Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Προθρήνος; Αλληγορία θανάτου; Μεθύστερη τελετουργία μνήμης; Όποια κι αν ήταν η πρόθεση του Νίκου Δαββέτα στο αυτοβιογραφικό κείμενο Η δεσμοφύλακας, που, τυπικά, ανήκει στην κατηγορία του memoir και της autofiction, το αποτέλεσμα είναι ένα ποιητικό κατευόδιο σε πεζόμορφη απεικόνιση.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ο συγγραφέας υπήρξε δόκιμος και καλός ποιητής (έτσι εισήλθε στη λογοτεχνία) και σε τούτο το «θερμό» βιβλίο καταφεύγει στα αρχικά του νάματα, στις δικές του καταγωγικές πηγές, για να δημιουργήσει ένα κείμενο αποφορτισμένο από τα βάρη του συναισθήματος και να τα μετατρέψει σε πυκνότητα νοήματος, εικόνας και έντασης με προτάσεις που προσιδιάζουν στην ποιητική φόρμα.
Βαθέος γήρατος
Αν υπάρχει ένα βιβλίο με το οποίο συνομιλεί Η δεσμοφύλακας είναι το Βαθέος γήρατος του Γιάννη Βαρβέρη. Το θέμα κοινό: ο γιος απευθύνεται στη μητέρα, της οποίας το πάσχον σώμα φθίνει. Το εν προόδω έργο, οι ίδιες οι καταγραφές, δεν είναι τίποτα άλλο από μια πορεία προς τον θάνατο. Αυτός, βέβαια, έχει επισυμβεί τη στιγμή της έκδοσης, όμως τούτο το άφευκτο γεγονός όχι μόνο δεν μειώνει την καταγραφή, αλλά της προσδίδει και το δραματικό στοιχείο του επείγοντος.
Στην περίπτωση του Δαββέτα, δε, η μνήμη συνδέεται με μια σημαίνουσα ανάγκη, καθώς η μητέρα του, όπως σημειώνει και ο ίδιος, πάσχοντας από τη νόσο του Αλτσχάιμερ, μέρα με τη μέρα χάνει τις εικόνες της ζωής της, οι ενθυμήσεις της χλομιάζουν, σημαντικά γεγονότα παραγράφονται κι άλλα διαστρέφονται. Αυτό το αξεδιάλυτο κουβάρι μετατρέπει την καθημερινότητά της σε κινούμενη βάτο, χάνει όλα τα στηρίγματα, γίνεται επιθετική, ζητάει να την δοθεί κάτι από καιρό χαμένο: τον ειρμό του μυαλό της.
Ο γιος παραστέκει, αντιμετωπίζει την προϊούσα κατάσταση της μητέρας του με στωικότητα, ψυχραιμία, αποφασιστικότητα, αλλά και συναισθήματα ανάμικτα, καθώς βλέπει πως αυτό που υπήρξε μεταξύ τους ποτέ δεν θα υπάρξει ξανά.
Υπόσταση στο παρελθόν
Είναι, άραγε, ένα βιβλίο για όσα η μητέρα του ξέχασε; Είναι οι καταγραφές των κενών σημείων της μνήμης; Ή, μήπως, είναι ένα βιβλίο στο οποίο τα πίσω βήματα προς το παρελθόν τα κάνει ο ίδιος ο συγγραφέας με σκοπό να δώσει υπόσταση σε όσα έζησε, τον καθόρισαν και τον έκαναν αυτό που είναι τώρα;
Η μητέρα του υπήρξε σωφρονιστική υπάλληλος στις φυλακές Κορυδαλλού και Αβέρωφ. Μια ζωή πίσω από τις μπάρες, κλεισμένη κι αυτή σε έναν περιχαρακωμένο κόσμο.
Όπως και στην περίπτωση του Γιάννη Βαρβέρη, έτσι κι εδώ, η συγγραφή εκκινεί από την πλέρια ανάγκη του γράφοντος να κρατήσει άσβεστο το παρελθόν, να το νοηματοδοτήσει, να του δώσει μια τελευταία χάρη να υπάρξει. Κι ας έχει φύγει το έτερο μέλος που όριζε τη σχέση τους. Δεν είναι τυχαίο ότι σε πάρα πολλά από τα μικρά περιστατικά που σχηματοποιούν το βιβλίο (είναι φτιαγμένο με μικρά κεφάλαια-fragmenta), πρωταγωνιστής είναι ο μικρός εαυτός που ξαναζεί, ως μεγάλος πια, αυτά που παρήλθαν.
Η μητέρα του υπήρξε σωφρονιστική υπάλληλος στις φυλακές Κορυδαλλού και Αβέρωφ. Μια ζωή πίσω από τις μπάρες, κλεισμένη κι αυτή σε έναν περιχαρακωμένο κόσμο. Τι ειρωνεία: σε έναν κλωβό αμνησίας αναγκάστηκε να συνεχίσει τα στερνά της ζωής της, έως την τελική απελευθέρωση του πνεύματος.
