Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

Η αξία της ενημέρωσης



Μία λίστα τύπου Λαγκάρντ, δηλαδή ένας κατάλογος ανθρώπων που έχουν καταθέσεις οποιασδήποτε προέλευσης σε τράπεζες του εξωτερικού είναι χρήσιμη σε τρείς ομάδες ανθρώπων.

Πρώτα στα εντεταλμένα όργανα της Πολιτείας για την σύλληψη του μαύρου χρήματος. Ένας τέτοιος κατάλογος μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμος στα χέρια κάποιου ΣΔΟΕ οποιασδήποτε άλλης χώρας εκτός από τη δική μας, το οποίο θα έκανε επίμονες και συστηματικές διασταυρώσεις με τις φορολογικές δηλώσεις των καταθετών και θα απεκάλυπτε πιθανές αναντιστοιχίες.Στην δική μας χώρα αντιθέτως  η λίστα έγινε οτιδήποτε άλλο. Μπαλάκι μεταξύ ανευθυνοϋπευθύνων, ρεσιτάλ στρεψοδικίας πολιτικών και υπηρεσιακών, εξεταστική επιτροπή της Βουλής, κινέζικο μαρτύριο αντοχής της ακατάσχετης φλυαρίας της κ. Κωνσταντοπούλου -  δουλειά πάντως δεν έκανε.
Η δεύτερη κατηγορία ενδιαφερομένων είναι ο κόσμος της κλειδαρότρυπας. Το κομμάτι εκείνο της κοινωνίας που τρέφεται από τις ζωές των άλλων με τα συνοδά συναισθήματα του φθόνου, το οποίο στην Ελλάδα (αλλά και παντού) εξυπηρετείται από ένα μεγάλο αριθμό περιοδικών, εφημερίδων, μπλογκς και εκπομπών. Ο κόσμος αυτός, τα ενδιαφέροντα του οποίου ορίζονται σε μεγάλο βαθμό από τις κατώτερες περιοχές του εγκεφάλου και του υπογαστρίου, για αυτήν την εβδομάδα απέκτησε το παιχνίδι του θησαυρού. «Θα βρω και κανένα γνωστό μου στη λίστα; Κανέναν από όλους αυτούς τους κερατάδες που μου έσπαγαν τον τσαμπουκά με τα λεφτά τους;». Εκτός βέβαια από τους γνωστούς σε όλους μας που περιλαμβάνει η λίστα και παραδίδονται στη χλεύη και τη μοχθηρία της κοινωνίας.
Γιατί, όπως όλοι καταλαβαίνουμε, πόσω μάλλον μετά το κλίμα που έχει δημιουργηθεί όλον τον προηγούμενο καιρό, η κοινή πεποίθηση που έχει αποκρυσταλλωθεί είναι ότι τα χρήματα είναι παράνομα. Περίπου προβάλλεται ως αυτονόητα ανήθικη πράξη η διατήρηση λογαριασμού σε τράπεζα εκτός Ελλάδας και ακόμα και οι λίγοι που έχουν την ψυχραιμία να σκεφτούν ότι αυτό καταρχάς είναι νόμιμο (και σε πλείστες περιπτώσεις  και ηθικό) είναι επίφοβο να παρασυρθούν από την κλιμάκωση του μυστηρίου. Έτσι, όσο θετική συνεισφορά για την ενημέρωση θα είχε η δημοσίευση μιας λίστας με ονόματα καταθετών μαύρου χρήματος, τόσο αρνητική είναι η παράθεση ονομάτων ενός ανεπεξέργαστου καταλόγου που συμψηφίζει τον δωρολήπτη των εξοπλιστικών προγραμμάτων με τον ασθενή που κάνει μακροχρόνια θεραπεία σε χώρα του εξωτερικού, όταν μάλιστα δημοσιεύεται χωρίς ποσά. 
Η τρίτη κατηγορία ενδιαφερομένων είναι οι υποψήφιοι απαγωγείς. Μία ποικιλία που στις μέρες μας πυκνώνει επικίνδυνα και η οποία αντιμετωπίζει πάντα ένα θεμελιώδες πρόβλημα. Πώς εντοπίζεις μία οικογένεια με ρευστότητα, σε μια εποχή που κανείς νικητής του λαχείου ή του προπό δεν εμφανίζεται δημοσίως, που κανείς δεν δημοσιοποιεί μια προσοδοφόρα συναλλαγή, που ακόμα και οι παλιοί πλούσιοι το πιθανότερο να μην έχουν μετρητά. Η λίστα είναι βούτυρο στο ψωμί αυτών των καλών ανθρώπων και νομίζω αν κάποιος κάτοικος της λίστας  πέσει θύμα απαγωγής έχει από πού να ζητήσει τα λεφτά του πίσω. Από αυτόν που σκέφτηκε ότι είναι καλό για την κοινωνία και την ενημέρωση να πληροφορήσει τους ενδιαφερόμενους ότι απλώς κάποιο συνάνθρωποί μας έχουν λεφτά στην τράπεζα.

Η αξία της ενημέρωσης | ΘΕΜΑΤΑ | Protagon

Με τις μπάντες και τις λίστες



Η δημοσιοποίηση της λίστας Λαγκάρντ φέρνει στην επιφάνεια την πολύπλοκη σχέση της ελευθερίας του λόγου, της δεοντολογίας και των προσωπικών δεδομένων.
Σ’ αυτή την χώρα ακόμη απαγορεύεται σε ένα Μέσο Ενημέρωσης να δημοσιεύσει την πραγματική είδηση ότι ο κ. Τάδε Ταδόπουλος κατηγορείται για φόνο. Όταν στην Ελλάδα έγιναν μόδα τα προσωπικά δεδομένα κυριάρχησε το σκεπτικό ότι ο κ. Ταδόπουλος μπορεί να αθωωθεί και τελικά να του μείνουν στην ιστορία τα πρωτοσέλιδα με τίτλο «ιδού ο φονιάς».
Έτσι ένα πρόβλημα δημοσιογραφικής δεοντολογίας (δηλαδή, το μπέρδεμα μεταξύ «κατηγορούμενου για φόνο» και «φονιά») μετατράπηκε σε πρόβλημα ελευθερολογίας. Με τις ευλογίες των ίδιων των δημοσιογράφων απαγορεύθηκε να δημοσιευθεί ολόκληρη η πραγματικότητα. Και μάλιστα προληπτικώς, παρά το γεγονός ότι το άρθρο 14 του Συντάγματος προβλέπει ότι «η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται». Το μόνο που μπορεί ένας δημοσιογράφος να δημοσιοποιήσει, είναι ότι ο Τ.Τ. κατηγορείται για φόνο, ή ότι η 36χρονη (θυμάστε;) κατηγορείται για κάποιο άλλο αδίκημα. Εκτός, βέβαια, αν υπάρχει η «προληπτική άδεια» του εισαγγελέα.
Σ’ αυτή την ίδια χώρα σηκώθηκε κουρνιαχτός μεγάλος όταν οι αρχές δημοσιοποίησαν τις φωτογραφίες και τα προσωπικά δεδομένα ιερόδουλων φορέων AIDS, ανθρώπων δηλαδή που ασκούσαν μια δημόσια (νόμιμη, παράνομη, δεν έχει σημασία) δραστηριότητα. Κυριάρχησε το δόγμα της «ψυχοπονιάρικης ιδιωτικότητας», λες και τα εν λόγω άτομα ήταν φορείς μόνο στην κρεβατοκάμαρά τους ή ότι η δραστηριότητά τους ουδεμία επίπτωση μπορεί να έχει στο κοινωνικό σύνολο.
Στην ίδια χώρα όλοι χειροκροτήσαμε την δημοσιοποίηση της «λίστας Λαγκάρντ», ένα κατάλογο 2.059 δικαίων ή φοροφυγάδων από το περιοδικό «HotDoc». Την χειροκρότησαν και εκείνοι που με κάθε ευκαιρία σχίζουν τα ιμάτια τους για την δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων και οι ελάχιστοι εκείνοι που θεωρούν ότι η προληπτική λογοκρισία είναι χειρότερο κακό από την δημοσιοποίηση στοιχείων ατόμων που έχουν να κάνουν με δημόσιες υποθέσεις. Διότι και στις δύο υποθέσεις πιθανώς κάποιοι να επέφεραν ζημιά στο κοινωνικό σύνολο. Είτε με την μετάδοση της νόσου, είτε δια της φοροδιαφυγής.
Μαντέψτε, λοιπόν, πού βρίσκεται η υποκρισία. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε την πιθανότητα στιγματισμού. Στην περίπτωση των ιερόδουλων είχαμε ένα δεδομένο δημόσιο κατηγορητήριο, στην περίπτωση της «λίστας Λαγκάρντ» μια πιθανή παρανομία (φοροδιαφυγή). Όμως στην δεύτερη περίπτωση ουδείς σκέφθηκε ότι ο κ. Τάδε Ταδόπουλος ίσως να μην μπορεί να βγαίνει από το σπίτι του, είτε διότι θα θεωρηθεί φοροφυγάς, είτε διότι θα του ζητούν δανεικά «από τα πολλά λεφτά που έχει στην Ελβετία». Υπάρχουν κι άλλοι κίνδυνοι για κάποιον που είναι στην λίστα: μπορεί να βρίσκεται σε δικαστικές διαμάχες με την σύζυγό του για διαζύγιο και να προσπαθεί να αποκρύψει από αυτήν τα λεφτά του, ή να μπει στο στόχαστρο απαγωγέων για να του πάρουν ένα μέρος των χρημάτων που έχει στην Ελβετία.
Να μην παρεξηγηθούμε. Κάποια στιγμή οι δημοσιογράφοι πρέπει να μάθουν το τεκμήριο της αθωότητας (ότι δηλαδή κάποιος κατηγορούμενος για φόνο δεν είναι κατ’ ανάγκη φονιάς και πολύ περισσότερο «ανθρωπόμορφο τέρας») και οι πολίτες πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι όποιοι έχουν λεφτά στην Ελβετία δεν είναι κατ’ ανάγκη φοροφυγάδες ή πλούσιοι. Αυτό το υπαρκτό πρόβλημα της λανθασμένης καταγραφής ή ανάγνωση της πραγματικότητας δεν λύνεται με αποσιώπηση της πραγματικότητας, δηλαδή με λογοκρισία. Αν μη τι άλλο, δια της προστασίας των δεδομένων πλήττεται ένα υψηλότερο δημόσιο αγαθό που είναι η ελευθερία πληροφόρησης.
Προσοχή: μιλάμε μόνο για τα δεδομένα που άπτονται ή τέμνουν την σφαίρα του δημοσίου. Για παράδειγμα, όταν κατηγορείται κάποιος για ένα αδίκημα δεν είναι ιδιωτική του υπόθεση. Μια δημόσια αρχή, που πρέπει να υπόκειται σε δημόσιο έλεγχο, κάνει το κατηγορητήριο. Το δικαίωμα του πολίτη να μην ξέρουν οι άλλοι τι κάνει, υποχωρεί στην υποχρέωση που έχουν οι αρχές να δημοσιοποιούν τα τι κάνουν. Κι αυτό διότι σε μια δημοκρατία οι αρχές πρέπει να βρίσκονται υπό τον διαρκή δημόσιο έλεγχο, ακόμη και στις λεπτομέρειες των πεπραγμένων τους: συλλαμβάνουν κάποιους; Ποιοι είναι αυτοί που συλλαμβάνουν; Αφού κατοχυρωθεί ότι οι αρχές δεν κρύβουν τα πεπραγμένα τους, ξεκινά ένας δεύτερος κύκλος συζήτησης εντός του δημοσιογραφικού επαγγέλματος για το πώς διαχειρίζεται κάποιος την πληροφορία από τις αρχές. Την δημοσιοποιεί ή όχι; Πώς την δημοσιοποιεί; Λέγοντας την αλήθεια, ότι κάποιος κατηγορείται για αδίκημα; Ή ψευδόμενος, χαρακτηρίζοντας ένοχο, τον κατηγορούμενο; (Μην αναφερθούμε στις αθλιότητες περί «ψυχρόαιμου (!) φονιά» στην Πάρο)
Η «λίστα Λαγκάρντ» που δημοσιοποίησε ο κ. Κώστας Βαξεβάνης σίγουρα άπτεται της δημόσιας σφαίρας. Είναι κατάλογος ανθρώπων που μπορεί να έκαναν το αδίκημα της φοροδιαφυγής. Αν θέλουμε μια αναλογία θα ήταν η δημοσιοποίηση των ονομάτων μιας ολόκληρης γειτονιάς επειδή υπάρχουν υποψίες ότι κάποιοι από αυτούς είναι μπαταχτσήδες. Ή για να έρθουμε στο προηγούμενο θέμα, σαν να δημοσιοποιείς τις φωτογραφίες όλων όσων πέρασαν από την οδό Σόλωνος, διότι εκεί κυκλοφορούν ιερόδουλες που έχουν AIDS.
Συνεπώς η δημοσιοποίηση της λίστας δεοντολογικά είναι λάθος. Όμως: ο δημοσιογράφος πρέπει να έχει το νομικό δικαίωμα να το κάνει, παρά το γεγονός ότι θα παραβιάσει όλα τα άρθρα του νόμου 2492/1997, σύμφωνα με τον οποίο ακόμη και «όποιος... διατηρεί αρχείο χωρίς άδεια ή κατά παράβαση των όρων και προϋποθέσεων της άδειας της Αρχής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών έως πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών».
Φυσικά σε ένα κράτος δικαίου που οι νόμοι δεν εφαρμόζονται αλακάρτ ο δημοσιογράφος θα διωκόταν για την δημοσιοποίηση. Θα πήγαινε στο δικαστήριο έχοντας δίπλα του τον δημοσιογραφικό κόσμο, και θα καταργούσε τον λογοκριτικό αυτόν νόμο δια δικαστικής απόφασης. Αυτό είναι το νόημα της δημόσιας ανυπακοής.
Μετά την αθώωσή του, που κατοχυρώνει το δικαίωμα του δημοσιογράφου να δημοσιοποιεί τα στοιχεία (που άπτονται στην δημόσια σφαίρα), θα έπρεπε να ακολουθήσει ο διάλογος εντός της δημοσιογραφικής κοινότητας για το αν πρέπει να δημοσιοποιούνται τα ονόματα μιας γειτονιάς προκειμένου να βρεθούν οι πέντε-δέκα μπαταχτσήδες.
Λέμε τώρα καμιά πολυπλοκότητα, για το ποια θα μπορούσε να είναι η βάση μια συζήτησης σχετικά με ένα πραγματικά ακανθώδες θέμα της προστασίας της ιδιωτικής ζωής και της ελευθερίας του λόγου.
Λέμε... αλλά στην χώρα που πάει με τις μπάντες αυτά είναι ψιλά γράμματα. Δεν έχουμε συζητήσει για την ελευθερία του λόγου, τα λεπτά όρια δεοντολογίας και νομικά προσδιορισμένης παρανομίας. Απλώς κραυγάζουμε για τα πάντα και τα αντίθετά τους.
Έτσι και τώρα: Το πρόβλημα που αναδεικνύεται και σ’ αυτή την περίπτωση είναι η αλακάρτ σχέση που έχει η ελληνική κοινωνία με την έννομη τάξη και τους κανόνες συμβίωσης γενικώς. Την περίοδο που ανακαλύψαμε την ιδιωτικότητα, όλα έγιναν προσωπικά δεδομένα. Φτιάξαμε αυστηρούς νόμους για να θαφτούν υποθέσεις δημοσίου ενδιαφέροντος (π.χ. ποιοι δημοσιογράφοι εργάζονται στο δημόσιο, τι μισθούς πληρώνουμε εμείς οι μέτοχοι των ΔΕΚΟ στα στελέχη τους κ.ά.).
Ακόμη και η παρουσία σε δημόσιο χώρο θεωρήθηκε προσωπική μας υπόθεση. Δόθηκαν μάχες για τις κάμερες στους δρόμους (από τους ίδιους που σήμερα πανηγυρίζουν για την δημοσιοποίηση της «λίστας Λαγκάρντ») και αποκτήσαμε νόμο που προβλέπει ότι η φωτογράφιση σε δημόσιο χώρο προϋποθέτει την άδεια όλων των παραβρισκόμενων σ’ αυτόν! Βεβαίως στην χώρα της αυστηρής και αλακάρτ νομιμότητας καταδικάστηκε δημοσιογράφος που πήρε τηλεοπτική συνέντευξη κατηγορουμένου διότι αποκάλυψε τα ...προσωπικά του στοιχεία, ενώ από την άλλη πλευρά είχαμε υπουργούς που προέτρεπαν το κοινό να δει άλλους κατηγορούμενους «τις χειροπέδες τις είδατε;». Σ’ αυτή την χώρα δεν υπάρχει νόμος και δεν υπάρχει έρμα. Όλα ζυγίζονται με δύο σταθμά. Κι αυτοί που έχουν τα πολλά μέτρα δεν είναι μόνο οι κυβερνώντες.
Τώρα η χώρα των κραυγών οδεύει ταχύτατα στο αντίθετο άκρο. Ο λαός θέλει λίστες· κι ένοχους για την κατάσταση που βιώνει. Οι χθεσινοί υπερασπιστές της ιδιωτικότητας των πάντων αλαλάζουν για την «νίκη της διαφάνειας» που επετεύχθη με την δημοσιοποίηση της «λίστας Λαγκάρντ». Το γεγονός ότι μόλις πριν μερικές μέρες έκρωζαν καταγγέλλοντας το γεγονός ότι δημοσιοποιήθηκαν τα στοιχεία (πραγματικών) κατηγορουμένων στα επεισόδια, περνά απαρατήρητο· όπως κάθε «φιλολαϊκή» υποκρισία σ’ αυτή την χώρα. Να σημειώσουμε εδώ ότι έγινε μέχρι και διαδήλωση έξωθεν δημοσιογραφικού συγκροτήματος για την δημοσιοποίηση των στοιχείων των κατηγορούμενων, που μπορεί να είναι οι «γνωστοί-άγνωστοι» των επεισοδίων. Όπως διαβάσαμε σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στο δικτυακό τόπο του κ. Κώστα Βαξεβάνη («Κουτί της Πανδώρας» 12.10.2012): «Οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στο χώρο των δικαιωμάτων μιλούν για "κατάφωρη καταπάτηση του τεκμήριου της αθωότητας, καθώς και βάναυση προσβολή της αξιοπρέπειας του ατόμου" και τονίζουν ότι αυτές οι πρακτικές στοχοποιούν τους συλληφθέντες αναγορεύοντας apriori σε ενόχους και επικίνδυνους για το κοινωνικό σύνολο.»

