Τετάρτη 14 Απριλίου 2021

ROBERT - PENN WARREN (2020), ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ, Μετάφραση Αθηνά Δημητριάδου, Αθήνα: Πόλις



 Νέος, οραματιστής και φιλόδοξος, ο Γουίλι Σταρκ ξεκινά την πολιτική του σταδιοδρομία αποφασισμένος να πάρει εκδίκηση για την ταπεινή του καταγωγή, να ταχθεί στην υπηρεσία του λαού, των απόκληρων και των αδικημένων, να αγωνιστεί για μια άλλη, προοδευτική Αμερική.

Τώρα πια είναι ο πανίσχυρος κυβερνήτης μιας Πολιτείας του αμερικανικού Νότου. Πεπεισμένος ότι τα αγνά ιδανικά ελάχιστη σχέση έχουν με τη σκληρή πραγματικότητα, οδηγείται στο συμπέρασμα ότι, αν θέλει να παραμείνει πιστός στους στόχους του και ταυτόχρονα να διατηρηθεί στην εξουσία, δεν πρέπει να φοβάται αλλά, αντιθέτως, να εκμεταλλεύεται τη διαφθορά που επικρατεί στις ανθρώπινες σχέσεις, και να επιδίδεται με κυνισμό στον κατάλληλο χειρισμό ανθρώπων και καταστάσεων.

Όταν ο αριστοκρατικής καταγωγής δικαστής Μόνταγκιου Ίρβιν, που έχει τη φήμη του αδιάφθορου, στέκεται απέναντί του, ο Σταρκ καλεί σε βοήθεια τον σύμβουλό του Τζακ Μπέρντεν, στον οποίο αναθέτει να ξεψαχνίσει το παρελθόν του δικαστή: είναι βέβαιος ότι και εκείνος έχει θαμμένους σκελετούς στην ντουλάπα του. Ο Τζακ είναι ο άλλος κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος. Πρώην δημοσιογράφος, με ιστορικές σπουδές, άνθρωπος ιδιαίτερα καλλιεργημένος, παρατηρεί τα πάντα ως αφηγητής και αυτόπτης μάρτυρας, παραμένοντας διαρκώς αποστασιοποιημένος. Έχει επίγνωση τόσο της αξίας του καλού όσο και της κυριαρχίας του κακού. Διχάζεται ανάμεσα στον θαυμασμό και την απέχθειά του για το πρόσωπο του Σταρκ, γνωρίζοντας βαθιά μέσα του πως δεν θα καταφέρει να μείνει αμέτοχος ως το τέλος και πως η Ιστορία θα τον αδράξει.

Το Όλοι οι άνθρωποι του βασιλιά είναι ένα πολιτικό μυθιστόρημα, φιλοσοφικών και ηθικών αναζητήσεων, που αναδεικνύει το βάθος του στοχασμού και το εύρος της καλλιέργειας του συγγραφέα του, ένα έργο που εντυπωσιάζει με τη λεπτοδουλεμένη γλώσσα και με το ύφος του, συχνά λυρικό, ενίοτε απλό και λιτό, πάντα όμως νευρώδες και πλημμυρισμένο από εικόνες.

Εξαίρετη, υποβλητική ελεγεία για την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, το Όλοι οι άνθρωποι του βασιλιά συγκαταλέγεται στα μεγάλα μυθιστορήματα του 20ού αιώνα. [οπισθόφυλλο βιβλίου]

"Γραμμένο με άφθαστο λυρισμό και δραματική ένταση, το πολιτικό αυτό μυθιστόρημα, περιστρέφεται γύρω από τη διεφθαρμένη φύση της εξουσίας και το ζήτημα της ευθύνης που αναλαμβάνουν τα άτομα για τις ενέργειές τους, ενώ ταυτόχρονα είναι και μια ηθογραφία της αμερικανικής κοινωνίας της δεκαετίας του ’30.  


Ο άνθρωπος συλλαμβάνεται μέσα στην αμαρτία, γεννιέται μέσα στη διαφθορά και περνάει από την μπόχα της πάνας στην αποφορά του σάβανου. Πάντα κάτι υπάρχει.’

Ο Τζακ, ο αφηγητής – και, ίσως, ο βασικότερος χαρακτήρας –  περιφέρεται άσκοπα στη ζωή, δεν τελείωσε ποτέ τη διατριβή του στην ιστορία, δεν  παντρεύτηκε την πρώτη του αγάπη, την Άνν Στάντον, αντιμετωπίζει δε με απίστευτο κυνισμό τα πάντα  και κάνει ό,τι μπορεί για να παραμείνει ανεξάρτητος από τη ζωή και τους ανθρώπους. Ο ρόλος του είναι να χρησιμοποιεί τις ικανότητές και τις γνώσεις του ως ιστορικός για να βοηθήσει τον Γουίλι να εκβιάσει και να ελέγξει τους αντιπάλους του.  Η θεωρία του είναι πως ό,τι κάνει ο καθένας ελέγχεται από κάποια τυχαία ώθηση «στο αίμα.» Εάν αυτό ισχύει, τότε κανείς δεν έχει καμία ευθύνη για τυχόν συνέπειες που μπορεί να έχουν οι ενέργειές του. Έτσι προστατεύεται από την ευθύνη για όσα έχει κάνει στο παρελθόν και για όσα θα κάνει στο μέλλον. 

Η δουλειά του λοιπόν είναι να ανακαλύπτει κάποιο σκοτεινό μυστικό από το μακρινό παρελθόν του κάθε αντιπάλου, την Αχίλλειο πτέρνα του, για να το χρησιμοποιήσει ο Γουίλι σαν μοχλό πίεσης  ώστε να πετύχει τους στόχους του. Από τις ιδιότυπες αυτές έρευνες δεν ξεφεύγει ‘διότι ίσως δεν γίνεται στ’ αλήθεια να φεύγεις απ’ όλα εκείνα που θέλεις σαν και τι να φύγεις’ ούτε ο ηλικιωμένος δικαστής Ίρβιν, μια πατρική φιγούρα της νιότης του Τζακ και οικογενειακός φίλος, ο οποίος με τον φόβο της αποκάλυψης του παρελθόντος του οδηγείται στην αυτοκτονία.

