Τρίτη 6 Απριλίου 2021

OCEAN VUONG (2021), ΣΤΗ ΓΗ ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΡΟΣΚΑΙΡΑ ΥΠΕΡΟΧΟΙ, Μετάφραση Έφη Φρυδά, Αθήνα: Gutenberg-Aldina [επιλεγμένα αποσπάσματα]

 


"Μαμά. Μου 'πες κάποτε ότι η μνήμη είναι επιλογή. Αν όμως ήσουνα θεός θα 'ξερες ότι είναι πλημμύρα".

"Σκέφτομαι πάλι τον Μπαρτ. Ο συγγραφέας είναι κάποιος που παίζει με το σώμα της μητέρας του, λέεί μετά το θάνατο της δικής του μητέρας, με σκοπό να το εξυμνήσει, να το εξωραΐσει. Πόσο θέλω να αληθεύει αυτό",
"Τα πιο αληθινά ερείπια δεν καταγράφονται. Το κορίτσι που γνώριζε η γιαγιά τότε στο Γκο Κονγκ, εκείνο που φορούσε σανδάλια φτιαγμένα από σαμπρέλες κατεστραμμένων στρατιωτικών τζιπ, το κορίτσι που έσβησε από προσώπου γης σε μια αεροπορική επιδρομή τρεις εβδομάδες πριν το τέλος του πολέμου - εκείνη είναι ένα ερείπιο που κανείς δεν μπορεί να καταδείξει. Ένα ερείπιο χωρίς τοποθεσία, όπως μια γλώσσα".

"Λένε πως τίποτα δεν διαρκεί για πάντα, αλλά αυτό συμβαίνει επειδή φοβούνται πως θα διαρκέσει περισσότερο απ' όσο μπορούν να το αγαπήσουν".

"Ένα απόγευμα, που έβλεπα τηλεόραση μαζί με τη Λαν, είδαμε ένα κοπάδι από βίσωνες, τον έναν πίσω από τον άλλον, πάνω σ' ένα λόφο, μια ολόκληρη ασθμαίνουσα σειρά, σε χρώματα τεχνικολόρ, να ορμά ποδοβολώντας στο γκρεμό. "Γιατί σκοτώνουν έτσι τον εαυτό τους;" ρώτησε η Λαν μένοντας με το στόμα ανοιχτό. Ως συνήθως επινόησα κάτι επιτόπου: "Δεν το θέλουν, γιαγιά. Απλώς ακολουθούν την οικογένειά τους. Αυτό είν' όλο. Δεν ξέρουν ότι πάνε ίσια κάτω στο γκρεμό".


"Υπάρχει μια λέξη που ο Τρέβορ μου είπε κάποτε, μια λέξη που είχε μάθει από τον Μπάφορντ, που, κατά τη διάρκεια του πολέμου της Κορέας, υπηρέτησε στο ναυτικό στη Χαβάη: kipuka. Είναι το κομμάτι γης που σώθηκε αφότου η λάβα κύλησε από το βουνό - ένα νησί σχηματισμένο από ό,τι επέζησε έπειτα από μια μικρής έκτασης αποκάλυψη. Πριν κατέβει η λάβα, καψαλίζοντας τα βρύα στην πλαγιά, το κομμάτι αυτό ήταν ασήμαντο, ένα τίποτα μέσα σε μια απέραντη πράσινη μάζα. Μονάχα αντέχοντας κερδίζει την ονομασία του. Ξαπλωμένος στρωματσάδα πλάι σου, δεν μπορώ παρά να θέλω να είμαστε το kipuka μας, το δικό μας -ορατό- διασωθέν".

Κυριακή 4 Απριλίου 2021

OCEAN VUONG (2021), ΣΤΗ ΓΗ ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΡΟΣΚΑΙΡΑ ΥΠΕΡΟΧΟΙ, Μετάφραση Έφη Φρυδά, Αθήνα: Gutenberg-Aldina



Το Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι είναι το γράμμα ενός γιου προς την αναλφάβητη μητέρα του. Ο Λιτλ Ντογκ, Αμερικανός βιετναμέζικης καταγωγής, φέρνει στο φως την ιστορία της οικογένειάς του από τον πόλεμο του Βιετνάμ ως την εγκατάστασή της στην Αμερική, εστιάζοντας στη δραματική ζωή της στοργικής αλλά συχνά βίαιης μητέρας του και της γιαγιάς του. Παράλληλα, ψηλαφώντας τα τραύματα του παρελθόντος αποκαλύπτει σκέψεις και πλευρές της ζωής του που η μητέρα του αγνοούσε: αγωνίες, φόβους του, έναν δυνατό έρωτα.

Μια ωμή, αλλά βαθιά λυρική και ειλικρινής εξομολόγηση που φτάνει στη θαρραλέα αποκάλυψη συγκλονιστικών προσωπικών στιγμών. [Οπισθόφυλλο βιβλίου]

Ο Βουόνγκ γεννήθηκε το 1988 στη Σαϊγκόν, αλλά δεν έζησε ποτέ στον γενέθλιο τόπο. Σε ηλικία μόλις δύο ετών μεταναστεύει στις ΗΠΑ μαζί με τη μητέρα του και τη γιαγιά του. Ο πατέρας του θα τους παρατήσει, κάπως έτσι ξεκινάει η περιπέτειά του. Ο Βουόνγκ, αίφνης, γίνεται το παιδί ενός περάσματος, μια γέφυρα που ενώνει το παρελθόν της μητέρας του με το δικό του παρόν. Πετώντας πάνω από τον Ειρηνικό Ωκεανό η μητέρα του θα τον «βαφτίσει» Όσιαν. Είναι μια δάνεια ταυτότητα από τις πολλές που θα αναγκαστεί να φέρει πάνω του. 

