Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2021

JULIAN BARNES, Άνδρας με κόκκινο μανδύα, Μετάφραση Κατερίνα Σχινά, Εκδόσεις Μεταίχμιο

"Το καλοκαίρι του 1885 τρεις Γάλλοι κατέφτασαν στο Λονδίνο για ψώνια. Ο ένας ήταν πρίγκιπας, ο άλλος κόμης και ο τρίτος ένας κοινός θνητός με ιταλικό όνομα, που πριν από τέσσερα χρόνια είχε απαθανατιστεί σε ένα από τα πιο σπουδαία πορτρέτα του Τζον Σίγκερ Σάρτζεντ. Αυτός ο κοινός θνητός ήταν ο Σαμιέλ Πότσι, γιατρός, πρωτοπόρος γυναικολόγος και ελεύθερο πνεύμα, ένας λογικός επιστήμονας με μια διαβόητα περίπλοκη προσωπική ζωή.

Φόντο της ζωής του η παρισινή Μπελ Επόκ. Η όμορφη εποχή της λάμψης και της ευχαρίστησης συχνότερα έδειχνε την άσχημη πλευρά της: υστερική, ναρκισσιστική , χλιδάτη και βίαιη, μια εποχή αχαλίνωτης προκατάληψης και νατιβισμού, που έχει περισσότερες ομοιότητες με τη δική μας εποχή απ' όσο θα φανταζόμασταν" (οπισθόφυλλο βιβλίου).

Πρόκειται για ένα βιβλίο μοναδικό, καθώς ο συγγραφέας συνδυάζει τον μυθιστοριογράφο και τον ερευνητή ιστορικό. Ένα βιβλίο καινοτόμο που κινείται ανάμεσα στη βιογραφία, την ιστορική μελέτη, το δοκιμιακό λόγο. Η ζωή του Σαμιέλ Πότσι, ιδιωτική και δημόσια, παρουσιάζεται λεπτομερειακά, σε συνάρτηση και συνάφεια με εκείνη των δύο άλλων φίλων του, του πρίγκιπα Εντμόν ντε Πολινιάκ και του κόμη Ρομπέρ ντε Μοντεσκιού - Φεζανσάκ, και άλλων εμβληματικών μορφών της εποχής, όπως οι Χένρι Τζέιμς, Όσκαρ Γουάιλντ, Σάρα Μπερνάρ. Κυρίως όμως ζωντανεύει η παρισινή Μπελ Επόκ, που είναι ο κυρίαρχος πρωταγωνιστής του βιβλίου, καθώς σε αυτό παρατίθενται τμήματα από την αλληλογραφία και τα ημερολόγια των πρωταγωνιστών, αλλά και κείμενα από εφημερίδες, δικαστικά πρακτικά και αποφάσεις, ζωγραφικοί πίνακες ακόμα και εικονίτσες με διασημότητες της περιόδου, που εξέδιδε και έβαζε στο περιτύλιγμα μιας σοκολάτας το γνωστό παντοπωλείο Φελίξ Ποτέν. Έτσι ο λόγος του ιστορικού πλαισιώνεται από την πολύτιμη εικονογράφηση του βιβλίου, που αναπαριστά την εποχή, το γούστο, τα χαρακτηριστικά, το ύφος και το ήθος των αναφερομένων προσώπων.

Από την βιβλιοπαρουσίαση του Αλέξη Πανσέληνου στον "Αναγνώστη" παραθέτουμε τα ακόλουθα: "Έχοντας σπουδάσει μεταξύ άλλων Γαλλική Λογοτεχνία, ο Μπαρνς είναι απόλυτα εξοικειωμένος με το υλικό του. Μετέχει απόλυτα της γαλλικής κουλτούρας και αυτό τον ξεχωρίζει από τους περισσότερους συγκαιρινούς του Άγγλους συγγραφείς, ενώ του προσφέρει το κλειδί για μια απολύτως έγκυρη και συνεπή ανάλυση των προσώπων, των έργων τους και των πεπραγμένων της καθημερινότητάς τους. Από το βιβλίο αυτό παρελαύνουν εκτός από τον Μοντεσκιού (που απετέλεσε πρότυπο αναλόγων ηρώων σε δύο ακόμα συγγραφείς) και τον Σαμιέλ Πότσι, ο πρίγκηπας ντε Πολινιάκ, ο ζωγράφος Τζων Σάρτζεντ και μια μακρά ακολουθία διάσημων ή και λιγότερο γνωστών σήμερα διασημοτήτων της εποχής : οι ζωγράφοι Γουίστλερ και Ντεγκά, ο Ροντέν, ο συγγραφέας Χένρι Τζέημς, οι αδελφοί Γκονκούρ, οι συγγραφείς Φλομπέρ, Ουισμάν, Κολέτ και Ζαν Λωρέν, η Σάρα Μπερνάρ, ο Όσκαρ Ουάιλντ κλπ. Η Bel Epoque και οι πρωταγωνιστές της γαλλικής κοινωνίας και της τέχνης. Οι δανδήδες της εποχής, μιας εποχής που διακρίθηκε για (και από) τους δανδήδες της – ακόμα και ο Προυστ προσπάθησε να ενταχθεί στο ξεχωριστό αυτό σώμα των πλούσιων εραστών του ωραίου, που το κατασκεύαζαν όπου δεν το έβρισκαν και το διεκδικούσαν για αποκλειστική τους χρήση και απόλαυση." (βλ. ολόκληρη την κριτική εδώ https://www.oanagnostis.gr/sikonontas-tin-koyrtina-tis-mpel-epok-toy-alexi-panselinoy/)

Η αφήγηση ακολουθεί σε γενικές γραμμές τον άξονα του χρόνου, από το ταξίδι των τριών φίλων στο Λονδίνο μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το "τέλος εποχής" και το θάνατο των πρωταγωνιστών. Η οργάνωση συνειρμική - θεματική, δυσκολεύει ίσως σε ορισμένα σημεία τον αναγνώστη, καθώς δεν χωρίζεται σε ενότητες και δεν παρατίθενται υπότιτλοι, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι ο πρώτος τίτλος "Πώς κυκλοφορεί μια φήμη" εμφανίζεται στη σελίδα 101 το βιβλίου και δεν δικαιολογεί, κατά τη γνώμη μας, την ύπαρξή του όσον αφορά στην εξασφάλιση της συνοχής ή στη διευκόλυνση της πρόσληψης. Ο επόμενος "Πέντε στιγμιότυπα του Πότσι" βρίσκεται στη σελίδα 131, προοικονομεί τις επόμενες πέντε παραγράφους που πλαισιώνονται με πλαγιότιτλους (Ο Πότσι στη αίθουσα δημοπρασιών, σε κοσμικό σαλόνι, στο καπνιστήριο, στο εξωτερικό, στον χορό των φοιτητών ιατρικής), αλλά δεν συνιστά τίτλο ευρύτερης ενότητας. Το ίδιο συμβαίνει και με τους ακόλουθους τίτλους που βρίσκουμε στη σελίδα 181 "Συμπεριφορές καλεσμένων" και στη σελίδα 264 "Πώς να συμπεριφέρεστε στους λογοτεχνικά (και κοινωνικά) κατώτερούς σας". 

Ο λόγος γλαφυρός, ενίοτε ειρωνικός, απολαυστικός χάρις στην άψογη μετάφραση της Κατερίνας Σχινά, απομυθοποιεί την Μπελ Επόκ και την εξέχουσα αριστοκρατία της, αναδεικνύοντας τη βία, την διαφθορά, την ανηθικότητα, την υποκρισία, τη ματαιοδοξία,  παράλληλα με το υψηλό γούστο, την καλλιέργεια, την ευφυία, την παιδεία, που άλλωστε απαθανατίζεται στα έργα τέχνης της εποχής που παραμένουν ανυπέρβλητα.

