Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011

Αντικαπνιστικά 3

Ή παραλλάσσοντας τον τίτλο: η ορθολογική δύση ή η λαγγεμένη ανατολή.
Το λαμπερό κουτί με το σελοφάν της επιτυχίας ή την εξομολογητική αναφορά στις δυσκολίες και στην προσπάθεια υπέρβασής τους. Η γραφή ως αντίδοτο της στέρησης!

Αντικαπνιστικά 2

Τώρα βρίσκεστε σε πολύ διαφορετική κατάσταση - έχετε επιτέλους διακόψει το κάπνισμα- και ατενίζετε το μέλλον χωρίς τσιγάρα. Πριν από 3 μόλις μήνες, αυτή η στιγμή ήταν ένα μακρινό όνειρο. Σήμερα, λοιπόν, θα θέλαμε να θυμηθείτε τι σήμαινε για εσάς η διακοπή του καπνίσματος τότε και τι σημαίνει τώρα. Πιστεύουμε ότι η επιτυχία της προσπάθειάς σας να διακόψετε το κάπνισμα έχει αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο σκέπτεστε και αισθάνεστε - όπως επίσης τις σημερινές ελπίδες και προσδοκίες σας για ένα μέλλον χωρίς τσιγάρο. Για να δούμε λοιπόν! [...]
Αρχικές σκέψεις για τη ζωή χωρίς τσιγάρο:
  • θα βελτιωθεί η υγεία μου
  • η οικογένειά μου θα είναι περήφανη για μένα
  • θα έχω περισσότερα χρήματα για να ξοδέψω
  • το κάνω για τα παιδιά μου
  • θέλω να το κόψω -αλλά δεν ξέρω αν μπορώ.
Σκέψεις που μπορεί να κάνετε τώρα:
  • έχω περισσότερο χρόνο για διασκέδαση
  • η φυσική μου κατάσταση έχει βελτιωθεί πολύ και έχω περισσότερη ενέργεια
  • μπορώ να κάνω ό, τι μου έρθει στο μυαλό
  • θα ζήσω περισσότερο
  • τελικά δεν ήταν τόσο δύσκολο να κόψω το κάπνισμα όσο νόμιζα.
Life Rewards, Μέρος 2ο, Πρόγραμμα Υποστήριξης, σελ. 38-39