Μια νέα ζωή

Εγκαθίσταται στο Κονέκτικατ μόνο που αυτός ο νέος τόπος του προσδίδει ολοένα και περισσότερο το αίσθημα της ξενότητας. Μεγαλώνει ως παιδί που δεν μπορεί να έχει ισότιμη σχέση με τους λευκούς, ενώ ταυτόχρονα η ομοφυλοφιλία του θα τον τοποθετήσει στη γωνία της εργατικής συνοικίας που διέμενε. Ένας γκέι σε έναν κόσμο στρέιτ εκείνα τα χρόνια ήταν πάντα ένα ζήτημα, που αν δεν κουκουλωνόταν σίγουρα προκαλούσε αντιδράσεις. Κι όμως, ο μικρός Βουόνγκ έχει ένα παράξενο φλέγμα. Είναι παιδί που παίρνει τα γράμματα. Γίνεται ο μόνος στην οικογένεια που καταφέρνει να κάνει ανώτατες σπουδές, τη στιγμή που η μητέρα του ήταν αναλφάβητη και δούλευε ως μανικουρίστα για τα προς το ζην. 

Διαπερνώντας τις ειδολογικές διαφορές και ενσωματώνοντας την ποιητική αύρα στο πεζό του και την ευρυχωρία μιας πλοκής στην ποιητική γραφή του, ο Βουόνγκ είναι ένας «ολικός» δημιουργός, αλλά και πνεύμα των δημιουργημάτων του. Δεν είναι τυχαίο ότι ο τίτλος του πεζού του είναι, αντιστοίχως, τίτλος ενός ποιήματος της συλλογής του. Το συγγραφικό του σύμπαν είναι ενιαίο, διαβάζεται ως μια κύρια πτύχωση της προβληματικής του που είναι η αναζήτηση αυτής της ταυτότητας. 

Κι αν στην ποίησή του η μορφή του απόντος πατέρα είναι κυρίαρχη, στο πεζό η μητρική θωριά είναι εκείνη που αναζωπυρώνει την πληγή του. Ναι, υπάρχει μια ανοιχτή πληγή στον Βουόνγκ, διότι η ζωή του είναι σαν να πηγαίνει παράλληλα μ’ αυτόν, και τώρα, πιο ώριμος και έτοιμος, είναι αποφασισμένος διά της γραφής να συνενώσει τα κομμάτια. Η συντροφικότητα, το θάλπος του σώματος, η θέρμη της επιθυμίας, το σκίρτημα του σώματος, η κληρονομικότητα, ο γενέθλιος τόπος που παραμένει μακρινός και ξένος, ο νέος κόσμος στον οποίο εντάχθηκε βιαίως, η σχέση με τους γονείς. Όλα τούτα είναι ζητήματα που ο Βουόνγκ τα απλώνει σε έναν καμβά που τον διαμορφώνει με λέξεις που προσπαθεί να οικειοποιηθεί. Μια γλώσσα που την έμαθε γράμμα-γράμμα αναζητώντας –τι άλλο;– τη νέα του ταυτότητα. 

Η προφορικότητα της ποίησής του, αλλά και η απόφασή του να γράψει το πεζό του σε μορφή μονολογικής επιστολής προς τη μητέρα του, δείχνουν πως γι’ αυτόν η γλώσσα έχει πρωτίστως φωνή πριν αποκτήσει γραπτό σώμα. Η φωνοαισθητική διάσταση της δημιουργίας του δεν γίνεται να μείνει εκτός ανάλυσης, διότι είναι αυτή που τον συνεγείρει και τον κινητοποιεί. Όπως έχει πει και ο ίδιος: «Η βιετναμέζικη γλώσσα είναι τονική, πχ. οι λέξεις má, mả, ma. στα βιετναμέζικα διαφοροποιούνται στην προφορά και σημαίνουν: μητέρα, μνήμα, φάντασμα». Ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο γλώσσες-κόσμους τοποθετείται ο Βουόνγκ δημιουργώντας τον δικό του. 

Εντάσσεται, άραγε, το μυθιστόρημά του στην queer λογοτεχνία; Πάλι με τα δικά του λόγια: «Τo queer προσκαλεί το καινούργιο, το καινοτόμο και είναι ευρύτερο από την σεξουαλικότητα και το φύλο. Είναι δράση. Κι η δράση αυτή ξεκινά στην ακινησία, όπου η σιωπή γίνεται μία αρχιτεκτονική στην υπηρεσία της πρόθεσης». Σαν κάτι να θέλει να μας πει εδώ ο Βουόνγκ. Δεν είναι ένας Ζενέ, ούτε ένας Βιντάλ. Δεν είναι ένας Ίσεργουντ ούτε ένας Καπότε. Προφανώς και δεν αποποιείται τη σεξουαλική του ταυτότητα ούτε την υποβιβάζει σε μια μικρή πτυχή της ζωής του. Αντιθέτως, είναι κεντρικό σημείο στο επιστολικό του μυθιστόρημα. Όσο βαραίνει μέσα του ο θάνατος της γιαγιάς του, άλλο τόσο βαραίνει και ο θάνατος του πρώτου εραστή του από ναρκωτικά.

