Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2025

ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ

 Ὥρη σοι μετόπωρον· ἀκμὰς δ᾿ ἔτι· λίσσομαι, ἔλθε:

καὶ τὸ σὸν οὐ φθινοπωρινόν, ἀλλ᾿ ἔαρ ἐστίν.

— Εραράρου (Anth. Pal. V 222)

Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2025

ΝΤΑΝΙΕΛ ΚΕΛΜΑΝ, ΤΥΛ Ο ΣΑΛΤΙΜΠΑΓΚΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ




Ο συγγραφέας παίρνει μια πολύ γνωστή φιγούρα της Γερμανικής παράδοσης, τον Τυλ Ούλενσπιγκελ,  τον ξεριζώνει από το ιστορικό του πλαίσιο του 14ου αιώνα και τον φυτεύει στον 17ο, για την ακρίβεια τον βάζει να δρα κατά τη διάρκεια του Τριαντακονταετούς πολέμου. Ο Τυλ, φορέας του γέλιου αλλά και μοχθηρός γελωτοποιός που αρέσκεται να ξεσκεπάζει τις πιο γκροτέσκες και απωθητικές στιγμές των ανθρώπων, είναι μόνο η αφορμή. Ο Κέλμαν στήνει γύρω του ένα μεταμοντέρνο μυθιστόρημα όπου μπλέκεται η μυθοπλασία με την Ιστορία, μιλά για πόλεμο, για μαγεία, για επιστήμη, για θρησκεία, για απώλεια και καταστροφή, κι όλα αυτά άναρχα, σχεδόν χωρίς πλοκή και προορισμό∙ περίπου όπως είναι κι η ίδια η ζωή. 

Ο Τυλ είναι γιος ενός μυλωνά, που ασχολείται με τη μαγεία και τα ιατρικά βοτάνια. Οι Ιησουίτες δεν αργούν να τους βρουν, κι έτσι ο πατέρας του καταλήγει στην πυρά, κι ο Τυλ το σκάει με την κόρη του φούρναρη, τη Νέλε, για να γλιτώσει. Μαζί θα περιπλανηθούν στην ύπαιθρο, θα γίνουν γελωτοποιοί του ξεπεσμένου στασιαστή Φρειδερίκου του Παλατινάτου και της Ελισάβετ Στιούαρτ, θα αναμετρηθούν με τη ζωή του πλάνητα. Στο διάβα τους όλο θα μπλέκεται ο Ιησουίτης που καταδίκασε τον πατέρα του, ο Αθανάσιος Κίρχερ. 

Οι κοινωνίες του 17ου αιώνα ήταν αρκετά στατικές, κι ο Τυλ έδωσε ένα καλό αφηγηματικό όχημα στον συγγραφέα για να στήσει μια μη στατική αφήγηση. Ο Κίρχερ από την άλλη, σε πολλά πεδία της επιστήμης πρωτοπόρος, και σε άλλα τσαρλατάνος, μάγος, αγύρτης, άτεγκτος κυνηγός δρακόντων και μαγισσών, είναι μια φυσιογνωμία απείρως γοητευτική και απωθητική. Η αφήγηση έχει κομμάτια με πολύ χιούμορ, κι άλλα με πολύ πόνο, δείχνει την τερατώδη αλλά και τη γελοία πλευρά του πολέμου. Το σύνολο είναι καλοκουρδισμένο, δουλεύει υπόγεια, σε κάνει να συνεχίζεις το διάβασμα για να δεις τι θα γίνει παρακάτω. 

Στην αρχή, ο Τυλ του Κέλμαν μου θύμισε πολύ τον Όσκαρ, τον νάνο στο Τενεκεδένιο Ταμπούρλο του Γκύντερ Γκρας. Όσο όμως το μυθιστόρημα προχωρούσε, το μοτίβο άλλαζε, φαινόταν πως πραγματικός πρωταγωνιστής είναι η εποχή, ο πόλεμος και η ιστορία κι όχι ο ίδιος ο Σαλτιμπάγκος. Φαντάζομαι πως η τοποθέτηση της φιγούρας του στον 17ο αιώνα δεν είναι η μόνη ιστορική ανακρίβεια του συγγραφέα, εξάλλου ο Κέλμαν γράφει μυθιστόρημα κι όχι πραγματεία. Όμως είναι φανερό πως αυτό που τον καίει είναι οι αναλογίες, ο πόλεμος που ξεκίνησε με αφορμή τη θρησκεία και ερήμωσε όλη την Κεντρική Ευρώπη αποδεκατίζοντας τον πληθυσμό της, η διαφορά ανάμεσα στους απλούς πολίτες και σε αυτούς που τους κυβερνούν, ο παραλογισμός του πολέμου και πώς μπορεί να επηρεάσει τη ζωή του καθενός. 

Ο συγγραφέας δεν ηθικολογεί, σχεδόν δεν παίρνει θέση, χρησιμοποιεί το χιούμορ, δείχνει τη φρίκη, φτιάχνει ιστορίες, εκμεταλλεύεται κατά το δοκούν τους χαρακτήρες του, αυθαιρετεί. Ταυτόχρονα όμως υπηρετεί πιστά τη λογοτεχνία. Και παραδίδει ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, που θα έφτανε από μόνο του, ακόμα κι αν ο Κέλμαν δεν ήταν ήδη τόσο γνωστός και πολυσυζητημένος, για να τον καθιερώσει. 



                                                                             Κατερίνα Μαλακατέ 

Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2025

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΑΘΗΝΑΙΟΣ



Γέρασε ανάμεσα στη φωτιά της Τροίας
και στα λατομεία της Σικελίας.

Του άρεσαν οι σπηλιές στην αμμουδιά κι οι ζωγραφιές της θάλασσας.
Είδε τις φλέβες των ανθρώπων
σαν ένα δίχτυ των θεών, όπου μας πιάνουν σαν τ’ αγρίμια·
προσπάθησε να το τρυπήσει.
Ήταν στρυφνός, οι φίλοι του ήταν λίγοι·
ήρθε ο καιρός και τον σπαράξαν τα σκυλιά.

Γιώργος Σεφέρης. 1955. Κύπρον, οὗ μ᾿ ἐθέσπισεν. Και στον συγκεντρωτικό τόμο: Γιώργος Σεφέρης. [1972] 1985. Ποιήματα. 15η έκδ. Αθήνα: Ίκαρος.

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2025

ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΣΤΕΡΙΟΥ Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΟΛΙΣ



 -

Το νέο μυθιστόρημα του Χρήστου Αστερίου Η θεραπεία των αναμνήσεων που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις μπορεί να διαβαστεί σε πολλά επίπεδα. Ο ίδιος ο τρόπος που είναι χωρισμένο, Το χρονικό μιας πτώσης, Σημειώσεις για τη ζωή μου και Η θεραπεία των αναμνήσεωνορίζει και τις διαφορετικές του παραμέτρους.

Στο πρώτο μέρος, εξαιρετικές παρατηρήσεις τόσο για τον χρόνο που περνά, τα γηρατειά που πλησιάζουν ως απειλή, το τέλος μιας σχέσης αλλά και για το χιούμορ. Ο ήρωάς του, γνωστός συγγραφέας που έχει ασχοληθεί με τη standup comedy, καταρρέει σε μια παρουσίαση κάτι που τον οδηγεί σε μια μεγάλη ενδοσκόπηση.

Στη συνέχεια ένας απρόσμενος έρωτας, ο θάνατος τού πατέρα και ένας γρίφος για τη ζωή του που πρέπει να λύσει, οδηγούν το μυθιστόρημα σε άλλους δρόμους, όπου δεν λείπει και το σασπένς της ανακάλυψης.

Εξαιρετική γραφή και πρωτότυπη πλοκή, πολλές σκέψεις που αποτελούν τροφή για προβληματισμό, σε ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ελληνικά μυθιστορήματα που διαβάσαμε τον τελευταίο καιρό.

Ο Χρήστος Αστερίου, από βιβλίο σε βιβλίο, σίγουρα δεν επαναλαμβάνεται και έχει πάντα μια νέα οπτική για τη ζωή να μοιραστεί μαζί μας.

Πώς επιλέξατε το νέο σας μυθιστόρημα να διαδραματίζεται εκτός Ελλάδος;

Από τον νεαρό Νίκο Μπουζιάνη, πατέρα του κεντρικού πρωταγωνιστή, ο οποίος γοητεύεται από την τζαζ που παίζουν οι Αμερικανοί του Έκτου στόλου στις πλατείες του Πειραιά, και την περιπέτεια της μετανάστευσής του, ως την άγνωστη ιστορία της ελληνικής κοινότητας του Ουάσιγκτον Χάιτς, η Αμερική παίζει καταλυτικό ρόλο στο μυθιστόρημα. Κυρίως γιατί είναι ένας τόπος συνώνυμος της ελευθερίας (τουλάχιστον για κάποια από τα πρόσωπα της ιστορίας) αλλά κι επειδή προσφέρεται για την ανάπτυξη του μύθου. Μεγάλο μέρος του τρίτου κεφαλαίου διαδραματίζεται, ωστόσο, στην Ελλάδα.

Μπορούν όντως οι αναμνήσεις να λειτουργήσουν θεραπευτικά ή υπάρχει ο κίνδυνος να μας εγκλωβίσει η νοσταλγία στο παρελθόν;

Ο τίτλος του βιβλίου παραπέμπει σε μια υπαρκτή θεραπεία για το Αλτσχάιμερ κατά την οποία οι ανοϊκοί ασθενείς υποβοηθούνται, με συγκεκριμένες τεχνικές, να θυμηθούν. Συνήθως οδηγούνται σε ειδικά διαμορφωμένα δωμάτια, ένα είδος θεματικών πάρκων του παρελθόντος, όπου όλα είναι φερμένα από περασμένες δεκαετίες: αντικείμενα, μουσικές, φαγητά. Δεν υπάρχει καμία δόση νοσταλγίας στην όλη υπόθεση, παρά μόνο μια στιγμιαία επιστροφή στο παρελθόν, μια φευγαλέα ανάκτηση της μνήμης που δρα ανακουφιστικά έστω και για μερικά μόνο δευτερόλεπτα.

