Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2025

Andres Montero, Η ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΥ ΜΙΛΗΣΑΜΕ ΜΕ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΟΠΤΡΑ

Γράφει η Γεωργία Χάρδα // 

 

 

 

 

Andres Mondero: «Η Χρονιά που μιλήσαμε με τη θάλασσα» ,El ano en que hablemos con el mar, Mετάφραση: Μαρία Παλαιολόγου, Εκδόσεις Διόπτρα, 272 σελίδες

 

 

«H θάλασσα ακουγόταν όλο και πιο δυνατά, λες και κάθε κύμα ήθελε να νικήσει το προη­γούμενο, αλλά στην πραγματικότητα παρέμενε ίδια, μονάχα που εμείς την ακούγαμε όλο και πιο κοντά γιατί πλησιάζαμε στον φάρο»

Όταν πρωτοσυνάντησα τον Αντρές Μοντέρο, στην Αθήνα, με αφορμή την παρουσίασή του στο Φεστιβάλ ΛΕΑ και το βιβλίο του Ο θάνατος έρχεται στάζοντας βροχή (La muerte viene estilando), είχα ήδη νιώσει πως απέναντί μου βρισκόταν ένας συγγραφέας με σπάνια αίσθηση της πραγματικότητας. Μιλούσαμε στα ισπανικά κι αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο δεν ήταν τόσο οι λέξεις, όσο ο τρόπος που τις έλεγε – ήρεμα, καθαρά, με ρυθμό αφηγητή. Θυμάμαι πως του ανέφερα ότι η γραφή του μου θύμιζε τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, κι εκείνος χαμογέλασε ταπεινά και είπε: «Φυσικά με έχει επηρεάσει ο Μάρκες και ο Χουάν Ρούλφο· αλλά στο βιβλίο αυτό υπάρχει και κάτι από το southern gothic, μια πιο σκοτεινή εκδοχή του μαγικού ρεαλισμού». Τότε κατάλαβα πως ο ρεαλισμός του είναι μαγικός όχι επειδή φαντάζεται θαύματα, αλλά επειδή ανακαλύπτει το θαυμαστό μέσα στην ίδια την πραγματικότητα.

Αυτό επιβεβαιώνεται και στο νέο του έργο, Η χρονιά που μιλήσαμε με τη θάλασσα (El año en que hablamos con el mar), ένα μυθιστόρημα όπου η μαγεία και η αλήθεια δεν συγκρούονται, αλλά συνυπάρχουν. Ο Μοντέρο τοποθετεί την ιστορία του σε ένα μικρό νησί του νότιου Ειρηνικού, «που δεν υπάρχει σε κανέναν χάρτη» – ένα νησί απομονωμένο, όπως και ο κόσμος στη διάρκεια της πανδημίας. Το σκηνικό θυμίζει τα χωριά του Μάρκες ή τα νησιά του Κασάρες, όμως ο δικός του ρεαλισμός είναι προσωπικός: τα τοπία του μοιάζουν να τα έχει ζήσει. Οι ήρωες του δεν είναι σύμβολα· είναι άνθρωποι που κουβαλούν τη σιωπή, την απώλεια και την ελπίδα ενός λαού.

Η αφήγηση οργανώνεται σε τέσσερις εποχές, από το καλοκαίρι ως την άνοιξη, ακολουθώντας τον φυσικό κύκλο της ζωής και της αναγέννησης. Στο επίκεντρο βρίσκονται τα δίδυμα αδέλφια Γκαρσές – ο Χουλιάν, που μένει στο νησί κι ο Χερόνιμο, που επιστρέφει ύστερα από πενήντα χρόνια. Η ιστορία τους γίνεται αλληγορία για τη μνήμη και τη συμφιλίωση, αλλά και μια βαθιά μελέτη πάνω στη συλλογική ταυτότητα. Ο Μοντέρο επιλέγει μια τολμηρή αφηγηματική δομή: οι τρεις από τις τέσσερις εποχές αφηγούνται με το συλλογικό «εμείς» του χωριού, ενώ ο «χειμώνας» είναι το προσωπικό ημερολόγιο του Χερόνιμο. Έτσι, η φωνή της κοινότητας και η φωνή του ατόμου αλληλοφωτίζονται.

Η φωνή του «εμείς» είναι από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του βιβλίου. Δεν είναι ένα ανώνυμο πλήθος, αλλά μια συλλογική συνείδηση, όπως οι χοροί στις αρχαίες τραγωδίες: παρατηρεί, σχολιάζει, συμμετέχει. Μέσα από αυτή τη φωνή, το νησί αποκτά υπόσταση και σχεδόν ανθρώπινημ φωνή. Και κάπου ανάμεσα στα κύματα, στους μύθους και στις σιωπές, ξεπροβάλλει το ερώτημα που διατρέχει ολόκληρο το έργο του Μοντέρο:

 πώς αφηγούμαστε μια ιστορία όταν όλοι είμαστε μέρος της; Πώς μπορεί μια κοινότητα να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη της όταν το παρόν την αλλοιώνει;

