Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2012

Η τεκνοφαγική Ελλάδα


«Η Ελλάδα τρώει τα παιδιά της! Η λιμνάζουσα κοινωνία μας υπό την επίδραση των μεσαιωνικών της παραδόσεων και τις τελευταίες δεκαετίες υπό το καθεστώς των οργανωμένων μετριοτήτων, δεν ανέχεται τις αξιοκρατικές διαφορές και προτιμά εκ συστήματος από τα προικισμένα άτομα τους εκτομίες.
Όπου λαϊκίστικη δημοκρατία εκεί και κουλτούρα διαφθοράς. Υπ’ αυτό το πρίσμα, μεταξύ άλλων βρίσκει την εξήγησή του και ο εθνικός μας κανιβαλισμός. Βεβαίως πρόκειται για σφάξιμο των νέων «με το μπαμπάκι» σε επίπεδο κοινωνικό, όμως ο συμβολισμός του δεν παύει να έχει αξιοσημείωτες ανθρωπολογικές αναφορές.
Την τεκνοφαγική κουλτούρα έχει γνωρίσει η ανθρωπότητα και σε επίπεδο πραγματικό. Οι φυλές της κεντρώας Αυστραλίας μετέρχονται την τεκνοφαγία έως τις απαρχές του 20 αιώνος χωρίς να επιδίδονται σε άλλου είδους κανιβαλισμό. Σε κάποιες από αυτές, οι εξαιρετικά αφοσιωμένες στα παιδιά τους μητέρες προκαλούσαν έκτρωση, έψηναν το έμβρυο και το έτρωγαν από κοινού με τα υπόλοιπα «αδέρφια» του, θεωρώντας ότι έτσι τα τελευταία δυναμώνουν. Σε άλλες πάλι, όταν οι μητέρες και τα αδέρφια πεινούσαν, έτρωγαν χωρίς τύπους και τελετουργικά ένα κάθε δύο παιδιά τους, το οποίο σκότωνε ο ίδιος ο πατέρας, πιστεύοντας ότι θα διπλασιαζόταν η δύναμη εκείνων που επιζούσαν.
Με την τεκνοφαγία ζητούσαν να επανακτήσουν μέρος του εαυτού τους, το οποίο αποσπούσε συμβολικά με τον σχηματισμό του το έμβρυο – σπέρμα του πατρός είτε το μετασχηματισμένο πια βρέφος σε νήπιο ξεκολλημένο από πάνω τους.
Θα ήταν αυθαίρετο άραγε να σκεφθούμε ότι και η κοινωνία μας – μεταξύ άλλων του είδους της – κάνει το ίδιο σε συμβολικό επίπεδο προκειμένου να διαφυλάξει τον δικό της εαυτό, μέρος του οποίου ανεξαρτητοποιείται δυνητικά κάθε νέα γενιά; Μήπως στο πρόσωπο των νέων αναγνωρίζει μιαν απειλή νεωτερισμού εις βάρος της και εις βάρος των καθιερωμένων «τρόπων», οπότε σπεύδει να τους «φάει»; Η κατεστημένη κοινωνία και τάξη φοβάται τις αυτόνομες προσωπικότητες και σπεύδει να τις συμμορφώσει προς τα ισχύοντα, πρώτα με την πίεση του περιβάλλοντος και εν συνεχεία με την παιδεία των αποστηθίσεων και των έτοιμων απαντήσεων και τέλος με την πολιτική ζωή των συσσωματώσεων και των εντάξεων που φθάνει να ομαδοποιεί ακόμα και τις προσδοκίες των ανθρώπων.
Η Ελλάδα θα ενηλικιωθεί και θα γυρίσει όντως σελίδα εφ΄όσον τα παιδιά της θ’ απλώνουν φτερά και θα προκόβουν εδώ, όπως προκόβουν με το σπαθί τους όταν πηγαίνουν στις προηγμένες χώρες. Θα γλυτώσουμε από τον ανθρωποφαγικό μας κόσμο και εαυτό αφ’ ής στιγμής μάθουμε να ατενίζουμε άφοβα το μέλλον».