Δεν πετάς τίποτα
Τούτο το βιβλίο είναι από εκείνα για τα οποία λες: «Δεν πετάς τίποτα». Είναι η ποιητική στόφα του που αναρριπίζει όλες τις εικόνες. Σχεδόν όλες οι κατακλείδες των κεφαλαίων θα μπορούσαν να είναι αυτόνομοι στίχοι σε μια ποιητική συλλογή. Ο Δαββέτας καταφεύγει σε μια σπάνια πύκνωση όχι μόνο γιατί διαθέτει τη συγγραφική ευστροφία ότι το «πολύ» σχεδόν πάντα εκτρέπει το νόημα, αλλά διότι δείχνει να ψάχνει το καταστάλαγμα μιας ολόκληρης ζωής και όχι το όλον της. Ποιος μπορεί να διηγηθεί άλλωστε μια ολόκληρη ζωή;
Μέσα από κάθε κεφάλαιο, το σκληρό «εδώ» της ασθένειας μετατρέπεται σε ένα παρελθοντικό «εκεί» όπου τα πράγματα ήταν πιο στέρεα και πιο προφανή.
Αυτό που μετράει είναι οι κοινές στιγμές, οι γκρίζες ζώνες, τα γεγονότα που για χρόνια ήταν κρυφά, τα άλλα που υπονοούνταν, τα απτά και τα αφανή. Μέσα από κάθε κεφάλαιο, το σκληρό «εδώ» της ασθένειας μετατρέπεται σε ένα παρελθοντικό «εκεί» όπου τα πράγματα ήταν πιο στέρεα και πιο προφανή. Ήταν, όντως; Ή, μήπως, τώρα που γράφονται, ο συγγραφέας τα βλέπει υπό άλλο πρίσμα;
Πρωτίστως, είναι ένα βιβλίο για τη σημασία της μνήμης, το σώμα της οποίας στις ζωές των ανθρώπων αποκτάει με τα χρόνια γδαρσίματα, εκχυμώσεις και λοιπές αλλοιώσεις.
Είναι μικρό παράσημο να σημειώσει κανείς πως Η δεσμοφύλακας είναι ένα βιβλίο συγγραφικής ωριμότητας. Έχουν προϋπάρξει κι άλλα βιβλία του Δαββέτα που δείχνουν ολοκάθαρα σε ποια συγγραφική φάση βρίσκεται. Η διαφορά τούτου του βιβλίου είναι ότι από καθαρά ανθρώπινη σκοπιά δείχνει πιο έτοιμος από ποτέ να δει τον εαυτό του σε έναν δημόσιο καθρέφτη και μέσω αυτού να δει ο αναγνώστης τον δικό του. Δεν πρόκειται για μια αφήγηση που περιέχει μόνο την προσωπική ιστορία και δεν ενδιαφέρεται να επικοινωνήσει με αλλότρια συναισθήματα. Πρωτίστως, είναι ένα βιβλίο για τη σημασία της μνήμης, το σώμα της οποίας στις ζωές των ανθρώπων αποκτάει με τα χρόνια γδαρσίματα, εκχυμώσεις και λοιπές αλλοιώσεις. Ο μόνος ικανός τρόπος για να διασωθεί είναι να παραχωρηθεί στη δύναμη των λέξεων.
Μια κατασκευή
Καμία σημασία δεν έχει αν το τελικό αποτέλεσμα απέχει από «ό,τι συνέβη» πραγματικά. Η ζωή από τη φύση της είναι μια κατασκευή. Η πραγματικότητα ποτέ δεν είναι απόλυτα πραγματική. Ο Νίκος Δαββέτας σημειώνει:
«Τώρα, δεν ξέρω αν συνιστούν μια εξομολόγηση μεταμφιεσμένη σε μυθοπλασία ή μυθοπλασία μεταμφιεσμένη σε αυτοβιογραφική εξομολόγηση».
Όμως, αυτός δεν είναι κι ένας από τους λόγους που υπάρχει η λογοτεχνία; Να διασώζει το υπαρκτό, να βρίσκει το χαμένο και να δημιουργεί κάτι που δεν ξέρεις αν υπήρξε ή είναι πλάσμα της φαντασίας.
Το γνωρίζει πολύ καλά και ο ίδιος πως τα όρια της μυθοπλασίας του βίου ή της εκμυστήρευσης πραγματικών γεγονότων με μυθοπλαστικό ντύμα δεν είναι διακριτά. Το ένα μπαίνει στην επικράτεια του άλλου, με αποτέλεσμα κάθε ζωή να είναι επινοημένη και ταυτόχρονα υλική και πραγματική. Είμαστε ο μύθος μας. Είμαστε όσα έχουμε ξεχάσει, δημιουργήσει, ζήσει και φανταστεί. Είμαστε οι δεσμοφύλακες και οι καταγραφείς των ζωών μας. Όπως, άλλωστε, είναι και ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου για χάρη της μητέρας του που αδυνατεί να αναλάβει αυτό το ρόλο για τον εαυτό της.
Όμως, αυτός δεν είναι κι ένας από τους λόγους που υπάρχει η λογοτεχνία; Να διασώζει το υπαρκτό, να βρίσκει το χαμένο και να δημιουργεί κάτι που δεν ξέρεις αν υπήρξε ή είναι πλάσμα της φαντασίας. Σε αυτό το ενδιάμεσο βρισκόμαστε όλοι. Είτε θυμόμαστε είτε ξεχνάμε.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου