Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2024

ΓΙΑΝΝΗΣ ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ, Άδειος τόπος, Εκδόσεις Πατάκη

 

Γράφει η Μαρία Λιάκου //

 

Γιάννης Νικολούδης «Άδειος τόπος», εκδόσεις Πατάκη 2023

 

Ένας ανώνυμος άνθρωπος, μόλις αποφυλακισμένος, προσπαθεί να σταθεί στα πόδια του τρεκλίζοντας στα επικίνδυνα και σκοτεινά περάσματα του «άδειου τόπου». Διασταυρώνεται με πρόσωπα και τέρατα που, μαζί με την απαθή και υπόκωφη φωνή της ίδιας της γης, συνθέτουν το ανάγλυφο μιας πορείας μάλλον προδιαγεγραμμένης. Ο «Άδειος τόπος» είναι ένα μυθιστόρημα γεμάτο ανθρώπινες φωνές και χθόνια ψιθυρίσματα. Μια σκληρή ιστορία, που θυμίζει ψηφιδωτό και μιλάει για το γεωγραφικό και ψυχικό τοπίο της ιθαγένειας, για το σκοτάδι και τη σύγχυση της «ρίζας», για τη βία της ερημιάς-από το οπισθόφυλλο του βιβλίου

Ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος  όπως είδαμε είναι ένας αποφυλακισμένος που αναμετράται με καταστάσεις που βιώνει αλλά κυρίως  με την ερημιά των ανθρώπινων σχέσεων.. Ο άδειος τόπος  προσωπικός και γεωγραφικός σε αυτό το μυθιστόρημα που είναι  «σκοτεινό», με ευαισθησίες και με καλή γραφή μαγνητίζει τον αναγνώστη. Δεν είναι ένα μυθιστόρημα που η αφήγηση έχει μια ροή μόνο αλλά έχει και εμβόλιμα κείμενα εξαιρετικής γραφής. Δίδουν στον αναγνώστη την απαραίτητη ανάσα για να συνεχίσει την ανάγνωση του.

«Η γη εδώ δεν έχει όνειρα να ανακαλέσει και κλείνεται στον εαυτό της, γιατί, αν έχει κάτι να θυμηθεί, δεν είναι τα όνειρα, είναι οι ιστορίες της πέτρας, στιβάδες από ιστορίες βυθισμένες στην αναλγησία του βράχου, και η γη, όσο κι αν πιέζεται ξανά για να θυμηθεί, δεν μπορεί να θυμηθεί τίποτα, δεν μπορεί να ανακαλέσει αρχίζοντας με ένα Κάποτε και ένα Όταν και ένα Τότε, ο βράχος δεν ξέρει αυτές τις λέξεις……» σελ. 111

Μέσα από μια υπόγεια δίοδο ανάγνωσης τον οδηγεί σε ένα λογοτεχνικό σύμπαν με εξαιρετικό ενδιαφέρον. Οι ήρωες του, οι περιπέτειες ζωής τους, τα βιώματα τους, οι αισθήσεις τους, οι διαψεύσεις τους δεν επιδιώκουν την απλή συμπάθεια ή αντιπάθεια του αναγνώστη αλλά αναδύουν «την συνθήκη» του γεγονότος αφήγησης και των συναισθημάτων που βιώνουν. Τους υπαρκτούς ή ανύπαρκτους δεσμούς και κυρίως τις επιφανειακές κοινωνικές σχέσεις.

Ως προς τα της δομής του βιβλίου περνάει –ίσως- η σκέψη στον αναγνώστη ότι πιθανόν να είναι ένα ακόμα καλοσχεδιασμένο βιβλίο Σεμιναρίων Δημιουργική Γραφής, μια και η συνταγή φαίνεται πετυχημένη. Όμως θεωρώ ότι δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο γιατί «το βιβλίο έχει ψυχή».

Μιλάει για την αποξένωση των ανθρώπων και των τόπων-κοινωνιών με μια λογοτεχνική προσέγγιση γραφής που δείχνει ωριμότητα και κόπο γραφής από τον συγγραφέα. Ο συγγραφέας έχει χαράξει ένα προσωπικό μονοπάτι γραφής, κάτι που φάνηκε και από το προηγούμενο βιβλίο του «Από χώμα και κόκαλα», εκδόσεις Σκαρίφημα 2021.

Ο συγγραφέας δεν κάνει μια απλή εξιστόρηση αλλά διερευνά «τις προσωπικές και κοινωνικές παγίδες». Υποδόρια δείχνει στον αναγνώστη δρόμους αναζήτησης- κατανόησης…. Λογοτεχνία αξιώσεων για ψαγμένους και μυημένους αναγνώστες και ανοιχτό κάλεσμα για αναγνώστες που θα χαρούν το μαγικό ταξίδι της ανάγνωσης….

Στο βιβλίο ο αναγνώστης ξεχωρίζει με άνεση τον αφηγητή και την αφήγηση, τον ρυθμό του κειμένου, τους χαρακτήρες και τους διαλόγους  και πετυχαίνει μια ανάγνωση με ζωντάνια όπου εγγράφονται οι σύγχρονες αγωνίες, οι ευάλωτοι άνθρωποι.

Θα έλεγα ότι το βιβλίο είναι ένας καθρέφτης της κοινωνικής μόλυνσης και ο συγγραφέας μας ρίχνει τους προβολείς για να την δούμε. Χωρίς ίχνος διδακτισμού πετυχαίνει να μας θέσει ερωτήματα για την κοινωνική συνθήκη μας. Για τον συνεχώς μεταβαλλόμενο κόσμο που ζούμε και την αποξένωση μας ακόμα και μέσα στον οικογενειακό μας ιστό. Για την προδιαγεγραμμένη πορεία, για την ερημιά της ψυχής.

Κάθε τόπος είναι τόσο ανθεκτικός, όσο και οι άνθρωποι του…


Γράφει ο Δημήτρης Χριστόπουλος

Λεπτή κόκκινη γραμμή

Η φράση «Λεπτή κόκκινη γραμμή» χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει το έσχατο όριο μιας υποχώρησης. Η φράση χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει τον ηρωισμό των ανδρών του βρετανικού 93ου Συντάγματος Πεζικού κατά τη Μάχη της Μπαλακλάβας, στις 25 Οκτωβρίου του 1854, κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου. Τον ίδιο τίτλο φέρει και η διάσημη ταινία του Τέρενς Μάλικ, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Τζέιμς Τζόουνς, με θέμα τη μάχη του Γκουανταλκανάλ στο μέτωπο του Ειρηνικού στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Μια «λεπτή κόκκινη γραμμή» είναι και η ιστορία του νεαρού ανώνυμου αποφυλακισμένου (σκόπιμη φυσικά η ανωνυμία) που έγραψε ο Γ. Νικολούδης, ο οποίος ανατέμνει με χειρουργική ακρίβεια τις κοινωνικές συνθήκες που κυοφορούν το Κακό. Η ελάχιστη απόσταση που χωρίζει τον άνθρωπο από το κτήνος. Η γραμμή που σχηματίζει το νήμα ενός κεριού το οποίο αργοσβήνει, προτού βυθίσει τα πάντα στο σκοτάδι. Όπως ο Αμερικανός σκηνοθέτης, έτσι και ο Νικολούδης σκηνοθετεί μικρές κοσμογονίες σε έναν μη-τόπο όπου ο χρόνος φαίνεται να έχει σταματήσει, και με καστ πρόσωπα ανώνυμα που στροβιλίζονται γύρω από τον κεντρικό αντι-ήρωα, τα οποία μαζί με τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις πράξεις τους, προσπαθούν να εκλογικεύσουν το αποτρόπαιο, τη στιγμή που και τα ίδια φέρουν μερίδιο συνενοχής για ό,τι συντελείται. Ουδείς αναμάρτητος. Ένας ποιητικός διαλογισμός πάνω στη σκληρή πραγματικότητα της βίας και του εγκλήματος που όσο κι αν εθελοτυφλούμε, αυτή είναι δίπλα μας και γιγαντώνεται. Με τον ίδιο τρόπο παρακολουθούμε και τον ολισθηρό κατήφορο που παίρνει ο νεαρός από τις φυλακές της Νέας Αλικαρνασσού, διανύοντας μια προδιαγεγραμμένη πορεία επιστροφής σ’ αυτές. Μια Νέκυια, ένα ταξίδι για τον κάτω Κάτω Κόσμο ιχνογραφεί ο Νικολούδης, αυτός είναι κάθε άδειος από φως τόπος.