Το βιβλίο προϋποθέτει και συνομιλεί με πολλά λογοτεχνήματα της περιόδου. Ιδιαίτερη αναφορά όμως πρέπει να γίνει στο μυθιστόρημα του Ουισμάνς "Ανάστροφα" (εκδόθηκε το 1884), καθώς ο μυθιστορηματικός ήρωας Ντεζ Εσέντ, "αυτός ο σπαρακτικός, επίπλαστος άνθρωπος" κατά τον Μαλαρμέ, παρουσιάζει απίστευτες ομοιότητες με τον κόμη Ρομπέρ ντε Μοντεσκιού τόσο στις σεξουαλικές προτιμήσεις, όσο και στη λατρεία του ωραίου (αισθητισμός), με τη συλλογή και έκθεση αξιοπερίεργων αντικειμένων (με πιο απίθανη την ύπαρξη μιας χελώνας, με επιχρυσωμένο καβούκι και ενσωματωμένους πολύτιμους λίθους). Αναφέρουμε ακόμα το έργο του Προυστ "Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο", όπου πάλι απεικονίζονται οι μανιερισμοί του κόμη στο πρόσωπο του βαρόνου Σαρλίς, ενώ ο Πότσι διαθλάται αμυδρά στη μορφή του καθηγητή Κοτέ.

Αξίζει να σταθούμε σε μερικά χαρακτηριστικά του βιβλίου που αναδεικνύουν τη μοναδικότητά του. Καταρχάς την αποθησαύριση ευφυολογημάτων - ρήσεων - γνωμικών, που αποτυπώνουν τους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών και το ήθος μιας τάξης και μιας εποχής: Όσκαρ Γουάιλντ "δεν κάνεις τέχνη με υλικό τις καλές προθέσεις" (σελ. 45), Μοπασάν "Η μονομαχία είναι η διασφάλιση των υπόπτων, η αμφίβολη, ελεεινή, συμβιβασμένη προσπάθεια να αγοράσουν μέσω αυτής μια παρθενικότητα σε χαμηλή τιμή ... είναι η νοοτροπία των βουλεβάρτων" (σελ. 59), Σαμιέλ Πότσι "ο σοβινισμός είναι μια μορφή άγνοιας" (σελ. 70), Ντεγκά "την τέχνη τη σκοτώνει το γούστο", (σελ. 78), ΜΠοντλέρ "ο δανδισμός είναι ένας ασαφής θεσμός τόσο παράξενος όσο και η μονομαχία" (σελ. 78), Γουάιλντ "Η ομορφιά είναι μια μορφή ιδιοφυίας" (σελ 84), Γουάιλν "Τίποτε δεν είναι αληθινό εκτός από το ωραίο" (σελ. 143),Φρανσουα Μοριάκ "Όσο περισσότερες γυναίκες γνωρίζει ένας άνδρας, τόσο πιο υποτυπώδη ιδέα σχηματίζει για τις γυναίκες εν γένει" (σελ. 204), Μοντεσκιού "Προτιμώ τα πάρτι που διοργανώνω από τους καλεσμένους που προσέρχονται σ' αυτά" (σελ. 233). Όταν κάποιος επέπληξε τον Λεόν Ντοντέ για τα ψεύδη του, απάντησε "Ασφαλώς και ψεύδομαι. Αν δεν ψευδόμουν ποτέ, θα ήμουν απλώς ένας πίνακας σιδηροδρομικών δρομολογίων" (σελ. 287). Ο Μποντλέρ έγραψε ότι ο δανδισμός ήταν "μια ασαφώς καθορισμένη κοινωνική συμπεριφορά, παράξενη σαν τη μονομαχία" (σελ. 293).