Τόσο ο  Γουίλι Σταρκ όσο και ο Τζακ Μπέρντεν είναι δαιδαλώδεις χαρακτήρες και παρουσιάζονται περίπλοκα. Και οι δύο ενεργούν με τρόπους που φαίνονται αντιφατικοί, αλλά αυτά τα φαινομενικά αντιφατικά κίνητρα έχουν ρίζες στο παρελθόν τους, στα πράγματα που έκαναν ή που τους συνέβησαν όταν ήταν νεότεροι. 

Η στάση του Τζακ, για παράδειγμα,  δείχνει να έχει σχέση με την αποχώρηση του πατέρα του σε νεαρή ηλικία, την προφανή έλλειψη της συναισθηματική κάλυψης από τη μητέρα του αλλά και την αποτυχημένη σχέση του με την Άνν Στάντον. Έτσι παρόλο που μπορεί να διερευνήσει μια υπόθεση σε βάθος, με ψυχρή ακρίβεια, είναι ανήμπορος να κατανοήσει τα κίνητρα των άλλων και τις συνέπειές τους, ως αποτέλεσμα της άρνησής του να σηκώσει το βάρος της ευθύνης.

Ανάμεσά τους κινείται ένας αριθμός δευτερευόντων χαρακτήρων που εξυπηρετούν την ιστορία και βοηθούν να αναδυθούν τα θέματα του βιβλίου. Η Ανν Στάντον, η πρώτη αγαπημένη του Τζακ και ο μόνος άνθρωπος που δείχνει να αντιδρά στον κυνισμό του. Ο αδελφός της Ανν, ο Άνταμ, ένας γιατρός αλτρουιστής και αφοσιωμένος στο λειτούργημά του που εκπροσωπεί τον  άκαμπτο ηθικό κώδικα του παλαιού Νότου. Η Λούσι Σταρκ, η ταπεινή και περιθωριοποιημένη σύζυγος του Γουίλι, η Σέιντι Μπερκ, η γραμματέας και ερωμένη του και αρκετοί ακόμη. " [απόσπασμα από τη βιβλιοκριτική στο passepartoutreading.gr Ολόκληρο το κείμενο εδώ

"Η διηνεκής αξία του Όλοι οι άνθρωποι του βασιλιά αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ο Γουίλι Σταρκ κατέλαβε μια θέση στη συλλογική λογοτεχνική μας συνείδηση, δίπλα στον Κάπτεν Άχαμπ, τον Χοκ Φιν, τον Τζέι Γκάτσμπυ, τον Χόλντεν Κόλφιλντ, τον "Λαγό" Άρμστρονγκ και μερικούς ακόμη". (Τζόυς Κάρολ Όουτς, The New York Review of Books)

"Αρχίζει ως κωμωδία της εξουσίας, δανείζεται τους τρόπους της ιστορικής τοιχογραφίας και καταλήγει ως τραγωδία. Η λαμπρότητα της γραφής είναι αντάξια του βάθους του στοχασμού. Αριστούργημα; Ναι". (Les Inrocks)

«Το καλογραμμένο μυθιστόρημα του R.P. Warren, που αναφέρεται στη δημοκρατία του Μεσοπολέμου, δεν παύει να είναι αντιπροσωπευτικό της γενικότερης πολιτικής σήψης και του αριβισμού που διακρίνει την πολιτική και την εξουσία. Η δημοκρατία γύρω από έναν «βασιλιά» δεν είναι ακριβώς δημοκρατική, ο «βασιλιάς» καταστρατηγεί τη νόμιμή του ισχύ, αφού κατευθύνει «μαριονέτες», όσο κι αν έχει ξεκινήσει από ιδεαλιστικές πρακτικές και συμπεριφορές, και το παρασκήνιο υπονομεύει την επιφάνεια, καθώς η διαπλοκή, ο εκβιασμός και η διαφθορά είναι πάντοτε παρόντα.

Η πολιτική, ωστόσο, παρόλο που είναι πανταχού παρούσα, συχνά παραμερίζει μπροστά στα ψυχολογικά διλήμματα και τις ευαισθησίες, κυρίως του αφηγητή. Ενώ κι ο ίδιος ξέρει ότι συμμετέχει με τις έρευνές του στους εκβιασμούς του αφεντικού του, προσπαθεί να τα έχει καλά με τη συνείδησή του και αναζητά στηρίγματα προς δύο κατευθύνσεις: Αφενός, δίνει ευκαιρίες στους ανθρώπους να αμυνθούν, όπως έκανε με τον Δικαστή Ίρβιν, μολονότι –σε ένα είδος αριστοτελικής περιπέτειας– οδήγησε στα αντίθετα αποτελέσματα και στην αποκάλυψη στοιχείων για τη δική του ζωή. Αφετέρου, με μνημονικές εξακτινώσεις, όπως με τον πρόγονό του, Κας Μάστερν, το αγνό ξεκίνημα του Γουίλι Σταρκ, την προδοσία του απ’ αυτόν όσον αφορά τη νεανική του αγάπη κ.λπ., επιχειρεί να αναδείξει τις εσωτερικές συγκρούσεις, τον διχασμό του –όσο θεωρεί ότι η ιστορία του Σταρκ είναι κομμάτι της δικής του ιστορίας– και σε κάποια κρίσιμη φάση τις αποστάσεις που παίρνει από το Αφεντικό.

Ο ίδιος ο Γουίλι Σταρκ αναδεικνύεται σε σημαίνουσα λογοτεχνική μορφή. Δεν είναι κακός, αφού κάνει πολλά με στόχο το κοινό καλό (χτίζει νοσοκομείο, επιβάλλει φορολογικά μέτρα κατά των πλούσιων, στηρίζει την πολιτειακή ομάδα μπέιζμπολ)· συνάμα όμως ως στυγνός πολιτικός και κυνικός στις αποφάσεις και τις πράξεις του παίζει το παιχνίδι των εκβιασμών, του πολιτικού τσαμπουκά και της αδίστακτης πυγμής. Έτσι, συμπαθής και αντιπαθής συνάμα, τίθεται στο κέντρο μιας σύγχρονης τραγωδίας, όπου η ύβρις συναντά την τίσιν, η αλαζονεία βρίσκει για όλους την τιμωρία της (όχι μόνο ο δικαστής Ίρβιν αυτοκτονεί, αλλά κι ο γιος του κυβερνήτη μένει παράλυτος, ενώ κι ο ίδιος ο πρωταγωνιστής τιμωρείται κατάστηθα) κι ο αναγνώστης «δι’ ελέου και φόβου» φτάνει σε μια οδυνηρή κάθαρση.