Ας ξεκινήσουμε από τη σημαντική του τίτλου. Άδειος είναι ο τόπος πρωτίστως της ψυχικής ενδοχώρας, άδειος από νόημα ζωής, άδειος από φροντίδα, αγάπη, αποδοχή, πατρικό και γυναικείο χάδι. Άδειος ο τόπος του ανθρώπου που δεν μπορεί να λειτουργήσει, όταν το σώμα φτάνει στα όριά του, όταν βρίσκεται σε εκείνη τη λεπτή κόκκινη γραμμή, το σύνορο που χωρίζει το «είναι» από το «μη είναι». «Εγώ δεν είμαι εγώ», θα γράψει σε ένα sms, και είναι νομίζω η φράση κλειδί για να κατανοήσουμε τι συμβαίνει στον ανώνυμο νεαρό. «Να κάνεις ό,τι μπορείς για να σκοτώνεις το σώμα». Να σπας όλη μέρα πέτρες, για να μην σκέφτεσαι, και ύστερα υπό πίεση να κάνεις πράγματα φριχτά και αδιανόητα, γιατί η μόνη «γλώσσα» που έχεις μάθει, μέσα στην αφασία σου, είναι ο κώδικας της βίας, όταν η ταυτότητά σου από μικρή ηλικία έχει στιγματιστεί από την εγκατάλειψη, την ανασφάλεια και, προπάντων, τη ματαίωση που βίωσες από το οικογενειακό σου περιβάλλον. Όταν ο ανοικτίρμων νόμος της οικογενειακής ρίζας είναι ανυπέρβλητος και η οποιοδήποτε διαφυγή αδύνατη.

Αφηγείται απολογούμενος ο συνεργάτης του στην κλοπή της μηχανής: «Γιατί πάλευα τότε. Με την στάμπα της Αλικαρνασσού στην καμπούρα. Να γυρίζω σαν τον φτυσμένο όλο το νησί. Ξέρεις τι πάει να πει κακία; Κακία των ανθρώπων, κακία του τόπου; Με τα μάτια μου τα είδα και το ένα και το άλλο. Να μην μπορώ να στεριώσω πουθενά. Ο τόπος και οι άνθρωποι να σε τραβάνε σαν μύξα και ύστερα να σε φτύνουνε φλέμα».

Ο συγγραφέας με το μυθιστόρημά του επικεντρώνεται στην περίπτωση ενός νεαρού Αλβανικής καταγωγής, που μόλις αποφυλακίστηκε από τις φυλακές της Αλικαρνασσού, αφού εξέτισε τη διετή ποινή που του επιβλήθηκε για την κλοπή μιας μηχανής. Χωρίς να διολισθήσει στον κίνδυνο της γενίκευσης και της κοινωνιολογίζουσας μηχανικής περί «άστοργης και άπονης παλιοκοινωνίας», ο συγγραφέας αρκείται στην επιμεριστική τεχνική μια οιονεί ρεπορταζιακής παρατήρησης του αντι-ήρωα, σκάβοντας βαθιά τόσο στην ταραγμένη ψυχή όσο και στην άδεια ψυχή ενός τόπου, που αν και κατονομάζεται με ακρίβεια – η ευρύτερη περιοχή του Ηρακλείου Κρήτης -, είναι στην ουσία η Κρήτη του Νικολούδη, ένα σκηνικό ανοίκειο και εχθρικό – όχι πάντως της τουριστικής εξιδανίκευσης που όλοι γνωρίζουμε – το οποίο λειτουργεί και αυτό κατά κάποιο τρόπο ως «αντίπαλος», ως άλογη φύση που εκδικείται τον παραλογισμό της βίας, στην προσπάθεια του νεαρού να σταθεί στα πόδια του, αλλά σε τελική ανάλυση γίνεται το ίδιο αυτόπτης μάρτυρας στις κτηνωδίες των άλλων αλλά και στις δικές του.  

Εάν το παλαιό ερώτημα περί πρωτοκαθεδρίας της πλοκής ή του χαρακτήρα βασανίζει ακόμα κάποιους – θεωρητικά και πρακτικά – το μυθιστόρημα του Γιάννη Νικολούδη συμφιλιώνει τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα, ή, πιο σωστά, αποδεικνύει πως ένας συγγραφέας με καλά ακονισμένη γλώσσα και κατάλληλα χρησιμοποιούμενες τις αφηγηματικές του τεχνικές μπορεί να χτίζει βήμα βήμα μια πρωτότυπη ιστορία με χαρακτήρες πολυδιάστατους και άκρως ενδιαφέροντες, όπου σταδιακά η πλοκή μετατρέπεται σε βασανιστικό εσωτερικό μονόλογο.

Στο βιβλίο δεν θα συναντήσει ο αναγνώστης ούτε ντοπιολαλιές ούτε ψευτομάγκικες εκφράσεις του συρμού ούτε την ιδιωματική γλώσσα του περιθωρίου. Πολύ περισσότερο, δεν θα συναντήσει επίδειξη γλωσσικού ακκισμού. Με επεξεργασμένο τον ακατέργαστο λόγο της «φωνής» σε όλα τα υφολογικά επίπεδα, δίνει υπόσταση σε μια πληθώρα χαρακτήρων των οποίων η παρουσία φωτίζει πρισματικά τον ανώνυμο πρωταγωνιστή-δαίμονα, που από μικρός μυείται στην κουλτούρα της βίας και από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει, είτε ως θύτης είτε ως θύμα, γιατί άλλη γλώσσα δεν γνωρίζει.

«Κλειδί» για την ουσιαστικότερη ανάγνωση του βιβλίου είναι το πρόσωπο του Αντώνη, ενός ντόπιου νεαρού φιλολόγου και συντάκτη μιας τοπικής εφημερίδας, το οποίο λειτουργεί σαν προσωπείο του συγγραφέα (σσ. 124-130). Για τον Γιάννη Νικολούδη ο συγγραφέας επωμίζεται τον ρόλο του Τρούμαν Καπότε, ενός γραφιά που επιδιώκει να γράψει «εν ψυχρώ», με την αποστασιοποιημένη και ψύχραιμη χειρουργική μέθοδο που μπορεί να ανατέμνει με ακρίβεια την κοινωνική πραγματικότητα. Που μπορεί να είναι ταυτόχρονα ανθρωπολόγος, κοινωνιολόγος, θεολόγος, ψυχολόγος ή οτιδήποτε άλλο, χωρίς κατ’ ανάγκη να προβάλλει τις πολλαπλές του ιδιότητες. Γιατί ο καλός συγγραφέας πρωτίστως ξέρει να λέει συναρπαστικές ιστορίες με υλικά αντλημένα από τη γύρω του πραγματικότητα, αλλά κατάλληλα επεξεργασμένα από τη δική του κοφτερή ματιά που διαλέγει τι να κρατήσει και τι να ξεφορτωθεί. «Και είναι κοινοτοπία, αλλά όλα, μα όλα, έχουν γραφτεί και ειπωθεί και κινηματογραφηθεί και φωτογραφηθεί και ζωγραφιστεί – μόνο να αναμασάμε μπορούμε. Σαν τις κατσίκες. Να μασάμε ό,τι φτύνουμε και να φτύνουμε ό,τι μασάμε», θα πει ο Αντώνης.