Ας σταθούμε ακόμα στα προσωνύμια και τους χαρακτηρισμούς που αποδίδονται σε βασικούς πρωταγωνιστές του έργου: Για τη Σάρα Μπερνάρ ο Πότσι ήταν πάντα ο "Docteur Dieu", ενώ εκείνη ήταν "η θεϊκή Σάρα". Ο Πότσι είχε επίσης ένα πιο επίγειο παρατσούκλι, το οποίο του είχε απονείμει η κυρία της υψηλής κοινωνίας μαντάμ Ομπερνόν "L'amour medecin". Είναι ο τίτλος του έργου του Μολιέρου Ο έρωτας γιατρός μολονότι συνηθέστερα στην περίπτωση του Πότσι μεταλλασσόταν ελαφρά σε "δρ Έρωτας" (σελ. 36).Ο ημερολογιογράφος και μυθιστοριογράφος Εντμόν ντε Γκονκούρ αποκαλούσε τον Όσκαρ Γουάιλντ "un puffiste" (οιηματία, κομπορρήμονα και ελαφρώς απατεώνα). Η βασίλισσα Βικτωρία θεωρούσε τους Γάλλους "ανίατους ως έθνος, αν και πολύ γοητευτικούς ως άτομα" (σελ. 49). Ο Μοντεσκιού έστειλε στον Προυστ μια φωτογραφία του με την αφιέρωση "Είμαι ο ηγεμόνας των εφήμερων πραγμάτων". Ο Προυστ του είχε δώσει το προσωνύμιο "Καθηγητής της Ομορφιάς", ενώ ο Γιούτουρι ήταν ο "Πρύτανης των λουλουδιών" (σελ. 83). Στην τελευταία του δημόσια εμφάνιση το κόμης Μοντεσκιού παρατηρούσε μελαγχολικά "Ίσως πρέπει να αρχίσω να αποκαλώ τον εαυτό μου Μοντεπρουστ", συνειδητοποιώντας την ταύτισή του με τον κεντρικό ήρωα του αριστουργήματος του Προυστ (σελ. 277). 

Κλείνοντας ας αναφέρουμε τι έγραψε ο Μοντεσκιού στα απομνημονεύματά του για τον Πότσι, καθώς αποτελούν έναν ευθύβολο χαρακτηρισμό του πρωταγωνιστή του βιβλίου : "Ποτέ δεν γνώρισα άνδρα πιο γοητευτικό από τον Πότσι. Ποτέ δεν τον είδα να είναι διαφορετικός από τον χαμογελαστό, αξιαγάπητο, ασύγκριτο εαυτό του ... Για κάποιον τόσο αφοσιωμένο όπως εγώ στην αριστοκρατική απόλαυση του να γίνομαι δυσάρεστος στους άλλους, ήταν ένα μάθημα να βλέπω το ακατάβλητο χαμόγελο ενός άνδρα που έκανε τόσο καλή χρήση του και που το πήρε στον τάφο μαζί του. Ο Πότσι κατείχε την τέχνη του να είναι ευχάριστος, μια τέχνη στην οποία δεν τον έφτανε κανείς". (σελ. 110)










Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2021

Τζόναθαν Κόου, Ο κύριος Γουάιλντερ κι εγώ, Μετάφραση Άλκηστις Τριμπέρη, Εκδόσεις Πόλις

 Τζόναθαν Κόου, Ο κύριος Γουάιλντερ κι εγώ, Μετάφραση Άλκηστις Τριμπέρη, Εκδόσεις Πόλις