Ωστόσο, πώς γίνεται να συνδέεσαι με το τραύμα του ακόμη κι αν δεν έχεις τον ίδιο σεξουαλικό προσανατολισμό μαζί του; Η απάντηση είναι απλή: η σημαντική λογοτεχνία, καίτοι εντός της έχει ευδιάκριτες διαφορές, στην ουσία της συμπεριλαμβάνει κάθε άνθρωπο. Ο Βουόνγκ γράφει πρώτα για εκείνον, μια δραστική και αποκαλυπτική autofiction, συμπεριλαμβάνοντας όλους μας. Δεν είναι το φύλο η βασική του μέριμνα, αλλά ο άνθρωπος. 

Ακόμη κι αυτός που δεν μπορεί να διαβάσει την επιστολή του; Κυρίως αυτός. Ο Βουόνγκ στέλνει αυτό το μακροσκελές γράμμα στη μητέρα του γνωρίζοντας πως θα μείνει αδιάβαστο και αναπάντητο. Πώς αλλιώς; Δεν γνωρίζει γραφή και ανάγνωση. Γι’ αυτόν, όμως, είναι μια λυτρωτική πράξη αυτογνωσίας και αναζήτησης. Είναι ένας τρόπος να την πλησιάσει, να αγγίξει μια πρώτη φορά τόσα άμεσα και πραγματικά τη μητέρα του. Η σχέση τους ορίζεται από μια παρουσία-απουσία. Οι συχνές εκρήξεις βίας της μητέρας του (μια γυναίκα που έχει βιώσει στο πετσί της τις θηριωδίες του πολέμου στο Βιετνάμ) θέτουν οριακά ερωτήματα στον μικρό Βουόνγκ και αφήνουν μια χαίνουσα πληγή στον ενήλικο εαυτό του. Αν επουλώνονται αυτές οι πληγές μέσω της γραφής; Ο συγγραφέας/ποιητής αντιδράει: «όχι, δεν έχει τέτοια λειτουργία η λογοτεχνία». 

Τούτη η επιστολή ακολουθώντας τις παραβολικές τροχιές της μνήμης κάνει ένα συνεχές μπρος-πίσω, κουβαλώντας τα φερτά υλικά της θύμησης με έναν άτακτο τρόπο, αλλά που στην ουσία είναι ο μόνος για να συνθέσει τις σπασμένες ψηφίδες της ζωής. Γράφει σε μια γλώσσα που δεν είναι η μητρική του ευελπιστώντας έτσι να του γίνει πιο οικεία, σαν ένα δεύτερο δέρμα που δεν σκιάζει το πρώτο. Είναι μια προσπάθεια να μιλήσει ανοιχτά για τη σεξουαλικότητά του και πώς αυτή τον καθόρισε σε έναν κόσμο του οποίου η πλειοψηφία στοιχίζεται στο βασίλειο των στρέιτ.

Ο Βουόνγκ είναι ομοίως βίαιος και λυρικός. Ωμός, αλλά και στοχαστικός. Ρεαλιστής, αλλά και ποιητικός. Η επιστολή του φέρνει στο νου το Ημερολόγιο πένθους του Ρολάντ Μπαρτ. Εντέλει μάς προσφέρει μια βιωμένη ιστορία, ανεπεξέργαστη και ατόφια, την οποία καθώς τη γράφει την τοποθετεί μέσα του, την αναστυλώνει, επιθυμεί να της δώσει ένα περίγραμμα και μια ουσία κατανόησης. 

Πρόκειται για μια αποκάλυψη. Από τις ωραιότερες της τρέχουσας χρονιάς. Η μετάφραση της Εφης Φρυδά, αλλά και του Δημήτρη Μαύρου στα ποιήματα του Βουόνγκ, αξίζουν ιδιαίτερης μνείας. Εδώ δεν έχουμε απλώς λέξεις, είναι ένα λεκτικό σύμπαν που επιθυμεί να αποκτήσει υπόσταση, να νοηματοδοτήσει την ύπαρξή του. Καθόλου εύκολη δουλειά για έναν μεταφραστή. Ευδόκιμη, εντούτοις.

Αντλήθηκε από την βιβλιοκριτική του Διονύση Μαρίνου: https://bookpress.gr/kritikes/xeni-pezografia/13265-vuong-ocean-gutenberg-sti-gi-eimaste-proskaira-uperochoi-marinos

ΝΓΚΟΥΓΚΙ ΓΟΥΑ ΘΙΟΓΚΟ (2016), ΠΕΤΑΛΑ ΑΠΟ ΑΙΜΑ, Μετάφραση Σταυρούλα Αργυροπούλου, Αθήνα: Καστανιώτης

 