Όσοι ακόμα θυμούνται, από την άλλη, καλούνται συχνά να «θεραπεύσουν» δυσάρεστες αναμνήσεις που έχουν απωθήσει –ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Πρόκειται για μια διαδικασία αρκετά επώδυνη, μια αναμέτρηση με φαντάσματα της παλιάς τους ζωής.

«Η λογοτεχνία αντλεί πάντοτε από την δεξαμενή του προσωπικού βιώματος. Σε διαφορετική περίπτωση κινδυνεύει να καταλήξει μια υπόθεση εργαστηρίου»

Στο επίκεντρο και οι σχέσεις πατέρα-γιου. Ποια είναι τα κρίσιμα σημεία αυτής της σχέσης στο βιβλίο σας και στην πραγματικότητα;

Ο κεντρικός πρωταγωνιστής, πρώην κωμικός σταντ απ και νυν επιτυχημένος συγγραφέας κωμικής λογοτεχνίας, είναι μια τυπική περίπτωση καλλιτέχνη που αναγκάστηκε να σπάσει τα δεσμά της οικογένειας για να οδηγηθεί στη χειραφέτηση. Η σύγκρουση με τον πατέρα είναι αποτέλεσμα της ανάγκης του για ελευθερία. Όμως, η σχέση ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές αποδεικνύεται αρκετά πιο πολύπλοκη απ’ ό,τι φαίνεται αρχικά. Στην πορεία του βιβλίου εξελίσσεται σ’ ένα διανοητικό παιγνίδι ανάμεσα σε πατέρα και γιο, σε μια φάρσα που στήνει ο ένας στον άλλο. Δεν βλέπω, ωστόσο, καμία διαφορά ανάμεσα στο μυθιστόρημα και στην πραγματικότητα: θεωρώ πως ό,τι περιγράφω θα μπορούσε να έχει συμβεί πραγματικά.

Τι σας έκανε να επιλέξετε τον συγκεκριμένο ήρωα μυθιστορήματος; Υπάρχουν κάποια κοινά σας χαρακτηριστικά; 

Δεν έχω κοινά χαρακτηριστικά με τον Μιχάλη Μπουζιάνη, αλλά έχω χρησιμοποιήσει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία κατά την συγγραφή κυρίως σε ό,τι αφορά τα γράμματα που γράφει στον πατέρα του. Η λογοτεχνία αντλεί πάντοτε από τη δεξαμενή του προσωπικού βιώματος. Σε διαφορετική περίπτωση κινδυνεύει να καταλήξει μια υπόθεση εργαστηρίου.

Είναι πολύ ενδιαφέροντα τα όσα γράφετε για το χιούμορ. Ποια είναι η δική σας τοποθέτηση; Θα γράφατε μια αστεία ιστορία, όπως ο ήρωάς σας;

Πάντοτε μου ασκούσαν έλξη οι μεγάλοι κωμικοί, άνθρωποι που σκορπούν μεν απλόχερα το γέλιο αλλά κρύβουν συνήθως μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα σκοτεινή πλευρά. Σε μια συνομιλία του Μάικ Μπουζιάνη με τον φίλο του Μπάρι Επστάιν, κατά την διάρκεια του εορτασμού για τα 25 χρόνια από την εμφάνισή του στην λογοτεχνία, προσπαθώ να αναπτύξω κάποιες σκέψεις για την ουσία και την λειτουργία του γέλιου. Στην «θεραπεία των αναμνήσεων», ωστόσο, το χιούμορ είναι μάλλον υποδόριο αφού ο αναγνώστης δεν θα βρει ούτε μια κωμική σκηνή. Συχνά υποτιμούμε την κωμική λογοτεχνία παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι πρόκειται για εξαιρετικά δύσκολο είδος.

Μείνατε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στη Νέα Υόρκη. Τι κρατάτε ως βασική εμπειρία; 

Η εξάμηνη παραμονή μου στην πόλη της Νέας Υόρκης μου έδωσε τη δυνατότητα να ολοκληρώσω την έρευνα για το βιβλίο και να ανακαλύψω την άγνωστη σ’ εμένα ιστορία της ελληνικής κοινότητας του Ουάσιγκτον Χάιτς. Είκοσι χιλιάδες Έλληνες ζούσαν την δεκαετία του ’50 στην πάνω ανατολική πλευρά του Μανχάταν, ενώ πολλά ελληνικά μαγαζιά –μεταξύ αυτών και το φαρμακείο του πατέρα της Μαρίας Κάλλας– γνώρισαν μέρες οικονομικής ακμής. Από εκείνη την εποχή έχει απομείνει, δυστυχώς, μόνο η ορθόδοξη εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα να θυμίζει το πέρασμα των Ελλήνων. Είχα επίσης τη δυνατότητα να μάθω περισσότερα για την κουλτούρα του σταντ απ και να ακούσω ιστορίες Ελλήνων μεταναστών. Θεωρώ σημαντική την έρευνα που προηγείται της συγγραφής, αλλά προσπαθώ να χρησιμοποιώ το πραγματολογικό υλικό με φειδώ, εντάσσοντάς το όσο το δυνατόν πιο ομαλά στην αφήγηση.

Της Διώνης Δημητριάδου

Τον Οκτώβριο του 2015 έχασα τον έλεγχο… Έτσι ξεκινά το νέο μυθιστόρημα του Χρήστου Αστερίου, και αμέσως μας μεταφέρει την αίσθηση που δημιουργείται στον άνθρωπο μέσης ηλικίας, όταν αντιλαμβάνεται (αιφνιδιαστικά καμιά φορά) πως αδυνατεί πλέον να διαχειριστεί τα δεδομένα της ζωής του. Ο ήρωας του Αστερίου, ο Μιχάλης (Μάικ) Μπουζιάνης, διάσημος Αμερικανός συγγραφέας με ρίζες ελληνικές και ιρλανδέζικες, αγγίζει την προσωπική πολύπλευρη κρίση του. Ένα διαζύγιο (αναμενόμενο αλλά οπωσδήποτε επώδυνο), ταυτόχρονα μια συγγραφική αφλογιστία που τον αποσυντονίζει, όπως κάθε συνειδητό γραφιά που έχει ταυτίσει τη ζωή του με τη συγγραφική έμπνευση και την έκθεση στο κοινό με μια διαρκώς νέα δημιουργία.

Το κωμικό στοιχείο αποτελούσε πάντοτε την άλλη όψη του τραγικού, έναν τρόπο να δεις τη ζωή από την άλλη όχθη, την πιο περιπαικτική, με τη ζωογόνο δύναμη που προσάπτει στα θνήσκοντα πράγματα η χιουμοριστική τους εκδοχή.

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το γεγονός πως η γραφή του Μπουζιάνη, του συγγραφέα/ήρωα της ιστορίας, διακρίνεται από το χιούμορ – ίσως αυτός ο απέραντος σε δυναμική χώρος του αστείου, της κωμωδίας να τον συντρέξει εδώ στο προσωπικό του αδιέξοδο και να τον οδηγήσει έξω από την κρίση; Το κωμικό στοιχείο αποτελούσε πάντοτε την άλλη όψη του τραγικού, έναν τρόπο να δεις τη ζωή από την άλλη όχθη, την πιο περιπαικτική, με τη ζωογόνο δύναμη που προσάπτει στα θνήσκοντα πράγματα η χιουμοριστική τους εκδοχή. Άλλοτε με σάτιρα σαρκαστική και άλλοτε με αυτοσαρκαστική ανατομία του εαυτού συνιστά μια διαρκή ανατροπή των στερεοτύπων, των περίκλειστων χώρων που εγκλωβίζουν τη δημιουργικότητα σε στεγανά και ανούσια προσωπικά τοπία. Ο ήρωας το γνωρίζει αυτό:

[…] να στέκομαι πάνω από τα συντρίμμια και να ξεσπάω σ’ ένα ασταμάτητο καρναβαλικό γέλιο που θα ξόρκιζε το κακό και θα με διατηρούσε αλώβητο. Δεν εννοώ ένα γέλιο με σκοπό την πρόσκαιρη διασκέδαση, αλλά ένα γέλιο ηχηρότερο και πιο βαθύ.

Πάντοτε την εχθρεύονταν την κωμωδία, ως μη αρμόζουσα στη συμφωνημένη σοβαρότητα των κοινωνικών συμβάσεων, των κοινωνικών συμβολαίων της αγαστής συνύπαρξης των ανόμοιων και αντιθέτων. Γιατί το κωμικό στοιχείο δεν αποσκοπεί στο σκόρπισμα μιας εφήμερης ανακούφισης αλλά ξεσηκώνει τους παραιτημένους, αφυπνίζει τους βολεμένους και εσαεί κοιμώμενους που εφησυχάζουν πάνω στα ασφαλή και τετριμμένα μιας πεπατημένης οδού.