"Το μεθυστικό καλοκαίρι του 1977 μια αφελής κοπέλα, η Καλλιστώ, αναχωρεί από την Αθήνα για να γνωρίσει τον κόσμο Μετά το ταξίδι της στην Αμερική, βρίσκεται αναπάντεχα σε ένα ελληνικό νησί που έχει μετατραπεί σε κινηματογραφικό σκηνικό. Ο Μπίλι Γουάιλντερ, διάσημος σκηνοθέτης του Χόλυγουντ, γυρίζει εκεί την ταινία του Fedora, και η Καλλιστώ προσλαμβάνεται ως βοηθός. Παρατηρεί συνεπαρμένη τον λαμπερό , πρωτόγνωρο για εκείνη τρόπο ζωής, βιώνοντας μια εμπειρία που θα τη σημαδέψει για πάντα" (οπισθόφυλλο βιβλίου).
Αφηγήτρια η Καλλιστώ, στο μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος, η αφήγηση της οποίας διακόπτεται από ένα οιονεί θεατρικό σενάριο, όπου ο Γουάιλντερ διηγείται πώς έφυγε από το Βερολίνο το 1933 και πώς επέστρεψε μετά τον Πόλεμο, κάνοντας ταινίες για τα ναζιστικά εγκλήματα και ψάχνοντας τη μητέρα του που ως Εβραία της Βιέννης χάθηκε σε κάποιο στρατόπεδο εξόντωσης.
Γραφή εξομολογητική, εσωτερική εστίαση, γραμμική εν πολλοίς παρουσίαση της ιστορίας μετά το αρχικό flash back, όπου η ώριμη πλέον Καλλιστώ, συνθέτης και κάτοικος Λονδίνου, αντιμετωπίζοντας προβλήματα με τις δύο κόρες της, αναπολεί τη δική της πρώτη εμπειρία απομάκρυνσης από την οικογενειακή εστία, όταν ταξιδεύει στην Αμερική και τυχαία γνωρίζει τον διάσημο σκηνοθέτη. Κεφάλαια του μυθιστορήματος αποτελούν οι περιοχές όπου μεταβαίνει η Καλλιστώ παρακολουθώντας ως βοηθός τα γυρίσματα της ταινίας: Λος Άντζελες (τυχαία συνάντηση με τον σκηνοθέτη), Ελλάδα (το σπίτι της ηρωίδας στην Αθήνα και τα γυρίσματα της ταινίας στη Λευκάδα), Μόναχο Παρίσι (γυρίσματα ταινίας), Λονδίνο (κύκλος - επιστροφή στην ωριμότητα της Καλλιστώς και κάθαρσις).
Μυθιστόρημα ενηλικίωσης αλλά και λογοτεχνικό πορτρέτο του σκηνοθέτη Billy Wilder, γνωστό κυρίως για τις ταινίες του "Sunset boulevard" και "Μερικοί το προτιμούν καυτό". Ο συγγραφέας επιλέγει την ταινία Fedora , την οποία γυρίζει ο σκηνοθέτης όταν το Χόλυγουντ τον απορρίπτει και εξασφαλίζει χρηματοδότηση από τη Γερμανία. Η ταινία πραγματεύεται την ιστορία μιας παλιάς κινηματογραφικής σταρ που, έχοντας παραμορφωθεί από τις πολλές πλαστικές, κρύβεται από τον κόσμο και αναγκάζει την κόρη της να πάρει τη θέση της, υποδυόμενη πως είναι η Φεντόρα, ένα παιχνίδι διπλών ταυτοτήτων. Ό συγγραφέας έχει εντρυφήσει στις ταινίες του σκηνοθέτη και έχει μελετήσει αρκετά βιβλία και άρθρα γι' αυτόν.
Στο πλαίσιο αυτό αναδύονται θέματα όπως η ελευθερία του καλλιτέχνη και η χρηματοδότηση της τέχνης, το κάλλος και το γήρας, η σχετικότητα του ωραίου, το γούστο και η μόδα, ο ρόλος της τέχνης σε δύσκολους καιρούς, η μετουσίωση της φρίκης (παγκόσμιοι πόλεμοι, ολοκαύτωμα, ψυχρός πόλεμος) σε τέχνη, η ταυτότητα και η αλλαγή, ο χρόνος και η ωριμότητα... Κυρίως είναι ένα μυθιστόρημα για την κινηματογραφική τέχνη, τις τάσεις και τους δημιουργούς.
Ο τίτλος του έργου δίσημος: η προσωπική αντωνυμία μπορεί να αναφέρεται στη μυθιστορηματική ηρωίδα αλλά και στον ίδιο τον .συγγραφέα και τη δική του "συνομιλία" με τον σκηνοθέτη.
Η εικόνα ίσως περιέχει: ένα ή περισσότερα άτομα, άτομα που κάθονται και κείμενο
Γεωργία Τάτση

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2020

ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΠΟΛΛΑΠΛΩΝ ΔΕΞΙΟΤΗΤΩΝ

 Κορίτσια στο Αφγανιστάν δίνουν τις εξετάσεις εισαγωγής στο Πανεπιστήμιο, με 37 βαθμούς θερμοκρασία τηρώντας τις οφειλόμενες στην επιδημία αποστάσεις καθισμένες στο χώμα.