Ο Στέλιος Ράμφος και η τεκνοφαγία μας | ΒΙΒΛΙΑ | Protagon

Όταν τσουγκρίζαμε με Σεφέρη


Καταλαβαίνεις τι σου λέω; Στην καθημερινότητά μας τραγουδούσαμε ποιητές. Ελύτη, Σεφέρη. Βουρκώναμε με τον Μεγάλο Ερωτικό του Χατζιδάκι. Τσουγκρίζαμε ποτήρια με Βάρναλη. Βιβλία άλλαζαν χέρια. Δεν θεωρούσαμε ουτοπία τον Μπακούνιν. Ξετρυπώναμε συγγραφείς. Ότι ανθίσταται ανθίζει…Έτσι το μετάφρασα στα χρόνια. Όχι ότι το καταλάβαινα τότε. Γεννηθείσα το 1961. Αλλά θυμάμαι εκείνα τα Κυριακάτικα τραπέζια. Υπήρχε μια εμμονή με τα κυριακάτικα οικογενειακά τραπέζια τότε. Αρνάκι με πατάτες στο φούρνο, ρολό με αβγό ως έκπληξη στο κέντρο της ζύμης, κασέρι χοντροκομμένο, άντε και ρώσικη σαλάτα...Μεγάλη εξτραβαγκάνζα! Κι έλεγαν, κι έλεγαν και στα ξαφνικά ξεκίναγαν το τραγούδι. Μα πόσο εύκολα ξεκίναγαν το τραγούδι! Και μπερδεύονταν οι εποχές και τα ρεύματα. Και συνταιριάζονταν ο «πιο καλός ο μαθητής» του Ζαμπέτα με κανένα παλιομοδίτικο βαλσάκι «Άστα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα» και ξανά πίσω σε Μητσάκη «Όοοο οοοο όμορφη Θεσσαλονίκη» και κανένα σουξέ της εποχής «κυρά Γιώργαινα ο Γιώργος σου που πάει;».
Και δώστου γέλια και οχλαγωγία. Και κάπου εκεί οι γυναίκες μάζευαν πιάτα κι έφερναν γλυκό μωσαικό και φρούτα. Και καθάριζαν πορτοκάλια και πασπάλιζαν κανέλα και ζάχαρη. Σε εκείνο λοιπόν το σημείο… Καθώς σήμαινε το τέλος της Κυριακής και ξέσερνε μελαγχολία, ξεπετιόνταν «τα απαγορευμένα». Σιγά σιγά λες για να ξεθαρρέψει ο ένας απ΄τον άλλον «Πάνω στην άααμο την ξανθή γράψαμε τ΄όνομά της….» Σουτ! Θα μας ακούσει κανείς. Έκλειναν με μιας τα παράθυρα. Σχεδόν αντανακλαστικά. «Χεστήκαμε» απαντούσε η ρετσίνα με ένα κομμάτι μήλου μέσα. «Για μπελάδες ψάχνεις; Θες να βρεθούμε σε καμιά ασφάλεια; Ταξιδάκι στη Μακρόνησο;». Επενέβαιναν οι γυναίκες. Μα εγώ επέμενα! Τόσο που το «απαγορευμένα» γαργάλαγε το παιδικό μυαλό μου…«Πείτε, πείτε τα απαγορευμένα», «Σιωπή! Δε ξέρεις εσύ. Είσαι μικρή ακόμα. Χούντα έχουμε», «Τι είναι χούντα;». Δικτατορία είχαμε. Ένας ο εχθρός. Στόχος συγκεκριμένος! Άντε δυο. Ένας για κάθε κόσμο. Χωρισμένος στα δυο ο κόσμος. Ένα το τείχος του Βερολίνου. Οι μέσα να λογαριάζουν εχθρούς τους απέξω και οι απέξω να λογαριάζουν εχθρούς, τους από μέσα. Μοιρασμένα πράγματα. Κι όταν μετά από χρόνια έπεσε το τείχος…Εγώ ως πολλάκις ονειροπαρμένη φαντάστηκα ότι ο κόσμος πάλι θα χωριστεί στα δυο. Σ΄αυτούς που μετράνε το πνεύμα ως βασιλιά και στους άλλους που θα λογαριάζουν το χρήμα. Και θα είχε ενδιαφέρον η συμβίωση.