Με δυο λόγια, ο Άδειος Τόπος αποτελεί, τολμώ να πω, μια ενδιαφέρουσα κοινωνιολογική καταγραφή της ελληνικής επαρχιακής ενδοχώρας του 21ου αιώνα· μια ψυχογραφική μελέτη ενός νεαρού που καταλήγει να διαπράξει το αποτρόπαιο, και τέλος μία βαθυστόχαστη φιλοσοφική μελέτη για τη σκοτεινή εκείνη διαδρομή που μετατρέπει το θύμα σε θύτη, με το ερώτημα που θέτει η ιστορία να παραμένει μέχρι το τέλος αναπάντητο: ποιος μπορεί να πει ότι κανείς δεν φταίει γι’ αυτό; Από τη στιγμή που ο περίγυρος είτε διαπράττει νομιμοφανή εγκλήματα είτε σιωπηρά τα αποδέχεται και οι θεσμοί δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να συντηρούν αυτό το κοινωνικό πλαίσιο που βασίζεται στον οικονομικό καταναγκασμό και στην υποταγή. Το πλαίσιο στο οποίο εκτρέφεται το καινούριο αυγό του φιδιού, αυτό που ίσως δεν έχει αγκυλωτούς σταυρούς, αλλά μπόλικη ματσίλα και κάθε λογής βία.

Να πω κάτι προσωπικό. Διάβασα τον Νικολούδη, μόλις είχα αφήσει από τα χέρια μου το αριστουργηματικό Τέκνο του Θεού του Κόρμακ Μακάρθι, χωρίς να μπορώ με τίποτε να διαγράψω από το νου μου τον Λέστερ Μπάλαρντ, τον φτωχό αγρότη από το Τενεσί, που χάνει ξαφνικά το σπίτι και τη γη του – τις σταθερές και τις ρίζες του – άρα τον σύνδεσμο που τον ένωνε με τους συνανθρώπους του, κι έτσι χωρίς δουλειά, χωρίς σπίτι, χωρίς λεφτά, περιφέρεται στα δάση. Διαπράττει κλοπές αλλά και αποτρόπαια εγκλήματα. Παρόμοια εξέλιξη έχει και ο αντιήρωας του Νικολούδη, που αποσυνάγωγος από τον πολιτισμό, γίνεται ένα πληγιασμένο στο σώμα και την ψυχή ζώο που σταδιακά απενοχοποιεί το Κακό, γιατί δεν έμαθε ποτέ πώς να σχετίζεται με τους άλλους, γιατί ποτέ δεν αγκάλιασε τον εαυτό του.

Θέλω να κλείσω, ενθυμούμενος εκ νέου την ταινία του Μάλικ. Το 1998 εκτός της «Λεπτής κόκκινης γραμμής», προβλήθηκε στους κινηματογράφους και η «Διάσωση του στρατιώτη Ράιαν» του Στήβεν Σπίλμπεργκ. Οι διαφορές των δύο ταινιών ήταν πάρα πολλές και οι αντιδράσεις που προκάλεσαν τις αντανακλούν. Οι θεατές που είδαν την αιματηρή «Διάσωση του στρατιώτη Ράιαν» έφυγαν σοκαρισμένοι. Αυτοί που είδαν τη «Λεπτή κόκκινη γραμμή» έφυγαν προβληματισμένοι. Κάπως έτσι νιώθουν και οι αναγνώστες του Άδειου Τόπου, όπως και στο Τέκνο του Θεού – προβληματισμένοι, όχι σοκαρισμένοι, με το πρόσωπο που μπορεί να έχει η κόλαση της ανθρώπινης ψυχής, όταν βρεθεί σε ακραίες συνθήκες.`

    ;;δυνατό ρεαλιστικό έργο που αναπαριστά με οξυδέρκεια τον κόσμο της περιφέρειας, τον αντίκτυπο της πολιτικοοικονομικής κρίσης, τη βαρβαρότητα της μοναξιάς, της κοινωνικής απομόνωσης. 

Η βία στον αντίποδα του λόγου, βία =απουσία λόγου. Στον «Άδειο τόπο» η βία δεν ξενίζει και δεν προκαλεί αποστροφή. Έντονη η απουσία συνείδησης, ένας κόσμος όπου όλα φαντάζουν σαν εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας του μεγαλοκτηματία υπερθύτη Χατζή

Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι η δικαιοσύνη, η όποια έννοια δικαιοσύνης μπορούμε να προσεγγίσουμε μέσα από την αυτοδικία, την κρατάει στα χέρια του και την αποδίδει κάποιος που τις περισσότερες φορές δεν έχει καμία συναίσθηση των πράξεών του. Υπαινίσσεται άραγε ο συγγραφέας ότι σε έναν άδειο τόπο, τόπο χωρίς Θεό, αγάπη, συμπόνοια, η μόνη δικαιοσύνη που υφίσταται αποδίδεται τυχαία;

Ο συγγραφέας σκιαγραφεί τις αιτιακές αλυσίδες που πυροδοτούν τις ακραίες πράξεις του ήρωά του, πράξεις που λογοδοτούν στα προσωπικά του τραύματα και αποδίδουν δικαιοσύνη προς τρίτους κατά τύχη. Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι η δικαιοσύνη αποδίδεται από έναν άνθρωπο που πατάει και λιώνει τα γατάκια "με τα άρβυλά μου τα έκανα κιμά".

Άσκηση υπαινιγμών και ελλειπτικότητας.


Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2024

ΓΕΩΡΓΙΑ ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΥ, Οι Bagatelles της οδού Αλκαμένους, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ

 Η Bagatelle είναι μια μουσική φόρμα μικρή, χωρίς κάποια αυστηρή δομή, ελαφριά, ενίοτε παιγνιώδης ή ακόμη και απλοϊκή.

Οι Bagatelles της οδού Αλκαμένους είναι 60 ιστορίες γραμμένες στο κέντρο της Αθήνας, με μερικές από αυτές να απλώνονται και έξω από το λεκανοπέδιο. Είναι φτιαγμένες από προσωπικές εικόνες, παρατηρούν τον κόσμο από πολύ κοντινές ή πολύ μακρινές οπτικές γωνίες, περιέχουν αναμνήσεις, σαχλαμάρες καθώς και στοχασμούς ή αφορισμούς.

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2024

Andres Montero, Ο θάνατος έρχεται στάζοντας βροχή, Εκδόσεις Διόπτρα


Για το βιβλίο του Αντρές Μοντέρο [Andres Montero] «Ο θάνατος έρχεται στάζοντας βροχή» (μτφρ. Μαρία Παλαιολόγου, εκδ. Διόπτρα)

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

Νότια της Χιλής, εκεί που το χώμα μουλιάζει από τη συνεχόμενη βροχή, τα σύννεφα σκεπάζουν τον ήλιο, η υγρασία ποτίζει τα κόκαλα, οι σκιές φιδοσέρνονται και η ζωή και ο θάνατος ανταμώνουν λες και βγήκαν από το ίδιο μπουμπούκι κάποιου άγνωστου λουλουδιού της άγριας λατινοαμερικάνικης πάμπας.

Ο Αντρές Μοντέρο κάνει κάτι περισσότερο από το να γράψει έξι μεγάλα σε έκταση διηγήματα (κάποια στα όρια της μικρής νουβέλας) που συγκροτούν το βιβλίο με τον άκρως σκοτεινό (πλην ποιητικό) τίτλο: Ο θάνατος έρχεται στάζοντας βροχή (μτφρ. Μαρία Παλαιολόγου, εκδ. Διόπτρα). «Ιδρύει» μια πόλη μέσα στην οποία κινούνται (εν πολλοίς πλατσουρίζουν) οι ήρωές του: την φάρμα Las Nalcas, στα νότια της Χιλής όπου στα περίχωρά της υπάρχει ένας όρμος στον οποίο ζει μια κοινότητα ψαράδων.

dioptra montero o thanatos erxetai stazontas vroxh

Ας φανταστούμε το σκηνικό: μια μικρή πόλη, κάπου κοντά στις ακτές του Ειρηνικού. Εν πολλοίς ένας αγριότοπος. Τριγύρω μια επιβλητική οροσειρά και «κάτω» άνθρωποι του μόχθου, της γης, της κτηνοτροφίας. Άνθρωποι ζυμωμένοι με τους θρύλους και τις παραδόσεις του τόπου τους. Τους συνέχουν ιστορίες που διαφεύγουν τις λογικής, είναι εξόχως υπερβατικές, ουδείς γνωρίζει ποιος τις πρωτοείπε και ούτε τόση σημασία έχει, καθώς γι’ αυτούς τους ανθρώπους αυτοί οι θρύλοι, αρκούντως φοβιστικοί, αποτελούν μέρος της καθημερινότητάς τους.