Πολιτικό και ψυχολογικό, γραμμένο με δεξιότητα, αφηγηματική (λόγω της σοφής μίξης παρόντος και παρελθόντος όπως και της εξιστόρησης γεγονότων και σκέψεων), και τραγωδιακή με την εξαιρετική αυξομείωση της έντασης, το μυθιστόρημα προβληματίζει για τα όρια της δημοκρατίας αλλά και για τις αντοχές της ψυχής." [Απόσπασμα από την βιβλιοκριτική του Γιώργου Περαντωνάκη εδώ]



ULRICH ALEXANDER BOSCHWITZ (2019), Ο ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ, Μετάφραση Μαρία Αγγελίδου, Αθήνα: Κλειδάριθμος

 


Ένα λογοτεχνικό ντοκουμέντο που εκδόθηκε πρώτη φορά το 1939 και αποτελεί την πρώτη καταγεγραμμένη σε μυθιστόρημα μαρτυρία για τη "Νύχτα των Κρυστάλλων". Θεωρούνταν χαμένο, μέχρι που το χειρόγραφο-θησαυρός βρέθηκε πρόσφατα στη Γερμανική Εθνική Βιβλιοθήκη και ανασύρθηκε στο φως της δημοσιότητας.

«Για εμάς τους Εβραίους η ζωή απαγορεύεται», είπε ο Ζίλμπερμαν. «Τι θα κάνετε; Θα υπακούσετε στην απαγόρευση;»

Ο Ότο Ζίλμπερμαν, Εβραίος επιχειρηματίας και διακεκριμένο μέλος της κοινωνίας, χάνει το σπίτι και την επιχείρησή του εξαιτίας των πογκρόμ του Νοεμβρίου του 1938. Μ' έναν χαρτοφύλακα γεμάτο χρήματα, που κατάφερε τελευταία στιγμή να διασώσει, προσπαθεί να περάσει παράνομα τα σύνορα, αλλά αποτυγχάνει και αναζητά καταφύγιο στα τρένα. Αρχίζει να ταξιδεύει ασταμάτητα, χωρίς προορισμό, περνώντας τις μέρες του σε βαγόνια, αποβάθρες, σταθμούς, εστιατόρια και αίθουσες αναμονής...

Οι συναντήσεις και οι γνωριμίες που κάνει στα κουπέ των τρένων είναι οι συγκλονιστικές στιγμές αυτής της ατέρμονης φυγής που, κάποια στιγμή, τερματίζεται απότομα. [οπισθόφυλλο βιβλίου]


"Το βιβλίο επικεντρώνεται στις περιπέτειες του γερμανοεβραίου επιχειρηματία Ότο Ζίλμπερμαν, ενός α-τυπικού άντρα της εποχής που είδε τη ζωή του να κατακρημνίζεται από το βάραθρό της με την έλευση του ναζισμού. Ο Ζίλμπερμαν, σεπτό μέλος της κοινωνίας, μαζί με την γυναίκα του, Έλφριντε, γνώρισε από κοντά τα περίεργα χρόνια του Βερολίνου κατά τη δεκαετία του ’30. Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης, ο μοντερνισμός, η ελευθεριότητα, αλλά και οι αντιπαλότητες που απονέκρωσαν τις πολιτικές δυνάμεις και άνοιξαν την πόρτα στον Χίτλερ, του ήταν απόλυτα γνωστές.

Παρά ταύτα, ίσως επειδή η προσωπικότητα και η θέση του στην κοινωνία δεν ενέπιπταν στην τυπική προπαγάνδα των ναζί κατά των Εβραίων, δεν αποφάσισε να εγκαταλείψει άρον άρον τη βολή του. Είναι προφανές πως δεν περίμενε ότι μέσα σε μια νύχτα θα γινόταν φυγάς. Έχασε το σπίτι του, την επιχείρησή του και υπό το φόβο να γίνει βορά στις άγριες διαθέσεις των ναζιστών αναγκάστηκε να βάλει σε μια βαλίτσα όσα χρήματα μπορούσε να διασώσει από την περιουσία του και να τραπεί σε άτακτη φυγή. Οι σελίδες του βιβλίου όπου βλέπουμε τον Ζίλμπερμαν να σέρνεται σαν φοβισμένη σκιά στους καπνισμένους δρόμους του Βερολίνου, είναι άκρως υποβλητικές. Δεν χωράει αμφιβολία: βρισκόμαστε ακριβώς στην πιο καθοριστική στιγμή. Ο Ζίλμπερμαν φεύγει από το σπίτι του σαν κυνηγημένος το βράδυ της 9ης Νοεμβρίου 1938. Είναι η νύχτα που έμεινε στην ιστορία ως «Νύχτα των Κρυστάλλων». 

Ακόμη και σ’ αυτή τη δεινή κατάσταση, όμως, ο Ζίλμπερμαν αποδεικνύεται εξόχως ευφάνταστος. Αντί για περιδεές ανθρωπάκι, ο Μπόσβιτς μάς τον εμφανίζει ευφάνταστο, διορατικό και με λάμψεις μαύρου χιούμορ. Ως άλλος καφκικός ήρωας, σε μια ύστατη προσπάθεια να αποξενωθεί εντελώς από την εβραϊκή ρίζα του, περικόπτει το όνομά του με το αποτέλεσμα, ωστόσο, να είναι επισφαλές. Από τρένο σε τρένο κι από πόλη σε πόλη, ο Ζίλμπερμαν βιώνει τη ζωή του ως πλάνης. Έρχεται σε επαφή με ένα ετερόκλιτο πλήθος ανθρώπων και τούτη η παράξενη συνάφεια δίνει την ευκαιρία στον Μπόσβιτς να ανοίξει την οπτική γωνία του μυθιστορήματος και να μας δώσει μια γενικότερη εικόνα της εποχής. 

Από το μυθιστόρημα παρελαύνουν κυνικοί κερδοσκόποι (όπως ο πρώην συνεργάτης του Ζίλμπερμαν που εξελίχθηκε σε μέλος του ναζιστικού κόμματος), γραφειοκράτες που βαυκαλίζονταν ότι έκαναν απλώς το καθήκον τους, ξένοι επιχειρηματίες που είτε αγνοούσαν είτε δεν ήθελαν να δουν τους διωγμούς των Εβραίων, έως και αλτρουιστές κομμουνιστές που δεν δίσταζαν να σώσουν από τα νύχια των ναζιστών ακόμη και τους ταξικούς τους εχθρούς (όπως συνέβη στην περίπτωση του πρωταγωνιστή μας).