Και φτάσαμε στο σήμερα. Πού κατατάσσεις τις μέρες μας; Ποιος ο εχθρός μας; Σε ποια ομάδα να μπεις, να δώσεις δυνάμεις. Πώς έπεσε τέτοια βουβαμάρα στον πνευματικό κόσμο; Και πόσο αστείο ακούγεται «πνευματικός κόσμος»! Σε πόσα κομμάτια διαμερισματοποιήθηκε η αντίσταση για να μη μείνει ούτε μια στάλα; Γέμισε ο τόπος εχθρούς. Είναι η Μέρκελ; O Σόιμπλε; Η τρόικα; Η Κίνα. O παλιός και ο απόγονος του μικρός Παπανδρέου; Οι πεινασμένοι για εξουσία που δεν χόρτασαν ποτέ; Ο αμίλητος Καραμανλής; Και οι ανίκανοί του; Ο νεποτισμός όχι μόνο των πολιτικών; Το χρήμα; Η καταναλωτική κοινωνία; Tο παρελθόν μας; Ή το παρόν; Οι συνδικαλιστές; Oι εργατοπατέρες; Οι κυνόδοντες; Οι φθηνοί. Οι ακριβοί. Η γενιά του Πολυτεχνείου. Το ΠΑΣΟΚ. O ΣΥΡΙΖΑ. Οι ευκολίες μας; Ιδίως αυτές. Ο κακός εαυτός μας; Η Χρυσή Αυγή. Ατέρμονο αμπεμπαμπλομ με τους εχθρούς. Eσύ! Εγώ; Αποκλείεται. Αυτός! Φράκαρε το μυαλό να λογαριάζει. Αυτοί που φαίνονται, αυτοί που κρύβονται, οι ύπουλοι αενάως απόντες-παρόντες, αυτοί που υποψιάζομαι. Με πνίγουν οι υποψίες. Πνιγμένοι στα ερωτηματικά, ξεχάσαμε τα θαυμαστικά που είπε και ο φιλαράκος μου ο Λουκάς. Ποιος είναι ο εχθρός; Πόσοι; Πώς να καταφέρω ευθύβολη μπουνιά χωρίς έναν συγκεκριμένο στόχο;

Στιγμές, στιγμές φοβισμένη συνειδητοποιώ την «πολυτέλεια» που έδινε η δικτατορία. Ένας ο εχθρός, ευδιάκριτος. Κάποτε τραγουδούσαμε Ρίτσο «Καταλαβαινόμαστε τώρα δεν χρειάζονται περσότερα»…Αυτό μου λείπει. Αν βιαστικά με λογαριάσεις ότι ανυποψίαστη, νοσταλγώ δικτατορίες θάσαι μεγάλος βλάκας. Απλώς απόκαμα να καταμετρώ εχθρούς…Έχασα το νούμερο. Τρόμαξα για καθέναν που προσθέτω. Ταλαιπωρημένη η ψυχή θυμήθηκε εκείνον τον ξεκάθαρο εχθρό. Τον έναν Εφιάλτη. Ένα άγαλμα να αποκαθηλώσω, ένα τείχος να γκρεμίσω. Να το δείχνουμε! Να συνεννοούμαστε την μάχη…Το να συνεννοούμαστε τη μάχη νοστάλγησα. Και παράλληλα κάτι ν΄ανθίσταται και ν΄ανθίζει. Για στάσου! Ν΄ανθίσταται και ν΄ ανθίζει….Μήπως να κυλιστώ στον έρωτα; 