Ο Αστερίου θα μπορούσε να δομήσει την πλοκή της ιστορίας του πάνω στο μοτίβο του κωμικού στοιχείου, που θα ερχόταν να διασώσει τον ψυχικό κόσμο του συγγραφέα/ήρωα που βρίσκεται σε απόγνωση. Ο ίδιος, ωστόσο, προτίμησε να το αφήσει ως φόντο των γεγονότων και να στρέψει το ενδιαφέρον του στο θέμα των αναμνήσεων, που κατακλύζουν τον ήρωά του (με θετικές αλλά και αρνητικές επιπτώσεις, σε κάθε περίπτωση όμως προωθητικές της πλοκής) οδηγώντας τον στο ερώτημα: οι αναμνήσεις θεραπεύουν ή πρέπει να βρεθεί και τρόπος να θεραπευθούμε απ’ αυτές; Με άλλα λόγια, η γενική του τίτλου, των αναμνήσεων, αφορά το υποκείμενο της ενέργειας ή το αντικείμενο στο οποίο μεταβαίνει η ενέργεια του υποκειμένου; Γιατί την πρώτη εκδοχή τη γνωρίζουμε καλά, είτε από την προσωπική μας καταβύθιση στα παλαιά αποθηκευμένα (που αποδεικνύονται σωτήρια για την καταθλιπτική υπονόμευση της ζωής) είτε ως μια θεραπεία προς τους πάσχοντες από απώλεια μνήμης, που τους φέρνει σε επαφή με αγαπημένους ήχους ή προσφιλείς αποξεχασμένες εικόνες. Ως προς τη δεύτερη εκδοχή, όμως, πόση δύναμη πρέπει να έχει μέσα του το υποκείμενο προκειμένου να ασκήσει (επιλεκτική αρχικά αλλά και απορριπτική εν συνόλω αν γίνεται) δράση κατά της βασανιστικής μνήμης του; Κι εδώ αναδύεται στην επιφάνεια της ταραγμένης συνείδησης η σωσίβια λέμβος της γραφής.

«Τι γίνεται, όμως, με όλους εμάς που θυμόμαστε; Με όσους διατηρούμε αναμνήσεις, σε κάποιο ποσοστό δυσάρεστες; Κάπως θα έπρεπε να θεραπεύσουμε κι αυτές, δεν συμφωνείς; Όχι θεραπεία “με αναμνήσεις”, λοιπόν, αλλά μια “θεραπεία των αναμνήσεων”, να τι ακριβώς χρειαζόμουν», συνέχισα. «Έτσι προέκυψε το βιβλίο. Έγραφα για να θεραπεύσω και να θεραπευτώ».

Μπορεί το κωμικό στοιχείο ο ίδιος ο ήρωας να το θεώρησε κάποια στιγμή ανεπαρκές για να τον ανασύρει από την κατιούσα οδό την οποία ακολουθούσε, ωστόσο ο πατέρας του (αν και μη ευρισκόμενος πλέον στη ζωή) θα αναλάβει να του δείξει πως η ανατροπή πάντα είναι μία εκδοχή τη πραγματικότητας ή της εκλαμβανομένης ως αληθινής υπόστασης των πραγμάτων.

Από το σημείο αυτό και μετά, το προϊόν της μυθοπλασίας αποβαίνει κοινός τόπος αναφοράς συγγραφέα και αναγνώστη και η γραφή αποδεικνύεται σωστικό μέσο και για τους δύο.

Ο Αστερίου μοιάζει, λοιπόν, μέσα από τον χειρισμό του υλικού του, να γυρνάει το ενδιαφέρον στο παρελθόν (με όλες τις εκδοχές του, υποκειμενικές ή όχι) και να ανασκαλεύει τα απομεινάρια της μνήμης. Κι εκεί ανακύπτει το πλέον σημαντικό εύρημα της πλοκής. Μπορεί το κωμικό στοιχείο ο ίδιος ο ήρωας να το θεώρησε κάποια στιγμή ανεπαρκές για να τον ανασύρει από την κατιούσα οδό την οποία ακολουθούσε, ωστόσο ο πατέρας του (αν και μη ευρισκόμενος πλέον στη ζωή) θα αναλάβει να του δείξει πως η ανατροπή πάντα είναι μία εκδοχή τη πραγματικότητας ή της εκλαμβανομένης ως αληθινής υπόστασης των πραγμάτων.

Ποιος να το περίμενε ότι τη μεγαλύτερη φάρσα θα την έστηνες εσύ, ποιος μπορούσε να προβλέψει ότι θα με νικούσες τόσο εμφατικά στο δικό μου γήπεδο;

Εύστοχη η μείξη των δύο μοτίβων του βιβλίου, έτσι όπως οι αναμνήσεις μαζί με μια γερή δόση από χιούμορ αναλαμβάνουν να ανασύρουν τον ήρωα από την κατάθλιψη και την προϊούσα φθορά και να αποκαταστήσουν τη σχέση του με τη ζωή εκ νέου. Ο Αστερίου, χρησιμοποιώντας διαφορετικές αφηγηματικές τεχνικές και εγκιβωτίζοντας το βιβλίο που γράφει ο ήρωάς του μέσα στο δικό του μυθιστόρημα, κατορθώνει να δώσει μια ενδιαφέρουσα γραφή για μια ακόμη φορά – απόδειξη πως ο ίδιος βρίσκεται σε δημιουργική άνοδο σε αντίθεση με τον συγγραφέα/ήρωά του. Ταυτόχρονα, η ιστορία του μας οδηγεί σε άλλες παλαιότερες μνήμες (αυτές ανήκουν στο συλλογικό υποκείμενο που θέλει να θυμάται) με τη φωτογραφία του εξωφύλλου από τη συναυλία του Ντίζι Γκιλέσπι (θέατρο Κοτοπούλη/REX, 1956) αλλά και με τους ήχους της τζαζ που συνοδεύουν την παλιά ιστορία της προηγούμενης γενιάς από αυτήν του ήρωα. Όμορφη και αναπάντεχη σύμπραξη στοιχείων για να προκύψει η ιστορία του βιβλίου.

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2025

ΛΑΣΛΟ ΚΡΑΣΝΑΧΟΡΚΑΙ, ΠΑΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΦΡΑΝΤΖΟΛΑΚΙ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΟΛΙΣ

 Γράφει ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Όποτε έχουμε να κάνουμε με έργα ανατρεπτικώς μεγαλειώδη και μεγαλειωδώς ανατρεπτικά (Αναζητώντας τον χαμένο χρόνοΟδυσσέαςΤο μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης, κτλ), εμείς οι νουνεχείς και σώφρονες βιβλιομανείς φροντίζουμε, ασφαλώς και αυτοδικαίως, να στέλνουμε την έννοια του σπόιλερ να πάει στη γωνία να δει αν ερχόμαστε, της λέμε να πάει από εκεί όπου ήρθε, εν άλλοις λόγοις τη στέλνουμε στον αγύριστο, αδιαφορώντας παγερά για τα περί πολιτικής ορθότητας, κατά συνέπειαν και εν προκειμένω στην παρούσα δοξολογία, διότι περί δοξολογίας πρόκειται, σπεύδω να αρχίσω από το τέλος, ήγουν από τις ακροτελεύτιες φράσεις του πιο πρόσφατου (2024), και εικοστού πρώτου μάλιστα, βιβλίου που προσφέρει στη σχεδόν αποδιαρθρωμένη ανθρωπότητα, και με τίτλο Zsömle odavan (εκδόσεις Magvető), ο τετιμημένος με το φετινό Βραβείο Νόμπελ ΛογοτεχνίαςΛάσλο Κράσναχορκαϊ (László Krasnahorkai, 05. 01.1954), βιβλίο το οποίο, λόγω της τόσον εκπληκτικής δημοφιλίας του Ούγγρου συγγραφέα στη χώρα μας, μεταφράστηκε στα ελληνικά προτού μεταφραστεί σε οιαδήποτε άλλη γλώσσα και κυκλοφορεί αυτές τις μέρες στα βιβλιοπωλεία μας, με τίτλο Πάει και το φραντζολάκι, και με τις φροντίδες της ανεπίληπτης μεταφράστριας Μανουέλας Μπέρκι και των λίαν εκλεκτών εκδόσεων Πόλις, ήγουν έχουμε μια παγκόσμια πρώτη που τα μάλα μας χαροποιεί, ιδίως μάλιστα καθόσον πρόκειται για έναν, κατά τη γνώμη μου, ύψιστο ύμνο στην ελευθερία, σπάνιο γεγονός στους αχαρακτήριστους καιρούς μας, έναν ανυπέρβλητο εκθειασμό της αυτονομίας και του αυτοκαθορισμού, όπως μας βεβαιώνουν με τρόπο έξοχο οι προειρημένες ακροτελεύτιες φράσεις/αράδες του βιβλίου:

οπότε ακούστηκε το φημισμένο τραγούδι των ΑΒΒΑ κάπου στο κτίριο, το 
GIMME! GIMME! GIMME! 

, με αναφορά στην ευχάριστη διάθεση της παραμονής των Χριστουγέννων, τότε κατέβασε το σκυλάκι χάμω, έβαλε μπροστά το ηλεκτρικό κατσαβίδι συνδέοντάς το με την επέκταση, ύστερα άρχισε να βγάζει από το πλαίσιο του παραθύρου μία μία τις βίδες που κρατούσαν τα κάγκελα και, όταν τελείωσε, κατέβασε τα κάγκελα, άνοιξε διάπλατα το παράθυρο, τράβηξε το τραπέζι από το κρεβάτι μέχρι το παράθυρο, έπειτα τράβηξε με κόπο και το κρεβάτι, ξαναπήρε το σκυλί στην αγκαλιά του και με αρκετή προσπάθεια σκαρφάλωσε πρώτα στο κρεβάτι, από εκεί στο τραπέζι, και από εκεί, σφίγγοντας δυνατά το Φραντζολάκι, που έτρεμε από την αγωνία της ευτυχίας, ανέβηκε μαζί του στο ανοιχτό παράθυρο, πήρε μια βαθιά ανάσα και του είπε πιάσου καλά.