το άρθρο του Πάσχου Μανδραβέλη δημοσιεύτηκε εδώ Με τις μπάντες και τις λίστες | ΘΕΜΑΤΑ | Protagon

Τα σκίτσα πάνε πόλεμο


Τα σκίτσα πάνε πόλεμο | DOLCE | Protagon

Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2012

Παναγιώτης Σπύρου: ο γιατρός που μιλούσε στις καρδιές


Ο Παναγιώτης Σπύρου, ο καρδιοχειρουργός δηλαδή που τη δεκαετία του ’90 καθιέρωσε τις μεταμοσχεύσεις καρδιάς στην Ελλάδα, αμφισβητούσε τη μέθοδο της μεταμόσχευσης. Θεωρούσε ότι ήταν προτιμότερο να βελτιωθεί το εθνικό οδικό δίκτυο, από το να επενδύει στο θάνατο ενός νέου ανθρώπου στην άσφαλτο για να σώσει κάποιον άλλον. Μάλιστα, πίστευε αταλάντευτα πως η ιατρική έπρεπε να στραφεί προς την τεχνητή καρδιά, η οποία δεν προϋπέθετε τη θυσία μιας ζωής. Κι όμως, η δική του ζωή ήταν μια αδιάκοπη θυσία προς τους ασθενείς του. Σαν τον ήρωα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν στην ταινία «Έβδομη Σφραγίδα», έπαιζε νυχθημερόν σκάκι με το Χάρο. Αν και μισούσε την ήττα, γνώριζε εξαρχής πως δε μπορούσε να κερδίζει πάντα. Όποτε έχανε, κλεινόταν στον εαυτό του κι έκανε γης μαδιάμ το γραφείο του. Όταν νικούσε, πανηγύριζε σαν μικρό παιδί στα μπουζούκια με τους εντιμότατους φίλους του. Κι όπως αποδεικνύει το προσωπικό του φωτογραφικό άλμπουμ, οι βραδιές με τα γαρίφαλα, τα πούρα και το ουίσκι, έγιναν η αγαπημένη του συνήθεια.

Ο Παναγιώτης Σπύρου, γεννήθηκε στις 22 Μαρτίου του 1936 στο Ανταρτικό, ένα ορεινό χωριό κοντά στη Μικρή Πρέσπα, δυτικά της Φλώρινας. Οι γονείς του, ο Γιώργος και η Σοφία, ασχολιόντουσαν κυρίως με τη γεωργία και δευτερευόντως με το εμπόριο. Λίγο μετά τον πόλεμο, έχοντας χάσει όλη τους την περιουσία, μετακομίζουν οικογενειακώς στη Θεσσαλονίκη για ένα καινούριο ξεκίνημα. Ο Παναγιώτης, ως αριστούχος μαθητής στο δεύτερο γυμνάσιο στην οδό Ικτίνου, συχνάζει στη ΧΑΝΘ, ακούει στο ραδιόφωνο τα μπασκετικά ματς του Άρη, κλοτσάει το τόπι στα στενά της γειτονιάς του, πέριξ των Δικαστηρίων, και βγάζει χαρτζιλίκι πουλώντας παγοκολόνες πόρτα-πόρτα. Το 1955, περνάει ταυτόχρονα στο Μαθηματικό και στην Ιατρική. Εκείνη τη χρονιά, πεθαίνει ένας καθηγητής μαθηματικών που θαύμαζε κι επιλέγει τελικώς να υπηρετήσει τον όρκο του Ιπποκράτη στη Θεσσαλονίκη. Πάντως, το γεγονός ότι ποτέ δε βρήκε χρόνο να μάθει ανώτερα μαθηματικά του έμεινε απωθημένο.
Ύστερα από τη διετή στρατιωτική του θητεία (1963-1965) ως οπλίτης-γιατρός, ασκείται στην Αθήνα για τέσσερα χρόνια ως εσωτερικός γιατρός στη γενική χειρουργική του νοσοκομείου ΙΚΑ Πεντέλης. Εκεί, ο θάνατος του δείχνει πάλι ποιο δρόμο να ακολουθήσει. Ο πατέρας του, πενήντα εννιά ετών, πεθαίνει στα χέρια του από αναπνευστική ανεπάρκεια. Τότε, αποφασίζει να σπουδάσει θωρακοχειρουργική και παίρνει το δεύτερο πιο σημαντικό όρκο της ζωής του. Να προσφέρει στον κόσμο αυτό που δε μπόρεσε να προσφέρει σε εκείνον.

Τα χρόνια στην Αμερική
Κρατώντας υπό μάλης την ειδικότητα του γενικού χειρουργού, τον Ιούνιο του 1969 φεύγει με υποτροφία για μεταπτυχιακό στην Αμερική. Στα δεκατρία χρόνια παραμονής του στη Φιλαδέλφεια και στο Νιού Τζέρσεϊ προλαβαίνει να συμπληρώσει ένα εξωπραγματικό βιογραφικό, το οποίο εκτός από μια πληθώρα χειρουργικών επεμβάσεων καρδιάς, αγγείων και πνευμόνων, περιλαμβάνει μεταμοσχεύσεις νεφρού, συστηματική ενασχόληση με την παιδοκαρδιοχειρουργική και εκπαίδευση παραϊατρικού προσωπικού. Άλλωστε, το ταλέντο του είχε φανεί από νωρίς. Μόλις στο δεύτερο έτος των σπουδών του, ο χειρούργος Φρανκ Τροπέα, επιβλέπων καθηγητής του στο πανεπιστημιακό νοσοκομείο «Hahnemann» της Φιλαδέλφειας, ομολογεί ενώπιων των συμφοιτητών του ότι μόνο τον Σπύρου θα εμπιστευόταν για να τον χειρουργήσει.

Η μία διάκριση διαδέχεται την άλλη, με αποκορύφωμα την εκλογή του το 1981 ως μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου Καρδιοαγγειοχειρουργικής της Αμερικάνικης Καρδιολογικής εταιρείας. Την τριετία 1979-1982, ως διευθυντής του καρδιοχειρουργικού κέντρου του νοσοκομείου «Our Lady of Lourdes», χειρουργεί συνολικά 1.200 καρδιές με το χαμηλότερο ποσοστό εγχειρητικής θνησιμότητας στην πολιτεία του Νιού Τζέρσεϊ. Σχεδόν την ίδια περίοδο, παντρεύεται με πολιτικό γάμο την Αλίκη, μια κόρη μπετατζή -συνήθιζε να το αναφέρει περήφανος- που δούλευε ως νοσοκόμα όταν έκανε την ειδικότητά του, κι αποκτούν δυο παιδιά, τη Σοφία και τον Αλέξανδρο, τον οποίο ονόμασε έτσι προς τιμήν του μακεδόνα στρατηλάτη. Στο απόγειο της δόξας του, νιώθει αμετάκλητα την ανάγκη να γυρίσει στην Ελλάδα. Κι επιστρέφει, σαν σύγχρονος Οδυσσέας που έχει νοσταλγήσει τον τόπο του. Συνοδευόμενος από τους ιστιοπλόους του ναυτικού ομίλου Θεσσαλονίκης, Νότη Μπατσή, Δημήτρη Φυντανίδη και Τάκη Πριτσούλη, το φθινόπωρο του 1981 πραγματοποιεί το διάπλου του Ατλαντικού με το «Sofia Jean», ένα σκάφος ούτε δέκα μέτρων που είχε αγοράσει στην Αμερική κι έφερε το όνομα της κόρης του.