Όταν τσουγκρίζαμε με Σεφέρη | ΘΕΜΑΤΑ | Protagon

Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2012

O Πέτρος και η μισή Αθήνα

Ο Πέτρος Τατσόπουλος δήλωσε πως έχει πηδήξει τη μισή Αθήνα. Το δήλωσε επιχειρώντας να πείσει τη Χρυσή Αυγή ότι δεν είναι «αδελφή». Συγκεκριμένα: «Έχω πηδήξει τη μισή Αθήνα και αυτοί της Χρυσής Αυγής συνεχίζουν να με αποκαλούν αδερφή». Περισσότερο μισογυνισμό βεβαίως κουβαλάει η διατύπωση «έχω πηδήξει» από αυτόν που ενδεχομένως υπονοείται, φημολογείται κλπ. Δεν το λέω για να δικαιολογήσω τη Χρυσή Αυγή καθώς είναι σαφές πως οι άνθρωποι συστηματικά χρησιμοποιούν την πρόκληση. Το λέω γιατί ακόμα κι αν κάνω ότι δεν πρόσεξα το απολύτως ρατσιστικό «αδελφή»… ως γυναίκα δυσκολεύομαι να μην σταθώ στο «έχω πηδήξει».

Βεβαίως ζούμε σε μια κοινωνία όπου για πολλά αγόρια έχει σημασία να αποδείξουν ποιος την έχει μεγαλύτερη (αν και εν προκειμένω, ο κ. Τατσόπουλος κατά τις φήμες στις οποίες και απαντά, είναι ακόμα μακριά απ’ αυτό το ψυχοφθόρο των μεγεθών). Δεν βρίσκω τον λόγο όμως, που αυτό θα πρέπει να το αντιλαμβανόμαστε ως κάτι το σύνηθες, ως κάτι που απλώς συμβαίνει και όχι ως κάτι που δεν θέλουμε κυρίως από τους ανθρώπους που θέλουν να πάρουν στα χέρια τους την τύχη του τόπου. Από τους εκπροσώπους της Αριστεράς δε, όπως ήταν η παράδοση της φωτισμένης της πλευράς, περιμένουμε πάντοτε ένα λόγο άλλου ήθους και ύφους και όχι ένα συμμετρικό λόγο ως προς τους αντιπάλους της. Στην περίπτωση που η Αριστερά υιοθετεί τον άλλο λόγο, χάνει τον δικό της, άρα και την ταυτότητα της. Ύστερα, στις ρατσιστικές προκλήσεις, όπως το ποια είναι η σεξουαλική ταυτότητα κάποιου για να δικαιούται ή όχι λόγο, η σωστή στάση είναι το άτομο να αρνείται να δηλώσει την σεξουαλική του ταυτότητα αλλά να υποστηρίζει ότι πολιτικό λόγο δικαιούνται όλοι ανεξαρτήτως σεξουαλικών, θρησκευτικών ή άλλων επιλογών.

Εικάζω πως η «μισή Αθήνα» του Πέτρου δεν θα νιώθει και σπουδαία πια. Όμως μια ιδέα, κύριε Τατσόπουλε, θα ήταν να αφήσετε την πολιτική και να διεκδικήσετε την υπόλοιπη μισή Αθήνα αν πιστεύετε ότι αυτή είναι η σωστή απάντηση στις κάθε φορά φήμες. Έκαστος εφ’ ω ετάχθη… και καλή τύχη αν τη χρειάζεστε. 