Όταν τον περασμένο Νοέμβριο μαινόταν η διαμάχη για την απονομή του Βραβείου Νομπέλ στον Μπομπ Ντίλαν, το αναγνωστικό κοινό ξαναήρθε σε επαφή με το όνομα του γεννημένου το 1938 κενυάτη συγγραφέα Νγκούγκι γουά Θιόνγκο, ως μια ακόμη απόδειξη «αδικίας». Το όνομα του Νγκούνγκι είχε ξαναπαίξει στο παρελθόν, κυρίως σε καιρούς που η Σουηδική Ακαδημία έκανε ανοίγματα προς πολιτικά ορθές κατευθύνσεις - τον Τρίτο Κόσμο, τις γυναίκες, τις μειονοτικές ομάδες, τους εξορίστους κ.λπ. Η αλήθεια είναι ότι φαντάζει ως ένας επιδέξιος συγγραφέας, βαθιά πολιτικοποιημένος και γνώστης των δυτικών συγγραφικών παραδόσεων, που κατάφερε να συγκαταλέγεται στους εκπροσώπους του πνευματικού κόσμου της μετααποικιακής Μαύρης Ηπείρου δίπλα στον γνωστό μας Τσινούα Ατσέμπε, τον Λεοπόλντ Σεντάρ Σενγκόρ, τον Γουόλε Σογίνκα (Βραβείο Νομπέλ 1986) και μερικούς άλλους, άγνωστους στην Ελλάδα συγγραφείς. Οταν πρωτοβγήκε το παρόν βιβλίο στα 1978 βρισκόμουν στην Κένυα επισκεπτόμενος τα εθνικά πάρκα της χώρας, και μέρος των εκεί εμπειριών αποτυπώθηκε στο πρώτο μου βιβλίο Μύθοι της Ανάπτυξης στους Τροπικούς. Εζησα λοιπόν τον αναβρασμό που δημιούργησε το Πέταλα από αίμα και η φυλάκιση του Νγκούγκι από την κυβέρνηση του Γιόμο Κενιάτα. Δεν κατάφερα τότε να ολοκληρώσω το βιβλίο, λόγω άλλων προτεραιοτήτων. Κακώς ίσως, γιατί θα εμπλούτιζα τις γνώσεις μου για τις επιπτώσεις της αποαποικιοποίησης, την έναρξη των περίφημων «αναπτυξιακών δεκαετιών στον Τρίτο Κόσμο», και κυρίως για την απομυθοποίηση των πρώην εξεγερμένων του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος που είχαν ήδη εξελιχθεί σε τυράννους /δυνάστες - χειρότερους, κατά τον συγγραφέα, από τα πρώην λευκά αφεντικά.

Σήμερα, το βιβλίο του Νγκούγκι μπορεί να διαβαστεί ως χρονικό εποχής, αλλά και ως αποτίμηση της ιστορίας των ιδεών. Η Κένυα απέκτησε την ανεξαρτησία της το 1963, ταυτόχρονα σχεδόν με σειρά άλλων αποικιών στην Μαύρη Ηπειρο, εν μέρει ως συνέπεια τοπικών εθνικοαπελευθερωτικών εξεγέρσεων, κυρίως όμως λόγω αδυναμίας της πληγωμένης Ευρώπης να διαχειρισθεί τις αυτοκρατορίες της μετά τις καταστροφές του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Είναι ενδεικτικό ότι ο στρατηγός Ντε Γκολ έδωσε σε μια νύχτα την ανεξαρτησία τους σε 14 (!) γαλλικές αποικίες την πρωτοχρονιά του 1960 συγκροτώντας αυτοβούλως νέα κράτη που είχαν να αντιπαλέψουν τον πολυφυλετισμό τους και την αυθαίρετη χάραξη συνόρων. Ρίξτε μια ματιά στον χάρτη της Αφρικής και θα δείτε ότι τα σύνορα είναι κατά κανόνα ατέρμονες ευθείες που καταργούν κάθε ανθρωπογεωγραφική φυσική ενότητα. Συχνά, καμιά εκατοντάδα και βάλε φυλές, με διαφορετικά ήθη, πεποιθήσεις, θρησκείες, «τρόπο παραγωγής» και κυρίως γλώσσα, όφειλαν να στριμωχτούν κάτω από την ίδια εθνική σημαία, να εκλέξουν από κοινού τους εκπροσώπους τους, και να συνεννοηθούν στο μοναδικό κοινό ιδίωμα, δηλαδή τα αγγλικά, τα πορτογαλικά ή τα γαλλικά. Ετσι έγινε και στην ήδη ταλαιπωρημένη από το χιλιετές αραβικό δουλεμπόριο Κένυα, μια από τις πλέον προσφιλείς στους λευκούς αποικίες, τη λεγομένη «χώρα των καλών αγρίων» (των Μασάι), εξίσου ελκυστική και για τη λογοτεχνία (από το Πέρα από την Αφρική της Κάρεν Μπλίξεν ώς τα Χιόνια του Κιλιμάντζαρο του Χέμινγουεϊ, και στα καθ' ημάς από το Αμρε Αμούγκου του Καραγάτση ώς το Λίγο από το αίμα σου της Σώτης Τριανταφύλλου).  Ο Νγκούγκι περιγράφει αυτήν ακριβώς την στενάχωρη διαδικασία - έναν δρόμο σπαρμένο με ασυνεννοησία, διαψευσμένες ελπίδες, εγκαθίδρυση μιας νέας κοινωνικής τάξης αυτόχθονων κυρίαρχων διψασμένων για πλούτο και άμετρη ισχύ, χωρίς τους εξισορροπητικούς μηχανισμούς των δυτικών επικυρίαρχων. Οι αφρικανικοί εμφύλιοι πόλεμοι δεν ήταν τότε μακριά, μόνο που στα χρόνια εκείνα κανείς δεν μπορούσε να μαντέψει την έλευσή τους, καθώς αιτία όλων των κακών θεωρούνταν ο ευρωπαίος δυνάστης και κατά τον ίδιο τον συγγραφέα, ο καπιταλισμός.