polis kraznaxorkai paei kai to fratzolaki 1

Τι έχει προηγηθεί από αυτή τη θεσπέσια πτήση προς την ελευθερία, μια πτήση που θυμίζει τον μέγιστο δραπέτη Ανρί Σαριέρ, τον θρυλικό Πεταλούδα, θυμάσαι; Διακόσιες ογδόντα πυκνογραμμένες σελίδες έχουν προηγηθεί, χωρισμένες σε έντεκα σχεδόν ισομεγέθη μέρη, έκαστο των οποίων αποτελείται από μία και μόνο παράγραφο, κατά το γνωστό καταιγιστικό λασλικό τρόπο αυτού του μετρ του μακροπερίοδου λόγου, ενός λόγου που κατ᾽ ουσίαν κοπιάρει και αναπλάθει γόνιμα τις συνειρμικές διαδικασίες της σκέψης, διαδικασίες οι οποίες ωθούν τον νου σε τινάγματα εδώ κι εκεί, σε φλασμπάκ και φλασφόργουρντ, απεχθανόμενες (οι εν λόγω διαδικασίες) τις πολλές τελείες, ενώ αρέσκονται σε μηρυκασμούς και αναμηρυκασμούς, σε επαναλήψεις και αναμασήματα, ούτως ώστε να προκαλείται ανάσχεση της επιθετικής ροής του χρόνου, να λειτουργεί ευκλεώς ο μηχανισμός της μνήμης, να φέρνει καρπούς η εξιχνίαση αναμνήσεων που έμοιαζαν αναποκρυπτογράφητες, που σημαίνει ότι ο τρόπος του Λάσλο είναι, αν μη τι άλλο, ανθρώπινος, βαθιά ανθρώπινος, για να θυμηθούμε και τον Νίτσε, όπερ έδει δείξαι.

politeia deite to vivlio 250X102

Στις εν λόγω διακόσιες ογδόντα πυκνογραμμένες σελίδες, ξεδιπλώνεται η ιστορία ενός κυρίου ενενήντα ενός ετών, γεννημένου, όπως και ο Λάσλο, στις 5, και όχι στις 6, όπως εκ παραδρομής, ενδεχομένως και λόγω συγχύσεως σύγχυση την οποία μπορούμε κάλλιστα να καταλογίσουμε στη λίαν προχωρημένη ηλικία του κεντρικού πρωταγωνιστή που ακούει μεν στο όνομα Γιόζεφ Κάντα, επιμένει όμως να τον φωνάζουν θείο Γιόζι, αλλά και, όταν παίρνει ανάποδες και, σύμφωνα με κάποια έγγραφα, καθώς και με το αδιανότητο, ώρες-ώρες, παραλήρημά του, να τον προσφωνούν Ιωσήφ Α ́ του οίκου του Άρπαντ, μιας και είναι πεπεισμένος, και πείθονται και άλλοι, ιδιοτελέστατα οι πιο πολλοί, και μόνον ένας ανιδιοτελώς, ότι δεν είναι άλλος από τον εγγονό του εγγονού του Τζένγκις Χαν, και κατά συνέπειαν (!) οφείλει να ενθρονιστεί, διότι έχει ήδη στεφθεί, όπως διατείνεται, και όπως διατίθεται να αποδείξει με έγγραφα και τεκμήρια, βασιλεύς της Ουγγαρίας, όχι για κανέναν άλλον λόγο αλλά από αγάπη για τούτη τη χώρα, προκειμένου να εξέλθει, η χώρα, από το χάος και την κατάντια, σύμφωνα με το πρόγραμά του, το οποίο εξαγγέλει ότι:

όταν ο εξαναγκασμός δεν θα ισοδυναμεί με βία αλλά με παράδειγμα, με το οποίο ο βασιλεύς και η βασιλική αυλή και κάθε επίλεκτος για την προώθηση της ευδαιμονίας της Ιερής Ουγγρικής Γης θα επιδεικνύει τέτοιο ηθικό παράδειγμα, το οποίο θα διαφοροποιήσει τη διάθεση των ανθρώπων στη ζωή τους μέχρι τούδε, δεν θα σκέπτονται συνεχώς το έχειν, διότι τώρα όλοι σκέπτονται το έχειν, κανένα δεν ενδιαφέρει οτιδήποτε άλλο, παρά μόνο πώς θα αποκτήσουν όλο και περισσότερα, περισσότερα, περισσότερα και ακόμα περισσότερα, ζούμε χάρη στο χρήμα, λέγουν κυνικά, και πιστεύουν ότι έχουν δίκιο, και γι’ αυτό ακριβώς είναι ικανοί να διαπράξουν και τις πιο ποταπές πράξεις, στην αρχή διαπράττουν μόνο μικρές αμαρτίες, αλλά αφού επέτρεψαν στον εαυτό τους την πρώτη, ακολουθούν και οι άλλες, γι’ αυτούς δεν λειτουργούν πια οι περιορισμοί

Τρέχα γύρευε, ο Λάσλο όμως, καταφέρνει δεξιοτεχνικά να δείξει πού ζούμε, ήγουν στον καιρό των διασαλευμένων και ανισόρροπων που κυβερνούν ή φιλοδοξούν να κυβερνήσουν, ενώ κατακεραυνώνει αδυσώπητα, μέσω των λεγομένων όσων παρελαύνουν από τις σελίδες τούτου του σπαρταριστά σπαραχτικού και σπαραχτικά σπαρταριστού έργου, όλους όσοι εποφθαλμιούν την εξουσία, όλους όσοι ζουν ζωές καταρρακωμένες και είναι παραδείγματα οικτρά, καίτοι επικίνδυνα, αυτού που ο Κορνήλιος Καστοριάδης αποκάλεσε, με σφριγηλή διορατικότητα, άνοδο της ασημαντότητας, ενώ μάλιστα δεικνύει, και με αυτό το έργο του, το Φραντζολάκι, ότι πλέον η ελπίς δεν σκιρτάει παρά μονάχα στους καλούς καγαθούς, στους τύπου Πρίγκιπας Μίσκιν, αλλά και στον περιπλανώμενο αοιδό και τροβαδούρο του βιβλίου, που είναι ο ένας και μοναδικός, μαζί με τον θείο Γιόζι, αντάξιος του Μίσκιν, και επίσης αντάξιος άλλων ηρώων από άλλα βιβλία του Λάσλο (Βαλούσκα, Φλόριαν, Κόριμ), και συμπτωματικώς (;) ακούει στο ίδιο όνομα με τον συγγραφέα, ήτοι Λάσλο Κράσναχορκαϊ, κόλπο που έχει κάνει βεβαίως και ο Μισέλ Ουελμπέκ, ήγουν να έχει ήρωα στα βιβλία του που να ακούει στο όνομα Μισέλ Ουελμπέκ, κι ας μην λησμονήσω κλείνοντας τη δοξολογία τούτη να πω ότι καλόν είναι να διαβάσει ο αξιαγάπητος και αξιότιμος αναγνώστης του Λάσλο, παράλληλα με το Φραντζολάκι, το ελαχίστων σελίδων αλλά υψίστης σημασίας πόνημα Ο Πρόεδρος Σρέμπερ του τιτάνα Ζίγκμουντ Φρόιντ (μτφρ. Βασίλης Πατσογιάννης, εκδ. Πλέθρον), καθόσονπαράλληλοι οι Γιόζεφ Κάντα και Πρόεδρος Σρέμπερ, και επίσης να τονίσω ότι το εύγλωττο μότο του βιβλίου είναι: Εγώ σας είχα προειδοποιήσει, καθώς και να σημειώσω, διότι ο ίδιος ο Κράσναχορκαϊ το σημειώνει στη Σελίδα Ευχαριστιών, ότι οφείλει πολλά στον συγγραφέα που προλόγισε την εποχή μας και τη λογοτεχνία της εποχής μας, τον μέγιστο Τόμας Πίντσον!

ΥΓ. Και λίγα λέω.

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2025

ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΣΤΕΡΙΟΥ! ΜΙΚΡΕΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΕΣ MURATTI/ ΕΝΑΣ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΟΛΙΣ

 Της Έλενας Χουζούρη

Στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία και προπαντός σε εκείνη των τελευταίων πενήντα χρόνων έως σήμερα, δύσκολα να εντοπιστεί μυθιστόρημα ή νουβέλα που να σχετίζεται έμμεσα ή άμεσα με ό,τι αποκαλείται βιομηχανική ιστορία, ή ιστορία του επιχειρείν. Τουτέστιν, η λογοτεχνική αναπαράσταση της δημιουργίας, πορείας και πιθανόν εξαφάνισής τους, κραταιών βιομηχανικών επώνυμων προϊόντων (brand names), του εντόπιου αλλά και γενικότερα του ελλαδικού χώρου, που στον καιρό τους αποτέλεσαν τον πυρήνα μιας εμβρυώδους αλλά ισχυρής, οικονομικά και κοινωνικά, αστικής τάξης.

Δυο βιβλία για τη λογοτεχνική αναπαράσταση της βιομηχανικής δημιουργίας

Φέρνω στον νου μου το μυθιστόρημα της Αθηνάς Κακούρη Πριμαρόλια όπου οι αναγνώστες παρακολουθούν την εντυπωσιακή άνοδο μιας οικογένειας σταφιδέμπορων της Πάτρας, στις αρχές του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα, όταν η πατρινή σταφίδα έλαμπε σαν τον χρυσό στις ευρωπαϊκές αγορές, και την κατάρρευσή της που ακολούθησε την αντίστοιχη της σταφίδας. Και εκεί που σαφώς καταγράφεται ένα λογοτεχνικό έλλειμα, εμφανίζονται φέτος, με ελάχιστη χρονική διαφορά, δύο βιβλία γνωστών συγγραφέων, με παρόμοια θεματική, αν και εμφανείς διαφορές λογοτεχνικής προσέγγισης της. Πρόκειται για το μυθιστόρημα  του Χρήστου Αστερίου Μικρές αυτοκρατορίες – Muratti: Ένας αποχαιρετισμός (εκδ. Πόλις) και του Φαίδωνα Ταμβακάκη Το τελευταίο ποστάλι (εκδ. Εστία).