Ο Μπόσβιτς αποδεικνύεται μάστορας του ρυθμού. Ενόσω κορυφώνει την πλοκή, ανεβάζει βαθμιαία και την ένταση στον εσωτερικό κόσμο του Ζίλμπερμαν, ο οποίος δεν μπορεί να αντέξει ούτε καν το θόρυβο που κάνουν τα τρένα πάνω στις ράγες. Ακολουθώντας κινηματογραφικές τεχνικές, ο Μπόσβιτς μάς παραδίδει τον ήρωα εντελώς εξουθενωμένο και καταπτοημένο. Τριγύρω του και μέσα του η τανάλια του φόβου περισφίγγει. Οι τελευταίες σκηνές του βιβλίου μοιάζουν με ανηλεές κρεσέντο. Οι λέξεις πέφτουν σαν καταιγίδα, η μια εικόνα είναι πιο δυνατή από την προηγούμενη. Αυτό που διαβάζεις μοιάζει να βγαίνει από θρίλερ, από βιβλίο κατασκοπείας, από περιπετειώδες ανάγνωσμα ή από το πιο σκοτεινό κατάστιχο της Ιστορίας. Εντέλει: είναι σαν να αναδύονται όλοι οι φόβοι του ανθρώπου που υφίσταται τα επίχειρα κάπου πράγματος που τον ξεπερνάει. 

Ο Ταξιδιώτης επέχει τη θέση μαρτυρίας και ντοκουμέντου. Μιλάει με αυθεντικό τρόπο για τις διώξεις των Εβραίων κατά την περίοδο της ναζιστικής λαίλαπας, αλλά και την κατάρρευση της γερμανικής κουλτούρας. Ο Μπόσβιτς αποτυπώνει με αυθεντικό τρόπο αυτή τη σκιαμαχία του «μικρού» ανθρώπου με τις «μεγάλες» ιστορικές συνθήκες, με την τελική έκβαση να είναι πάντα κατά της μονάδας. Η Μαρία Αγγελίδου ακολουθεί κατά πόδας στη μετάφρασή της τη ρυθμική ένταση της γραφής του Μπόσβιτς, η οποία είναι κομβικής σημασίας για την πρόσληψη του μυθιστορήματος"

[Απόσπασμα από την βιβλιοκριτική του Διονύση Μαρίνου που αντλήθηκε από εδώ]


Τετάρτη 7 Απριλίου 2021

Jean Bloch - Michel (2020), O ΜΑΡΤΥΡΑΣ, Μετάφραση - Επίμετρο Ευγενία Γραμματικοπούλου, Θεσσαλονίκη: Οκτάνα



 Σήμερα ξέρω πως το μοναδικό πάθος που με διακατείχε ήταν η αδυναμία μου να δράσω. Έχτισα τη ζωή μου πάνω στον φόβο και την άρνηση: αυτό με προφύλασσε από κάθε κίνδυνο. Ήμουν αποφασισμένος να υπερασπιστώ τη μοναχικότητά μου και να προσπαθήσω να κλείσω τα μάτια σε όλα όσα δεν ήθελα πια να βλέπω. Η περιφρόνηση που έδειχνα για οτιδήποτε ξέφευγε από το πεδίο της δουλειάς μου δεν ήταν αξεχώριστη από μια κάποια ζήλια για εκείνους που επιτύγχαναν εκεί όπου εγώ δεν τολμούσα να δοκιμαστώ. Όλη μου η συμπεριφορά δεν ήταν στην πραγματικότητα παρά μια εσκεμμένη πόζα. Ξέρω πολύ καλά ότι έτσι κάνουν οι περισσότεροι άνθρωποι. Εκείνο που με πείραζε πάνω απ' όλα ήταν η ευκολία με την οποία έκριναν τη ζωή μου, τη στιγμή που, για να είμαι ειλικρινής, εκτιμούσα ότι η δική μου ζωή ήταν πιο πολύτιμη από τη δική τους. Η μητέρα μου, οι μαθητές μου, ο Μισέλ, η Κλωντ, η Εριέττα. Σήμερα ξέρω ποιο είναι το έγκλημά μου.

Ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα για έναν άνδρα που συντρίβεται από το βάρος της ίδιας του της ατολμίας.

Μια σαρωτική μαρτυρία για τους φιλήσυχους πολίτες, τους αιώνιους άπραγους θεατές και τα ανυποψίαστα θύματά τους. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Ο Mάρτυρας κυκλοφόρησε το 1948 στη σειρά «Ελπίδα» της Gallimard που διηύθυνε ο Albert Camus, στενός φίλος, συνεργάτης και συναγωνιστής στην Αντίσταση του Jean Bloch-Michel (Παρίσι, 1912-1987). Σχεδόν δέκα χρόνια μετά, ο Camus εξέδωσε την Πτώση που θεωρείται το αριστούργημά του, έργο που οφείλει πολλά στον Μάρτυρα. Ο Jean Bloch- Michel διακινδύνευσε τη ζωή του στην παρανομία. Ωστόσο στον Μάρτυρα τολμά μια ανατριχιαστική αντιστροφή θέσεων: αντλεί από τα προσωπικά του βιώματα ως αγωνιστής όχι για να αναπαραστήσει τον επώνυμο εχθρό που πολέμησε αλλά τον ανώνυμο σύμμαχο κάθε αυθαιρεσίας. Ο αναγνώστης παρακολουθεί τον νεαρό κεντρικό ήρωα να ανδρώνεται χωρίς να ωριμάζει, να ερωτεύεται χωρίς να δένεται, να πολεμά χωρίς να πιστεύει στη νίκη, να διδάσκει χωρίς να εμπνέει. Ο ναρκισσισμός και η δυσπιστία του απέναντι στους πάντες και τα πάντα τον κρατούν ασφαλή μέσα στη δίνη των γεγονότων και εν τέλει του σώζουν τη ζωή. Μια ζωή που όμως καταλήγει αβίωτη, αφότου ο ίδιος συνειδητοποιεί πως ο ίδιος απλά επέπλευσε ενώ οι κοντινοί του άνθρωποι βούτηξαν στα βαθειά χωρίς να υπολογίζουν το κόστος.