Κικούγιου

Οι τέσσερις βασικοί ήρωες του βιβλίου συνδέονται λόγω της καταφυγής τους στην επινοημένη αγροκτηνοτροφική κοινότητα του Ιλμορογκ, όχι μακριά από το Ναϊρόμπι, στην περιοχή που ελέγχεται από την κυρίαρχη γεωργική φυλή των Κικούγιου (όπως και ο συγγραφέας). Η ζώνη αυτή είδε να αναπτύσσεται κατά την περίοδο της αποικιοκρατίας η οικονομία των φυτειών, με αποδοτικά ευρωπαϊκά αγροκτήματα (τσάι, καφές, σισάλ) και τους ντόπιους να δουλεύουν πρωτίστως ως αγρεργάτες. Πρόκειται για τον Αμπντάλα, που έχει χάσει το πόδι του στη διάρκεια του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος και τώρα βιοπορίζεται έχοντας ανοίξει ένα κατάστημα μικρομπακαλικής που εξελίσσεται σε μπαρ. Για τον Μουνίρα, απογοητευμένο από τα γήινα δάσκαλο, που αφήνει την οικογένειά του και καταφεύγει στο Ιλμορογκ με άφθονο ιδεαλισμό στις αποσκευές του, αναζητώντας τις ρίζες της φυλής του και τον λόγο του Θεού. Για τον Καρέγκα, πρώην φοιτητή, που εξελίσσεται σε συνδικαλιστή όταν πια το Ιλμορογκ εκσυγχρονίζεται λόγω της διάνοιξης του διαφρικανικού δρόμου και της εκβιομηχάνισης της περιοχής. Και για τη γοητευτική Γουαντζά, εγγονή της σεβάσμιας γερόντισσας του χωριού που επιστρέφει για να αρχίσει μια νέα ζωή μετά τις περιπλανήσεις της στον κόσμο της νύχτας ως μπαργούμαν και περιστασιακή πόρνη. Οι τέσσερις θα σχετισθούν, όπως είναι φυσικό. Οι τρεις άντρες θα ποθήσουν μέχρις εσχάτων και θα κατακτήσουν την περιστασιακή εύνοια της Γουαντζά. Θα κάνουν συνεχείς παρατεταμένες αναδρομές στο παρελθόν, όταν ακόμη πίστευαν ότι με την αποχώρηση των λευκών θα λυθούν αυτομάτως όλα τα προβλήματα - κοινωνικά και προσωπικά. Θα ανατρέξουν στις απαρχές της ιστορίας της Κένυας και του ίδιου του ανθρώπινου είδους. Θα οργανώσουν μια πορεία προς την πρωτεύουσα για να διεκδικήσουν το μερτικό της παραμελημένης περιοχής τους στην ευημερία και εκεί θα αντιμετωπισθούν με άμετρη σκληρότητα από ιερωμένους, πολιτικούς, επιχειρηματίες κ.λπ. (όλοι μαύροι, σημειωτέον). Η Γουαντζά θα βιασθεί από τον πρώτο της εραστή που την είχε εγκαταλείψει με ένα μωρό στην κοιλιά. Κι έτσι, εν μέσω κοινωνικής αδικίας και συλλογικού αποπροσανατολισμού, έπειτα από αφίξεις και αναχωρήσεις θα ξαναβρεθούν όλοι μαζί στο ραγδαία αναπτυσσόμενο Ιλμορογκ.

Ξέρει την κοινωνία

Εδώ χρειάζεται μια παρένθεση. Η διαδικασία του εκσυγχρονισμού της χώρας και των λεγόμενων αναπτυξιακών δεκαετιών δίνεται στο βιβλίο μετά λόγου γνώσεως. Ο Νγκούγκι, έχοντας λάβει άριστη αγγλοσαξονική παιδεία (ιδού ένα οξύμωρο ως προς την ιδεολογική του συγκρότηση) είναι καλός γνώστης των αναγκαιοτήτων της εμπειρικής, συγγραφικής έρευνας. Είναι κοινωνός της βιβλιογραφίας της εποχής - από τον αντιαποικιοκράτη Φραντς Φανόν ώς τον νομπελίστα Ντέρεκ Γουόλκοτ, όπως επίσης και από τις «αναπτυξιακές» κατευθύνσεις σπουδών που ανθούσαν τα χρόνια εκείνα, έως και την προβληματική των σχολών της υπανάπτυξης, της θεωρίας κέντρου - περιφέρειας κ.λπ. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι ξέρει (και όταν δεν ξέρει ψάχνει) την κοινωνία του, τόσο ως προς το σκέλος της παράδοσης, όσο και ως προς εκείνο του εκσυγχρονισμού: η περίφραξη των φυσικών πόρων, ο εκτοπισμός αυτόχθονων φυλών προκειμένου να οριοθετηθούν οι περίφημοι εθνικοί  δρυμοί με την γνωστή μεγάλη πανίδα της χώρας, η εμπορευματοποίηση των γαιών, ο εκχρηματισμός παραδοσιακών οικονομικών δραστηριοτήτων, η λειτουργία του τραπεζικού δανεισμού και η συνεπακόλουθη υπερχρέωση ή και εκποίηση των γαιών των νοικοκυριών, η άμετρη αστικοποίηση, ακόμη και η εκπόρνευση των γυναικών παρελαύνουν με γνώση και ακρίβεια.

