβιογραφία, δημιουργεί τον πιο ενδιαφέροντα ίσως χαρακτήρα της σύγχρονης λογοτεχνίας μας. Ο «αφηγητής», για να χρησιμοποιήσω τον τεχνικό όρο, είναι ένα παιδί που γεννιέται στην Κρήτη, μεγαλώνει μ’ έναν πατέρα αυστηρό και το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να δραπετεύσει σ’ αυτόν τον κόσμο που τον έχει πλάσει με τα διαβάσματά του. Είναι η ιστορία ενός Ελληνα που τον έχει συνεπάρει ο κόσμος. Γι’ αυτό και αναφέρεται στον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο. Τον γοητεύει ο Μπερξόν και ο Νίτσε, αλλά τον γοητεύει εξίσου και ο Λένιν, παρότι δεν είναι κομμουνιστής. Είχε και ο Καζαντζάκης τον ιό της ευρωπαϊκής διανόησης του Μεσοπολέμου: τον γοήτευε το απόλυτο και τα μεγάλα μεγέθη της ζωής. Εξ ου και η πολιτική του αφέλεια. Ενώ θαυμάζει τον Λένιν, μένει και έκθαμβος μπροστά στον Μουσολίνι όταν τον επισκέπτεται στο γραφείο του. Λατρεύει τον Βούδα, αλλά γράφει το «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται». Και απογειώνεται μια νύχτα με τον άλλο αλλοπαρμένο, τον Σικελιανό, προσπαθώντας να αναστήσουν τον κηπουρό του σπιτιού στο Σούνιο. Ασε πια τον τρόμο που του προκαλεί η σαρκική επαφή. Αν θυμάμαι καλά είναι εξαιτίας του έρωτά του για εκείνη την εβραιοπούλα στη Βιέννη που αρρωσταίνει, το πρόσωπό του πρήζεται και γεμίζει σπυριά με πύον. Η σκέψη του είναι γεμάτη αντιφάσεις, όμως ποια γοητεία θα ασκούσε χωρίς αυτές τις αντιφάσεις; Η σχέση μου με τον Καζαντζάκη έχει σημαδέψει τη ζωή μου. Στα χρόνια της εφηβείας ήταν ο ήρωάς μου. Ετσι τον είχα αποκαλέσει σε μια έκθεση στην τρίτη γυμνασίου, με αποτέλεσμα ο καθηγητής μου, ο αξέχαστος Κρίτων Πανηγύρης, να μου υπενθυμίσει ότι δεν πρέπει να υπερβάλλω. Αργότερα, όταν ήρθε η μύηση στην πολιτική, η αγάπη για τον Καζαντζάκη υποχώρησε. Τον βρίσκαμε πολύ ρηχό για τα γούστα μας που τα διαμόρφωναν βαθυστόχαστες αναλύσεις των μαρξιστών ή μαρξιζόντων κοινωνιολόγων. Εδώ μπορούσαμε να τυλίξουμε τον κόσμο σε μια κόλλα χαρτί, σιγά τώρα μην χάσουμε τον χρόνο μας με τους αλλοπαρμένους. Είναι, λίγο ώς πολύ, η ιστορία του «πνευματικού χώρου» στα χρόνια της μεταπολίτευσης, αυτή που σαν την κακιά πεθερά όλο τη θάβουμε, αλλά δεν λέει να πεθάνει. Η πολιτικοποίηση της σκέψης, και της λογοτεχνίας, θα μπορούσε να σημαίνει τον εμβολιασμό της πολιτικής με την ανεξαρτησία μιας διανόησης, η οποία είναι υπόλογη μόνον στην εντιμότητα της σκέψης της. Συνέβη το ακριβώς αντίθετο. Η διανόηση δέχθηκε, σχεδόν άνευ όρων, τους όρους της πολιτικής δουλείας. Ακόμη και όσοι δεν υπέκυψαν στη μικροπολιτική ένταξη, ακόμη και αυτοί που άρθρωναν δημόσιο λόγο ως διανοούμενοι, όφειλαν να ενταχθούν σε κάποια πολιτική γραμμή. Αν ήθελαν να εισακουσθούν και να μην μείνουν στο περιθώριο. Το αποτέλεσμα είναι γυμνό διά ορατού οφθαλμού: η πνευματική Ελλάδα απαξιώθηκε, και τώρα, που κανονικά θα έπρεπε να πρωταγωνιστεί στην αγωνία -γιατί δουλειά της διανόησης είναι να επεξεργάζεται την αγωνία- απλώς συμπεριφέρεται σαν τη σκιά του εαυτού της. Διάβασα τις προάλλες το κείμενο του Τζβετάν Τοντορόφ «Η λογοτεχνία σε κίνδυνο» - κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις. Μπορεί να μιλάει για τους κινδύνους που αντιμετωπίζει η λογοτεχνία, στην πραγματικότητα όμως μιλάει για τους κινδύνους που ενέχει η διαστροφή του τρόπου που διαβάζουμε για την καλλιέργεια και την παιδεία. Η λογοτεχνία είναι η βάση της καλλιέργειας. Αυτή δημιουργεί αξίες οι οποίες, επειδή δεν είναι χρηστικές, επειδή δεν είναι ανταλλάξιμες οργανώνουν την εσωτερική ανεξαρτησία της σκέψης. Ο πολιτισμός μας υπήρξε λογοτεχνικός, πριν γίνει πολιτικός, επιστημονικός ή τεχνολογικός. Ο Πλάτωνας, ο Θουκυδίδης και ο Ευκλείδης προϋποθέτουν τον Ομηρο. Η αγάπη μου για τη λογοτεχνία με βοήθησε να απελευθερωθώ από τις πολιτικές δουλείες της νεότητάς μου. Και εννοείται με βοήθησε να ξαναβρώ τον Καζαντζάκη. Σκέφτομαι δε πόσο τυχερός είναι ο άνθρωπος που ζει την ταπεινωτική καθημερινότητα της σημερινής Ελλάδας, που τρώει ποταπότητα και μικρότητα, όμως δεν μπορεί να μισήσει αυτόν τον τόπο γιατί καταφεύγει στην παρακαταθήκη της άλλης Ελλάδας, αυτής που μας έμαθε να σκεφτόμαστε και να βλέπουμε τον κόσμο. Κι αν υπάρχει πατριωτισμός αυτή η άλλη Ελλάδα είναι που μας τον διδάσκει, αυτή που συνομιλούσε με ολόκληρο τον κόσμο για να διαμορφώσει τη συνείδησή της. Η μεγαλύτερη ευθύνη της παιδείας μας είναι ότι συνεχίζει να τη λογοκρίνει. Αυτά, τα ελαφρώς προσωπικά, εν είδει προσωρινού αποχαιρετισμού. Οταν επανέλθω ευελπιστώ να έχω ολοκληρώσει την ανάγνωση του «Μοναστηριού της Πάρμας» του Σταντάλ, τρίτη στη ζωή μου αυτή, και ελπίζω όχι τελευταία.Το καλοκαίρι προσφέρεται για κλασικούς. |
Σάββατο 3 Αυγούστου 2013
Η γλώσσα της μετάφρασης
Του Τάκη Θεοδωρόπουλου |
| Από την υπόλοιπη Ευρώπη μας χωρίζουν τα Βαλκάνια, η Αδριατική, το λατινικό αλφάβητο, η Αναγέννηση, ο αιώνας των Φώτων και η Ορθοδοξία. Μας συνδέουν όμως ο 19ος και ο 20ός αιώνας και η παρακαταθήκη μιας παιδείας χωρίς την οποία δεν θα είχε υπάρξει ούτε η υπόλοιπη Ευρώπη ούτε ο σύγχρονος ελληνισμός, η λεγόμενη κλασική παιδεία. Μας συνδέουν επίσης η αποδοχή του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, τα δικαιώματα του ανθρώπου, η ελεύθερη διακίνηση εμψύχων και αψύχων, η κοινή αντίληψη της πρόσφατης Ιστορίας, η καταδίκη του ναζισμού και των απολυταρχισμών, η καταπολέμηση της ξενοφοβίας και του ρατσισμού, το κοινό νόμισμα και το χρέος. Τόσο απλά, απλούστερα δεν γίνεται. Τα πράγματα, βέβαια, θα ήταν όντως απλούστερα, αν δεν υπήρχε το ζητηματάκι του χρέους, όμως τι να κάνουμε, ο επί γης