Η απομυθοποίηση της καρδιάς
Τον Οκτώβριο του 1982 εγκαθίσταται μόνιμα στη Θεσσαλονίκη. Όπως εξομολογείται ο επιστήθιος φίλος και γραμματέας του, Χρήστος Κοντότσης, του προτείνουν να πάει σε καρδιοχειρουργική κλινική στο Ριάντ με 20.000.000 δραχμές το μήνα. Την απορρίπτει, αφού όραμά του ήταν η συγκρότηση ενός Εθνικού Συστήματος Υγείας για τους αγρότες και τους φτωχούς. Πέντε μήνες αργότερα, οργανώνει και διευθύνει το καρδιοχειρουργικό κέντρο Βορείου Ελλάδας στο νοσοκομείο «Γεώργιος Παπανικολάου». Οι πρωτοποριακές εγχειρητικοί μέθοδοι που εφαρμόζει σε συνδυασμό με τους έντονους ρυθμούς παραγωγικότητας, πρωτοφανείς για τα ελληνικά δεδομένα, δημιουργούν έναν αξεπέραστο μύθο, ο οποίος σκεπάζει αυτόματα τα προηγούμενα επιτεύγματα του κλάδου του. Φερ’ ειπείν, συχνά λέγεται και γράφεται ότι ο Παναγιώτης Σπύρου ήταν ο πρώτος που τόλμησε εγχείριση ανοικτής καρδιάς. Λάθος. Η πρώτη εγχείριση ανοικτής καρδιάς έγινε το 1958 από τον Νικόλαο Οικονόμου στην Πολυκλινική Αθηνών, η πρώτη καρδιοχειρουργική κλινική στήθηκε το 1965 στο Ιπποκράτειο Αθηνών από το Δημήτριο Λαζαρίδη και η πρώτη επιτυχημένη μεταμόσχευση καρδιάς ολοκληρώθηκε στις 15 Αυγούστου του 1990 από το Χρήστο Λόλα στον Ευαγγελισμό.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον Σωτήρη Πράπα, τον πρώτο ειδικευόμενο γιατρό του Παναγιώτη Σπύρου και νυν διευθυντή της καρδιοχειρουργικής κλινικής του «Ερρίκος Ντυνάν», ο μέντοράς του άλλαξε τον ρου της ελληνικής καρδιοχειρουργικής κι άφησε χρυσή παρακαταθήκη μια ανεπανάληπτη παραγωγή -τουλάχιστον δέκα- στελεχών, εκ των οποίων όλοι σήμερα είναι επικεφαλής καρδιοχειρουργικών κλινικών, κρατικών ή ιδιωτικών νοσοκομείων. «Ο Σπύρου, φέρνοντας στην Ελλάδα τη σύγχρονη καρδιοχειρουργική, ουσιαστικά απομυθοποίησε αυτό που υπήρχε στο μυαλό μας για την καρδιά, την οποία δεν τολμούσαμε ούτε να την ακουμπήσουμε», μου εξηγεί ο κύριος Πράπας, που ακολούθησε την καρδιοχειρουργική επειδή μαγεύτηκε από την προσωπικότητα του δασκάλου του, και προσθέτει πως «αυτό που χαρακτήριζε τον Σπύρου ήταν η εξαιρετική ικανότητα του να αυτενεργεί. Όταν προέκυπτε μια επιπλοκή, έβγαινε από το πρωτόκολλο και αυτοσχεδίαζε. Μου δίδαξε ότι καλός χειρουργός δε σημαίνει καλός χειροπράκτης, αλλά σκεπτόμενος άνθρωπος που θα πάρει αμέσως πρωτοβουλίες για να σώσει τον ασθενή».

Πέρα από την ευρηματικότητά του, βασικά στοιχεία της προσωπικότητάς του ήταν το πείσμα, η γενναιότητα και η εμπιστοσύνη στον εαυτό του. Το 1992, συγκρούεται μετωπικά με το Εθνικό Κέντρο Μεταμοσχεύσεων γιατί δεν του έδιναν έγκριση για μεταμοσχεύσεις. Εκείνος, αρνούμενος να δεχτεί ότι μεταμοσχεύσεις μπορούν να γίνονται μόνο στον Ευαγγελισμό, όχι μόνο δε συμβιβάζεται, αλλά ιδρύει και μεταμοσχευτική ομάδα στο «Γ. Παπανικολάου» με την οποία εκτελεί συνολικά 39 μεταμοσχεύσεις. Όπως ο ίδιος έχει σημειώσει στο δακτυλογραφημένο βιογραφικό του, «οι μεταμοσχεύσεις καρδιάς-πνευμόνων και πνευμόνων (ενός ή διπλού) που εκτελέστηκαν στο κέντρο μας είναι πρωτοποριακές και οι μοναδικές που έγιναν στην Ελλάδα».

Από το Σεπτέμβρη του 1983 ως το Νοέμβριο του 1996, πραγματοποιεί 5.900 καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις, 4.218 θωρακοχειρουργικές και 932 αγγειοχειρουργικές, εκπαιδεύει 15 χειρουργούς θώρακα, καρδιάς και αγγείων, φτιάχνει την πρώτη σχολή τεχνικών εξωσωματικής κυκλοφορίας (1988) και εφαρμόζει για πρώτη φορά στην Ελλάδα τη μηχανική υποστήριξη της κυκλοφορίας σαν γέφυρα για τη μεταμόσχευση ή σαν μόνιμη αιμοδυναμική λύση. «Μέσα στο χειρουργείο ήταν ο απόλυτος άρχοντας, κινείτο δίχως άγχος, με τη χορευτική άνεση του Νουρέγιεφ», μου περιγράφει η δημοσιογράφος της εφημερίδας «Τα Νέα», Βίκυ Χαρισοπούλου, η οποία τον είχε παρακολουθήσει ζωντανά να χειρουργεί. Σε μία από τις είκοσι δυο συνεντεύξεις τους, τον είχε ρωτήσει αν αισθάνεται Θεός. «Προς Θεού», ήταν η απάντησή του.