Οι εικόνες του, οι συμβολισμοί, οι μαγικές λεπτομέρειες – η βυθισμένη καμπάνα, η συμφωνία με τον διάβολο, η ταβέρνα μέσα σ’ ένα ναυάγιο – δεν είναι απλώς υπερφυσικά στολίδια, αλλά καθρέφτες της ανθρώπινης ψυχής. Σε κάθε ιστορία πάλλεται κάτι βαθιά πραγματικό: η ανάγκη για λύτρωση, η αναζήτηση του χαμένου χρόνου, η επιθυμία να ξαναμιλήσουμε με τη φύση, να ακούσουμε τη φωνή της θάλασσας. Ο τίτλος του βιβλίου δεν είναι τυχαίος· μιλάει για την επιστροφή στη φωνή του κόσμου.

Όταν στη συνέντευξή μας μου μιλούσε για το νερό, θυμάμαι πως έλεγε: «Στο μέρος που ζω, στη Χιλή, βρέχει πολύ. Ο θάνατος έρχεται στάζοντας βροχή, γιατί είναι παντού· είναι για τον ίδιο τον άνθρωπο». Αυτή η φράση του, που τότε αφορούσε το προηγούμενο βιβλίο, μοιάζει να φωτίζει και το νέο: η θάλασσα, η βροχή, το νερό ως κύκλος ζωής και φθοράς. Όπως και τότε, έτσι κι εδώ, η φύση δεν είναι απλώς σκηνικό· είναι το σώμα και η μνήμη των ανθρώπων.

Η γλώσσα του παραμένει καθαρή, ρυθμική, με την απλότητα ενός ανθρώπου που αφηγείται όπως μιλάει – όπως εκείνος μου είχε πει, γελώντας, «εγώ απλώς λέω ιστορίες· είμαι προφορικός αφηγητής, αυτό κάνω». Και αυτή η προφορικότητα είναι η καρδιά της γραφής του: κάθε φράση κυλά σαν αφήγηση που ακούς δίπλα στη φωτιά, με εκείνη την αργή, μελωδική ροή που θυμίζει παραμύθι.

H θάλασσα ακουγόταν όλο και πιο δυνατά, λες και κάθε κύμα ήθελε να νικήσει το προη­γούμενο, αλλά στην πραγματικότητα παρέμενε ίδια, μονάχα που εμείς την ακούγαμε όλο και πιο κοντά γιατί πλησιάζαμε στον φάρο. Μπορούσαμε πλέον να τον διακρίνουμε, ταπει­νό, πάνω στο πέτρωμα του βράχου που τον έχτισαν: λευκός κάτω, κόκκινος στη μέση, λευκός απάνω, βρόμικος παντού και απολύτως άχρηστος, διότι απ’ όσο ξέρουμε δεν λειτούργησε ποτέ.

«Φυσικά και λειτούργησε – όταν ήμουνα παιδί, σίγουρα» μας εξήγησε ο δον Χουλιάν. «Είχε κι έναν φαροφύλακα, τον γερο-­Γκαμαδιέλ, που ήταν γιος, εγγονός και δισέγγονος φα­ροφυλάκων. Ο προπάππους του έμενε εδώ τον καιρό που το νησί δεν είχε κατοίκους. Ήταν το μοναδικό ανθρώπινο πλάσμα σε ολόκληρο το νησί. Το μοναδικό, το φαντάζεστε; Έρχονταν μία φορά τον μήνα από την απέναντι στεριά να του αφήσουν προμήθειες, αν και μερικές φορές όλο και κάποια καταιγίδα τούς καθυστερούσε μια δυο μέρες. Όπως και τώρα βέβαια, αυτό δεν έχει αλλάξει. Ωστόσο, μια φορά έγιναν πέντε οι εβδομάδες της καθυστέρησης, γιατί η θά­λασσα δεν είχε αναπαμό κι ήταν σαν να έβρεχε από κάτω προς τα πάνω, οπότε δεν μπορούσε να έρθει και το καράβι. “Θα φάει κανένα αρνί ή θα ψαρέψει τίποτα”, φαντάζομαι πως θα σκέφτονταν οι άνθρωποι του καραβιού, “από πείνα δεν θα πεθάνει”. Όταν όμως τελικά το καράβι μπόρεσε να φτάσει στο νησί, τον βρήκαν τσακισμένο πάνω στα βράχια».

Το απόσπασμα όπου ο δον Χουλιάν κατεβαίνει στον φάρο συνοψίζει όλη την ουσία του μυθιστορήματος. Ο γέρος που μιλά για τις γενιές των φαροφυλάκων, για τη σιωπή της θάλασσας και για το πώς «η θάλασσα καλμάριζε ακούγοντας τα ποιήματά του» – δεν είναι μόνο χαρακτήρας· είναι ο ίδιος ο χρόνος. Ο φάρος, που «ποτέ δεν λειτούργησε πραγματικά», γίνεται σύμβολο της προσπάθειας του ανθρώπου να φωτίσει το σκοτάδι του πελάγους, δηλαδή της ύπαρξης. Και εκεί βρίσκεται η δύναμη της λογοτεχνίας του Μοντέρο: δεν χρειάζεται φως, γιατί η ίδια η αφήγηση γίνεται φως.