Πολιτική ένταξη

Εκεί που τα χαλάει ο συγγραφέας είναι πρώτον τα αλλεπάλληλα, όχι ιδιαίτερα πειστικά, μακροσκελή φλασμπάκ, που είναι ριγμένα άγαρμπα στο χαρτί, έχουν πολλαπλές επαναλήψεις και αποπροσανατολίζουν την αφήγηση με ένα είδος μνημονικού λυρισμού που τραβιέται στα άκρα. Δεύτερον και κυριότερο, η προγραμματική ένταξή του στο πολιτικό μπλοκ του υπαρκτού σοσιαλισμού με τρόπο ακραία στρατευμένο και διόλου λογοτεχνικό. Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός κυριαρχεί στην αφήγηση, ο καπιταλισμός καταγγέλλεται με κάθε ευκαιρία, λογύδρια για την ανθρώπινη απελευθέρωση αναμειγνύονται με τη λυρική ποιητικότητα των λεγόμενων «προφορικών πολιτισμών», η πίστη στη Σοβιετική Ενωση υποφώσκει άκριτα (δεν είναι τυχαίο ότι το βιβλίο ολοκληρώθηκε κατά τη φιλοξενία του συγγραφέα στη Γιάλτα).

Συνεπιμέλεια: Κράμερ μαζί με Κράμερ;

Μια πυρκαγιά στο μπουρδέλο της Γουαντζά

Και η καθεαυτή αφήγηση; Αν και στενάζει υπό το βάρος του Ψυχρού Πολέμου, έχει εντούτοις φωτεινές αναλαμπές. Ηδη από την πρώτη σελίδα μαθαίνουμε για μια πυρκαγιά στο μπουρδέλο της Γουαντζά που σκότωσε τρεις από τους κακούς μαύρους του βιβλίου (εκμεταλλευτές, καπιταλιστές, βιαστές, πλούσιους και άπληστους, όλα μαζί). Ποιος διέπραξε τον φόνο; Ο θρησκόληπτος Μουνίρα, ο άτυχος της ζωής Αμπντάλα ή ο φτωχός συνδικαλιστής Καρέγκα αν όχι η ίδια γοητευτική ηρωίδα μας που έχει εξελιχθεί και η ίδια σε άπληστη επιχειρηματία, επενδύοντας στο κορμί των άλλων; Θα περάσουν εξακόσιες σελίδες συνεχών αναδρομών για να το μάθουμε, και θα ανταμειφθούμε άλλοτε μέσω αναδιφήσεων στην οικογενειακή ιστορία του καθενός, άλλοτε μέσω αναλύσεων για τη διαδοχή των τρόπων παραγωγής και άλλοτε μέσα από απόπειρες συγκρότησης μιας θεωρίας εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο (και το αντίθετό της, όπως θα 'λεγε ο ανεκδοτολόγος της παρέας).

Την ίδια περίοδο - θυμάμαι έτσι εκ του προχείρου - εγκαθιδρύθηκε το μαρξιστικό καθεστώς του Μενγκίστου στην Αιθιοπία, έφτασαν κουβανικά στρατεύματα σε ποικίλες χώρες της Αφρικής και ανετράπη ο στυγνός δικτάτορας της Ουγκάντα Αμίν Νταντά, αλλά και ο κατηγορούμενος ως πράκτορας της CIA Μομπούτου του Ζαΐρ. Δεν ξέρω πού αποδίδει σήμερα ο Νγκούγκι τα δεινά της ηπείρου - αν αντιμετωπίζει λ.χ. με την ίδια καχυποψία την ισλαμική τζιχάντ ή την κινεζική διείσδυση στην αφρικανική ήπειρο που φέρνει άφθονη ανάπτυξη αλλά εξίσου άφθονη κοινωνική ανισορροπία. Να τα αποδίδει μήπως στην παγκοσμιοποίηση ή ίσως στη χρεοκοπία του σοβιετικού πειράματος; Το ενδιαφέρον πάντως είναι ότι η μεγαλόψυχη, ενοχική και λάτρις των τριτοκοσμικών ακτιβιστών Δύση τον δέχθηκε προ πολλού στις αγκάλες της. Σήμερα είναι εγκατεστημένος στις ΗΠΑ όπου διδάσκει σε αμερικανικά πανεπιστήμια, μη έχοντας εγκαταλείψει μάλιστα τις ελπίδες του για ένα μαύρο Νομπέλ.

Ποιος είναι

Εξέχων εκπρόσωπος των αφρικανικών γραμμάτων

Ο 79χρονος Νγκούγκι γουά Θιόνγκο είναι πεζογράφος και δοκιμιογράφος, εξέχων εκπρόσωπος των αφρικανικών γραμμάτων με εκτεταμένο έργο. Γεννήθηκε το 1938 στο Λιμούρου της Κένυας και βαπτίστηκε ως Τζέιμς Γκούγκι. Μετά την ενηλικίωσή του απέρριψε τον χριστιανισμό και υιοθέτησε το αφρικανικό όνομα για να τονίσει την πολιτισμική του ταυτότητα. «Τα πέταλα από αίμα» εκδόθηκαν το 1977, το τελευταίο βιβλίο του στα αγγλικά. Εκτοτε δήλωσε πως θα γράφει στη μητρική του διάλεκτο, την κικούγιου, και παρότρυνε τους αφρικανούς συγγραφείς να κάνουν το ίδιο. Οι μαχητικές πολιτικές απόψεις του τού στοίχισαν πολυετή αυτοεξορία από τη χώρα του. Σήμερα είναι καθηγητής συγκριτικής λογοτεχνίας και αγγλικής φιλολογίας, καθώς και διευθυντής του Διεθνούς Κέντρου Γραφής και Μετάφρασης στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας (Ιρβάιν). Τα τελευταία χρόνια συγκαταλέγεται σταθερά στους διεκδικητές του Βραβείου Νομπέλ Λογοτεχνίας.