Πολύ σύντομα η φήμη του ξεπερνάει τα όρια της Θεσσαλονίκης. Ήταν τόσο πολλοί οι καρδιοπαθείς από όλη την Ελλάδα που κατέφθαναν στο «Γ. Παπανικολάου», που οι κάτοικοι της Εξοχής, της περιοχής δηλαδή που βρίσκεται το νοσοκομείο, είχαν μετατρέψει τα δωμάτιά τους σε ξενώνες και τα νοίκιαζαν στους συγγενείς των αρρώστων. Για πρώτη φορά, σχηματίζεται ένα ρεύμα ασθενών από το κέντρο προς την περιφέρεια. Ο Σπύρου όμως αδιαφορούσε για τις αμέτρητες πρωτιές του, τον ενδιέφεραν αποκλειστικά οι -φτωχοί-ασθενείς. Αυτός ήταν και ο λόγος που το 1987 είχε εναντιωθεί στην ανέγερση του Ωνασείου και το είχε χαρακτηρίσει «παιδική χαρά». «Το Ωνάσειο είναι ακόμη μια υπερπολυτελής καρδιοχειρουργική μονάδα για τα υψηλά στρώματα. Ούτως ή άλλως, οι πλούσιοι πάνε στο Λονδίνο. Αν χτιζόταν στην Αλεξανδρούπολη, τότε ναι…», είχε δηλώσει στη Βίκυ Χαρισοπούλου. Όνειρό του ήταν να δημιουργηθεί ένα ΕΣΥ, βασισμένο σε 5-6 περιφερειακά νοσοκομεία, που θα παρέχει υψηλής ποιότητας υπηρεσίες μόνο στους ασφαλισμένους του ΙΚΑ και του ΟΓΑ, οι οποίοι υποστήριζε με θέρμη ότι έπρεπε να αποκτήσουν ενιαία ασφάλιση.

Η εαυτού εξοχότης ο ασθενής
«Σημασία δεν έχει πόσους χειρούργησα, αλλά πόσους γλίτωσα από την επέμβαση», είχε πει κάποτε στο στενό του συνεργάτη, Χρήστο Κοντότση. «Ο Παναγιώτης ήταν ταπεινός και πάντοτε συμβούλευε τους ασθενείς του να πάρουν γνώμη κι από άλλο γιατρό. Ωστόσο, δε χειρουργούσε ποτέ χωρίς να συντρέχει σοβαρός λόγος. Θυμάμαι έναν ασθενή από την Αθήνα, που είχε ανέβει εσπευσμένα γιατί του είχαν γνωματεύσει πως αν δεν χειρουργείτο αμέσως θα πέθαινε. Ο Σπύρου τον εξέτασε, τον καθησύχασε και του πρότεινε για προληπτικούς λόγους να έρθει ξανά σε μια πενταετία», μου εξιστορεί βουρκωμένος ο κύριος Κοντότσης, και συνεχίζει την αφήγησή του. «Αυτό που συνέβαινε ήταν άνευ προηγουμένου. Καθημερινά μου τηλεφωνούσαν βουλευτές, υπουργοί, τραγουδιστές, αθλητές, και ζητούσαν να μεσολαβήσω για κάποιο συγγενή τους. Μέχρι και στο δρόμο με σταματούσαν, θυρωροί, λαχειοπώλες, μανάβηδες, για να τους κανονίσω μια εγχείριση. Στο Παπανικολάου γινόταν λαϊκό προσκύνημα, η λίστα αναμονής έφτανε τους πέντε μήνες…».

Πράγματι, ο Παναγιώτης Σπύρου χειρουργούσε μέσο όρο τέσσερις φορές την ημέρα, δίχως να λογαριάζει Σαββατοκύριακα κι αργίες. Κάθε Τρίτη και Πέμπτη, έβλεπε οχτώ ασθενείς, τέσσερις Θεσσαλονικείς και τέσσερις από την επαρχία, στο προσωπικό του ιατρείο στην οδό Αγίας Σοφίας. Επειδή αργούσε πάντα στα χειρουργεία, τους εξέταζε κατά κανόνα μετά τα μεσάνυχτα. «Η εαυτού εξοχότης ο ασθενής», επαναλάμβανε συχνά στους συνεργάτες του. Το έλεγε και το υπερασπιζόταν με τη ψυχή του. «Υπήρχαν πολλοί ασθενείς που λόγω φτώχιας αναγκάζονταν να δανειστούν χρήματα για να πληρώσουν τα οδοιπορικά τους. Ο Σπύρου, μαζί με το εξιτήριο, τους έδινε χρήματα για το εισιτήριο της επιστροφής και τους αποζημίωνε για τα μεροκάματα που έχαναν», μου διηγείται ο κύριος Κοντότσης.
Οι ασθενείς του κυριολεκτικά τον λάτρευαν και του εξέφραζαν την ευγνωμοσύνη τους με όποιο τρόπο μπορούσαν. Το γραφείο του στο «Γ. Παπανικολάου»  ήταν μονίμως κατειλημμένο από αβγά, κρέας, ψάρια, μπουγάτσες, τσίπουρο, πίπες, κούτες με πούρα, πίνακες -σαν κι αυτόν που του είχε χαρίσει ο αλβανός πρόεδρος Ραμίζ Αλία-, θρησκευτικές εικόνες και μπουκάλια με το αγαπημένο του σπέσιαλ ουίσκι. Παρ' όλη την αγάπη του κόσμου, η επιτυχία του φαίνεται πως είχε ενοχλήσει το «παραϊατρικό σύστημα», το οποίο, όπως ο ίδιος ισχυριζόταν, τον πολεμούσε διότι για δεκαετίες θησαύριζε από τον ιατρικό τουρισμό στην Αγγλία. «Τη δεκαετία του ’70 και του ‘80 πολλοί γιατροί έπαιρναν φακελάκια από τους ασθενείς για να υπογράψουν τα χαρτιά των ασφαλιστικών τους ταμείων, με τα οποία δικαιολογούσαν την εγχείριση τους στο εξωτερικό. Ο Παναγιώτης ανέκοψε αυτή τη ροή προς τα έξω και τους χάλασε την πιάτσα», μου εξηγεί ένας συνάδελφός του από το «Γ. Παπανικολάου», που θέλησε να κρατήσει την ανωνυμία του.