(...) αμφιβάλλω αν και ο συνεπέστερος καπνιστής, θιασώτης των Muratti γνώριζε την μακρά ιστορία που ακολουθούσε το ισχυρό αυτό brand name και πόσο ήταν συνδεδεμένο με τα πρώιμα χρόνια της δημιουργίας της ελληνικής βιομηχανίας και κατ’ επέκταση της αστικής τάξης

Tα «Muratti» έχουν εντυπωθεί στη μνήμη μου ως εκλεκτά και ακριβά τσιγάρα που, όποιος τα κάπνιζε είχε και την οικονομική άνεση να τα αγοράζει αλλά και απαιτητικό γούστο, ως προς το χαρμάνι που επέλεγε να απολαύσει, όταν ακόμα ο καπνός δεν είχε στοχοποιηθεί ως ένας ύπουλος εχθρός της ανθρώπινης υγείας. Ωστόσο, αμφιβάλλω αν και ο συνεπέστερος καπνιστής, θιασώτης των Muratti γνώριζε την μακρά ιστορία που ακολουθούσε το ισχυρό αυτό brand name και πόσο ήταν συνδεδεμένο με τα πρώιμα χρόνια της δημιουργίας της ελληνικής βιομηχανίας και κατ’ επέκταση της αστικής τάξης. Τοποθετώντας τη λογοτεχνική του προσέγγιση στο πλαίσιο των «Μικρών αυτοκρατοριών», με την έννοια της γέννησης, της άνθισης και της πτώσης που περιμένει οτιδήποτε φθαρτό του γήινου κόσμου μας, όσο ισχυρό κι αν έχει υπάρξει, ο Χρήστος Αστερίου ανακαλεί και ακολουθεί την εντυπωσιακή πορεία της εκ Κωνσταντινουπόλεως ορμώμενη οικογένειας Μουράτογλου, δημιουργού της ισχυρής καπνοβιομηχανίας με το διαχρονικό πλέον brand name, «Muratti».

Ο Αστερίου επινοεί έναν πρώην μανιώδη καπνιστή της γενιάς που αφηνόταν στην απόλαυση του τσιγάρου χωρίς τη δαμόκλειο σπάθη της απαγόρευσης και της ενοχής

Πώς όμως και μέσα από ποια οπτική; Ο Αστερίου επινοεί έναν πρώην μανιώδη καπνιστή της γενιάς που αφηνόταν στην απόλαυση του τσιγάρου χωρίς τη δαμόκλειο σπάθη της απαγόρευσης και της ενοχής. Ο συνταξιούχος ήρωάς του, ετών 72, έχει αναγκαστεί να αφήσει πίσω του την απόλαυση του καπνίσματος, αφενός διότι η σοβαρή του ασθένεια δεν το επιτρέπει, αφετέρου γιατί ο ορθολογιστής και political correct γιος του παρακολουθεί ως κέρβερος τη ζωή του, επιχειρώντας να του επιβάλλει τον δέοντα τρόπο ζωής. Εκείνος, για να ξεφύγει από τον γιο του και την ασθένειά του, αναλογιζόμενος την αμετάκλητη φθαρτότητα και αφανισμό της ύπαρξης, με μοναδική ίσως διάσωσή της μέσω της ανακατασκευασμένης μνήμης, μπαίνει σε μια γοητευτική περιπέτεια ανακάλυψης και καταγραφής της ιστορίας της φημισμένης, κάποτε, μάρκας τσιγάρων, «Muratti».

Με μια εξαιρετικά γοητευτική προσέγγιση ο Αστερίου επιχειρεί τη λογοτεχνική ώσμωση παρελθόντος-παρόντος

Στην ίδια περιπέτεια μπαίνει και ο αναγνώστης ο οποίος μαζί με τον κεντρικό ήρωα-αφηγητή παρακολουθεί το πώς κατασκευάζεται με τον τρόπο της λογοτεχνίας, βήμα το βήμα, μέσα από σπαράγματα ντοκουμέντων, αρχειακού υλικού, επιστολών, εγγράφων, φωτογραφιών, διαφημίσεων εποχής, η ιστορία της καπνοβιομηχανίας της οικογένειας Μουράτογλου. Από την οθωμανική Κωνσταντινούπολη των αρχών του 19ου αιώνα, εποχή κατά την οποία τοποθετείται η απαρχή της ελληνικής επιχειρηματικότητας και του εμπορίου, στο ισχυρό, προ του Μεγάλου Πολέμου, Βερολίνο, κέντρο της κραταιάς τότε Γερμανίας του Κάιζερ, έως το εύρωστο οικονομικά Μάντσεστερ της ίδιας περιόδου, η οικογένεια Μουράτογλου στήνει τη δική της αυτοκρατορία, η οποία ακολουθεί τη μοίρα όλων των αυτοκρατοριών, μεγάλων και μικρών: Από την άνοδο στην κατάρρευση. Η φίρμα μετά τον θάνατο της φυσικής της οικογένειας θα πουληθεί σε μια άλλη αναδυόμενη και, έως σήμερα ισχυρή αυτοκρατορία, τη Philip Morris.

polis asteriou murattiΚατά ειρωνική σύμπτωση η άνοδος και η πτώση των «Muratti» συμπίπτει χρονικά με την παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τη μια και με την άνοδο και πτώση της Γερμανικής αυτοκρατορίας από την άλλη! Με μια εξαιρετικά γοητευτική προσέγγιση ο Αστερίου επιχειρεί τη λογοτεχνική ώσμωση παρελθόντος-παρόντος καθώς ο αφηγητής του οδοιπορώντας στο σημερινό Βερολίνο συναντά τα αποσπασματικά σημάδια των παλαιών κραταιών ημερών τόσο της μικρής αυτοκρατορίας των Μουράτογλου όσο και της μεγάλης γερμανικής προπολεμικής αυτοκρατορίας. Ο ηλικιωμένος ήρωάς του, στα πρόθυρα της φυσικής του κατάρρευσης λόγω της σοβαρής του ασθένειας, αναζωογονείται καθώς μπαίνει στην περιπέτεια της αναζήτησης των ιχνών των αδελφών Μουράτογλου, φαντάζεται τις σημαντικές στιγμές της εντυπωσιακής επιχειρηματικής τους πορείας ανά την Ευρώπη, μπαίνει στα σπίτια τους, στις λέσχες και στους οίκους ανοχής που σύχναζαν, στα δικαστήρια όπου διεκδικούσαν την επωνυμία τους, συνομιλώντας μαζί τους σαν να πρόκειται για παλιούς του φίλους.

Ανακαλύπτει μάλιστα μια ύστατη επιτυχία ενός από τους δύο αδελφούς, η οποία επισφραγίζει την αδιαμφισβήτητη διάσωση του ονόματος «Muratti» έως τον 21ο αιώνα που το κάπνισμα και οι καπνοβιομηχανίες έχουν πλέον στηθεί στον τοίχο. Το 1905, στο νησί Τζέρσι –του συμπλέγματος των νησιών της Μάγχης– εγκαινιάζονται οι τοπικοί ποδοσφαιρικοί αγώνες τους οποίους αθλοθετεί ο Δημοσθένης Muratti και οι οποίοι συνεχίζονται έως σήμερα. Το έπαθλο, όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας, είναι μια βαρύτιμη σφυρήλατη κούπα η οποία φυλάσσεται σε θυρίδα τοπικής τράπεζας, εμφανίζεται και στιλβώνεται την βραδιά του τελικού αγώνα.

(...) στη νουβέλα του Αστερίου υποφώσκει και μια νοσταλγία για απολαύσεις, οι οποίες σταδιακά αποκλείονται από τη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου, στο όνομα της υγείας του.

Η νουβέλα του Αστερίου οικοδομείται, με υποδειγματική δεξιοτεχνία, σε δύο επίπεδα με κοινό παρανομαστή την αναπόφευκτη φθορά του υλικού κόσμου και την πιθανή διάσωσή του μέσω της μνήμης, ως κατασκευή ή ως βίωμα. Στο ένα επίπεδο, ο Αστερίου για να ανασυστήσει την ιστορία της οικογένειας Μουράτογλου-Muratti επιλέγει την αποκαλούμενη λογοτεχνία-ντοκουμέντο, της οποίας την «κατασκευή» παρακολουθούμε βήμα-βήμα. Στο δεύτερο επίπεδο, ο συγγραφέας υιοθετεί τη ματιά του παντογνώστη αφηγητή, ακολουθεί κατά πόδας τον ηλικιωμένο ήρωα που πλάθει, προοικονομεί τις υπαρξιακές του αγωνίες μπροστά σε έναν επικείμενο θάνατο, τον θέτει σε μια διαδικασία αναστοχασμού καθώς ανακαλύπτει σταδιακά τα σημάδια της ιστορίας των Muratti συνειδητοποιώντας την απειλή της λήθης για τον υλικό μας κόσμο. Σε κάποιες σελίδες τα δύο επίπεδα συναντώνται και συνομιλούν μεταξύ τους, προπαντός εκεί όπου ο κεντρικός αφηγητής σπάζει τα όρια μεταξύ παρόντος και παρελθόντος χρόνου.

(...) ένα ρέκβιεμ για τη χαμένη απόλαυση του καπνίσματος;

Επίσης, σε καμία περίπτωση, η άρτια αυτή λογοτεχνικά δομημένη, γοητευτική νουβέλα αποτελεί... υβρίδιο ιστορίας. Θα μπορούσε, ωστόσο, εκτός των όσων ειπώθηκαν, να εικάσει κανείς ότι στη νουβέλα του Αστερίου υποφώσκει και μια νοσταλγία για απολαύσεις, οι οποίες σταδιακά αποκλείονται από τη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου, στο όνομα της υγείας του. Μια από αυτές είναι και το κάπνισμα. Επιπροσθέτως λοιπόν, ένα ρέκβιεμ για τη χαμένη απόλαυση του καπνίσματος;

muratti afisa

ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΣΤΕΡΙΟΥ, ΙΣΛΑ ΜΠΟΑ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΟΛΙΣ

christos_asteriou_isla_mpoa-250

Της Αργυρώς Μαντόγλου

Μια κιβωτός αφηγήσεων

Τα νησιά πάντα κατείχαν κεντρική θέση στην ιστορία της λογοτεχνίας. Υπήρξαν οι πλέον πρόσφοροι τόποι για την εξέλιξη των συγκρούσεων ανάμεσα σε αντιπάλους, για τη δραματοποίηση των αντιπαραθέσεων, και δίνοντας τροφή στο φαντασιακό αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης ενός αριθμού κλασικών έργων όπως «Ο Ροβινσώνας Κρούσος» του Ντανιέλ Νταφόε και τα «Ταξίδια του Γκάλιβερ» του Τζόναθαν Σουίφτ.