[Η βιβλιοκριτική είναι του Μιχάλη Μοδινού στα "Νέα":

 https://www.tanea.gr/2017/04/27/lifearts/tropikos-lyrismos-kai-sosialistikos-realismos-enos-ypopsifioy-nompelista/, ]

Κυριακή 21 Μαρτίου 2021

MIN JIN LEE (2019), ΠΑΤΣΙΝΚΟ, Μετάφραση Βάσια Τζανακάρη, Αθήνα: Ίκαρος


ΓΙΟΝΓΚΝΤΟ, ΚΟΡΕΑ, 1911. Σε ένα μικρό ψαροχώρι στην ακτή της Ανατολικής θάλασσας, ένας ψαράς παντρεύεται ένα δεκαπεντάχρονο κορίτσι. Το φτωχό ζευγάρι φέρνει στον κόσμο μια κόρη, την πολύτιμή τους Σάντζα.

Η ΑΝΑΠΑΝΤΕΧΗ εγκυμοσύνη της Σάντζα μόλις στα δεκαέξι της χρόνια από έναν παντρεμένο άντρα, φέρνει την οικογένεια αντιμέτωπη με την ταπείνωση. Όμως, ο Ίσακ, ένας νεαρός ιερέας, της δίνει την ευκαιρία να τον ακολουθήσει στην Ιαπωνία και να ζήσουν μαζί ως σύζυγοι.

Η ΣΑΝΤΖΑ ακολουθεί έναν άντρα που μόλις έχει γνωρίσει σε μια εχθρική, για εκείνη, χώρα όπου δεν έχει φίλους, ούτε σπίτι, και δεν μπορεί να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους αφού δεν γνωρίζει τη γλώσσα.

Έτσι ξεκινά η μοναδική αφήγηση μιας οικογένειας μεταναστών, που εκτείνεται σε τέσσερις γενιές και οκτώ δεκαετίες. Μέσα από τους απέλπιδους αγώνες και τους σκληρά κερδισμένους θριάμβους, τα μέλη της παραμένουν βαθιά συνδεδεμένα καθώς αντιμετωπίζουν ζητήματα πίστης, ταυτότητας και διαρκούς επιβίωσης. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Ο τίτλος του βιβλίου ‘Πατσίνκο’ είναι δανεισμένος από ένα τυχερό ιαπωνικό παιχνίδι τύπου φλίπερ, όπου ο παίκτης από το ταμπλώ του παιχνιδιού πρέπει να επιλέξει το μηχάνημα που έχει στατιστικά μεγαλύτερες ελπίδες να του αποδώσει κέρδη. "Όπως δηλαδή και στη ζωή, μόνο που το πατσίνκο είναι ένα παιχνίδι ενώ η ζωή όχι", όπως αναφέρεται και στο μυθιστόρημα.

Στις σημειώσεις του βιβλίου η συγγραφέας αναφέρει ότι η ιδέα για το βιβλίο προέκυψε το 1989, όταν τριτοετής στο πανεπιστήμιο άκουσε από έναν ιεραπόστολο την ιστορία ενός νεαρού Κορεάτη που αυτοκτόνησε επειδή δεν άντεξε τον εκφοβισμό που υπέστη λόγω της καταγωγής του. Την ιστορία αυτή, όπως ομολογεί η ίδια, την "κουβαλούσε σχεδόν τριάντα χρόνια", συνθέτοντας πολλές αφηγήσεις και προσχέδια μυθιστορήματος που δεν δημοσιεύτηκαν ποτέ, μέχρι που υπέβαλε μια μυθοπλαστική αφήγηση της ιστορίας που άκουσε στο κολέγιο, και πήρε υποτροφία από το New York Foundation for the Arts για να ερευνήσει τη ζωή των Κορεατών που μετανάστευσαν στην Ιαπωνία. Άλλωστε, η ίδια έχει γεννηθεί στη Νότια Κορέα και μετακόμισε στις Ηνωμένες Πολιτείες όταν ήταν επτά ετών.

Πρόκειται για ένα έπος που ξεκινάει στη Νότια Κορέα το 1932 και ολοκληρώνεται στην Ιαπωνία το 1989. Με φόντο τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο από την πλευρά της Κορέας και της Ιαπωνίας, και τον χωρισμό της Κορέας σε Βόρεια και Νότια, παρακολουθούμε τη ζωή τριών γενεών Κορεατών που ζουν στην Ιαπωνία. Μέσα από τις περιπέτειες και τα βιώματά τους θίγονται θέματα διαχρονικά, όπως ο έρωτας, ο πόλεμος, η φτώχεια, η εκμετάλλευση, το δίκαιο και το άδικο,  οι ρόλοι του άντρα και της γυναίκας, η σεξουαλικότητα και η ομοφυλοφιλία, η δύναμη της τύχης και η επίδραση της μόρφωσης στον χαρακτήρα του ανθρώπου. Κυρίως όμως απεικονίζονται οι φυλετικές διακρίσεις, οι ρατσιστικές αντιλήψεις, οι αυθαίρετες γενικεύσεις και τα στερεότυπα, με έμφαση στη δύσκολη θέση της γυναίκας, όπως σκιαγραφείται από την ιστορία της βασικής ηρωίδας, της Σάντσα, που την  παρακολουθούμε από τη γέννησή της μέχρι που αποχτάει τα δικά της εγγόνια: «η ζωή μιας γυναίκας είναι ατελείωτη δουλειά και βάσανα. Τα βάσανα δεν σταματάνε».