Το 1993 λοιπόν, προκύπτει αναπάντεχα η αμφιλεγόμενη ιστορία με τα φακελάκια και ο λαός της Θεσσαλονίκης διαδηλώνει με πανό υπέρ του στην πλατεία Αριστοτέλους. «Νίκησε το ΕΣΥ και πρέπει να το εμπιστευτεί ο λαός», δηλώνει ο ίδιος στις 26 Ιουλίου του 1995 μετά την αθώωσή του λόγω αμφιβολιών.«Αν και ήταν ήρεμος, μιλούσε έξω από τα δόντια και δεν καταδεχόταν να κάνει εκπτώσεις στα λόγια του», μου λέει η δημοσιογράφος Έλλη Στάη, που τότε του είχε πάρει ζωντανή συνέντευξη στο δελτίο ειδήσεων του Σκάι, και συνεχίζει λέγοντας πως «ήταν μια πολύ γοητευτική κι αντιφατική προσωπικότητα. Από τη μία ένας καταξιωμένος επιστήμονας, καινοτόμος στη δουλειά του, κι από την άλλη ένας σεμνός άνθρωπος με ανεξάντλητο ενδιαφέρον. Θυμάμαι πως όταν του είχα εκφράσει το θαυμασμό μου για τους ανθρώπους που ανοίγουν καρδιές, μου είχε απαντήσει πως το ζήτημα είναι εντελώς τεχνικό. Σωλήνες και αποφράξεις…».

Καθηγητής, πιλότος και πρόεδρος
Με χιούμορ αντιμετώπισε και στις αρχές του ΄90 την απόρριψη της υποψηφιότητάς του, με ψήφους 35-0!, για τη θέση του καθηγητή ιατρικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. «Ευχαριστώ και τους 35 για τη ψήφο τους, διότι αν υπήρχε έστω και μία ψήφος υπέρ μου, ο καθείς εξ αυτών θα τη διεκδικούσε», είχε σχολιάσει. Δεν ήταν η πρώτη φορά που τον απέρριπταν. Το 1989, το Πανεπιστήμιο Πατρών, με ψήφους 7-6, δεν είχε αποδεχτεί την υποψηφιότητά του. Εν τέλει, το 1997 κατορθώνει με την τρίτη προσπάθεια να καταλάβει την έδρα του καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, το αμφιθέατρο του οποίου κατακλύζεται από φοιτητές που συρρέουν ακόμη και από την πρωτεύουσα. Στη Λάρισα, εκτός του ότι πραγματοποιεί την πρώτη εγχείριση ανοικτής καρδιάς στην πόλη, το Μάιο του 1998 γίνεται πανελλαδικά ο πρώτος πολίτης που συμμετέχει σε επιχειρησιακή πτήση με Φάντομ (RF-4) μαζί με τον τότε αντισμήναρχο Χρήστο Βαΐτση. Στη ριψοκίνδυνη πτήση, σπάνε το φράγμα του ήχου και εμπλέκονται σε αερομαχίες πάνω από τη Λήμνο.

Γενικότερα, ο Παναγιώτης Σπύρου έξω από το χειρουργείο κυνηγούσε τις έντονες στιγμές και ακολουθούσε τυφλά τα πάθη του, δηλαδή τον Άρη, τα μπουζούκια (ο Γιάννης Πάριος ήταν ο αγαπημένος του τραγουδιστής) και τις πλάκες με τους φίλους του. Το 1992, αναλαμβάνει πρόεδρος του μπασκετικού Άρη και φέρνει τον Ούολτερ Μπέρι στη Θεσσαλονίκη, ταράζοντας τα νερά του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Όμως, οι (φημολογούμενες) συγκρούσεις του με τις βεντέτες τον αναγκάζουν να φύγει άρον-άρον από την ομάδα της καρδιάς του. Λίγα χρόνια αργότερα, επιστρατεύεται ως πρόεδρος και στο ποδόσφαιρο του Άρη. Η πρότασή του να συγχωνευτούν ο Άρης με τον ΠΑΟΚ, για να δημιουργηθεί μια πανίσχυρη ομάδα που θα πρωταγωνιστεί στην Ευρώπη, προκαλεί τις έξαλλες αντιδράσεις των οργανωμένων οπαδών. «Καλά κάνουν και μας φωνάζουν σκουλήκια», δηλώνει δημόσια και αποχωρεί απογοητευμένος.

Ο θάνατος της κόρης του
Το 2006, όταν πλέον χειρουργούσε αραιά στο «Διαβαλκανικό», ένας ακόμη θάνατος σημαδεύει τη ζωή του. Η βουτιά στο κενό της Σοφίας, της εικοσιεξάχρονης κόρης του, τον συμπαρασύρει στο σκοτεινό βυθό της κατάθλιψης. «Ο Πάνος ουσιαστικά πέθανε την ημέρα της κηδείας. Τον θυμάμαι με ένα χοντρό παλτό να περπατάει μόνος του στο νεκροταφείο, δεν ήθελε κανέναν δίπλα του. Ήταν απαρηγόρητος», μου περιγράφει η Βίκυ Χαρισοπούλου. Η δική του πτώση κρατάει έξι ολόκληρα χρόνια. Σταματάει να χειρουργεί και κλείνεται στον εαυτό του. «Εγώ που έσωσα τόσους ασθενείς, δε μπόρεσα να σώσω το παιδί μου», εξομολογείται, συντετριμμένος από τις τύψεις, στον καρδιακό του φίλο Χρήστο Κοντότση.

Συντετριμμένοι ήταν και οι άνθρωποι που την Τετάρτη 17 Οκτωβρίου πλημμύρισαν τη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης για να αποτίσουν φόρο τιμής στον καρδιοχειρουργό με το θεϊκό ταλέντο. Αντιμετώπιζαν τη σορό του σαν να ήταν ο επιτάφιος. Κάποιοι έκαναν γονυπετείς μετάνοιες μπροστά από το φέρετρο κι άλλοι προσεύχονταν με το πρόσωπο στραμμένο προς τον ουρανό. Από το συνωστισμό δε μπορούσε να αρχίσει η τελετή, λες και ο κόσμος ήθελε να αναβάλλει το τελευταίο του ταξίδι, όπως εκείνος όλα αυτά τα χρόνια επέμενε να παρατείνει τη διάρκεια ζωής των ασθενών του.