Το νησί, ένα κομμάτι γης αποκομμένο από τη στεριά αποτελούσε, επίσης, γόνιμο έδαφος για τη δημιουργία μύθων και θρύλων. Πλήθος οι αφηγήσεις για μαγικά νησιά, όπου οι ήρωες καταφεύγουν για να αναπαυθούν, να ανακτήσουν δυνάμεις, να μεταμορφωθούν, και από τα οποία κάποια μέρα επιστρέφουν αλλαγμένοι στην Ιθάκη τους. Νησιά που γητεύουν τους ξένους και χάνονται για πάντα απεικονίζονται σε έναν μεγάλο αριθμό μυθιστορημάτων, νησιά όπου καραδοκούν κίνδυνοι και τρομακτικά στοιχεία: Κανίβαλοι, πειρατές, φονικές δυνάμεις της φύσης, και άλλοι κίνδυνοι που παραφυλάν στην ενδοχώρα, την ώρα που τα παράλια φαντάζουν εξωτικά και παραδεισένια.

Το νησί ως μεταφορά και ως παγίδα 

Ο Χρήστος Αστερίου στο Ίσλα Μπόα χρησιμοποιώντας το νησί ως μεταφορά, έχει ενσωματώσει πολλές από αυτές τις ευρέως διαδεδομένες φαντασιώσεις, με τις οποίες θα έρθουν αντιμέτωποι οι χαρακτήρες του. Μαζί με τα στοιχεία της φύσης και τους προσωπικούς τους δαίμονες θα κλιθούν να αντιμετωπίσουν και έναν αριθμό απρόβλεπτων καταστάσεων που ο καθένας με τον τρόπο του θα υποχρεωθεί να διαχειριστεί. Ναυαγοί της ζωής, καταφεύγουν σ’ αυτό το νησί, έναν παράδεισο χαμένων ευκαιριών, ο οποίος σε σύντομο διάστημα μετά την άφιξή τους αποδεικνύεται εφιάλτης και από τόπος ευφορίας γίνεται τόπος εξορίας και δοκιμασίας.

Το μοτίβο των ναυαγών σε ένα μικρό ερημικό νησί που στη συνεχεία αποδεικνύεται και μια θανατηφόρα παγίδα από την οποία δεν μπορούν να ξεφύγουν, είναι ευρέως διαδεδομένο σ’ όλες τις μυθολογίες από την αρχαία ελληνική έως την σκανδιναβική. Ο Αστερίου χτίζει την ιστορία του πάνω σε αυτό το μοτίβο, προσαρμόζοντάς το στη σύγχρονη πραγματικότητα και ως ένα βαθμό αντιστρέφοντάς το, καθώς εδώ δεν πρόκειται για ναυαγούς ούτε για εξερευνητές αλλά για παίχτες ενός παιχνιδιού τύπου Surviror που μεταβαίνουν στην άκρη του κόσμου με τη θέλησή τους, εναποθέτοντας τις τελευταίες τους ελπίδες στην τύχη και σε ένα παιχνίδι που αποδεικνύεται ολέθριο. Στην αρχή έχουν κι εκείνοι στο μυαλό τους το διαδεδομένο στερεότυπο του εξιδανικευμένου νησιού, της «Πολυπόθητης χαμένης Ατλαντίδος» και όλοι τους είναι πεισμένοι πως θα επιστρέψουν από εκεί με το τρόπαιο που θα τους αλλάξει τη ζωή – το χρηματικό ποσό που θα επιλύσει για πάντα τα προβλήματά τους.

Δέκα άνθρωποι από διαφορετικά μέρη του πλανήτη επιλέγονται από ένα αμερικανικό κανάλι για να πάρουν μέρος σε ένα παιχνίδι με μεγάλη χρηματική αμοιβή. Οι προετοιμασίες περιβάλλονται από μεγάλη μυστικότητα, οι συμμετέχοντες έχουν πάρει εντολή να μην αποκαλύψουν τίποτα σε κανέναν, και όλες οι κινήσεις τους μέχρι την άφιξη τους στο Ισλα Μπόα, ένα ακατοίκητο νησί κάπου στον Ατλαντικό, παραμένουν μυστικές. Όλοι οι παίχτες θα μεταβούν εκεί με υδροπλάνο, μαζί με τα συνεργεία και τον παρουσιαστή Τίμορυ Μπιουμίλερ που έχει αναλάβει την κάλυψη του παιχνιδιού, έναν ξεχασμένο ηθοποιό – πεισμένος πως του δίδεται μια δεύτερη ευκαιρία μετά την κατιούσα που είχε πάρει η καριέρα του.

Όλοι οι παίχτες έχουν αποθέσει σε αυτή την αποστολή τις ελπίδες τους για την αποκατάσταση της ζωής τους, ενώ για τον ιθύνοντα νου είναι ένα ανθρωπολογικό πείραμα ιδιαίτερου ενδιαφέροντος, καθώς φιλοδοξεί στην αναδημιουργία ενός παγκόσμιου χωριού. Κάποιος, όμως, στα κέντρα αποφάσεων γνωρίζει περισσότερα για αυτούς απ’ όσο οι ίδιοι φαντάζονται. Γνωρίζει προτιμήσεις, παρελθόν κι επιθυμίες και μέσα από τη διαδικτυακή κατασκοπεία, έχει ερευνήσει και ξέρει πως δεν έχουν περιθώρια να αρνηθούν.

Το παιχνίδι έχει μια ιδιαιτερότητα. Η μεγαλύτερη καινοτομία του είναι πως δεν επιτρέπεται σε κανέναν να αποχωρήσει ως την τελευταία μέρα και η ετερογένεια των συμμετεχόντων αναμένεται να δημιουργήσει σασπένς και να πυροδοτήσει αναπάντεχες εξελίξεις: «Στόχος ήταν να δημιουργήσω μια μικρογραφία του παγκόσμιου χωριού στο ερημονήσι. Να διαπιστώσω αν οι άνθρωποι θα μπορούσαν να βρουν κοινά στοιχεία και να συμβιώσουν. Η πείνα και οι κακουχίες βγάζουν στην επιφάνεια τον βαθύτερο εαυτό σου» διατείνεται ο ιθύνων νους και διευθυντής του καναλιού, Σάμυ Κόου στη νεαρή δημοσιογράφο που αργότερα θα πάει μέχρι την Καλιφόρνια για να του πάρει συνέντευξη.

Κάποιοι από τους συμμετέχοντες είναι: Ο καναδός Ρέιμοντ Ολι, ένας έγχρωμος σεφ από τον Καναδά, ιδιοκτήτης ενός καφέ, υπερχρεωμένος και τζογαδόρος, έχει άμεση ανάγκη να χρήματα. Εύκολος στόχος γιατί αν δεν ξεχρέωνε τους τοκογλύφους θα κατέληγε στη φυλακή.

Η Φου Μινγκ σαράντα χρονών και ανύπαντρη Κινέζα εργασιομανής, εργάζεται σκληρά σε μια εταιρεία συμβούλων στην Σαγκάη, ζει ταυτόχρονα και μια εικονική ζωή ως Purple, η εναλλακτική της ταυτότητα στο διαδίκτυο, η οποία έχει ό,τι η ίδια στερείται: δεν αρρωσταίνει, δεν έχει άγχος θανάτου, δεν θρηνεί το χαμό κανενός. Η Φου Μινγκ θέλει να είναι η νικήτρια στο παιχνίδι για να απαλλαγεί από το καθημερινό μαρτύριο του γραφείου και να ζήσει όπως το αβατάρ της.

Ο Γιούργκεν Ντρεέρ, ο γερμανός οικολόγος μετά από πλήθος διαψεύσεων, θεωρεί πως ίσως στο Ισλα Μπόα, μακριά από τον δυτικό πολιτισμό, θα βρει την ουτοπία στην αμόλυντη φύση και από την πρώτη στιγμή το νησί του δίνει την αίσθηση της απόλυτης απομόνωσης μακριά απ’ όσα τον καταπίεζαν, και ελπίζει πως, έστω και σε μορφή τεχνητού πειράματος, θα καταφέρουν να δημιουργήσουν αυτοί οι άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι έναν καινούργιο κώδικα συμβίωσης.

Η Ζέινα μια απελπισμένη καρκινοπαθής από τη Βηρυτό, και η Μάνια από την Ελλάδα που η κρίση και η ανεργία δεν της άφηνε περιθώρια αντίστασης στο κάλεσμα, η Τερέζα από την Αργεντινή που είχε ήδη υποστεί τις συνέπειες της χρεοκοπίας στη χώρα της καθώς και ο Κενυάτης μαραθωνοδρόμος Αμπέμπε που δεν έχει τίποτα να χάσει.

Η αμοραλιστική ηθική των πολυεθνικών για τις οποίες η ανθρώπινη ζωή είναι ένα ακόμα πιόνι για τα δικά τους συμφέροντα, η απόλυτη έλλειψη στοιχειώδους ενδιαφέροντος για την ζωές εκείνων που επιστράτευσαν στο παιχνίδι τους, αλλά και οι παντελής έλλειψη ηθικών φραγμών, θα καταστήσει την παραμονή στο νησί μια τραγωδία και τον χαμό ανθρώπων, όπως κυνικά σχολιάζει ο Σάμυ Κόου, μια ακόμα «παράπλευρη απώλεια».