Αντικαπνιστικά 1

Πέρασαν διακόσιες εβδομήντα δύο μέρες από τότε που έκοψα το τσιγάρο. Έχω συνηθίσει νομίζω, δεν υποφέρω όπως πριν, δεν σκέφτομαι ότι έκοψαν και πήραν ένα κομμάτι του κορμιού μου. Όχι δεν έχω πάψει να νιώθω τη στέρηση, δεν έχω πάψει να νιώθω ότι έχω αποκοπεί από το σύνολο του εαυτού μου: απλώς συνήθισα μια κατάσταση. πιο σωστά, αποδέχομαι πια την πικρή πραγματικότητα.
Από δω και πέρα, μέχρι το τέλος της ζωής μου, δεν πρόκειται να ξανακαπνίσω.
Αν και σκέφτομαι έτσι, είναι πολλές φορές που φαντάζομαι τον εαυτό μου να καπνίζει. Ξέρετε, όλοι έχουμε φαντασιώσεις τόσο φοβερές και αισχρές, που τις κρύβουμε ακόμη κι από τον εαυτό μας... Στη μέση ακριβώς μιας τέτοιας φαντασίωσης, κι ενώ μπορεί να ασχολούμαι με οτιδήποτε εκείνη την ώρα [...] βλέπω τον εαυτό μου να έχει ανάψει τσιγάρο και να το απολαμβάνει.
Να ποια ήταν η ουσιαστική λειτουργία του τσιγάρου στη ζωή μου: επιβράδυνε το ρυθμό της απόλαυσης και του πόνου, της επιθυμίας και της ήττας, της δυστυχίας και του ενθουσιασμού, του τώρα και του μέλλοντος. έβρισκε ανάμεσα στα καρέ που περνούν μπροστά από τα μάτια μου σε αργή κίνηση, καινούργιους δρόμους και μονοπάτια. Όταν αυτές οι δυνατότητες εξαφανίζονται, ο άνθρωπος αρχίζει να αισθάνεται λίγο γυμνός. Άοπλος κι αβοήθητος. [...]
Τώρα πια νιώθω λιγότερο συχνά τη στέρηση, όταν όμως τη νιώθω, καταλαβαίνω ότι έρχεται από κάπου πολύ βαθιά.[...]
Δεν αισθάνομαι όπως στην αρχή, το χημικό πάθος για το τσιγάρο. Νοσταλγώ την αλλοτινή κατάστασή μου όπως θα νοσταλγούσα ένα αγαπημένο φίλο, ένα πρόσωπο, θέλω να γυρίσω στον παλιό μου εαυτό. Σαν να μ' έχουν αναγκάσει να φορέσω ρούχα που δεν θέλω, να μ' έχουν αναγκάσει να γίνω άλλος άνθρωπος. Νομίζω ότι αν καπνίσω θα γυρίσω στην ορμή του παλιού μου εαυτού και της νύχτας.
Κι όταν θέλω να γυρίσω στον παλιό μου εαυτό, θυμάμαι αμυδρά ότι τότε ήμουν αθάνατος. Τότε ούτε ο χρόνος έτρεχε: όταν κάπνιζα γινόμουν καμιά φορά τόσο πολύ ευτυχισμένος ή η δυστυχία μου ήταν τόσο βαθιά, που νόμιζα ότι όλα θα έμεναν πάντα ίδια. Όσο εγώ απολάμβανα το τσιγάρο μου, ο κόσμος δεν άλλαζε ποτέ.
Έπειτα μ' έπιασε ο φόβος του θανάτου. Ο άνθρωπος που καπνίζει μπορεί ξαφνικά να πεθάνει, αυτό γράφουν με τρόπο πειστικό οι εφημερίδες. Για να μην πεθάνω, έπρεπε να αποβάλω εκείνο τον εαυτό και να γίνω κάποιος άλλος. Και το έκανα με επιτυχία. Τώρα ο εαυτός μου που άφησα πίσω, συμμάχησε με το διάβολο και με καλούν να γυρίσω στις μέρες που ο χρόνος έμεινε ακίνητος και ήταν όλα αθάνατα.
Δεν με τρομάζει το κάλεσμα.
Επειδή, όπως βλέπετε, το γράψιμο -αν σας ικανοποιεί- είναι παρηγοριά για όλες τις στενοχώριες.
Ορχάν Παμούκ (2010). Άλλα χρώματα. Αθήνα: Ωκεανίδα, σελ. 55-57

Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2010

O φόβος της Ιστορίας

Πίσω από τον ελληνοπρεπή λυρισμό δεν κρύβεται τίποτε άλλο από τον φόβο που μας εμπνέει η ίδια μας η ιστορία. Πίσω από την ισοπέδωση που παράγει η εν χορώ δημοσίως ή κατ' ιδίαν, έξαρση των συναισθημάτων μας δεν κρύβεται τίποτε άλλο από την απώθηση μιας πραγματικότητας η οποία ξέρει να διακρίνει τους πρωταγωνιστές από τους κομπάρσους. [...] Δεν είμαστε οι μόνοι ούτε είμαστε μοναδικοί. Αυτό είναι βέβαιο. Ο φόβος της Ιστορίας κινδυνεύει να γίνει ένα από τα ουσιαστικότερα προβλήματα της σύγχρονης εποχής. Εκεί που σίγουρα διεκδικούμε κάποιες περγαμηνές πρωτοτυπίας είναι στην αντιμετώπισή του: λαλίστατοι εφαρμόζουμε τον κανόνα "Η σιωπή είναι χρυσός". Στον τόπο ο οποίος στήριξε τη σύγχρονη ύπαρξή του στην ιστορία του, το είδος ιστορικός είναι εν ανεπαρκεία.
Ο φόβος της Ιστορίας είναι στην πραγματικότητα φόβος της δημιουργίας. [...] Και ο φόβος της δημιουργίας είναι φόβος του παρόντος, αφού η δημιουργία είναι ο μόνος τρόπος για να κατανοήσουμε το παρόν του δικού μας κόσμου.
Ο φόβος της Ιστορίας είναι φόβος του παρόντος.