παράδεισος δεν έχει ακόμη ανακαλυφθεί. Τα πράγματα θα ήταν ακόμη πιο απλά, αν η υπόλοιπη Ευρώπη ήταν λίγο περισσότερο Ευρώπη και λίγο λιγότερο αυτό που είναι σήμερα, ένας γιγαντιαίος γραφειοκρατικός Οργανισμός χαμένος στη λογιστική. Και να που φτάσαμε να συζητάμε για την Ευρώπη. Γιατί μέχρι πριν από μερικά χρόνια, αν τολμούσες να αναφερθείς στο σχέδιο οικοδόμησης της Ενωσης, θα προκαλούσες χαμόγελα συγκατάβασης, χασμουρητά και γενικά όλα εκείνα τα συμπτώματα της ανίας που εμφανίζονται όταν αρχίσει να μιλάει ο βαρετός της παρέας. Η φυσιογνωμία της Ενωσης ήταν δεδομένη, τόσο δεδομένη, που κανείς δεν έκανε τον κόπο να βγάλει και κάνα πολιτικό συμπέρασμα από το στραπάτσο του σχεδίου Συντάγματος. Η Ενωση ήταν μονόδρομος προδιαγραφών για τα αντιβιοτικά και το κοκορέτσι. Ωσπου ήρθε η κρίση και το πρόσωπο της γηραιάς κυρίας πάγωσε, λες και βρέθηκε απέναντι στο πρόσωπο της Μέδουσας. Παλιά αντανακλαστικά βγήκαν από τα ράφια της Ιστορίας, οι ανισότητες γιγαντώθηκαν για να αποδείξουν ότι οι Ευρωπαίοι μπορεί να είχαν κοινό νόμισμα και κοινή νομοθεσία, όμως δεν μιλούν την ίδια γλώσσα. Κι όπως λέει ο Εκο, η γλώσσα της Ευρώπης είναι η γλώσσα της μετάφρασης. Πώς θα μεταφράσουμε την ευρωπαϊκή ένταξη της Ελλάδας στη γλώσσα μας και πώς θα μεταφράσουμε τη δική μας γλώσσα στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές; Τι σημαίνει για μας Ευρώπη και τι για τους υπόλοιπους Ευρωπαίους Ελλάδα; Τεράστιο σχέδιο, όμως κάθε σοβαρό πολιτικό πρόγραμμα από εκεί αρχίζει και εκεί τελειώνει. Τα υπόλοιπα είναι για τη λαϊκή αγορά. |
Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013
Μου χρωστάς, δεν σου χρωστάω
Σε μια χώρα όπου το χρέος ανέρχεται στο 160,5% του ΑΕΠ, όπως ανακοινώθηκε προχθές από την Eurostat, και όπου όλοι χρωστούν κάπου και κάποιοι τους χρωστούν, είναι εντυπωσιακό ότι δεν έχει γίνει ποτέ μια σοβαρή συζήτηση περί χρέους. Όχι του οικονομικού, αλλά αυτού που συνδέεται με την ηθική υποχρέωση και το καθήκον.
Ως πολίτες μιας χώρας τι είμαστε υποχρεωμένοι ηθικά να πράξουμε; Και πιο συγκεκριμένα: Ως πολίτες μιας χώρας με ένα αποτυχημένο κράτος, αναποτελεσματικό δημόσιο τομέα, διαφθορά σε όλα τα μήκη και πλάτη, απουσία ουσιαστικού πολιτικού λόγου, έλλειψη παιδείας, έξαρση της ξενοφοβίας, της ομοφοβίας και εν γένει του φόβου του διαφορετικού, τι είμαστε υποχρεωμένοι ηθικά να πράξουμε;
Κι όμως, ο πιο έντονος αγώνας που γίνεται στην Ελλάδα είναι, δυστυχώς, αυτός για τη διατήρηση του status quo. Είναι το μόνο πράγμα στο οποίο συμφωνούν κόμματα, συνδικαλιστές, μικροαπατεώνες, η εκκλησία, η Χρυσή Αυγή και οι γκρούπις του Αντώνη Ρέμου στη Μύκονο. Ο καθένας, για δικό του λόγο θεωρεί ότι τα πράγματα καλό είναι να παραμείνουν ως έχουν, βάσει της δικής του εικονικής πραγματικότητας.