Το πάθος τους για μόρφωση ξεπερνάει κάθε εμπόδιο. Η πανδημία, οι δύσκολες συνθήκες κατά την εξέταση, τα συντρίμμια και οι συνέπειες των ενόπλων συγκρούσεων, η πατριαρχικά δομημένη κοινωνία, δεν στάθηκαν ικανά να τις εμποδίσουν από το κυνήγι του ονείρου τους.



ΟΛΓΚΑ ΤΟΚΑΡΤΣΟΥΚ, ΤΟ ΑΡΧΕΓΟΝΟ ΚΑΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΚΑΙΡΟΙ

 



Ενα ασυνήθιστο και εξαιρετικά γοητευτικό μυθιστόρημα μας έρχεται από την Πολωνία. Και η συγγραφέας του Ολγκα Τοκάρτσουκ μας προετοιμάζει γι’ αυτό από την αρχή: «Το Αρχέγονο» λέει «βρίσκεται στο κέντρο του σύμπαντος». «Αρχέγονο» είναι το όνομα ενός χωριού στην Πολωνία, όπου εκτυλίσσεται η υπόθεση αυτού του θαυμάσιου μυθιστορήματος, όπου σε μόλις 272 σελίδες η Τοκάρτσουκ μάς εξιστορεί τη ζωή δύο οικογενειών, των Νιεμπίσκι και των Μπόσκι, καλύπτοντας τρεις γενιές – και μια χρονική περίοδο που αρχίζει το 1914 και τελειώνει τη δεκαετία του 1980 με το κίνημα της «Αλληλεγγύης».

Αφού το χωριό «βρίσκεται στο κέντρο του σύμπαντος», είναι επόμενο να το φυλάνε οι αρχάγγελοι Ραφαήλ, Γαβριήλ, Μιχαήλ και Ουριήλ. Ολοκληρώνοντας ωστόσο την ανάγνωση του βιβλίου καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα ότι αυτό το χωριό, όπως το παρουσιάζει η συγγραφέας, δεν είναι παρά ένας μικρόκοσμος της Κεντρικής Ευρώπης.
Ποιοι είναι όμως οι «άλλοι καιροί» του τίτλου; Καιρός εδώ είναι ο χρόνος που η Τοκάρτσουκ μάς τον δίνει τμηματικά. Τα πάντα έχουν τον χρόνο τους: οι χαρακτήρες, ο Θεός, τα περιβόλια, τα ζώα και τα φυτά, ακόμη και τα άψυχα. Και ο κάθε «καιρός» δίνεται χωριστά σε σύντομα κεφάλαια που φαντάζουν αυτόνομα αλλά διαθέτουν εσωτερική συνοχή και διαμορφώνουν το χρονικό 80 ετών που συνοψίζει τη συλλογική μνήμη και την παράδοση μιας χώρας και μιας ιστορικής εποχής σε μεγάλο βάθος χρόνου.

Ηπαράδοση είναι η εβραιοχριστιανική – και άρα όχι μόνο πολωνική. Η εποχή είναι γενικότερα ευρωπαϊκή και οι χαρακτήρες της Τοκάρτσουκ προσπαθούν να βρουν το νόημα της ύπαρξής τους αναλύοντας αρχέτυπα και σύμβολα. (Επί του προκειμένου η επίδραση του Καρλ Γιουνγκ είναι φανερή – αφομοιωμένη εν τούτοις.) Οσο για τη ζωή της φύσης και για την ανθοφορία, δεν είναι απλές περιγραφές της αγροτικής ζωής αλλά μια πολλαπλή αλληγορία για το νόημα της ύπαρξης.