William Melvin Kelley (2020), ΕΝΑΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ ΤΥΜΠΑΝΙΣΤΗΣ, Μετάφραση Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, Αθήνα: Μεταίχμιο



Το πρώτο μυθιστόρημα του Αφροαμερικανού συγγραφέα William Melvin Kelley, ενός "χαμένου γίγαντα της αμερικανικής λογοτεχνίας", που πρωτοκυκλοφόρησε το 1962 και τον κατέταξε μεταξύ των James Baldwin και William Faulkner, επανέρχεται σε νέα έκδοση για να πάρει, έστω και με καθυστέρηση, τη θέση που του αξίζει στα ράφια της κλασικής λογοτεχνίας.

Μια μέρα του 1957, στο Σάτον, μια μικρή πόλη μιας επινοημένης πολιτείας του αμερικάνικου Νότου ανάμεσα στο Μισισίπι και την Αλαμπάμα, ο νεαρός μαύρος αγρότης Τάκερ Κάλιμπαν ρίχνει αλάτι στα χωράφια του, σκοτώνει τα ζωντανά του, βάζει φωτιά στο σπίτι του, παίρνει τη γυναίκα και το παιδί του και φεύγει. Οι λευκοί της μικρής πόλης παρακολουθούν σαστισμένοι· τις επόμενες μέρες, το σάστισμά τους εντείνεται, καθώς ο ένας μετά τον άλλον οι μαύροι κάτοικοι φοράνε τα κυριακάτικά τους, παίρνουν ό,τι πολύτιμο έχουν και φεύγουν και εκείνοι.

Μια ερμηνεία της μαύρης ταυτότητας μέσα από τα μάτια των λευκών πάντα αφηγητών και σύμφωνα με τις δικές τους πεποιθήσεις, ανάγκες και επιθυμίες. Πώς αντιλαμβάνονται αυτήν την αυθόρμητη απόρριψη της υποτέλειας εκ μέρους των μαύρων συμπολιτών τους αγόρια, κορίτσια, γυναίκες και άντρες; Φιλελεύθεροι και συντηρητικοί; Μισαλλόδοξοι και φίλα προσκείμενοι; Ένα συγκλονιστικό, άκρως επίκαιρο βιβλίο που ρίχνει νέο φως στα φυλετικά προβλήματα που μαστίζουν χρόνια την αμερικάνικη κοινωνία. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)


Είναι το «Ένας διαφορετικός τυμπανιστής» ο νέος Στόουνερ, όπως διαφημίζεται στο εξωτερικό; Το χαμένο αριστούργημα ενός ιδιοφυούς αφροαμερικανού συγγραφέα (ανάλογου αναστήματος με τον Φώκνερ) που περιέπεσε στην αφάνεια για να τον ανακαλύψουν μόλις πρόσφατα ξανά στην Αμερική; Είναι και δεν είναι. Πρόκειται σίγουρα για ένα πολύ αξιόλογο βιβλίο. Αλλά Φώκνερ; Δεν είναι. Ο Κέλλυ, που γεννήθηκε το 1937 και πέθανε το 2017, εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα, τον Τυμπανιστή, το 1962, πάνω στη φλόγα του ζητήματος των φυλετικών διακρίσεων. Έπειτα ο ίδιος και το βιβλίο ξεχάστηκαν. Αν κι εκείνος δεν σταμάτησε ποτέ να γράφει. 

Σε μια φανταστική πολιτεία του Νότου (κι εδώ τελειώνουν οι συγκρίσεις με τον Φώκνερ), ένας νέγρος ονόματι Τάκερ Κάλιμπαν αποφασίζει να ρίξει αλάτι στο χωράφι του, να σκοτώσει τα ζωντανά του, να κάψει το σπίτι του και να φύγει. Ταυτόχρονα έγχρωμοι από όλη την Πολιτεία, χωρίς καν να οργανωθούν, από στόμα σε στόμα, ξεκινάν να φεύγουν. Πίσω τους αφήνουν τα πάντα, παίρνουν μόνον την οικογένεια και τα καλά τους ρούχα. Και σε λίγο η Πολιτεία έχει μόνο λευκούς. Την ιστορία τη βλέπουμε τριτοπρόσωπα μέσα από τα μάτια των λευκών, και κυρίως του κύριου Λίλαντ, ενός μικρού αγοριού. Αφηγητές πρωτοπρόσωπα είναι ακόμα και κάποια από τα μέλη της οικογένειας Γουίλσον, που υπήρξαν αφεντάδες των προγόνων του Τάκερ, και δικά του αφεντικά. Αλλά κανένας μαύρος δεν μιλάει, ούτε βλέπουμε τι σκέφτεται. Κι αυτό αφηγηματικά είναι πραγματικά εντυπωσιακό. 

Το βασικό θέμα είναι ο ρατσισμός στην μετεμφυλιακή Αμερική. Και ο σεξισμός. Πρωταγωνιστές άνθρωποι που θυμούνται τους παππούδες τους σκλάβους, και με κάποιο τρόπο συνεχίζουν να είναι κι αυτοί. Αλλά και άλλοι, που θυμούνται πώς ήταν να έχουν σκλάβους, που δεν κάθονται στα ίδια μαγαζιά, ούτε στην ίδια θέση στο λεωφορείο με έγχρωμους, που αρνούνται τη μόρφωση, τη φιλία, την ελπίδα σε συνανθρώπους τους. Που νομίζουν πως παραχωρούν δικαιώματα, αν λένε τους Αφρομερικανούς νέγρους (negro) κι όχι αράπηδες (nigger). 

Ο Κέλλυ φτάνει το θέμα βαθιά, ως εκεί που πονάει προσωπικά τον καθένα. Δεν μασάει τα λόγια του, δεν ανέχεται ευφημισμούς. Ολοκληρώνει τις σκέψεις των ηρώων, δεν αφήνει αμφιβολία για τις προθέσεις και το ποιόν τους. Η λευκή Αμερική του ’60 δεν του συγχώρεσε πως προσπάθησε να μιλήσει εξ ονόματος της και για αυτόν τον καταδίκασε στην λήθη. Το συγκλονιστικότερο είναι πως εξήντα χρόνια μετά, το βιβλίο είναι για την Αμερική, αλλά και για όλον τον κόσμο, επίκαιρο. Ο ρατσισμός, αυτός που υφέρπει στην καθημερινή ζωή, ακόμα μας καταδυναστεύει. Και για αυτό, το βιβλίο του Κέλλυ, που λογοτεχνικά είναι εξαιρετικό, μοιάζει και από πλευράς θεματολογίας πιο ενδιαφέρον από ποτέ. 