Θέλω να κλείσω αυτό το άρθρο με μια προσωπική παρατήρηση. Διαβάζοντας τα δημοσιεύματα για τον Παναγιώτη Σπύρου συνάντησα πολλές ανακρίβειες και υπερβολές που αφορούσαν τη ζωή και τα κατορθώματά του. Ενδεχομένως, και σε αυτό το κείμενο να υπάρχουν ανακρίβειες και να μην το γνωρίζω. Αλλά δεν πειράζει. Γιατί οι ανακρίβειες επιβεβαιώνουν το μύθο του Παναγιώτη Σπύρου, το μύθο που φτιάχτηκε από στόμα σε στόμα στους διαδρόμους του «Γ. Παπανικολάου».
Παναγιώτης Σπύρου: ο γιατρός που μιλούσε στις καρδιές | ΠΡΟΣΩΠΑ | Protagon

Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2012

Σχολικά βιβλία: Ένας μικρός καθρέφτης της κοινωνίας μας


Όταν έρχονται εκείνες οι τεράστιες παλέτες με τα βιβλία στο Λύκειο, με πιάνει η ψυχή μου. Τόνοι τυπωμένου χαρτιού, συνολικού κόστους 25-30 εκατομμυρίων το χρόνο. Πολλά από αυτά δεν θα ανοιχθούν καν. Κάποια στιγμή θα πεταχτούν στα σκουπίδια, ούτε καν στην ανακύκλωση.
Τα περισσότερα είναι κακά βιβλία, άχρηστα, φτιαγμένα για να μη διαβάζονται από παιδιά. Οι μαθητές δίνουν σημασία μόνο στα σχολικά βιβλία των πανελλαδικώς εξεταζομένων μαθημάτων, γιατί εξετάζονται πάνω σε κάποιες φράσεις ή παραγράφους τους και πρέπει να τις ξέρουν κατά λέξη. Τα υπόλοιπα, πάνε κι έρχονται για κάποιες μέρες στις τσάντες και μετά εγκαταλείπονται, χάνονται, έχουν την τύχη που συνήθως τους αξίζει. Αδιαφορία. Μέσα στα πολλά άχρηστα, χάνονται και διαμαντάκια.
Τα φυλλάδια των φροντιστηρίων και τα βοηθήματα του εμπορίου, έχουν, αντιθέτως, μεγάλη πέραση. Ίσως γιατί έχουν τη γνώση συμπυκνωμένη, ίσως γιατί είναι γραμμένα για να διαβάζονται, πιθανόν επειδή χρυσοπληρώνονται. Και οι καθηγητές αυτά χρησιμοποιούν, ή κάποια αντίστοιχα δικής τους κατασκευής.
Το υπουργείο θέλει τα βιβλία να επιστρέφονται στο σχολείο και να επαναχρησιμοποιούνται. Πολύ λογικό, πολύ χρήσιμο, πολύ οικονομικό. Έγινε μια προσπάθεια και φέτος. Τζίφος. Το φτηνό το κρέας, τα σκυλιά το τρώνε. Το τσάμπα, κανείς. Η ελληνική οικογένεια δεν έχει τέτοιου είδους ευαισθησίες. Ούτε τα σχολεία, ούτε οι δάσκαλοι βοήθησαν. «Να κόψει το λαιμό του το κράτος να βρει χρήματα, να φτιάξει καινούργια βιβλία», θα ακούσεις δεξιά και αριστερά. «Αν δεν έχει, να τα πάρει από τον Άκη!»
Οι περισσότεροι δεν θέλουν να μπουν στον κόπο να μαζέψουν τα παλιά βιβλία και να τα επιστρέψουν. Δεν καταλαβαίνουν τις λέξεις αλληλεγγύη, συνεργασία, επαναχρησιμοποίηση, σπατάλη φυσικών πόρων. Ειδικά όταν αυτές αφορούν δημόσια περιουσία. Μπορεί οι ίδιοι να κάνουν πια αιματηρές οικονομίες, αλλά για το δημόσιο, ούτε το διανοούνται. Αυτό από κάπου κόβει χρήματα και έχει μπόλικα για να ξοδεύει ή και να πετάει στα σκουπίδια. Κι ας το ξέρουν ότι η φοροδιαφυγή και η παραοικονομία οργιάζουν. Δεν τους αφορά. Αφορά τους πολιτικούς, τους κυβερνώντες, όχι αυτούς.
Τα σχολικά βιβλία θα έπρεπε να είναι περισσότερα του ενός, μάθημα και τάξη, να μπορεί ο δάσκαλος να διαλέγει όποιο νομίζει ότι είναι το καταλληλότερο. Να μπορούν οι μαθητές να διαβάσουν πολλές απόψεις, να συγκρίνουν, να προβληματιστούν. Έγινε κάποτε για λίγα χρόνια και ναυάγησε, όπως όλες οι καλές ιδέες στη χώρα μας. Είχε κακή εκτέλεση, οι συγγραφικές ομάδες δεν μπόρεσαν να συνεννοηθούν μεταξύ τους ούτε για τα σύμβολα που χρησιμοποιούσαν, να είναι τουλάχιστον κοινά, να μη δημιουργούν σύγχυση. Ήταν και τα συμφέροντα που ποτέ δεν λείπουν.
Τα σχολικά βιβλία στη μέση εκπαίδευση θα πρέπει να αγοράζονται. Ένα ευρώ, μισό, δεν ξέρω, αλλά να αγοράζονται. Αν κάποιος δεν έχει χρήματα να του χαρίζονται, ή να τα βρίσκει φτηνότερα από δεύτερο χέρι. Αν τα βιβλία δεν αξίζουν ή δεν χρειάζονται, να μένουν απούλητα. Να μην είναι υποχρεωτική η αγορά τους. Ο καθηγητής μπορεί να προτείνει κάποιο σχολικό βιβλίο (όχι βοήθημα) πάνω στο οποίο θα δουλεύει και από εκεί και μετά να είναι στην κρίση των μαθητών το τι θα κάνουν. Μπορεί να διαβάζουν από το προτεινόμενο, μπορεί από κάποιο άλλο, από κάποιο παλιότερο, δεν έχει καμιά σημασία. Οι επιστήμες που διδάσκονται στο σχολείο είναι ίδιες εδώ και πολλά χρόνια. Βιβλία υπάρχουν. Κάποιοι μπορούν να χρησιμοποιούν το ελεύθερο διαδίκτυο, δεν βλέπω να υπάρχει κανένα πρόβλημα.
Έτσι θα σταματήσει η αντιγραφή και η παπαγαλία. Χωρίς ένα συγκεκριμένο μπούσουλα, οι μαθητές και οι καθηγητές τους θα είναι υποχρεωμένοι νααναζητούν την αλήθεια, να προβληματίζονται, να συνεργάζονται. Είναι μια ευκαιρία να κάνουν αυτά που σπανίζουν στην ελληνική εκπαίδευση.


Σχολικά βιβλία: Ένας μικρός καθρέφτης της κοινωνίας μας | Λεωνίδας Καστανάς | Μεταρρύθμιση