Ο Αστερίου, σκηνοθετώντας τη συνάντηση τόσων διαφορετικών ανθρώπων, άλλων εθνικοτήτων, πολιτισμικών καταβολών, ηλικιών και αιτημάτων σε ένα ερημικό νησί, βρίσκει την ευκαιρία να εξετάσει ανισότητες, τη διαφορά στον τρόπο διαχείρισης των κρίσεων, αν και βλέπουμε πως σταδιακά όλοι απεκδύονται τις πολιτισμικές τους επιστρώσεις καθώς η επιβίωση τους καθιστά ευάλωτους – ίσους απέναντι στο φόβο και την πείνα.

Το νησί θα γίνει μια αρένα και όλοι θα κινδυνεύσουν είτε από τους συμπαίχτες τους, είτε από τα στοιχεία της φύσης. Όλες οι σχέσεις εκεί γίνονται διάφανες, οι αντιθέσεις έρχονται σε πρώτο πλάνο, ένα μέρος όπου ιδανικά θα ήταν ο παράδεισος κάθε ανθρωπολόγου, γίνεται ένας επίγειος λάκκος, όπου μόνο οι ιδιαίτερα ανθεκτικοί έχουν την ευκαιρία να επιβιώσουν.

Οι εμπειρίες στο νησί είναι κοινές για όλους: η πείνα, η εξάντληση, η έκπληξη, η απογοήτευση, η προσμονή∙ ο καθένας όμως την εισπράττει διαφορετικά, ανάλογα με το πολιτισμικό του παρελθόν, τις εγγραφές, τις καταβολές και την παιδεία του, γι’ αυτό και βλέπουμε πως ο καθένας με διαφορετικό τρόπο αφηγείται την εμπειρία του κι από διαφορετικό σημείο εκκίνησης.

Το «Πείραμα»

Το «Πείραμα» αφορά μεν στο τρόπο που η ανθρώπινη φύση αντιδρά σε ένα τέτοιο περιβάλλον, αλλά προεκτείνεται και στον τρόπο που εκφέρεται η εμπειρία του. Άλλος διηγείται με λεπτομέρειες τα ακριβή περιστατικά που τον οδήγησαν σ’ αυτή την επιλογή, άλλος στέκεται στο παρόν και αναλύει τα όσα διαδραματίζονται μπροστά του, άλλος ανατρέχει στην παιδική του ηλικία, στα όνειρα και στις διαψεύσεις του και άλλος με παραληρηματικό λόγο κατορθώνει να εντάξει αυτή την ακραία περιπέτεια στην ιδιωτική του αφήγηση. Σαν να μιλούν μπροστά σε μια κάμερα, δίνεται η ευκαιρία στον καθένα να παρουσιάσει μέρος του εαυτού του και της ιστορίας του. Όλοι έχουν τις δικές τους στιγμές επιφάνειας και επώδυνης αποκάλυψης που εντείνονται από την πείνα και τις κακουχίες, στιγμές και το νόημα του βίου τους περνάει αστραπιαία μπροστά τους, δίνοντας τη σκυτάλη σε άλλες εικόνες βαθύτερα καταχωνιασμένες στα βάθη της συνείδησής τους.

«Το ύφος είναι ο ίδιος ο άνθρωπος» – θα πει ο Γάλλος Φρανσουά Ντιτό, μέλος της αποστολής, κι αυτό θα γίνει ορατό από τον τρόπο αφήγησης της εμπειρίας του. Αυτοί που παίρνουν το λόγο, με το δικό τους ύφος και λόγο μας περιγράφουν το τι βίωσαν προκειμένου να αποδοθεί ένα νόημα στο παράλογο της κατάστασής τους. «Το Ισλα Μπόα δεν ήταν παρά η έκφραση του μηδενός (μια κάρτα μπλανς) λευκό χαρτί από το οποίο καλούμασταν να κατασκευάσουμε κάτι, να δημιουργήσουμε». Ο διανοούμενος Γάλλος, για παράδειγμα, κατορθώνει να ενσωματώσει αυτή την επώδυνη εμπειρία σε μια ευρύτερη προσωπική αφήγηση: Μαζί με τη συνέχιση της ζωής του να διευρυνθεί και η εξιστόρηση, πασχίζοντας να δοθεί σ’ αυτή την περιπέτεια ένα πριν κι ένα μετά, δηλαδή ένα νόημα.

Το νησί γίνεται μια επιπλέουσα κιβωτός αφηγήσεων, ιστοριών, προσδοκιών και δοκιμασιών, μια κιβωτός που ίσως φθάσει σε στέρεο έδαφος, διασώζοντας όποιον δεν την προδώσει και παραμείνει πιστός σε έναν ενδότερο στόχο, όχι στο κέρδος αλλά στην αξία του ρίσκου, και στην ανάγκη της ένταξης της εμπειρίας σε μια ευρύτερη αφήγηση.

Τα μυθιστορήματα που έχουν ως θέμα το ταξίδι σε ερημικά νησιά, αποκομμένα από τον πολιτισμό και όπου η ουτοπία σταδιακά μετατρέπεται σε δυστοπία αποτελούσαν πάντα και σχόλια ή αλληγορίες για τα δεινά της αντίστοιχης περιόδου που είχαν γραφεί. «Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα νησιά» του Ντ. Χ. Λόρενς και το φουτουριστικό «Ο Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος» του Άλντους Χάξλεϊ, για παράδειγμα, σχολίαζαν, ανάμεσα στα άλλα, τον κίνδυνο της ναρκισσιστικής κουλτούρας των αρχών του εικοστού αιώνα και την άνοδο του φασισμού. «Τα ταξίδια του Γκάλιβερ» και ο «Ροβινσώνας Κρούσος», αποτέλεσαν σημαντικά σχόλια για τις κοινωνικές δομές του δεκάτου ογδόου αιώνα, ο δε «Άρχοντας των Μυγών» του Γουίλιαμ Γκόλντιγκ παρουσίασε την άνοδο της ατομικότητας και τη συρρίκνωση της συλλογικότητας το δεύτερο ήμισυ του εικοστού αιώνα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο και στο Ίσλα Μπόα η ετερογενής ομάδα που καταφθάνει στο νησί, η συνύπαρξη, οι αγώνες επιβίωσης αλλά και οι λόγοι που τους ανάγκασαν να βρεθούν εκεί αποτελούν ένα πολιτικό σχόλιο για την καθημερινή απάνθρωπη παγκόσμια κρίση αξιών, τον οικονομικό και ηθικό ξεπεσμό, την τεχνολογικά αναπτυγμένη εποχή μας που έχει μετατρέψει τους ανθρώπους σε λεία αδίστακτων επιχειρηματιών.

Το νησί ως μυθιστορηματικός τόπος λειτουργεί και ως γέφυρα ανάμεσα στο πραγματικό και στο φαντασιακό αλλά και πεδίο σύγκλισης και αποδόμησης των αντιθέσεων καθώς παρουσιάζονται ταυτόχρονα ως ουτοπίες αλλά και δυστοπίες, παράδεισοι αλλά και κολαστήρια, διασταυρώσεις πολιτισμών αλλά και αρένα αναμέτρησης με τον εχθρό. Παρά τις ανισότητες και τις διαφορές των ταξιδευτών, δίδεται η ευκαιρία να αναμετρηθούν, να δοκιμαστούν οι αντοχές τους αλλά και να αναρωτηθούν για τις έως τώρα προτεραιότητές τους. Κατ’ αυτήν την έννοια το νησί παρέχει την ευκαιρία να αναθεωρήσουν την κοσμοθεωρία τους, τις αξίες τους, αλλά και τον τρόπο παραγωγής νοήματος. 

Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2025

Andres Montero, Η ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΥ ΜΙΛΗΣΑΜΕ ΜΕ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΟΠΤΡΑ

Γράφει η Γεωργία Χάρδα // 

 

 

 

 

Andres Mondero: «Η Χρονιά που μιλήσαμε με τη θάλασσα» ,El ano en que hablemos con el mar, Mετάφραση: Μαρία Παλαιολόγου, Εκδόσεις Διόπτρα, 272 σελίδες

 

 

«H θάλασσα ακουγόταν όλο και πιο δυνατά, λες και κάθε κύμα ήθελε να νικήσει το προη­γούμενο, αλλά στην πραγματικότητα παρέμενε ίδια, μονάχα που εμείς την ακούγαμε όλο και πιο κοντά γιατί πλησιάζαμε στον φάρο»

Όταν πρωτοσυνάντησα τον Αντρές Μοντέρο, στην Αθήνα, με αφορμή την παρουσίασή του στο Φεστιβάλ ΛΕΑ και το βιβλίο του Ο θάνατος έρχεται στάζοντας βροχή (La muerte viene estilando), είχα ήδη νιώσει πως απέναντί μου βρισκόταν ένας συγγραφέας με σπάνια αίσθηση της πραγματικότητας. Μιλούσαμε στα ισπανικά κι αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο δεν ήταν τόσο οι λέξεις, όσο ο τρόπος που τις έλεγε – ήρεμα, καθαρά, με ρυθμό αφηγητή. Θυμάμαι πως του ανέφερα ότι η γραφή του μου θύμιζε τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, κι εκείνος χαμογέλασε ταπεινά και είπε: «Φυσικά με έχει επηρεάσει ο Μάρκες και ο Χουάν Ρούλφο· αλλά στο βιβλίο αυτό υπάρχει και κάτι από το southern gothic, μια πιο σκοτεινή εκδοχή του μαγικού ρεαλισμού». Τότε κατάλαβα πως ο ρεαλισμός του είναι μαγικός όχι επειδή φαντάζεται θαύματα, αλλά επειδή ανακαλύπτει το θαυμαστό μέσα στην ίδια την πραγματικότητα.