«Μου χρωστάς, δεν σου χρωστάω», φωνάζουν οι συνδικαλιστές. Μου χρωστάς να με έχεις στο δημόσιο. Δεν έχει σημασία αν είμαι καλός ή κακός σε αυτό που κάνω, αν υπάρχει ρόλος για μένα στον οργανισμό που με τοποθέτησες. Μου χρωστάς να με κρατήσεις, και να με πληρώνεις. Για πάντα. Δεν με νοιάζει πού θα βρεις τα λεφτά. Είναι δικό σου πρόβλημα.
«Μου χρωστάς, δεν σου χρωστάω», φωνάζουν πολλοί στον ιδιωτικό τομέα. Μου χρωστάς, και επειδή δεν μου τα δίνεις, με εξωθείς στο να κλέβω. Παρεμπιπτόντως ο ΣΔΟΕ σε ελέγχους που πραγματοποίησε μεταξύ 15 Ιουνίου-15 Ιουλίου διαπίστωσε παραβατικότητα της τάξης του 85% σε τουριστικές περιοχές και επιχειρήσεις σχετιζόμενες με τον τουρισμό.
«Μου χρωστάς, δεν σου χρωστάω», φωνάζουν οι ψηφοφόροι, που πλέον μουντζώνουν τη Βουλή που εξέλεξαν. Μου χρωστάς, γιατί σε ψήφισα. Ήρθε η ώρα να ξεπληρώσεις το χρέος. Μου χρωστάς να κάνεις τα στραβά μάτια. Παρεμπιπτόντως η έκθεση της Διεθνούς Διαφάνειας που δημοσιεύτηκε προ ολίγων ημερών αποκαλύπτει ότι 1 στους 5 Έλληνες χρημάτισε δημόσιο λειτουργό και ότι το δούναι και λαβείν συνεχίζεται.
«Μου χρωστάς, δεν σου χρωστάω», φωνάζουν στην Ψαρρού προς την πλευρά της Γερμανίας. Μου χρωστάς γιατί στη γλώσσα σου οι μισές λέξεις είναι ελληνικές, έτρωγες βελανίδια όταν εμείς τετραγωνίζαμε τον κύκλο, αλλά την καψούρα, το μεράκι και το φιλότιμο δεν μπορείς να τα μεταφράσεις, κουφάλα, ενώ εμείς σχηματίζουμε καρδιές με άδεια μπουκάλια Moët.
Στα αγγλικά υπάρχει η λέξη «entitlement» η οποία δύσκολα αποδίδεται στα ελληνικά. Συνήθως μεταφράζεται ως «δικαίωμα», δηλαδή όπως ακριβώς και η λέξη «right», ενώ σημαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό. Τα δικαιώματα-rights είναι θεμελιώδη, αναφαίρετα και καθολικά (π.χ. τα ανθρώπινα δικαιώματα, το δικαίωμα στη δωρεάν εκπαίδευση κ.λπ). Τα δικαιώματα-entitlements έχουν να κάνουν με πράγματα που δικαιούσαι να έχεις βάσει θέσης ή τίτλου, υπαρκτού ή ανύπαρκτου, δίκαιου ή άδικου (π.χ. επιδόματα όπως αυτά για το πλύσιμο των χεριών ή για φωτοτυπίες, δωράκια, η άποψη ότι αν είσαι γιος βουλευτή δικαιούσαι κι εσύ μια θέση στην επόμενη Βουλή, η άποψη ότι αν είσαι συνεπής στο κόμμα δικαιούσαι τη νομιμοποίηση ενός αυθαιρέτου και την πρόσληψη μιας μικρανεψιάς, η άποψη ότι αν μένεις σε ένα σπίτι μπορείς να καπαρώσεις τη θέση στάθμευσης μπροστά του με δυο καφάσια κ.λπ.). Ίσως το πρόβλημα είναι ότι στην Ελλάδα αυτά τα δύο τα έχουμε μπερδέψει. Το συνδικαλιστικό κίνημα, και όχι μόνο, θεωρεί ότι η άρνησή του να τα διακρίνει, θα αναγάγει τα entitlements σε rights και θα τα σώσει, χωρίς ενδεχομένως να αντιλαμβάνεται ότι τελικά συμβαίνει το αντίστροφο: Ότι μαζί με τα entitlements που χάνονται, χάνονται και δικαιώματα, από λάθος χειρισμό.