 Η βιβλιοκριτική είναι της Κατερίνας Μαλακατέ και αντλήθηκε από εδώ

Αυτό το οποίο διαπραγματεύεται ο Κέλι στο Ένας διαφορετικός τυμπανιστής δεν είναι άλλο παρά η αντίδραση των λευκών κατοίκων μιας φανταστικής αμερικανικής πολιτείας του νότου στην απόφαση των μαύρων κατοίκων της να την εγκαταλείψουν. Το εύρημά του αυτό το πλαισιώνει αφηγηματικά δίνοντας τον λόγο αποκλειστικά στους λευκούς. Και αν το εύρημα της εγκατάλειψης της πολιτείας από το σύνολο των μαύρων κατοίκων της είναι ευφάνταστο και πρωτότυπο, η επιλογή της αφήγησης της ιστορίας αποκλειστικά από την πλευρά των λευκών είναι πραγματικά ευφυής, αφού η απουσία οποιασδήποτε εξήγησης των ίδιων των μαύρων σχετικά με την απόφαση τους να εγκαταλείψουν την πολιτεία λειτουργεί περίφημα, καθώς καθιστά προφανείς και δεδομένους τους λόγους αυτούς, παραμερίζοντας την εν πολλοίς επαναλαμβανόμενη θεωρητική συζήτηση και περνώντας στη δράση. Οι μαύροι πήραν την απόφασή τους και τραβούν τον δρόμο που επέλεξαν, το μπαλάκι περνά τώρα στην πλευρά των λευκών.         

Η πολυφωνική αφήγηση επιτρέπει στον Κέλι να διερευνήσει πολύπλευρα την αντίδραση των εναπομείναντων κατοίκων, συμπεριλαμβάνοντας ετερόκλητα μέλη της τοπικής λευκής κοινωνίας. Αγόρια, κορίτσια, άντρες και γυναίκες διαφόρων ηλικιών και τάξεων, φιλελεύθεροι και συντηρητικοί, μορφωμένοι ή όχι, παρά τις όποιες διαφωνίες τους, αδυνατούν αρχικά να κατανοήσουν την απόφαση των μαύρων να φύγουν και να αφήσουν πίσω τις περιουσίες τους, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οργανώθηκαν. Η συζήτηση και οι σκέψεις για την επόμενη μέρα θα ακολουθήσουν σύντομα. Η σιωπή των μαύρων αποτυπώνεται κυρίως στο πρόσωπο του νεαρού μαύρου αγρότη Τάκερ Κάλιμπαν. Οι περισσότεροι λευκοί τον θεωρούν υποκινητή της φυγής αυτής. Σύμφωνα με μια ιστορία, που με τα χρόνια έχει αποκτήσει διαστάσεις θρύλου, ο Τάκερ είναι απόγονος ενός πανύψηλου Αφρικανού δούλου που έφτασε πριν από πολλά χρόνια στα μέρη εκείνα κρατώντας ένα βρέφος στην αγκαλιά του. Ήταν τόσο ψηλός και δυνατός που κατάφερε να σπάσει τις αλυσίδες που τον κρατούσαν ακίνητο και να διαφύγει. Ο Ντιούιτ Γουίλσον, αρχιτέκτονας της επικράτησης των Νοτίων, και νικητής της δημοπρασίας για την απόκτηση του συγκεκριμένου δούλου, θα τον κυνηγήσει συνοδευόμενος από ομάδες ένοπλων λευκών. Η αποστασία ενός μαύρου και η προδοσία της θέσης των πρώην συντρόφων του θα επιτρέψει στους λευκούς να τους περικυκλώσουν. Ο πρόγονος του Τάκερ δεν θα παραδοθεί. Έτσι, παρότι ο Γουίλσον τον ήθελε ζωντανό, θα τον σκοτώσουν. Το βρέφος θα επιζήσει και από τότε οι Κάλιμπαν ανήκουν στους Γουίλσον. Είναι η εκδίκηση του Τάκερ για τη δολοφονία του προγόνου του, ισχυρίζονται αρκετοί.


Στοίχημα για κάθε πολυφωνική αφήγηση αποτελεί η επιτυχία στη σύνθεση των φωνών που τη συνθέτουν. Παρότι και σε μια μονοφωνική αφήγηση η αληθοφάνεια αποτελεί πρωταρχικό ζητούμενο, στην περίπτωση μυθιστορημάτων όπως αυτό, η αναπόφευκτη σύγκριση μεταξύ των φωνών καθιστά το διακύβευμα αυτό ακόμα πιο απαιτητικό. Ο Κέλι τα καταφέρνει περίφημα. Κάθε φωνή όχι απλώς στέκει διακριτή και απολύτως σύμφωνη με τα χαρακτηριστικά του κάθε αφηγητή, αλλά ταυτόχρονα μοιράζεται τα κοινά στοιχεία ταυτότητας που οι αφηγητές φέρουν. Έτσι, οι φωνές της οικογένειας Γουίλσον για παράδειγμα, παρότι διακριτές, καθώς υπόκεινται στις διαφορές που ο χαρακτήρας, το φύλο και η ηλικία επιτάσσουν, μοιράζονται εντούτοις ομοιότητες που έχουν να κάνουν με το κοινό κοινωνικό και μορφωτικό υπόβαθρο. Αυτές οι λεπτές, σχεδόν αδιόρατες, αποχρώσεις του λόγου καθενός από τους αφηγητές καθιστούν την επιλογή της πολυφωνικής αφήγησης κάτι παραπάνω από απλώς αφηγηματικά λειτουργική, καθώς επιτρέπουν στο μυθιστόρημα να υπερκεράσει τους περιορισμούς του αρχικού ευρήματος.