O Πέτρος και η μισή Αθήνα | ΘΕΜΑΤΑ | Protagon

Ο πνευματικός μας

Εχει γράψει τριάντα βιβλία, έχει γράψει θεατρικά έργα, έχει πρωταγωνιστήσει στα θεατρικά έργα που έχει γράψει, είναι πρύτανης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου και το όνομά του είναι Θεοδόσης Πελεγρίνης. Εγινε διάσημος στο πανελλήνιο όταν είχε προωθήσει τη λύση του μεταναστευτικού μεταφέροντας τους καταληψίες από τους χώρους του ιδρύματος στο οποίο πρυτανεύει στο Μέγαρο Υπατία. Στις 31 Μαΐου 2010 εξεφώνησε λόγο  στα Προπύλαια όπου, με φωνή που επάλλετο από αρετήν και τόλμην, ανακοίνωσε προς γνώσιν και συμμόρφωσιν των συγκεντρωμένων ότι «ζούμε σε καθεστώς ανελευθερίας». Προχθές, στην τηλεοπτική συνέντευξη που έδωσε στον Σκάι, ξεκαθάρισε τι εννοεί: «Ανελευθερία είναι να θέλεις μια φραντζόλα ψωμί και να μην μπορείς να την αγοράσεις.» Ή, ακόμη καλύτερα: «Ανελευθερία είναι να θέλεις να πας μια εκδρομή και να μην μπορείς να πας».
Μετά τον ζουμερό ορισμό της ελευθερίας προχώρησε στον ορισμό της φιλοσοφίας. Εδώ δεν αναφέρθηκε στο δικαίωμα του κάθε ανθρώπου να πηγαίνει εκδρομές. Αναφέρθηκε σε συστήματα που δουλειά του φιλοσόφου είναι να τα γκρεμίζει για να χτίζει στη θέση τους καινούργια. Ως «φιλοσοφών», όπως σε μια στιγμή αυτοσυνειδησίας χαρακτήρισε τον εαυτό του, είπε ότι ο Σωκράτης δεν απέδρασε από το κελί του γιατί δεν του άρεσε ο τρόπος της απόδρασης που του πρότεινε ο Κρίτων. Του ίδιου όμως του αρέσει, πάντα κατά δήλωσή του, ο τρόπος με τον οποίον διοικεί το Πανεπιστήμιό του. Εφερε δε ως παράδειγμα χρηστής διοίκησης το κλείσιμο του server που πραγματοποιήθηκε την περασμένη εβδομάδα όπου, λέει, με τον τρόπο με τον οποίο χειρίσθηκε την όλη υπόθεση απεφεύχθησαν μείζονες καταστροφές.
Οντως δεν υπήρξαν ανθρώπινα θύματα, όπως στη Γάζα, στο Ιράν, δεν επιτέθηκε με πυρηνικά και δεν κηρύχθηκε ο Γ' Παγκόσμιος. Αντιθέτως κινδύνευσαν ζωές στα πανεπιστημιακά νοσοκομεία, αυτό όμως, για λόγους λεπτότητας υποθέτω, απέφυγε να το αναφέρει. Κατά τα άλλα, πάντα ως φιλοσοφών, έκανε έκκληση να εξαιρεθούν από τον νόμο περί εφεδρείας οι διοικητικοί υπάλληλοι του Πανεπιστημίου - προφανώς για να τον βοηθήσουν να γκρεμίσει το σύστημα προκειμένου να το ξαναχτίσει με την ησυχία του. Και πάλι ως φιλοσοφών απεφάνθη πως η αξιολόγηση είναι πολύ πιο περίπλοκο ζήτημα από αυτό που νομίζουμε εμείς οι αφελείς, αδαείς και αφιλοσόφητοι. Ορίζοντας δε την πολυπλοκότητα της αξιολόγησης, βάσει της αρχής της κομψότητας που διακρίνει τη θετική σκέψη, έκρινε πως στο κάτω-κάτω όλο το διδακτικό προσωπικό για να γίνει διδακτικό προσωπικό έχει κριθεί. Οταν  ρωτήθηκε τι θα διάλεγε από τα δύο, το Πανεπιστήμιο ή το θέατρο, απάντησε αυθόρμητα και τα δύο. Για να συμπληρώσει, πάντα ως φιλοσοφών θεατρίνος, πως τα θέλει και τα δύο γιατί το σημαντικότερο κληροδότημα που μας άφησαν οι αρχαίοι πρόγονοί μας είναι ο διάλογος.
Το μεσονύκτιο είχε παρέλθει προ πολλού και ο στυλογράφος που χρησιμοποιούσα για να προλάβω τη σκέψη του βάραινε στα δάχτυλά μου, όπως η νύστα στα βλέφαρά μου. Ομως κι αυτά που πρόλαβα είναι νομίζω αρκετά για να πείσουν και τον πιο δύσπιστο πως οι πρυτανικές αρχές είναι η μόνη αχτίδα φωτός στη χειμωνιάτικη νύχτα της έρημης χώρας.