Μαγικός ρεαλισμός
Κάποιοι κριτικοί εντόπισαν επιδράσεις του λατινοαμερικανικού μαγικού ρεαλισμού στο μυθιστόρημα. Η συγγραφέας διαφώνησε, όμως οι κριτικοί μάλλον έχουν δίκιο. Για παράδειγμα, το κεφάλαιο της σελ. 64 αρχίζει ως εξής: «Στην καλύβα της Σταχούλας στο Βιντίματς έμεναν ένα φίδι, μια κουκουβάγια κι ένα περδικογέρακο. Τα ζωντανά αυτά δεν διασταυρώνονταν ποτέ. Το φίδι ζούσε στην κουζίνα, δίπλα στη φωτιά, όπου η Σταχούλα τού έβαζε ένα πιατάκι με γάλα. Η κουκουβάγια καθόταν στο πατάρι, στη γωνία πίσω από ένα χτισμένο παράθυρο. Εμοιαζε με αγαλματίδιο. Το περδικογέρακο είχε βολευτεί στη σκεπή, στο ψηλότερο σημείο του μικρού σπιτιού, αλλά το πραγματικό του σπίτι ήταν ο ουρανός». Η παράγραφος μοιάζει σαν να γράφτηκε για να καταλήξει στην τελευταία πρόταση που την απογειώνει.
Το κεφάλαιο Ο καιρός του βαρόνου Ποπιέλσκι της σελ. 163 θα μπορούσε κάλλιστα να είναι διήγημα του Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Και η παρακάτω παράγραφος (σελ. 84) είναι σαν να έχει αποσπαστεί από διήγημα του Αργεντινού: «Ο γερο-Μπόσκι πέρασε όλη του τη ζωή στη στέγη του παλατιού. Το παλάτι ήταν τεράστιο, οπότε τεράστια ήταν και η στέγη του – γεμάτη λοξές γραμμές, κλίσεις και γωνίες. Και όλα αυτά ήταν καλυμμένα με όμορφα ξύλινα κεραμίδια. Αν διέλυε κανείς τη στέγη και την άπλωνε στο έδαφος, θα καλυπτόταν όλη η γη που είχε στην ιδιοκτησία του ο Μπόσκι».
Η μεταμόρφωση της πραγματικότητας, των εικόνων που πατούν στη γη και στο τέλος ανεβαίνουν προς τον ουρανό ή μεταφέρονται στον κόσμο της φαντασίας και του αόρατου είναι το κύριο γνώρισμα της αφηγηματικής γοητείας της συγγραφέως αλλά και της γλωσσικής της ποιότητας: η αντίστιξη πραγματικότητας και φαντασίας ή πιο σωστά η μετάβαση από την εικόνα στην προβολή της και από το πραγματικό στο μεταφυσικό ρίγος.
Καθώς προχωρείς στην ανάγνωση δεν μπορείς να μην ανακαλέσεις το Μακόντο στο Εκατό χρόνια μοναξιά του Γκαρσία Μάρκες ή ακόμη και να το συγκρίνεις με το Αρχέγονο της Τοκάρτσουκ.
Το Αρχέγονο, όπως και το Μακόντο, είναι ένας τόπος φανταστικός και ταυτοχρόνως πραγματικός, όπου όλα ταιριάζουν μεταξύ τους κι εξηγούνται όπως στα παραμύθια – αλλά εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με παραμύθι (ή αν το πούμε έτσι είναι παραμύθι για ενηλίκους), γιατί κάτω από το καθετί κρύβεται μια θλίψη.
Περιγραφική δύναμη
Η ποιητικότητα του βιβλίου συνδυάζεται θαυμάσια με την ακρίβεια των περιγραφών και την αδρότητα των χαρακτήρων. Δεκάδες πρόσωπα περνούν μέσα από την αφήγηση, πολύ περισσότερα από όσα θα περίμενε κανείς σε ένα βιβλίο αυτού του μεγέθους, κι όμως ο αναγνώστης δύσκολα θα ξεχάσει τη Σταχούλα, την Γκενοβέφα, τον Μίχαλ Νιεμπιέσκι, τον βαρόνο Ποπιέλσκι, τη Μίσια, τον γερμανό αξιωματικό Κουρτ, τον Πνιγμένο Πλουστς, τον Ιζίντορ, τον Ιβάν Μούκτα και πλήθος άλλους.
Η περιγραφική δύναμη της Τοκάρτσουκ, γνώρισμα γνήσιου ταλέντου, είναι ασύγκριτη. Ακόμη και οι πιο παράξενες περιγραφές της μοιάζουν τελείως ρεαλιστικές. Οι πάντες και τα πάντα «μιλούν» σε αυτό το μυθιστόρημα. Οι άνθρωποι, τα δέντρα, οι ζωντανοί και οι νεκροί, που διατηρούν τη συνείδησή τους και μετά θάνατον, όπως ο Μπόσκι που «με το που πέθανε κατάλαβε… πως είχε πεθάνει με λανθασμένο και απρόσεκτο τρόπο, πως την ώρα που πέθαινε είχε χάσει τον δρόμο του και πως τώρα έπρεπε να τα ξαναπάρει όλα από την αρχή». ΓιατίΔιότι «μετά θάνατον οι άνθρωποι ανακάλυπταν το μυστικό της ζωής».
Το Αρχέγονο και άλλοι καιροί εκδόθηκε το 1996, όταν η συγγραφέας ήταν 34 ετών. Δεν είναι τυχαίο που υμνήθηκε από την κριτική και αγαπήθηκε από το κοινό. Ελπίζω να το απολαύσουν και οι αναγνώστες της χώρας μας στην αριστοτεχνική και εξόχως ποιητική μετάφραση της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου.