Ούτε όμως και η ζωή των αντρών είναι εύκολη, αφού είναι αυτοί που πρέπει να εξασφαλίσουν στέγη και φαγητό και γενικά να συντηρήσουν την οικογένειά τους και να μορφώσουν τα παιδιά τους. Όταν μάλιστα οι ρόλοι αντιστρέφονται και είναι η γυναίκα είναι εκείνη που καταφέρνει να γεμίσει το τραπέζι, τότε είναι μεγάλη προσβολή για τον ανδρισμό τους. «Τι είδους άντρας αφήνει τη γυναίκα του να δουλέψει σε εστιατόριο;... Ποιο ήταν το χειρότερο – η γυναίκα του να δουλεύει για τοκογλύφους ή να τους χρωστάει εκείνος λεφτά; Για έναν Κορεάτη, οι επιλογές ήταν πάντα σκατά».

Η συγγραφέας, μέσα από τα μάτια απλών ανθρώπων χωρίς πατρίδα και έναν άγνωστο για μας κόσμο, μεταφέρει εξαιρετικά την ατμόσφαιρα των περιοχών που περιγράφει, τα ιαπωνικά ήθη και έθιμα, τις προσφωνήσεις που ανταλλάσσουν, τις αξίες που πρεσβεύουν. Ο αναγνώστης μυρίζει την αλμύρα της θάλασσας και τα ψάρια από την ψαραγορά, βλέπει το χωμάτινο δάπεδο με τις ψάθες όπου κοιμούνται εναλλάξ οι νοικάρηδες, γεύεται το φημισμένο κίσμπι, το γεμάτο σκόρδο, και νιώθει μαζί με τους Κορεάτες μετανάστες στην Ιαπωνία τη νοσταλγία τους για την πατρίδα: «Η ζωή είναι σκατά, αλλά όχι πάντα... Εκτός από την καθημερινότητα, υπήρξαν στιγμές ακτινοβόλας ομορφιάς και μια κάποια λαμπρότητα».

Αυτοί που εύκολα επιβιώνουν είναι αυτοί που δεν νοιάζονται για πατρίδες και ιδεώδη, αλλά μόνο για τον εαυτό τους. είναι οι "γιακούζα", οι γκάνγκστερ, που όσο σκληροί κι αν είναι με τους άλλους, τόσο δοτικοί μπορούν να γίνουν με τους δικούς τους ανθρώπους. «Εγώ δεν είμαι καλός Κορεάτης και δεν είμαι καλός Γιαπωνέζος. Είμαι καλός στο να βγάζω λεφτά. Αυτή η χώρα θα κατέρρεε αν όλοι πίστευαν βλακείες για σαμουράι και τα λοιπά... Έχε υπόψη σου το εξής: αυτοί οι κομμουνιστές δεν νοιάζονται για σένα. Δεν νοιάζονται για κανέναν. Είσαι τρελός αν πιστεύεις ότι νοιάζονται για την Κορέα... Άνθρωποι σαν κι εμάς δεν έχουν πατρίδα». 

Αναλυτική παρουσίαση της υπόθεσης του μυθιστορήματος και κριτική βλ.  εδώ https://passepartoutreading.gr/2019/01/20/patsinko/ και εδώ https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/12535-patsinko

JACK FAIRWEATHER (2020), Ο ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ Η αληθινή ιστορία του ήρωα της αντίστασης που διείσδυσε στο Άουσβιτς, Μετάφραση Θεοδώρα Δαρβίρη, Αθήνα: Gutenberg / Ιστοσρία

Αυτή είναι η αληθινή ιστορία ενός αφανή ήρωα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, του Βίτολντ Πιλέτσκι. Ενός γενναίου αξιωματικού του πολωνικού στρατού και μέλους της αντίστασης της Βαρσοβίας, ο οποίος το φθινόπωρο του 1940 και ενώ οι Ναζί έχουν καταλάβει την Πολωνία διεισδύει εθελοντικά στο Άουσβιτς, συγκροτεί αντιστασιακό πυρήνα και συντάσσει αναφορές για τις ναζιστικές φρικαλεότητες. Επί τρία χρόνια περίπου βιώνει τον εφιάλτη και βλέπει το στρατόπεδο συγκέντρωσης να μετατρέπεται σε εργοστάσιο θανάτου. Κι όμως, όταν τελειώνει ο πόλεμος και οι Σοβιετικοί γίνονται οι νέοι κύριοι της αγαπημένης του πατρίδας, καταδικάζεται για εσχάτη προδοσία και εκτελείται έπειτα από μια παρωδία δίκης.

Οι ηρωικές του προσπάθειες να ενημερώσει τις συμμαχικές δυνάμεις για την κόλαση του Άουσβιτς και να τις πιέσει να αντιδράσουν αποκαλύφθηκαν δεκαετίες αργότερα, μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης και το άνοιγμα των πολωνικών κρατικών αρχείων. Ο Βίτολντ Πιλέτσκι έφυγε από τη ζωή νομίζοντας πως είχε αποτύχει. Η φωνή του, καθαρή και αισιόδοξη στην αρχή, στο τέλος έγινε ψίθυρος, έσβησε εξαντλημένη και απογοητευμένη. Κι όμως, η συνεισφορά του στην αποκάλυψη της αλήθειας για το τέρας του ναζισμού θεωρείται πλέον ανυπολόγιστη. [Οπισθόφυλλο βιβλίου]