Αυτός είναι ο φανταστικός κόσμος που δημιουργεί ο Μοντέρο, τον οποίο τον έχει απόλυτα «ανάγκη» για να καταφέρει να αναπτύξει τις δικές του ιστορίες. Δίχως τον περιβάλλοντα χώρο, καμία από τις έξι ιστορίες του δεν θα γινόταν να αποκτήσει βάρος και υφολογική υπόσταση.

Ρούλφο και Μάρκες 

Ίσως θα διαβαστεί με μια δόση ιεροσυλίας (μπρος στους μεγάλους του λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας), αλλά ο Μοντέρο δείχνει να είναι άξιος συνεχιστής του Χουάν Ρούλφο και της Κομάλα του ή του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες και του του Μακόντο.

Έχεις ακριβώς την ίδια αίσθηση του ου-τόπου, όπου παρελθόν και παρόν συγχωνεύονται, όπου μυθοπλασία και πραγματικότητα συλλειτουργούν και όπου ο τόπος μοιάζει να είναι επινοημένος, ενώ θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένα κλασικό χωριό της Χιλής. Από εκείνα που έχουν να επιδείξουν σκληροτράχηλους και λιγομίλητους άντρες, γυναίκες που μοιάζουν με μάγισσες, αλλοπαρμένα παιδιά, μυθικά άλογα, ζωντανούς να συνομιλούν με νεκρούς και τον θάνατο να κάνει την εμφάνισή του ωσάν να είναι καθημερινός επισκέπτης του τόπου.

Και η βροχή, πάντα η βροχή να πέφτει ασταμάτητα, που σε συνδυασμό με το δριμύ ψύχος να κάνουν την καθημερινή διαβίωση μια άγρια περιπέτεια. Κάθε ιστορία διατηρεί την αυτονομία της, έχει τους δικούς της μηχανισμούς ανάπτυξης και ολοκληρώνεται δίχως να αφήνει αμφιβολίες πως κάτι έχει παραληφθεί προς χάριν μιας κάποιας συνέχειας αλλού.

Η αρχική ιστορία «Η αγρύπνια» μάς εισάγει στον επινοημένο τόπο με έναν άντρα που αντί να πάει στο αεροδρόμιο και να συνεχίσει την άχαρη ζωή του (… όπως και την εργασία του) αποφασίζει να δραπετεύσει στα νότια.

Κι όμως, όλες μαζί, επειδή ακριβώς συνδέονται μέσω ενδείξεων (ήρωες που πηγαινοέρχονται, περιστατικά που επαναλαμβάνονται ή συμπληρώνονται, αναφορές που τέμνονται), μπορούν να διαβαστούν και ως ενιαίο σύνολο, το οποίο μικρή σημασία έχει αν θα το κατατάξεις ειδολογικά στα διηγήματα ή στα σπονδυλωτά μυθιστορήματα.

Οι ιστορίες

Η αρχική ιστορία «Η αγρύπνια» μάς εισάγει στον επινοημένο τόπο με έναν άντρα που αντί να πάει στο αεροδρόμιο και να συνεχίσει την άχαρη ζωή του (… όπως και την εργασία του) αποφασίζει να δραπετεύσει στα νότια. Βρίσκεται σε ένα σπίτι όπου γίνεται αγρύπνια για το θάνατο μιας νεαρής κοπέλας και ο άντρας καταλαβαίνει ότι όλοι οι τεθλιμμένοι συγγενείς τον γνωρίζουν, ενώ εκείνος δεν ξέρει κανέναν.  Τη στυφή επίγευση του θανάτου δεχόμαστε και στη δεύτερη ιστορία με τίτλο «Τρόποι να κερδίσεις τη βασιλεία των ουρανών».

Ο ψαράς Φλορένσιο διαισθάνεται πως ο θάνατος θα έρθει να τον επισκεφθεί πολύ σύντομα και ζητάει επίμονα από τη γυναίκα του να έρθει ο γιος του που μένει μακριά με σκοπό να του ομολογήσει ένα οικογενειακό μυστικό. Επιπλέον, θέλει να του ζητήσει μια τελευταία χάρη: όταν πεθάνει να του βάλει δύο νομίσματα στα μάτια έτσι ώστε να πληρώσει τα «ναύλα» του βαρκάρη που θα τον πάει στην αντίπερα όχθη. Σε αντίθεση περίπτωση θα περιφέρεται σαν φάντασμα που δεν βρίσκει ανάπαυση.

Τελικά, είναι η γυναίκα του αυτή που θα γίνει κοινωνός του μυστικού (έστω και έμμεσα) και θα ρίξει δύο νομίσματα στον τάφο του άντρα της.

antres montero

Ο Aντρές Μοντέρο είναι συγγραφέας και προφορικός αφηγητής. Το 2017 ο συγγραφέας απέσπασε το βραβείο X Premio Iberoamericano de Novela Elena Poniatowska, στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου στην Πόλη του Μεξικού, για το έργο του Tony Ninguno. Έχει επίσης τιμηθεί με το βραβείο Marta Brunet και το Βραβείο της Πόλης του Σαντιάγο για το εφηβικό Alguien toca la puerta. Για το Ο θάνατος έρχεται στάζοντας βροχή απέσπασε το Βραβείο της Ακαδημίας Γλώσσας της Χιλής και το Βραβείο της Πόλης του Σαντιάγο. Διευθύνει τη Σχολή Λογοτεχνίας και Προφορικής Παράδοσης Casa Contada.

Στην «ανταρσία», ο Χουάν ντε Ντίος Ελιζάρντε, ο τελευταίος κληρονόμος της πατριαρχικής περιουσίας του Las Nalcas, την οποία είχε υπό την κατοχή της η δυναστεία των Ελιζάρντε αιώνες τώρα, πέφτει θύμα ανταρσίας ή παρανόησης (δεν το μαθαίνουμε ποτέ).

Οι επιστάτες και οι δουλευτές του δεν τον αναγνωρίζουν και πιστεύουν πως είναι ένας ξένος. Ούτε καν η μελλοντική γυναίκα του δεν τον αναγνωρίζει. Ποιον, αυτόν που μέχρι χθες όλοι έτρεμαν για τη βιαότητα των πράξεών του και τη σφοδρότητα της φωνής του. Τελικά, μαθαίνει πως έχει πεθάνει και δεν το ξέρει.

Στο εξαιρετικό από κάθε άποψη διήγημα με τίτλο «Η μονομαχία» δύο πρώην σύντροφοι εν όπλοις στις κλοπές αλόγων συναντιούνται ξανά για να λύσουν με τα όπλα τις μεταξύ τους διαφορές. Ένας από τους δύο πρέπει να πεθάνει, δεν γίνεται αλλιώς. Είναι ο σκληρός νόμος του «επαγγέλματός» τους. Τα χρέη ξεπληρώνονται μόνο με αίμα. Αποφασίζουν να μονομαχήσουν μακριά από την πόλη. Οδεύουν προς τη θάλασσα, μόνο που δεν περίμεναν πως η παλίρροια (να πάλι το υδάτινο στοιχείο που παίζει ρόλο) θα ανατρέψει τα σχέδιά τους και ουσιαστικά θα τους ρίξει ξεθυμασμένους στην ακτή. Θα μονομαχήσουν τελικά; Ουδείς γνωρίζει.