Σε μια κυβέρνηση που κάνει σφάλματα το ένα μετά το άλλο, έρχεται να αντιπαρατεθεί μια επίσημη και μια ανεπίσημη αντιπολίτευση που δεν έχει να προτείνει κάτι πέραν του δόγματος «μου χρωστάς, δεν σου χρωστάω». Πόσοι έχουν συνειδητοποιήσει ότι το μεγαλύτερό μας έλλειμμα αυτήν τη στιγμή δεν είναι οικονομικό, αλλά ηθικό και διανοητικό;
Στο πανεπιστήμιό μου, κάθε μέρα περνούσα δίπλα από μία πινακίδα με τη ρήση του John F Kennedy: «μη ρωτάς τι μπορεί να κάνει η χώρα σου για σένα, ρώτα τι μπορείς να κάνεις εσύ για τη χώρα σου». Όταν την έβλεπα, τη θεωρούσα ένα ακόμα κλισέ και με την καθημερινή επαφή είχα χάσει το νόημά της. Τώρα την έχω διαρκώς στο μυαλό μου. Η φράση αυτή μιλάει για αυτό το άλλο χρέος. Το καθήκον του κάθε μεμονωμένου πολίτη, του «μέσου Έλληνα» που είναι και η φράση της εβδομάδας: Να πληρώνει αυτό που του αναλογεί, να ψηφίζει χωρίς ιδιοτέλεια, να σέβεται τους νόμους, να τον νοιάζει αν το σύνολο είναι καλά γιατί τότε μόνο θα είναι και ο ίδιος καλά, να έχει ανοιχτά τα μάτια του και το μυαλό του, να αγαπά την πρόοδο και τον πλησίον του, ανεξαρτήτως φύλου, φυλής, θρησκείας, σεξουαλικού προσανατολισμού, αναπηρίας, ασθένειας, ποδοσφαιρικής ομάδας και γούστου στη μουσική. Αυτό είναι το χρέος μας και, εντέλει, αυτή είναι και η μοναδική μας ελπίδα.
Μου χρωστάς, δεν σου χρωστάω | ΕΛΛΑΔΑ | Protagon
Στο πανεπιστήμιό μου, κάθε μέρα περνούσα δίπλα από μία πινακίδα με τη ρήση του John F Kennedy: «μη ρωτάς τι μπορεί να κάνει η χώρα σου για σένα, ρώτα τι μπορείς να κάνεις εσύ για τη χώρα σου». Όταν την έβλεπα, τη θεωρούσα ένα ακόμα κλισέ και με την καθημερινή επαφή είχα χάσει το νόημά της. Τώρα την έχω διαρκώς στο μυαλό μου. Η φράση αυτή μιλάει για αυτό το άλλο χρέος. Το καθήκον του κάθε μεμονωμένου πολίτη, του «μέσου Έλληνα» που είναι και η φράση της εβδομάδας: Να πληρώνει αυτό που του αναλογεί, να ψηφίζει χωρίς ιδιοτέλεια, να σέβεται τους νόμους, να τον νοιάζει αν το σύνολο είναι καλά γιατί τότε μόνο θα είναι και ο ίδιος καλά, να έχει ανοιχτά τα μάτια του και το μυαλό του, να αγαπά την πρόοδο και τον πλησίον του, ανεξαρτήτως φύλου, φυλής, θρησκείας, σεξουαλικού προσανατολισμού, αναπηρίας, ασθένειας, ποδοσφαιρικής ομάδας και γούστου στη μουσική. Αυτό είναι το χρέος μας και, εντέλει, αυτή είναι και η μοναδική μας ελπίδα.
Τετάρτη 17 Ιουλίου 2013
Γύρνα στον άντρα σου
Επαρχιακό αστυνομικό τμήμα, μεσημεράκι Ιουλίου. Αποπνικτική ατμόσφαιρα, πανάρχαιο κλιματιστικό, ελάχιστη κίνηση: ένας παππούς που κάθεται σιωπηλός και ταλαιπωρημένος σε μία καρέκλα μαζί με έναν νεαρό, πιθανότατα δικηγόρο, που μιλάει συνεχώς στο κινητό του.