[Ανορθόδοξα] Ο πνευματικός μας

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2012

ΠΕΡΙ ΒΙΑΣ


Ησκηνή είναι γνωστή, την έχει δείξει η τηλεόραση δεκάδες φορές. Ένας άντρας τρέχει έντρομος να σωθεί, πίσω του ένα τσούρμο τον κυνηγάει, τον βρίζει, τον χτυπάει στην πλάτη με γροθιές, του πετάει στο κεφάλι μπουκάλια και καφέδες. Οι διαδηλωτές δεν έχουν τίποτα προσωπικό με τον Γερμανό πρόξενο στη Θεσσαλονίκη. Το πιθανότερο είναι να μην τον ξέρουν καν. Βάζουν ναζιστικά εμβατήρια στα μεγάφωνα και του ορμάνε επειδή είναι Γερμανός. Στη δικιά μας πρωτόγονη και ανορθολογική αντίληψη της πραγματικότητας οι ξένοι είναι οι εχθροί, φταίνε για την τύχη μας. Οι μαυροντυμένοι ακροδεξιοί χτυπάνε Πακιστανούς, Ινδούς, Αφρικανούς, οι κόκκινοι συνδικαλιστές προπηλακίζουν Ευρωπαίους. Οι ξένες πρεσβείες εκδίδουν ταξιδιωτικές οδηγίες προς τους υπηκόους τους. Να αποφεύγουν την κυκλοφορία στην πόλη, ιδίως αν είναι ασιατικής ή αφρικανικής καταγωγής.
Με την ανοσία 3 χρόνων παράνοιας και εκτροχιασμού, ξεχνάμε το γεγονός γρήγορα. Δεν το ξεχνάει κανένας άλλος. Για τον υπόλοιπο πλανήτη ό,τι συνέβη είναι αδιανόητο. Στον πολιτισμένο κόσμο οι πρεσβευτές, οι εκπρόσωποι μιας χώρας, είναι ιεροί. Ακόμα και στη διάρκεια πολέμου είναι ιεροί. Μόνο στο Ιράν, στη Λιβύη συμβαίνουν τέτοια γεγονότα. Οι σκηνές αυτές, που είδε ολόκληρος ο πλανήτης, παρουσιάζουν μια χώρα άναρχη, πρωτόγονη, υποανάπτυκτη, φανατική, μισαλλόδοξη, βίαιη. Κι αυτό ποτέ η Δύση δεν θα το ξεχάσει. Για να μιλήσω τη γλώσσα που καταλαβαίνει αυτή η χώρα, τη γλώσσα του συμφέροντος, αυτά τα λίγα τηλεοπτικά λεπτά στη διάρκεια των επόμενων χρόνων θα μας κοστίσουν πολύ ακριβά, στις δουλειές μας, στα εισοδήματά μας. Εκατοντάδες χιλιάδες τουρίστες θα ακυρώσουν τις διακοπές τους. Επενδυτές ούτε που θα διανοηθούν να κάνουν επενδύσεις στην Ελλάδα, η κοινή γνώμη των ευρωπαϊκών χωρών θα πιέσει τα κοινοβούλια, κάθε λύση ευνοϊκή για τη ρύθμιση του χρέους μας, για παραπάνω δανεισμό, θα γίνει πιο δύσκολη.
Εμείς παίζουμε ακόμα το τυχοδιωκτικό και ανεύθυνο παιχνίδι που μας έχει οδηγήσει μέχρι εδώ. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης υπερασπίζονται τους δράστες καταγγέλλοντας «ακραία καταστολή, δικαστικό πραξικόπημα, ποινικοποίηση αγώνων». Δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς, οι βουλευτές τους μέσα στη Βουλή προβλέπουν για τους πολιτικούς τους αντιπάλους το φρικτό τέλος του Αμερικανού πρεσβευτή στη Λιβύη. Οι βουλευτές τους ονομάζουν τον ανάπηρο Γερμανό υπουργό Οικονομίας, ο «κουτσός». Υπάρχουν εφημερίδες που περιγράφουν τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης υπό τον τίτλο «αστυνομικές δυνάμεις προβαίνουν σε συλλήψεις επειδή οι πολίτες αντέδρασαν στις δηλώσεις Φούχτελ». Όχι πια στα υπόγεια της κοινωνίας, αλλά στον κυρίαρχο δημόσιο διάλογο, το αδιανόητο έχει γίνει αποδεκτό. Αν δεν σ’ αρέσουν οι δηλώσεις κάποιου, τον δέρνεις. Ακόμα χειρότερα, δέρνεις τους ομοεθνείς του. Έπειτα, καταγγέλλεις το φασισμό και καταθέτεις στεφάνι στο Πολυτεχνείο.