Η πανδημία λειτουργεί σαν σκιά πίσω από όλα. Δεν είναι απλώς πλαίσιο, αλλά το φίλτρο μέσα από το οποίο βλέπουμε ανθρώπους να ξαναβρίσκουν τη σημασία της κοινότητας, της αφήγησης, της επαφής. Ο εγκλεισμός μετατρέπεται σε στοχασμό, και το νησί σε μικρογραφία του κόσμου. Όπως και στο προηγούμενο έργο του, ο συγγραφέας αναμετράται με τον θάνατο – όχι με φόβο, αλλά με τρυφερότητα. Η θάλασσα, η φωνή, το «εμείς» γίνονται τρόποι αντίστασης απέναντι στη φθορά.

Στο τέλος, όταν οι δύο αδελφοί κάθονται πλάι-πλάι μπροστά στη θάλασσα, μιλώντας και σωπαίνοντας, ο αναγνώστης νιώθει πως βρίσκεται κι εκείνος εκεί — ακούγοντας το κύμα, μυρίζοντας το αλάτι, νιώθοντας τον χρόνο να απλώνεται γύρω του. Η φωνή του «εμείς» ανοίγει, διαχέεται και μέσα της ακούγεται η πιο ήσυχη, πιο σίγουρη φράση του Δον Χουλιάν:

«Εγώ είχα εμπιστοσύνη στη σιγουριά των ίδιων κυμάτων.» 

Μια φράση που αποτυπώνει όλο το πνεύμα του βιβλίου — τη συνέχεια, την αποδοχή, την επιστροφή. Γιατί, όπως η θάλασσα γυρίζει πάντα στην ακτή, έτσι κι οι ιστορίες του Montero μάς επαναφέρουν στην ουσία της λογοτεχνίας: στην ανάγκη να αφηγούμαστε, να θυμόμαστε και να αγαπάμε.

 

 

 

1 σχόλιο:

  1. Ο τίτλος «Τη χρονιά που μιλήσαμε με τη θάλασσα» του Andrés Montero δεν είναι κυριολεκτικός∙ λειτουργεί συμβολικά και συνδέεται στενά με τις βασικές θεματικές του βιβλίου: τη μνήμη, την απώλεια, την ενηλικίωση και την εσωτερική μεταμόρφωση.

    🔹 Τι συμβολίζει η «θάλασσα»

    Η θάλασσα στο μυθιστόρημα δεν είναι απλά το φυσικό τοπίο. Συμβολίζει:

    Το υποσυνείδητο: όσα νιώθουμε αλλά δεν λέμε.

    Τη μνήμη: αυτό που επιστρέφει σαν κύμα, ξανά και ξανά.

    Το άγνωστο και το ανεξέλεγκτο: τον φόβο και την έλξη για το κάτι πέρα από εμάς.

    Την αλλαγή και την κίνηση της ζωής.


    🔹 Τι σημαίνει «μιλήσαμε»

    Το «μιλήσαμε» δεν περιγράφει πραγματικό διάλογο.
    Αναφέρεται στη στιγμή εσωτερικής αναμέτρησης: όταν ο ήρωας (ή οι ήρωες) αναγκάζονται να αντιμετωπίσουν:

    κρυμμένα συναισθήματα

    τραύματα του παρελθόντος

    συγκρούσεις μέσα τους

    την ανάγκη να προχωρήσουν


    Η «συνομιλία με τη θάλασσα» είναι δηλαδή η στιγμή αυτογνωσίας.

    🔹 Πώς συνδέεται με το περιεχόμενο

    Η ιστορία ανασυνθέτει μια χρονιά αλλαγής — μια χρονιά όπου οι χαρακτήρες ωριμάζουν μέσα από απώλειες, έρωτες ή αποκαλύψεις. Η θάλασσα είναι ο καθρέφτης αυτών των εμπειριών: η σιωπηλή παρουσία που «ακούει» και «απαντά» χωρίς λόγια.

    Άρα ο τίτλος υπογραμμίζει:

    Τίτλος Περιεχόμενο

    «Τη χρονιά που…» Μια συγκεκριμένη περίοδος-σταθμός στη ζωή.
    «Μιλήσαμε…» Στιγμή εσωτερικού διαλόγου και αναμέτρησης.
    «…με τη θάλασσα» Με το άγνωστο, το βαθύ, το αληθινό μας μέσα.


    🔹 Συνοπτικά

    Ο τίτλος συμπυκνώνει την ιδέα του βιβλίου: μια χρονιά όπου οι ήρωες ήρθαν αντιμέτωποι με τον ίδιο τους τον εαυτό, και η θάλασσα έγινε ο τόπος της μνήμης, της αποκάλυψης και της μεταμόρφωσης.


    ---

    ΑπάντησηΔιαγραφή