Μπορεί ένα κορίτσι να έχει νονό της τον θάνατο και να του ζητάει χάρες; Αυτό συμβαίνει με την επονομαζόμενη «Νέγρα» στο διήγημα «Βαφτισιμιά». Αναπολεί το παρελθόν της, πώς βρέθηκε ξαφνικά στο Las Nalcas, πώς την κακομεταχειρίστηκε ο Χουάν ντε Ντίος Ελιζάρντε, αλλά και πώς αγάπησε πραγματικά τον Τσόλο, τον ένα από τους δύο μονομάχους που γνωρίσαμε στην προηγούμενη ιστορία. Καταλήγει όλοι να την θεωρούν μάντισσα και μάγισσα (ταυτοχρόνως), καθώς ο «νονός» της, ο θάνατος, την ενημερώνει από πριν ποιος θα πάρει μαζί του.

Όλες οι ιστορίες θα μπορούσαν να είναι, δυνάμει, μέρος της προφορικής παράδοσης ενός λαϊκού πολιτισμού που διατηρεί ζωντανά τα στοιχεία του.

Στην τελευταία ιστορία «Φλορ και τρούκο πάλι, γέρο!», ένας νεαρός άνδρας καλύπτει την τετράδα μιας παρέας ηλικιωμένων για να παίξουν τρούκο (παιχνίδι με χαρτιά). Μόνο που αυτό το παιχνίδι δεν έχει τέλος. Διαρκεί εβδομάδες, μήνες, χρόνια. Πάντα μένει μια τετράδα να συνεχίσει το παιχνίδι. Αν κάποιος πεθάνει, βρίσκεται αμέσως ο αντικαταστάτης του.

Southern gothic

Είναι προφανές από τα προεκτεθέντα ότι έχουμε να κάνουμε με ιστορίες που κρύβουν κάμποσους παραδρόμους κι ακόμη περισσότερες εξηγήσεις για το τι πραγματικά συνέβη. Το φανταστικό στοιχείο μετεξελίσσεται σε υπερβατικό, ενώ ο πηγαίος αταβισμός αιματώνει τις ιστορίες με μεγάλες δόσεις αληθοφάνειας, την ίδια στιγμή που διαρρηγνύει συνεχώς τη σχέση με την αλήθεια. Μα, αυτό ακριβώς είναι το ευτυχές παράδοξο αυτό του βιβλίου.

Όλες οι ιστορίες θα μπορούσαν να είναι, δυνάμει, μέρος της προφορικής παράδοσης ενός λαϊκού πολιτισμού που διατηρεί ζωντανά τα στοιχεία του, αλλά και μέρη μιας εξαιρετικής southern gothic λογοτεχνικής συμφωνίας. Η εξαιρετική μετάφραση ανήκει στην Μαρία Παλαιολόγου.

 Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.


Απόσπασμα από το βιβλίο:

«Πώς να σκαρφίστηκε ο γέρος της αυτή την υπόθεση με τα νομίσματα στα μάτια; Είναι ο πιο ξεροκέφαλος ετοιμοθάνατος που της έλαχε να δει. Μέχρι αιρετικός κοντεύει να γίνει. Η εουλάλια δεν μπορεί να καταλάβει προς τι τόσος φόβος για τον θάνατο, μείνε μαζί μου, γυναίκα, για να μην είμαι μόνος όταν έρθει η ώρα. Ποιος να του έχει βάλει αυτά τα πράγματα στο κεφάλι; Αφού στη Βίβλο το λέει ότι θα πάμε όλοι στον ουρανό και ότι θα υπάρχει μεγάλο φαγοπότι και ότι θα μπορέσουμε να δούμε τον Χριστό να κάθεται εκ δεξιών του Πατρός» (σελ. 33).

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2024

ΜΑΡΙΑ ΜΑΝΩΛΕΛΗ, In God we trust, Εκδόσεις Ποταμός

Μαρία Μανωλέλη: συνέντευξη με αφορμή το βιβλίο «In God we trust» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ποταμός

Η ενδοοικογενειακή βία ήταν ο καμβάς πάνω στον όποιο έκανε το συγγραφικό ντεμπούτο της η δημοσιογράφος Μαρία Μανωλέλη, με το πρώτο της μυθιστόρημα «Μέσα Πέτρα» (2020, εκδ. Ποταμός). Τώρα, στο «In God we trust» από τις ίδιες εκδόσεις, το σκηνικό έχει στηθεί στην Αμερική και πρωταγωνιστές είναι 20 weirdo, φουκαριάρηδες φτωχοδιάβολοι που δεν περιμένουν τίποτα από κανέναν. Είκοσι ζωές που παραδέρνουν στη «γη της Επαγγελίας» και που δεν κατάφεραν να προκόψουν. Είκοσι αντιήρωες, πλάσματα αδίστακτα και λαβωμένα, που το αμερικανικό όνειρο τούς άφησε έξω από τις φτερούγες του. Από πού ξεπήδησαν και πού πηγαίνουν; Ρωτήσαμε τη συγγραφέα.

Από την Κρήτη, τόπο μαγικό και καταραμένο του πρώτου σου βιβλίου, πώς «βρέθηκες» στην Αμερική;
 Δεν είχα κανονίσει να βρεθώ εκεί, οι ήρωές μου με πήγαν. Αρκετά από τα διηγήματα του βιβλίου είχαν γραφτεί πριν ακόμα γράψω το πρώτο μου βιβλίο. Είχα έναν φάκελο στον υπολογιστή μου με την ονομασία USA Weirdos και μέσα εκεί υπήρχαν αρκετά διηγήματα με φόντο τις Ηνωμένες Πολιτείες. Συχνά, βλέποντας κάποιο ντοκιμαντέρ ή κάνοντας κάποια συζήτηση με Αμερικανούς για τις συνθήκες διαβίωσης  στις ΗΠΑ ερχόταν και μια νέα ιστορία να προστεθεί στο φάκελο.
Με ιντριγκάρει  συγγραφικά το γεγονός ότι στην Αμερική - γνωστή και ως «land of plenty”-  ένα ποσοστό γύρω στο 13% του πληθυσμού ζει σε συνθήκες ακραίας φτώχειας. Ακόμα και ανάμεσα σε αυτό το ποσοστό υπάρχουν βαθμίδες. Είναι αυτοί που κάθε τρεις και λίγο βρίσκονται αντιμέτωποι με έξωση. Οικογένειες που σιτίζονται με κακής ποιότητας φθηνά τρόφιμα από τα μάρκετ των φτωχών και τράπεζες τροφίμων. Μετά είναι αυτοί που ζουν στα αυτοκίνητά τους σε τεράστια πάρκινγκ αστέγων όντας υπερχρεωμένοι με δάνεια που δεν μπορούν να καλύψουν ακόμα και δουλεύοντας. Ύστερα υπάρχουν οι άστεγοι στις σκηνές και κάτω από τις γέφυρες, χωρίς πρόσβαση σε δομές υγείας, καμία περίθαλψη. Εν γένει επικρατεί μια κατάσταση εξαθλίωσης στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Πολλοί άστεγοι είναι ενήλικες που έχουν γεννηθεί σε οικογένειες τοξικομανών ή αστέγων οπότε δεν έχουν κανένα μέτρο σύγκρισης για την κατάσταση στην οποία ζουν. Υπάρχει μια αποδοχή της εξαθλίωσης εφόσον δεν υπήρξε ποτέ καμία χειρολαβή να πιαστούν.
Γενικότερα ισχύει το όπου φτωχός και η μοίρα του αλλά νομίζω πως οι φτωχοί της Αμερικής είναι σε ακόμα χειρότερη μοίρα κυρίως επειδή ζουν υπό τέτοιες συνθήκες σε μια χώρα που  η κατανάλωση και η σπατάλη είναι τρόπος ζωής. Τώρα όλο αυτό που περιγράφω εμένα κάτι μου έκανε και ήθελα να τους φανταστώ σε συνθήκες καθημερινότητας, εκεί που προσπαθούν να ξεφύγουν από έναν φαύλο κύκλο που τους έχει καταπιεί. Δεν είναι όλοι οι ήρωες των διηγημάτων μου τόσο βαριά περιστατικά αλλά ας πούμε πως όλοι ζουν στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού χωρίς να έχουν απόλυτη αντίληψη της κατάστασής τους.

Έχεις ζήσει στην Αμερική;
Στην Αμερική δεν έχω ζήσει, όμως έχω βρεθεί εκεί δύο φορές για δουλειά κι έχω δει αρκετές εικόνες από αυτές που περιέγραψα παραπάνω. Πολλές πληροφορίες τις έχω αντλήσει από ντοκιμαντέρ που έχω δει για την οικονομική εξαθλίωση αλλά τις πιο σημαντικές πληροφορίες τις έχω πάρει από Αμερικανούς με τους οποίους συναναστρέφομαι καθημερινά στη θερινή μου εργασία. Δουλεύω κατά τη θερινή σεζόν ως hostess σε σκάφη αναψυχής και εκμαιεύω πληθώρα πληροφοριών και λεπτομερειών. 

Από πού εμπνεύστηκες τους είκοσι αντιήρωες του βιβλίου σου;
Συχνά μια αδιάφορη πληροφορία γίνεται αφορμή για να σκεφτώ κάποιον ήρωα. Πρώτα έχω έτοιμο τον ήρωα και μετά γεννιέται η ιστορία του. Κάποιοι μάλιστα έρχονται και σφηνώνουν στο μυαλό μου και με αφήνουν ήσυχη όταν τους βάλω στο χαρτί. Είμαι τυχερή που η Αναστασία Λαμπρία και ο Ποταμός παίρνουν το αποτέλεσμα της ανησυχίας μου σοβαρά.

Ο τίτλος «In God we trust» τι συμβολίζει;
Η φράση In God We Trust είναι το επίσημο moto των ΗΠΑ, αναγράφεται πάνω στο δολάριο κι έχει τις ρίζες της στον εμφύλιο πόλεμο. Ένα κράτος στα χέρια του Θεού. Με μια δεύτερη ανάγνωση περιγράφει την κατάσταση των ηρώων μου, δεν έχουν κάτι για να ελπίζουν, τίποτα να πιστέψουν, σε τίποτα να βασιστούν. Είναι στο έλεος του Θεού.


Η σύγχρονη κοινωνία έχει μία ιδιαίτερη εμμονή με τους αντιήρωες, τους αποσυνάγωγους και γιατί;
Δεν ξέρω αν έχει η σύγχρονη κοινωνία εμμονή με τους αποσυνάγωγους, μάλλον περιέργεια έχει. Η παραβατικότητα όταν την παρακολουθεί κάποιος απ’ έξω συναρπάζει. Κατά τη γνώμη μου η σύγχρονη κοινωνία έχει εμμονή με τους αψεγάδιαστους - ποτέ ο κόσμος δεν ήταν τόσο αψεγάδιαστος όσο είναι σήμερα στο Instagram κι εκεί οι αποσυνάγωγοι δεν έχουν  κανένα χώρο. Οι αντιήρωες ίσως προσφέρουν μια στιγμιαία ανακούφιση στον παρατηρητή, επιβεβαιώνουν «άμα τη εμφανίσει»  ότι τα έχεις πάει καλύτερα, ότι ευτυχώς δεν είσαι σαν κι αυτούς. Χρωστάς ξέρω γω της Μιχαλούς αλλά δεν είσαι όμως και με μια κουβέρτα στην πλάτη να σέρνεσαι στο κέντρο της πόλης και να ψάχνεις στα σκουπίδια.

Στο βιβλίο σου και το «αδύναμο φύλο» είναι άτομα αδίστακτα, άκαρδα, φτάνουν να γίνουν δολοφόνοι, όμως με αιτία. Τις γυναίκες πιστεύεις τις κάνει έτσι η ζωή;
Ας μην χρησιμοποιήσουμε τον όρο αδύναμο φύλο καλύτερα. Ναι, κάποιοι από τους ήρωες είναι αδίστακτοι και σκληροί άλλοι αδύναμοι και αδιάφοροι προς τα πάντα. Όλοι όμως τσαλαπατημένοι συναισθηματικά. Αν υποθέσουμε ότι η στοργή είναι μια γλώσσα που μαθαίνουμε στην παιδική μας ηλικία όπως μαθαίνουμε τη γλώσσα που μιλάμε τότε μπορούμε να πούμε πως κάποιοι άνθρωποι μένουν αναλφάβητοι στον τομέα αυτό. Ναι, πιστεύω πως οι πολύ δύσκολες συνθήκες ζωής είτε σε αποδυναμώνουν, είτε σε σκληραίνουν καθώς πιστεύω και πως η κακή παιδική ηλικία δημιουργεί συναισθηματική αναπηρία χωρίς φυσικά αυτό να αποτελεί κανόνα.

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2024

MATHIAS ENARD, Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΤΕΡΕΩΜΑ

 ΔΙΠΤΥΧΟ ΕΡΓΟ: διαφορετικοί ήρωες, διαφορετικές αφηγηματικές τεχνικές, διαφορετικό πλαίσιο

ΗΡΩΕΣ: ανώτερη - κατώτερη τάξη/ μορφωμένος- απλοϊκός / παθητικός- ενεργητικός πολεμιστής/ σχέση με γυναίκα ερωτική -βίαιη/ επώνυμος - ανώνυμος 

ΠΛΑΙΣΙΟ: άστυ-φύση/  δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος ψυχρός πόλεμος, πτώση τείχους- απροσδιόριστος πόλεμος

ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΕΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ: Τα κεφάλαια που αφορούν τον ανώνυμο λιποτάκτη ενός απροσδιόριστου πολέμου είναι γραμμένα από έναν παντογνώστη αφηγητή, στην αφήγηση του οποίου παρεμβάλλονται στίχοι σε πρώτο ή δεύτερο πρόσωπο, αποτυπώνοντας ενίοτε σκέψεις του ίδιου ή της γυναίκας που πλησίασε, ψάχνοντας καταφυγή από τον δικό της "πόλεμο".

Τα κεφάλαια που αφορούν τον επώνυμο ήρωα αφηγούνται από την κόρη του Ιρίνα, άλλα τα απαρτίζουν επιστολές που αντάλλαξαν ο Πολ με τη γυναίκα του Μάγια

ΤΙΤΛΟΣ Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ "Είναι ένας γιουγκοσλαβικός ή ουγγρικός χορός, ο χορός της προδοσίας... ένας χορός αλήθειας, μαντείας - ανακαλύπτεις χορεύοντας τι σου έκρυψε ο άλλος. Δεν υπάρχει πια τίποτε να κρυφτεί, όλα βγαίνουν στο φως, όλα συγχωρούνται, χωρίς να χρειάζεται να ομολογήσουμε τίποτα, είναι η ομορφιά του χορού της προδοσίας...σε προστατεύει απ' τη ντροπή της ομολογίας, είναι ένας χορός που πρέπει να χορεύουμε την ώρα των αλλαγών, στους δύσκολους καιρούς" (σελ. 201-2)

Η προδοσία παίζει από την αρχή του βιβλίου και σε όλα τα επίπεδα λ.χ. "η προδοσία ξεκινάει από το σώμα, από πότε έχεις να πλυθείς (σελ. 10)".

ΕΙΤΕ ΜΕ ΤΗ ΜΙΑ ΕΙΤΕ ΜΕ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΙΚΗ ΕΚΔΟΧΗ ΙΔΙΑ Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΦΥΣΗΣ, ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΑΣ, ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ, ΤΗΣ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ, ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ, ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ, ΤΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ...