Το μυθιστόρημα του Κέλι είναι πολυεπίπεδο και δεν αναλώνεται στο φυλετικό ζήτημα και την σκληρή καθημερινότητα της μαύρης κοινότητας, δεν εξαντλείται σε μια μονοδιάστατη πρόσληψη της πραγματικότητας, δεν αποσκοπεί σε μια λογοτεχνία στρατευμένη να υπηρετήσει έναν και μόνο σκοπό. Ο ρατσισμός που γνωρίζουν οι μαύροι, παρά τη δεδομένη σημασία του, δεν αποτελεί το μοναδικό γνώρισμα της εποχής, αλλά μία από τις πολλές εκφάνσεις των κοινωνικοπολιτικών συνθηκών που επικρατούν, και που σε αναλογία εντοπίζονται τόσο στη σημερινή εποχή όσο και εκτός του αμερικανικού νότου, καθιστώντας το Ένας διαφορετικός τυμπανιστής ένα οικουμενικό και διαχρονικό μυθιστόρημα. Η οικονομική ανισότητα, οι ιδεολογικές διώξεις και η θέση της γυναίκας βρίσκονται ανάμεσα στα ζητήματα που διαπραγματεύεται ο Κέλι. Το γεγονός πως ένας μαύρος συγγραφέας μιλάει εξ ονόματος των λευκών δεν έχει μόνο σημειολογική αξία. Στην επιμονή όμως του Κέλι να τοποθετεί στον πυρήνα των έργων του τη λευκή ματιά ίσως να οφείλεται η περιορισμένη αποδοχή του έργου του, καθώς οι λευκοί αναγνώστες στέκουν μάλλον αμήχανοι απέναντι σε έναν μαύρο που μιλάει εξ ονόματός τους, την ίδια στιγμή που οι μαύροι δεν αναγνωρίζουν σε εκείνον κάποιον που μάχεται για τα δικαιώματά τους.


Η ανάγνωση δικαίωσε εν τέλει το αναγνωστικό ένστικτο έναντι στη φωνή της λογικής. Το Ένας διαφορετικός τυμπανιστής είναι ένα σπουδαίο βιβλίο, που ανήκει στο κυρίως σώμα της μεγάλης αμερικανικής -και όχι- μόνο λογοτεχνίας.


Η δεύτερη βιβλιοκριτική αντλήθηκε από εδώ

 

Η Φράνι Στόουν ανέκαθεν ήταν ικανή να αγαπήσει αλλά ανίκανη να μείνει. Αφήνοντας πίσω της τα πάντα εκτός από τον ερευνητικό εξοπλισμό της, φτάνει στη Γροιλανδία με έναν και μοναδικό σκοπό: να ακολουθήσει τα τελευταία αρκτικά γλαρόνια που έχουν απομείνει στον κόσμο, στην τελευταία τους, ίσως, αποδημία στην Ανταρκτική. Η Φράνι πείθει το πλήρωμα ενός αλιευτικού σκάφους να την πάρει μαζί του και έτσι σαλπάρουν ενώ απομακρύνονται όλο και περισσότερο από τη στεριά και την ασφάλεια. Καθώς όμως η ιστορία της Φράνι αρχίζει να ξετυλίγεται -ένας παθιασμένος έρωτας, μια απούσα οικογένεια, ένα ολέθριο έγκλημα- γίνεται ξεκάθαρο ότι κυνηγάει πολλά περισσότερα από τα πουλιά. Όταν τα σκοτεινά μυστικά της Φράνι αποκαλύπτονται, θα κληθεί να αποφασίσει τι είναι διατεθειμένη να ρισκάρει για μια ακόμα ευκαιρία εξιλέωσης.

Επικό και βαθύ, σπαρακτικό και λυτρωτικό, το "Πριν χαθούν τα πουλιά" είναι μια ωδή στους άγριους τόπους και σε έναν κόσμο που χάνεται, αλλά και μια ιστορία για τη δυνατότητα της ελπίδας ενάντια σε όλες τις πιθανότητες, που κόβει την ανάσα. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

«Δεν είναι η αγάπη ούτε ο φόβος. Είναι η ερημιά εντός μου που απαιτεί να επιβιώσω

Μια ωδή στους άγριους τόπους και τα πλάσματα που τώρα απειλούνται, και μια επική ιστορία για τη δυνατότητα της ελπίδας πέρα από κάθε πρόβλεψη. Ένα άγριο, καθηλωτικό και βαθιά συγκινητικό μυθιστόρημα.

Μπορεί να φανταστεί κανείς από εμάς πώς θα ήταν ο κόσμος μας χωρίς τα ζώα και τα πουλιά; Ίσως ακούγεται ουτοπικό ή ακόμη και απίθανο να συμβεί, όμως ας σκεφτούμε πόσα και πόσα απίθανα σενάρια έχουν πραγματοποιηθεί σε τούτο τον πλανήτη.
Στο μυθιστόρημα της Charlotte McConaghy που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, αυτό είναι μια πραγματικότητα, καθώς πολλά είδη ζώων και πτηνών έχουν εξαφανιστεί ή βρίσκονται υπό εξαφάνιση. Η αγάπη της Φράνι Στόουν για τα πουλιά ξεκινάει από την παιδική της ηλικία, όταν είχε καταφέρει να κάνει φίλους της τα κοράκια, να τα ταΐζει και κείνα να της φέρνουν διάφορα δώρα που φυλούσε με ευλάβεια. Η συνεχής αναζήτησή της για ένα σκοπό στη ζωή της, η εσωτερική ανάγκη για εξερεύνηση και ελευθερία την οδήγησαν στο να επιβιβαστεί σε ένα αλιευτικό σκάφος ώστε να ακολουθήσει τα τελευταία αρκτικά γλαρόνια στον κόσμο, ως τη Γροιλανδία.


Μέσα από την προσωπική της αφήγηση ξετυλίγεται σιγά σιγά το κουβάρι των αναμνήσεών της, και ο αναγνώστης ανακαλύπτει ένα βαθιά πληγωμένο πλάσμα που από μικρό παιδί συνεχώς αναζητάει την αγάπη, την οποία εύκολα της δίνεται αλλά η ίδια δεν αφήνει τον εαυτό της να την απολαύσει.


Οι τόσο διαφορετικοί άνθρωποι του πληρώματος, ο καθένας με τις ιδιαιτερότητές του, προσπαθούν να την καταλάβουν, να μάθουν το λόγο που μια νέα γυναίκα αποφασίζει να εγκαταλείψει την προηγούμενη ζωή της και να ακολουθήσει τα αποδημητικά πουλιά σε ένα ταξίδι γεμάτο κινδύνους, με τους πάγους της Ανταρκτικής να δυσκολεύουν την πορεία τους -οι εικόνες που δημιουργούνται κατά την ανάγνωση είναι τόσο ζωντανές και καθηλωτικές που αισθάνεσαι την παγωνιά να σε τυλίγει- αλλά και ένα σωρό αστάθμητους παράγοντες να εμποδίζουν την επιτυχία του εγχειρήματος.
Ο αινιγματικός καπετάνιος Ένις, απρόσιτος στην αρχή μα όσο ξετυλίγεται η ιστορία γίνεται από τους αγαπημένους ήρωες, μπορεί φαινομενικά να διαφέρει πολύ από τη Φράνι, όμως στην ουσία είναι ο μόνος που την καταλαβαίνει και έχει τόσα κοινά στοιχεία μαζί της.