Τα κόμματα που υποδαυλίζουν, που υπερασπίζονται τη βία, εγκληματούν. Γιατί νομιμοποιούν τη βία, την κάνουν αποδεκτή. Όταν μιλάνε για «πραξικόπημα, εκτροπή από το δημοκρατικό πολίτευμα, τροϊκανή χούντα, μνημονιακή δικτατορία», δεν είναι τρελοί. Ξέρουν ότι δεν είναι έτσι. Ξέρουν ότι σιτίζονται από αυτή τη «δικτατορία» με 14 εκατομμύρια το χρόνο κομματική επιχορήγηση. Η παραποίηση της πραγματικότητας έχει στόχο τη νομιμοποίηση της βίας. Μόνο αν έχουμε δικτατορία, η βία των πολιτών είναι αποδεκτή. Μπορούν να μιλάνε οι βουλευτές τους «για καλάσνικοφ που θα βγουν στις πλατείες», οι συνδικαλιστές τους για «ρουκέτες στις ερπύστριες».
Οι δημοσιογράφοι και οι πολιτικοί που μιλάνε για τη «βία της απόλυσης, τη βία της μείωσης των μισθών, τη βία του τραπεζικού δανείου που δεν έχεις να πληρώσεις τη δόση», εγκληματούν. Γιατί σχετικοποιούν τη βία, την κάνουν αποδεκτή. Δήθεν δεν μπορούν να κάνουν τη διάκριση με την πολιτική βία, οι δυσκολίες γίνονται βία, η αδικία ονομάζεται βία, η φτώχεια είναι βία, όλα ίδια είναι με το να πληγώνεις το σώμα του άλλου. Αν σου μειώνουν το μισθό, δέρνεις. Αν σου κόβουν τη σύνταξη, πυρπολείς το Αττικόν. Αν σε απολύουν, καις ζωντανούς 3 ανθρώπους στη Μαρφίν. Έτσι δεν κάνουν όλοι; Έτσι δεν κάνουν παντού;
Λένε ψέματα. Ο «κόσμος» δεν κάνει τίποτα απ’ όλα αυτά. Οργανωμένες πολιτικές ομάδες είναι που χτυπάνε, που πληγώνουν. Οι άνθρωποι δεν μαχαιρώνουν μετανάστες. Οι άνθρωποι δεν κυνηγάνε Γερμανούς. Δεν δέρνουν πολιτικούς, δεν γιαουρτώνουν συγγραφείς, δεν χτίζουν καθηγητές.
Άγνοια, ιδεοληψίες, κοινωνικός εγωισμός, κομματικές επιδιώξεις, ιδιοτέλειες και συμφέροντα, εκτροχιασμένα, καταστροφικά και αυτοκαταστροφικά, οδηγούν την παραζαλισμένη κοινωνία σε αυτοκτονικά άκρα. Όποιος σπέρνει αίμα, θερίζει αίμα. Σαν ν’ ανοίξαμε μια κλειδωμένη πόρτα αυτά τα τελευταία χρόνια και ξαφνικά έγινε ευκολότερο να σκεφτόμαστε τους άλλους ανθρώπους ως αντικείμενα. Ως ανθρώπους που δεν ματώνουν το ίδιο κόκκινα με μας. Υποκριτικά, οι ενορχηστρωτές της πολιτικής βίας προσπαθούν να πάρουν τις αποστάσεις τους από τα ναζιστικά, αντιδημοκρατικά, αντικοινοβουλευτικά φαινόμενα. Ναι, είναι αλήθεια ότι η ύφεση δημιουργεί το εύφορο έδαφος για την εμφάνιση ρατσιστικών και ολοκληρωτικών απόψεων. Είναι όμως αλήθεια ότι την πολιτική βία και τη ρητορική του μίσους κάποιοι άλλοι φρόντισαν να την κάνουν οικεία, αποδεκτή, ανθρώπινη. «Δικαιολογημένη αγανάκτηση και δίκαιη οργή».
Όσα ήταν κλειδωμένα κάτω από μια επιδερμική, όπως φάνηκε, επιφάνεια δημοκρατίας και πολιτισμού, τώρα βγαίνουν στο φως. Και την κληρονομιά της πολιτικής βίας και του πολιτικού ανορθολογισμού θα την κληρονομήσουν οι πιο αδίστακτοι εις βάρος όλων.

Αν όλα αυτά είναι μια προσπάθεια εκλογίκευσης 
των όσων νιώθω σε κάθε τέτοιο περιστατικό, στ’ αλήθεια, η ενστικτώδης απέχθεια που νιώθω είναι πέρα από πολιτική. Ίσως γιατί μεγάλωσα σε μια εποχή που όταν γυρνούσαμε από το σχολείο με κατεβασμένο φρύδι και αίματα οι πατεράδες μας το πρώτο πράγμα που ρωτούσαν ήταν «εσείς πόσοι είσαστε;», κι αν η απάντηση ήταν «περισσότεροι» τρώγαμε άλλο ένα χαστούκι. Γιατί μεγαλώναμε μαθαίνοντας ότι οι άντρες δεν τα βάζουν ποτέ δύο εναντίον ενός. Αν έχεις προσέξει, σε όλα αυτά τα πάνω από 600 περιστατικά πολιτικής και ρατσιστικής βίας που συνέβησαν σε ένα χρόνο, το μοτίβο ήταν πάντα ίδιο: ένας όχλος κυνηγάει ένα ανυπεράσπιστο θύμα να το γιουχάρει, να το χτυπήσει, να το εξευτελίσει. Κρυμμένοι μέσα στο πλήθος, σίγουροι ότι μετά θα τρέξουν οι βουλευτές τους να τους υπερασπιστούν, θα κλαφτούν για την «άδικη δίωξη» και την «ποινικοποίηση των αγώνων». Και σχεδόν πάντα, η αποκαλυπτική λεπτομέρεια, θα πετάξουν καφέδες. Είναι η ριζοσπαστικότητα της τσάμπα μαγκιάς, η θρασυδειλία της ασυλίας, η διαδήλωση του φραπέ.


the paper - Edito 414 | www.athensvoice.gr