Η γραφή εστιάζει στα απολύτως αναγκαία, λυρική, ακριβής, υπαινικτική, επιστημονική/ μαθηματική, ανάλογα με το κεφάλαιο. Πολλές φορές παίρνει τη μορφή γνωμικών: κανείς δεν θα βοηθήσει έναν λιποτάκτη... το πένθος είναι μια μορφή ατέρμονης παρουσίας: εικόνες, αρώματα, γεύσεις, όνειρα...η παιδική ηλικία καραδοκεί, είναι ένα τέρας σαν τα άλλα... ξεροκέφαλος σαν αξίωμα... ο πόλεμος σε παρέδωσε στην αγριότητα και τη μοναξιά της παιδικής ηλικίας... τι φρικτή εντύπωση να ξαναδιαβάζεις τον εαυτό σου με είκοσι χρόνια απόσταση. ακόμα χειρότερα απ' το να βρίσκεις μια παλιά φωτογραφία... η μοναξιά του ιστορικού των μαθηματικών που δεν τον διαβάζουν ούτε οι ιστορικοί ούτε οι μαθηματικοί... οι αντιφάσεις, όταν δεν είναι κακόπιστες, είναι τα ορατά μέρη σπουδαίων θεωρημάτων που δεν έχουν διατυπωθεί ακόμα...τα μαθηματικά είναι το άλλο όνομα της ελπίδας...κανείς δεν είναι δεκαεννιά ετών μες στον πόλεμο, όλοι είναι πάνω από εκατό...οι χτίστες τεραστίων ονείρων έιναι πάντα θλιμμένοι... τα μαθηματικά είναι ένα πέπλο ριγμένο πάνω στον κόσμο, που αγκαλιάζει τις καμπύλες του κόσμου, για να τον τυλίξει εντελώς. είναι μια γλώσσα και είναι ένα υλικό, λέξεις σε ένα χέρι, χείλη σε έναν ώμο... η αγαπημένη επιδερμίδα σου, κάθε πόρος με τη μοναδικότητά του, κι εσύ άυπνη εξίσωση, αγάπη ανεπίλυτη... πρέπει να επικεντρωθούμε στο εξαιρετικό. να διατηρηθούμε στο απολύτως τέλειο. να μη διαρκέσουμε για να διαρκέσουμε...η λατινική ονομασία του τζιτζικιού είναι Lyristes Plebejus, που θα το μετέφραζα ελεύθερα "ο λυράρης του λαουτζίκου" ή ακριβέστερα "ο μουσικός του προλεταριάτου"

Γραφή που κάποτε παίρνει τη μορφή ατόφιας ποίησης, όπως στα δύο ακόλουθα "ποιήματα" του Πολ

Σε ονειρεύτηκα σήμερα το πρωί έχουμε πόλεμο

Σε ονειρεύτηκα ολόγυρά μου

Παλλόμενη

Μια γλυκιά έκρηξη η καρδιά μου απ' την παρουσία σου

Έχουμε πόλεμο σήμερα το πρωί σε ονειρεύτηκα

Τέλεια όπως οι εξισώσεις που κάνουν τις οβίδες να πετούν

Τέλεια όπως οι προφανείς εξισώσεις

Τέλεια όπως η βία

Ακέραιη

Ήσουν εδώ μέσα μου

Ήμουν μόνος

Όλοι δεν είχαν παρά μόνο τον πόλεμο  στα χείλη τους

Δεν είχα πια παρά μόνο εσένα

Και τη θλίψη της εξαφάνισής σου. 

                                    Πολ

Με την Έμι/ Ήμουν όπως τα σκυλιά των ναών/Στην Ινδία/ Για τα οποία λένε ότι ξέρουν,/ Ότι μαθαίνουν απ' τα αφεντικά και τις Θεές, χωρίς να μπορούν να μιλούν:/ ¨Ημουν/ Εμποτισμένος με επιστήμη δίχως να κατανοώ/ Τα δαχτυλίδια που η Έμι έβασε στα δάχτυλά μου/ Τους σπάγγους που έδενε στα μαλλιά μου/ Η Έμι Νέτερ ήταν η τρυφερότητα,/ Όλη η τρυφερότητα,/ Με χάιδευε με τα μαθηματικά χέρια της/ Με έπνιγε μες στις έννοιες και στην αγάπη/ Την αγάπη των εξισώσεων και του σοσιαλισμού/ Με σεργιάνιζε/Με κάθιζε/ Μου εξηγούσε/ Μου σχεδιάζε/ Με φιλούσε με έννοιες, με αγάπη και με σοσιαλισμό/ Με ιδεώδη - πρωταρχικά ιδεώδη μέσα σε ένα ιδεώδες/ Τομή/ Δακτύλιοι/ Οι άρτιοι ακέραιοι σχηματίζουν ένα ιδεώδες του δακτυλίου των ακεραίων

politeia-nees-kyklofories-2022-03-09
le deserteur

Για το μυθιστόρημα του Ματίας Ενάρ [Mathias Énard] «Ο χορός της προδοσίας» (μτφρ. Χαρά Σκιαδέλλη, εκδ. Στερέωμα).

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

Με τις ανεξάλειπτες κηλίδες των δύο Παγκόσμιων Πολέμων εξέπνευσε ο 20ος αιώνας μολύνοντας ακόμη και τις στιγμές πηγαίου ανθρωπισμού που μέσα στον περασμένο αιώνα μάς θύμισαν πως ο πολιτισμός μας δεν είναι μόνο πόνος, αδικαίωτο αίμα και καταστροφή. Με την 11η Σεπτεμβρίου και τον πόλεμο στην Ουκρανία ξεκίνησε ο 21ος, διότι το μέγα αξίωμα, αυτό που, τελικά, κυριαρχεί στην ανθρώπινη περίπτωση είναι το «πόλεμος πάντων πατήρ».

Η κλαγγή των όπλων, οι μπαρουτοκαπνισμένες πόλεις, οι ολετήρες που σκορπούν τρόμο, ο εξανδραποδισμός και οι μαζικές δολοφονίες, όλα αυτά συνθέτουν έναν χορό προδοσίας. Διότι μόνο ο άνθρωπος μπορεί να προδώσει εντελώς τον εαυτό του, καταρρίπτοντας κάθε έννοια αλληλεγγύης, συναδέλφωσης και ειρηνικής συμβίωσης. Ο πόλεμος γεννάει πόλεμο, αλλά, φευ, γεννάει και σπουδαία λογοτεχνία.

stereoma enard xoros ths prodosias

Tα λαγούμια του παρελθόντος 

Το νέο μυθιστόρημα του πολυβραβευμένου Γάλλου συγγραφέα Ματίας Ενάρ Ο χορός της προδοσίας (μτφρ. Χαρά Σκιαδέλλη, εκδ. Στερέωμα) είναι ένα στοχαστικό, ποιητικό και εμβριθές ξανακοίταγμα στα σκοτεινά λαγούμια του παρελθόντος, με σκοπό οι μνήμες να διασωθούν μέσα στο στενάχωρο παρόν που κι αυτό με τη σειρά του, πάλι, καταστροφή προσφέρει.

Δύο ιστορίες που φαινομενικά δεν έχουν καμία διασύνδεση, εντούτοις αμφότερες σκαλίζουν την ίδια προβληματική από διαφορετική σκοπιά, διαμορφώνουν το συγκεκριμένο μυθιστόρημα.

Ένας ανώνυμος στρατιώτης, λερός και μόνος, έχοντας λιποτακτήσει από το στράτευμά του, περιδιαβάζει την ενδοχώρα κουβαλώντας μέσα του και πάνω τα τραύμα ενός άγνωστου πολέμου, για τον οποίο δεν θα μάθουμε ποτέ λεπτομέρειες. Τούτο αυτομάτως συμβολοποιεί την ιστορία του μετατρέποντάς τον σε ένα τραγικό υποκείμενο που φέρει όλα τα επίβουλα και τις ιταμότητες αυτού του κόσμου. Έχει σκοτώσει, βιάσει, εκδικηθεί και προκαλέσει πόνο με τον πλέον ωμό τρόπο. Το λέει, το παραδέχεται, αλλά δεν κομπάζει. Είναι ο ηττημένος των ημερών.