Τάκης Θεοδωρόπουλος (2009). Η μελαγχολία της Δευτέρας, Αθήνα: Ωκεανίδα, σελ. 33-34

Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2010

Ο λαβύρινθος με τα διαβολικά κάτοπτρα


"Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου αν ποτέ σε ξεχάσω θα καταστραφώ, είτε είμαι Νάρκισσος είτε Περσέας!" Αυτό ήταν το ξόρκι του κάθε φορά που τρύπωνε στις Αίθουσα με τους Καθρέφτες. Δεν θα έπεφτε τόσο έξω αυτός, ένας ορθολογιστής, μπασμένος στα κόλπα του 21ου αιώνα, όπως ο ανόητος Νάρκισσος που πήρε για σώμα τον αντικατοπτρισμό του στο νερό. Στη λαμπρή του καριέρα μιμήθηκε την τεχνική του Περσέα, που δασκαλεμένος από την Αθηνά απόστρεψε τα μάτια από τη Μέδουσα, την κοίταξε για να την αποκεφαλίσει μόνο μες στο καθρέφτισμα της καλογυαλισμένης ασπίδας του. Διαφορετικά θα πέτρωνε. Έτσι κι αυτός, ποτέ δεν θέλησε να δει καταπρόσωπο την πραγματικότητα, ένιωθε ασφαλέστερος με τους αντικατοπτρισμούς της, τα είδωλα και τις οπτικές αυταπάτες στην Αίθουσα των Κατόπτρων. Εκεί γοητευμένος από το alter ego του στους καθρέφτες, ξανάβρισκε τον εαυτό του και τους ομοίους του, σιγούρευε τις ταυτίσεις και τις απορρίψεις του, χαλάρωνε με ευτυχισμένους συνειρμούς, απολάμβανε ένα σπάνιο αίσθημα ενότητας της ύπαρξής του κι αγαπούσε, ναι μπορούσε να και ν' αγαπήσει, ό,τι νόμιζε ότι ήταν, ό,τι ήθελε να είναι, ό,τι θεωρούσε μέρος του εαυτού του, της ιδιοκτησίας και της εξουσίας του, πρόσωπα και πράγματα του δικού του αστερισμού.
Ένας κόσμος αυτο-ειδωλολατρίας, μακάριας έως θανάσιμης αποχαύνωσης, ωστόσο συνεκτικός, στέρεος, με τις θέσεις και τις προοπτικές του να έχουν προεξοφληθεί, κι αν περιοδικά δοκίμαζε αναταράξεις, ήταν προσωρινές και σύντομα επανερχόταν στο σημείο ισορροπίας. Κι όμως την τελευταία φορά που πάτησε το πόδι του -παράλογο! παράλογο!- λες και μια αιφνίδια ηφαιστειακή θερμότητα έλειωσε τους επίπεδους καθρέφτες, τους παραμόρφωσε σε πολυδιάστατους κρυστάλλους, σε κοίλα και κυρτά κάτοπτρα, με σφαιρικές ή ανώμαλες επιφάνειες διαφορετικής καμπυλότητας, κι οι ωραίοι αντικατοπτρισμοί μεταμορφώθηκαν σε κακομούτσουνα τεμαχισμένα τέρατα, σε άπειρες μεταλλαγές, χειρότερα κι απ΄το κεφάλι της Γοργόνας-Μέδουσας με τα φίδια για μαλλιά, τα μεγάλα δόντια, φάτσες αποκρουστικές που έτσι και τις ατένιζες πέτρωνες από τον φόβο. Ένας υπαρξιακός εφιάλτης, κανείς δεν μπορούσε να αναγνωρίσει τον εαυτό του, ο ένας έδειχνε με αποτροπιασμό τον άλλο, "το τέρας είσαι εσύ, όχι εγώ", και η συμμετρική ωραία Αίθουσα με τους Καθρέφτες, που πρόσφερε υψηλές ναρκισσιστικές απολαύσεις, μεταμορφώθηκε στο Λαβύρινθο με τα διαβολικά κάτοπτρα, πιο περίπλοκο κι αδιέξοδο κι από εκείνον που έκρυβε το σκάνδαλο και τις ντροπές από το ανόσιο πάθος της Πασιφάης για τον ταύρο".

Από το βιβλίο του Μίμη Ανδρουλάκη (2010). Η έβδομη αίσθηση, Αθήνα: Καστανιώτης, σελ. 40-41