Μια μοναδική περιπέτεια που θυμίζει την Οδύσσεια, τη συνεχή αναζήτηση για ένα σκοπό, που δίνει όμως ελπίδα ότι δεν μπορεί να χαθούν τα πουλιά αν προσπαθήσουμε εμείς οι άνθρωποι να αντιληφθούμε τη σημασία που έχουν για τη συνέχιση του ανθρώπινου είδους.
Ένα μυθιστόρημα βαθιάς εσωτερικής αναζήτησης, τόσο ατμοσφαιρικό και γεμάτο αγωνία μέχρι την τελευταία σελίδα. [Ιουλία Ιωάννου]

«Έχουμε να κάνουμε με ένα μυθιστόρημα της Climate Fiction εδώ (για τους φίλους: cli-fi), του υποείδους δηλαδή της Επιστημονικής Φαντασίας που μελετά τον κόσμο τού αύριο, με άλλα λόγια τον κόσμο που ο άνθρωπος (πρέπει να σταματήσει να) φτιάχνει σιγά-σιγά. (...) Όσοι αναγνώστες φοβούνται ή δεν γνωρίζουν το είδος, ας το τολμήσουν: δεν είναι ένα cli-fi που αφορά το απώτατο μέλλον, δεν είναι ένα μετα-αποκαλυπτικό βιβλίο ? διαδραματιζόμενο στο πολύ κοντινό μέλλον, το Πριν χαθούν τα πουλιά δυστυχώς αφορά το παρόν μας». (Κυριάκος Αθανασιάδης, bookpress.gr, 06/03/2020)

Για βιβλιοπαρουσίαση κριτική βλ. εδώ και εδώ και ιδιαίτερα την εξαιρετική κριτική του Κυριάκου Αθανασιάδη εδώ





Απόσπασμα από το βιβλίο


«Όταν ήμουν έξι ετών, η μητέρα μου καθόταν μαζί μου στον πίσω κήπο του σπιτιού μας και βλέπαμε τα κοράκια να κουρνιάζουν στην τεράστια ιτιά. Τους χειμωνιάτικους μήνες τα μακριά, κρεμαστά φύλλα γίνονταν κάτασπρα σαν το χιόνι στο χώμα, ή σαν τα αραιά μουστάκια κάποιου αρχαίου, και τα κοράκια που κρύβονταν ανάμεσά τους ήταν έντονα σημάδια από κάρβουνο. Για μένα ήταν η παρουσία κάτι βαθυστόχαστου, αν και στα έξι μου δεν ήξερα τι ήταν αυτό. Κάτι σαν τη μοναξιά ή το αντίθετό της. Ήταν ο χρόνος και ο κόσμος· ήταν οι αποστάσεις που μπορούσαν να διασχίσουν πετώντας και τα μέρη στα οποία δεν γινόταν να τα ακολουθήσω ποτέ. 


Η μαμά μου είπε να μην τα ταΐζω, αλλιώς θα γίνονταν επικίνδυνα, όμως όταν πήγαινε μέσα εγώ τα τάιζα. Τους έδινα τις κόρες από το ψωμί μου ή κομμάτια από το κέικ πορτοκάλι του κυρίου Χέιζελ, που τα έκρυβα προσεκτικά στις τσέπες μου και μετά τα σκορπούσα με τρόπο στο παγωμένο έδαφος. Τα κοράκια άρχισαν να περιμένουν τα κεράσματα και πλησίαζαν συχνότερα· σύντομα έρχονταν καθημερινά. Κούρνιαζαν στην ιτιά και παρακολουθούσαν πότε θα ρίξω ψίχουλα. Ήταν δώδεκα. Μερικές φορές λιγότερα, αλλά ποτέ περισσότερα. Περίμενα ώσπου η μαμά να καταπιαστεί με κάτι κι ύστερα ξεγλιστρούσα έξω, εκεί όπου με περίμεναν. 

Τα κοράκια άρχισαν να με ακολουθούν. Αν περπατούσαμε ως τα μαγαζιά, πετούσαν μαζί μας και κούρνιαζαν στις στέγες των σπιτιών. Όταν τριγύριζα στις ξερολιθιές των λόφων, έκαναν κύκλους πάνω από το κεφάλι μου. Με συνόδευαν στο σχολείο και περίμεναν στα δέντρα να τελειώσω τη μέρα μου. Ήταν οι μόνιμοι σύντροφοί μου και η μητέρα μου, επειδή ίσως διαισθανόταν πως είχα ανάγκη να είναι το μυστικό μου, παρίστανε διαρκώς ότι δεν πρόσεχε το αφοσιω­μένο μαύρο μου σύννεφο.

Μια μέρα τα κοράκια άρχισαν να μου φέρνουν κι αυτά δώρα. Άφηναν στον κήπο ή έριχναν κοντά στα πόδια μου πετρούλες ή γυαλιστερά περιτυλίγματα από γλυκά. Συνδετήρες και παραμάνες, κοσμήματα ή σκουπιδάκια, μερικές φορές κοχύλια ή πετρώματα ή κομμάτια πλαστικού. Τα έβαζα σ’ ένα κουτί που χρόνο με τον χρόνο γινόταν και μεγαλύτερο. Ακόμα κι όταν ξεχνούσα να ταΐσω τα πουλιά, αυτά μου έφερναν δώρα. Ήταν δικά μου κι ήμουν δική τους κι αγαπιόμασταν. 

Αυτό συνεχίστηκε επί τέσσερα χρόνια καθημερινά, χωρίς καμιά εξαίρεση. Μέχρι που άφησα όχι μόνο τη μητέρα μου, αλλά και τις δώδεκα αδελφές ψυχές μου. Μερικές φορές τα ονειρεύομαι να περιμένουν σ’ εκείνο το δέντρο για ένα κορίτσι που δεν θα έρθει ποτέ, φέρνοντας το ένα πολύτιμο δώρο μετά το άλλο που μετά απόμενε ανεπιθύμητο στο γρασίδι».