Περνάει διστακτικά την κεντρική είσοδο. Είναι πολύ νέα σε ηλικία και ο τρόπος που κινείται δείχνει τρομερή νευρικότητα. Κρατάει πολύ σφιχτά την τσάντα της, είναι αναμαλλιασμένη και κλαμένη. Ο λαιμός της είναι γεμάτος κατακόκκινα σημάδια, σαν κάτι να προσπάθησε να την πνίξει πρόσφατα, και στα χέρια της υπάρχουν μελανιές όλων των διαστάσεων. Περπατάει διερευνητικά κοιτώντας γύρω-γύρω σαν χαμένη, μέχρι που φτάνει μπροστά στην ανοιχτή πόρτα ενός γραφείου. «Η μαντάμ;» ακούγεται μία γαϊδουροφωνάρα από τα έγκατα του γραφείου και ξεπροβάλλει ένα μπλε, θεόρατο, χοντρουλό, διαβολικό καρτούν ή, αλλιώς, «λέγε με υπεύθυνο για την προστασία της τάξης και της ασφάλειας των Ελλήνων πολιτών».
Η κοπέλα κομπιάζει, γιατί καταλαβαίνει πως πρέπει να εκθέσει το πρόβλημά της στο διάδρομο, όρθια, μπροστά σε «κοινό», αλλά το καρτούν απαιτεί εκνευρισμένο: «πείτε μας, μαντάμ, έχουμε και δουλειές...». « Ο σύζυγός μου... με χτύπησε....» προσπαθεί με κόπο, «δηλαδή με χτυπάει συνέχεια.... θέλω να φύγω.... έφυγα δηλαδή από το σπίτι το πρωί... πήγα στη μητέρα μου... θέλω να κάνω μήνυση... πώς να...». Δεν προλαβαίνει να τελειώσει τη φράση του το κορίτσι και το καρτούν βαριεστημένο απαντά μηχανικά: «για τη μήνυση πρέπει να περιμένετε τον αξιωματικό υπηρεσίας, σε λίγο θα είναι εδώ, πρέπει να δώσετε και 150 ευρώ». Η κοπέλα σαστίζει: «πόσα; Δεν έχω μαζί μου τόσα χρήματα. Είναι πάρα πολλά... Δεν ξέρω πού να τα βρω τώρα... Δεν...». Το καρτούν, τσαντισμένο όσο ποτέ, δίνει τη λύση: «ε, βρες τα πρώτα και έλα μετά να την κάνεις, άμα είναι...» και πάει να ξανακαθίσει στην ξεχαρβαλωμένη καρέκλα του γραφείου του.
Εκείνη τη στιγμή, μετά από αυτή την αφοπλιστική ετοιμότητα διαχείρισης περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας εκ μέρους των αστυνομικών αρχών, παρεμβαίνει ο νεαρός: « ενδεχομένως η κυρία θα μπορούσε να πληρώσει τα 100 ευρώ τώρα και τα υπόλοιπα 50 που αντιστοιχούν στην άσκηση πολιτικής αγωγής να τα δώσει αργότερα...». Τότε το καρτούν ξεσπά αγανακτισμένο: «κοίτα, παλικάρι, εγώ αυτά τα πράγματα δεν τα ξέρω, τα λεφτά τα θέλω τώρα... και στο κάτω-κάτω, κυρά μου, πολλή σημασία δίνεις... Άντρας είναι, νεύρα έχει... Μη χαλάς το σπίτι σου για βλακείες... Πήγαινε και ρίξε λίγο νερό στο πρόσωπό σου, κάνε του και κανένα καλό φαγάκι και όλα θα στρώσουν»...
Η κοπέλα πνίγει με δυσκολία έναν λυγμό, κοιτάει το πάτωμα, κάνει μεταβολή κρατώντας πάντα πολύ σφιχτά την τσάντα της, σαν να θέλει να πιαστεί από πάνω της, και φεύγει σχεδόν τρέχοντας.
Γύρνα στον άντρα σου | ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ | Protagon
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