Αυτό επιβεβαιώνεται και στο νέο του έργο, Η χρονιά που μιλήσαμε με τη θάλασσα (El año en que hablamos con el mar), ένα μυθιστόρημα όπου η μαγεία και η αλήθεια δεν συγκρούονται, αλλά συνυπάρχουν. Ο Μοντέρο τοποθετεί την ιστορία του σε ένα μικρό νησί του νότιου Ειρηνικού, «που δεν υπάρχει σε κανέναν χάρτη» – ένα νησί απομονωμένο, όπως και ο κόσμος στη διάρκεια της πανδημίας. Το σκηνικό θυμίζει τα χωριά του Μάρκες ή τα νησιά του Κασάρες, όμως ο δικός του ρεαλισμός είναι προσωπικός: τα τοπία του μοιάζουν να τα έχει ζήσει. Οι ήρωες του δεν είναι σύμβολα· είναι άνθρωποι που κουβαλούν τη σιωπή, την απώλεια και την ελπίδα ενός λαού.

Η αφήγηση οργανώνεται σε τέσσερις εποχές, από το καλοκαίρι ως την άνοιξη, ακολουθώντας τον φυσικό κύκλο της ζωής και της αναγέννησης. Στο επίκεντρο βρίσκονται τα δίδυμα αδέλφια Γκαρσές – ο Χουλιάν, που μένει στο νησί κι ο Χερόνιμο, που επιστρέφει ύστερα από πενήντα χρόνια. Η ιστορία τους γίνεται αλληγορία για τη μνήμη και τη συμφιλίωση, αλλά και μια βαθιά μελέτη πάνω στη συλλογική ταυτότητα. Ο Μοντέρο επιλέγει μια τολμηρή αφηγηματική δομή: οι τρεις από τις τέσσερις εποχές αφηγούνται με το συλλογικό «εμείς» του χωριού, ενώ ο «χειμώνας» είναι το προσωπικό ημερολόγιο του Χερόνιμο. Έτσι, η φωνή της κοινότητας και η φωνή του ατόμου αλληλοφωτίζονται.

Η φωνή του «εμείς» είναι από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του βιβλίου. Δεν είναι ένα ανώνυμο πλήθος, αλλά μια συλλογική συνείδηση, όπως οι χοροί στις αρχαίες τραγωδίες: παρατηρεί, σχολιάζει, συμμετέχει. Μέσα από αυτή τη φωνή, το νησί αποκτά υπόσταση και σχεδόν ανθρώπινημ φωνή. Και κάπου ανάμεσα στα κύματα, στους μύθους και στις σιωπές, ξεπροβάλλει το ερώτημα που διατρέχει ολόκληρο το έργο του Μοντέρο:

 πώς αφηγούμαστε μια ιστορία όταν όλοι είμαστε μέρος της; Πώς μπορεί μια κοινότητα να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη της όταν το παρόν την αλλοιώνει;

Οι εικόνες του, οι συμβολισμοί, οι μαγικές λεπτομέρειες – η βυθισμένη καμπάνα, η συμφωνία με τον διάβολο, η ταβέρνα μέσα σ’ ένα ναυάγιο – δεν είναι απλώς υπερφυσικά στολίδια, αλλά καθρέφτες της ανθρώπινης ψυχής. Σε κάθε ιστορία πάλλεται κάτι βαθιά πραγματικό: η ανάγκη για λύτρωση, η αναζήτηση του χαμένου χρόνου, η επιθυμία να ξαναμιλήσουμε με τη φύση, να ακούσουμε τη φωνή της θάλασσας. Ο τίτλος του βιβλίου δεν είναι τυχαίος· μιλάει για την επιστροφή στη φωνή του κόσμου.

Όταν στη συνέντευξή μας μου μιλούσε για το νερό, θυμάμαι πως έλεγε: «Στο μέρος που ζω, στη Χιλή, βρέχει πολύ. Ο θάνατος έρχεται στάζοντας βροχή, γιατί είναι παντού· είναι για τον ίδιο τον άνθρωπο». Αυτή η φράση του, που τότε αφορούσε το προηγούμενο βιβλίο, μοιάζει να φωτίζει και το νέο: η θάλασσα, η βροχή, το νερό ως κύκλος ζωής και φθοράς. Όπως και τότε, έτσι κι εδώ, η φύση δεν είναι απλώς σκηνικό· είναι το σώμα και η μνήμη των ανθρώπων.

Η γλώσσα του παραμένει καθαρή, ρυθμική, με την απλότητα ενός ανθρώπου που αφηγείται όπως μιλάει – όπως εκείνος μου είχε πει, γελώντας, «εγώ απλώς λέω ιστορίες· είμαι προφορικός αφηγητής, αυτό κάνω». Και αυτή η προφορικότητα είναι η καρδιά της γραφής του: κάθε φράση κυλά σαν αφήγηση που ακούς δίπλα στη φωτιά, με εκείνη την αργή, μελωδική ροή που θυμίζει παραμύθι.

H θάλασσα ακουγόταν όλο και πιο δυνατά, λες και κάθε κύμα ήθελε να νικήσει το προη­γούμενο, αλλά στην πραγματικότητα παρέμενε ίδια, μονάχα που εμείς την ακούγαμε όλο και πιο κοντά γιατί πλησιάζαμε στον φάρο. Μπορούσαμε πλέον να τον διακρίνουμε, ταπει­νό, πάνω στο πέτρωμα του βράχου που τον έχτισαν: λευκός κάτω, κόκκινος στη μέση, λευκός απάνω, βρόμικος παντού και απολύτως άχρηστος, διότι απ’ όσο ξέρουμε δεν λειτούργησε ποτέ.

«Φυσικά και λειτούργησε – όταν ήμουνα παιδί, σίγουρα» μας εξήγησε ο δον Χουλιάν. «Είχε κι έναν φαροφύλακα, τον γερο-­Γκαμαδιέλ, που ήταν γιος, εγγονός και δισέγγονος φα­ροφυλάκων. Ο προπάππους του έμενε εδώ τον καιρό που το νησί δεν είχε κατοίκους. Ήταν το μοναδικό ανθρώπινο πλάσμα σε ολόκληρο το νησί. Το μοναδικό, το φαντάζεστε; Έρχονταν μία φορά τον μήνα από την απέναντι στεριά να του αφήσουν προμήθειες, αν και μερικές φορές όλο και κάποια καταιγίδα τούς καθυστερούσε μια δυο μέρες. Όπως και τώρα βέβαια, αυτό δεν έχει αλλάξει. Ωστόσο, μια φορά έγιναν πέντε οι εβδομάδες της καθυστέρησης, γιατί η θά­λασσα δεν είχε αναπαμό κι ήταν σαν να έβρεχε από κάτω προς τα πάνω, οπότε δεν μπορούσε να έρθει και το καράβι. “Θα φάει κανένα αρνί ή θα ψαρέψει τίποτα”, φαντάζομαι πως θα σκέφτονταν οι άνθρωποι του καραβιού, “από πείνα δεν θα πεθάνει”. Όταν όμως τελικά το καράβι μπόρεσε να φτάσει στο νησί, τον βρήκαν τσακισμένο πάνω στα βράχια».

Το απόσπασμα όπου ο δον Χουλιάν κατεβαίνει στον φάρο συνοψίζει όλη την ουσία του μυθιστορήματος. Ο γέρος που μιλά για τις γενιές των φαροφυλάκων, για τη σιωπή της θάλασσας και για το πώς «η θάλασσα καλμάριζε ακούγοντας τα ποιήματά του» – δεν είναι μόνο χαρακτήρας· είναι ο ίδιος ο χρόνος. Ο φάρος, που «ποτέ δεν λειτούργησε πραγματικά», γίνεται σύμβολο της προσπάθειας του ανθρώπου να φωτίσει το σκοτάδι του πελάγους, δηλαδή της ύπαρξης. Και εκεί βρίσκεται η δύναμη της λογοτεχνίας του Μοντέρο: δεν χρειάζεται φως, γιατί η ίδια η αφήγηση γίνεται φως.

Η πανδημία λειτουργεί σαν σκιά πίσω από όλα. Δεν είναι απλώς πλαίσιο, αλλά το φίλτρο μέσα από το οποίο βλέπουμε ανθρώπους να ξαναβρίσκουν τη σημασία της κοινότητας, της αφήγησης, της επαφής. Ο εγκλεισμός μετατρέπεται σε στοχασμό, και το νησί σε μικρογραφία του κόσμου. Όπως και στο προηγούμενο έργο του, ο συγγραφέας αναμετράται με τον θάνατο – όχι με φόβο, αλλά με τρυφερότητα. Η θάλασσα, η φωνή, το «εμείς» γίνονται τρόποι αντίστασης απέναντι στη φθορά.

Στο τέλος, όταν οι δύο αδελφοί κάθονται πλάι-πλάι μπροστά στη θάλασσα, μιλώντας και σωπαίνοντας, ο αναγνώστης νιώθει πως βρίσκεται κι εκείνος εκεί — ακούγοντας το κύμα, μυρίζοντας το αλάτι, νιώθοντας τον χρόνο να απλώνεται γύρω του. Η φωνή του «εμείς» ανοίγει, διαχέεται και μέσα της ακούγεται η πιο ήσυχη, πιο σίγουρη φράση του Δον Χουλιάν:

«Εγώ είχα εμπιστοσύνη στη σιγουριά των ίδιων κυμάτων.» 

Μια φράση που αποτυπώνει όλο το πνεύμα του βιβλίου — τη συνέχεια, την αποδοχή, την επιστροφή. Γιατί, όπως η θάλασσα γυρίζει πάντα στην ακτή, έτσι κι οι ιστορίες του Montero μάς επαναφέρουν στην ουσία της λογοτεχνίας: στην ανάγκη να αφηγούμαστε, να θυμόμαστε και να αγαπάμε.