Η γυναίκα φοβάται τον ίσκιο του στρατιώτη κι εκείνος τη σκοτεινιά της ψυχής του που έχει μάθει μόνο να εξοντώνει. Και οι δύο είναι κυνηγημένοι. Και οι δύο τρέμουν τι μπορεί να τους συμβεί αν τους βρουν οι αόρατοι διώκτες τους.

Προσπαθεί να γλιτώσει από την κάψα του πολέμου όσο κι αν ξέρει πως κανένας δεν το κατάφερε. Ζει σαν φυγάς, σαν ερημίτης. Κάποια στιγμή καταφεύγει στην καλύβα που έζησε μικρός, αναζητώντας στη θαλπωρή της παιδικής ηλικίας να στεγάσει τη μολυσμένη φύση του.

Εκεί θα συναντήσει μια άλλη καθημαγμένη ύπαρξη: μια γυναίκα που έχει βιώσει τα πάνδεινα κατά τη διάρκεια του πολέμου. Μαζί με τον γάιδαρό της προσπαθούν να κουρνιάσουν μακριά από τη σκληρότητα του κόσμου. Η συνάφειά τους δεν θα είναι ανέφελη. Η γυναίκα φοβάται τον ίσκιο του στρατιώτη κι εκείνος τη σκοτεινιά της ψυχής του που έχει μάθει μόνο να εξοντώνει. Και οι δύο είναι κυνηγημένοι. Και οι δύο τρέμουν τι μπορεί να τους συμβεί αν τους βρουν οι αόρατοι διώκτες τους.

Η καθαρότητα της υπαίθρου, η λαμπρότητα του ήλιου, η διαύγεια του νερού, όλη η πλάση που τους περιβάλλει συσκοτίζεται κάθε λεπτό από το φόβο της επερχόμενης καταστροφής. Τούτη την αντίθεση θα τη βιώσουν έντονα όταν μια ομάδα λιποτακτών θα τους βρει και εκεί, μπρος στο φάσμα της τελικής εκκαθάρισης, θα έρθουν κοντά. Όσο κοντά μπορούν να έρθουν δύο άνθρωποι πληγωμένοι βαθύτατα από τα επίχειρα του πολέμου.

Ο επιζών του Μπούχενβαλντ 

Η άλλη ιστορία έχει να κάνει με τον Γερμανό μαθηματικό Πολ Χόιντεμπερ, του οποίου η ζωή είναι η πλήρης αποτύπωση της Ιστορίας του 20ου αιώνα. Σπουδαίος επιστήμονας από τη μια, με φλογερό ταμπεραμέντο και ένα ανεξάντλητο πάθος για τα μαθηματικά, αλλά και θύμα των περιστάσεων, καθώς θα διωχθεί από τους ναζί και τελικά θα οδηγηθεί στο Μπούχενβαλντ. Εκεί θα συγγράψει τις Εικασίες του Μπούχενβαλντ, ένα υβριδικό βιβλίο που είναι γραμμένο με ποιητικό οίστρο και μαθηματική λογική.

Την ιστορία του μάς τη μεταφέρει η κόρη του, κατά τη διάρκεια ενός συνεδρίου που γίνεται προς τιμή του, στο πλοίο Μπετόβεν που βρίσκεται στο Βερολίνο. Ο Χόιντεμπερ έχει από καιρό πεθάνει και μάλιστα με τραγικό τρόπο. Προηγουμένως, όμως, έχει προλάβει να βιώσει τον διαχωρισμό του Βερολίνου και την κατάρρευση των σοσιαλιστικών οραμάτων, καθώς εμμονικά παραμένει στην Ανατολική πλευρά, τη στιγμή που η γυναίκα του, πολιτικός καριέρας, μεταπηδά στη Δυτική πλευρά.

Το συνέδριο έχει προγραμματιστεί για τις 11 Σεπτεμβρίου 2001, την ημέρα που θα γίνει η τρομοκρατική επίθεση στους Δίδυμους Πύργους της Νέας Υόρκης. Σαν να μάς λέει αυτή η σύμπτωση πως ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να ζει και να ξαναζεί τραγωδίες. Μια επονείδιστη αλληλουχία από την οποία έλκεται –σχεδόν– καρμικά.

Οι φλογερές επιστολές του Πολ προς τη γυναίκα του, οι μαθηματικές του έρευνες, ο ατιθάσευτος χαρακτήρας του (ειδικά ως προς τα πολιτικά) και το πρόωρο τέλος του (ενδέχεται να έχει αυτοκτονήσει), δείχνουν την κατάρρευση της λογικής μπρος στον παραλογισμό που δονεί τον κόσμο.

Μα, αυτό ακριβώς είναι και το μέλημα του μυθιστορήματος. Το παράλογο του πολέμου και της καταστροφής μπρος στο φάσμα των ιδεών και της καλοσύνης (ακόμη και της τραχιάς καλοσύνης). Μια διαλεκτική που ουσιαστικά νοηματοδοτεί τον ανθρώπινο πολιτισμό αφήνοντας πίσω νεκρούς, καταφρονεμένους, θύματα και θύτες αντάμα.

Η ποίηση του Ενάρ 

Ο Ενάρ γράφει τη στιγμή που ένας ακόμη πόλεμος βρίσκεται εν εξελίξει (μάλιστα στο βιβλίο αναφέρεται η πρώτη φάση του ουκρανικού ζητήματος που στις μέρες μας οδήγησε στον πόλεμο) θέλοντας έτσι να επισημάνει πως μόνο οι τόποι αλλάζουν (ενδεχόμενα και οι επιδιώξεις), αλλά η ουσία παραμένει η ίδια: κάθε εχθροπραξία είναι ένας χορός της προδοσίας του ανθρώπου προς τον εαυτό του.

Οι παύσεις, ο ήχος των λέξεων, τα νοήματα, οι συμβολικές φράσεις, αλλά και οι εσωστρεφείς εικόνες, παραπέμπουν σε μια ποιητική ματιά που περιβάλλει το σκοτεινό θέμα του με μια άλω αισθαντική και ακτινοβόλα.

Από το γαργαντουικό μυθιστόρημα Το ετήσιο συμπόσιο της συντεχνίας των νεκροθαφτών (μτφρ. Σοφία Διονυσοπούλου, εκδ. Στερέωμα), ένα αξεπέραστο πικαρέσκο, ο Ενάρ περνάει σε τούτο μυθιστόρημα στην αφαίρεση. Οι παύσεις, ο ήχος των λέξεων, τα νοήματα, οι συμβολικές φράσεις, αλλά και οι εσωστρεφείς εικόνες, παραπέμπουν σε μια ποιητική ματιά που περιβάλλει το σκοτεινό θέμα του με μια άλω αισθαντική και ακτινοβόλα.

Πρέπει να σημειωθεί εδώ και η μεταφραστική προσπάθεια της Χαράς Σκιαδέλλη που καταφέρνει να περάσει αυτές τις παύσεις (ωσάν να είναι μουσικές) στην ελληνική απόδοση.

Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.


Απόσπασμα από το βιβλίο

«Θα πάει να προσπαθήσει να κοιμηθεί, στον πέτρινο πάγκο, μες στην καλύβα, σχεδόν γυμνός τυλιγμένος στη δροσιά του σκοταδιού, το ξημέρωμα θα έρθει πολύ γρήγορα, με τα μπράτσα κάτω απ’ το κεφάλι προσπαθεί να μην σκέφτεται, εδώ στο μέρος της παιδικής ηλικίας είναι η παιδική ηλικία που διατάζει, αυτή αποφασίζει, ξαναβλέπει τον εαυτό του ξαπλωμένο ολόιδια, αγόρι κολλημένο στον πατέρα του, τα μαύρα μαλλιά του κολλημένα στα μαύρα μαλλιά σου, στον πέτρινο πάγκο μες στην παράγκα…» (σελ. 125).