ΑΝΤΛΗΘΗΚΕ ΑΠΟ https://www.tovima.gr/2017/08/04/books-ideas/to-goiteytiko-arxegono-tis-olgka-tokartsoyk/

DAVIS NATALIE ZEMON, Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΜΑΡΤΙΝΟΥ ΓΚΕΡ

 




Στα 1540, στο Languedoc, ένας πλούσιος αγρότης εγκαταλείπει σπίτι, γυναίκα και παιδί και εξαφανίζεται. Επιστρέφει -ή τουλάχιστον αυτό πιστεύουν όλοι- μετά από λίγα χρόνια αλλά σύντομα η γυναίκα του υποστηρίζει ότι έπεσε θύμα εξαπάτησης και στέλνει στο δικαστήριο τον άνθρωπο που παρουσιάστηκε ως σύζυγός της. Στη δίκη, ο κατηγορούμενος σχεδόν πείθει τους δικαστές ότι είναι ο πραγματικός Μαρτίνος Γκερ μέχρι που -ως εκ θαύματος- ο αληθινός σύζυγος εμφανίζεται την τελευταία στιγμή. Η Natalie Zemon-Davis ανασύρει από τη λήθη αυτή την απίστευτη αλλά αληθινή ιστορία για να προσεγγίσει με ευαισθησία και πρωτοτυπία τις αγροτικές κοινωνίες του 16ου αιώνα, στάσεις, νοοτροπίες, ταυτότητες και συμπεριφορές αλλά και για να μας θυμίσει, με την πλούσια, ζωντανή, πραγματικά συναρπαστική γραφή της, ότι η ιστορική γνώση μπορεί να συνυπάρξει δημιουργικά με την αισθητική απόλαυση που προσφέρει ένα θαυμάσιο αφήγημα. Ένα βιβλίο-σταθμός στη σύγχρονη ιστοριογραφία που μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες σ' όλο τον κόσμο και μια ιστορία-θρύλος που γνώρισε πρόσφατα δύο επιτυχημένες κινηματογραφικές εκδοχές (Le retour de Martin Guerre με τον Gerard Depardieu και Sommerthby με τον Richard Gere). (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)