Τίτλος προερχόμενος από την εναρκτήρια νουβέλα, που είναι κατά τη γνώμη μου το πιο εντυπωσιακό κείμενο της συλλογής. Η ΕΓΓΑΣΤΡΙΜΥΘΗ ΦΑΛΑΙΝΑ, το ιερό-καταραμένο βιβλίο που αποτελείται μόνο από εικόνες φαλαινών, οι οποίες αποκρυπτογραφούν όσα παραμένουν άρρητα- άλλωστε μια εικόνα είναι χίλιες λέξεις . Το εικονογραφημένο βιβλίο -θεματοφύλακας μιας γνώσης και μιας σοφίας θεϊκής- καταστρέφει όποιον τολμά να το οικειοποιηθεί παράνομα, όπως συμβαίνει με το δυστοπικό χωριό και τους κατοίκους της ομώνυμης νουβέλας:
«Ο τόμος …απεικονίζει σε εκατοντάδες παραλλαγές την Ιερή Φάλαινα, το μοναδικό εκείνο ζώο που ελάχιστοι έχουν δει από κοντά. Σύμφωνα με μια δοξασία το κήτος μπορεί να μιλήσει με ανθρώπινη φωνή. Μέσω του τεράστιου στόματος του είναι ικανό να μεταφέρει ατόφιο τον λόγο του Θεού σε όποιον έχει τη σπάνια τύχη να πλησιάσει τον αδιανόητα μεγάλο του όγκο. Το βιβλίο που το φιλοτέχνησαν δεξιοτέχνες μοναχοί, ευλογήθηκε να φέρνει καλοτυχία σε όσους προσκυνητές έφταναν στο μοναστήρι για να το δουν από κοντά. Όταν το αντίτυπο κλάπηκε ο Μέγας Καρδινάλιος της Μονής καταράστηκε τον άγνωστο ληστή. Σύμφωνα με την κατάρα το βιβλίο θα έχανε αυτοστιγμεί τις ιδιότητές του, ενώ σιωπηρά διαμηνύθηκε πως όποιος κατάφερνε να το ανακτήσει θα είχε ξανά την ευλογία του. Μοναδική προϋπόθεση ήταν ο τελευταίος του κάτοχος να πέθαινε, είτε από φυσικό είτε από βίαιο θάνατο. Η έμμεση παρακίνηση του Καρδινάλιου προς τους πιστούς ήταν να φονευτεί ο ανίερος ληστής, πράγμα που οδήγησε σε έναν γαϊτανάκι δολοφονιών με τρόπαιο το ιερό αντικείμενο».
ΚΗΤΟΣ είναι και το βιβλιοπωλείο του χωριού που γνωρίζει ανέλπιστα δόξες, γίνεται πόλος έλξης τουριστών και ανατρέπει την ζωή των κατοίκων, καθώς το χωριό μετατρέπεται σε θεματικό μουσείο, αποδιώχνοντας τους ζώντες από τα σύνορα του. Το παρελθόν-μουσείο δεν νοηματοδοτείται από νέες ιδέες, δημιουργίες, πραγματική ζωή, καταντά σεσηπός πτώμα που δηλητηριάζει την εναπομείνασα ζωή του «περιθωρίου». Η προσπάθεια απόδρασης των δύο ηρωίδων της νουβέλας οδηγεί στον αντίποδα των βιωμάτων τους: ένα πλωτό νησί χωρίς παρελθόν, χωρίς ήρωες, χωρίς ονόματα, χωρίς ταυτότητα. Εδώ οι προσπάθειες επινόησης ενός ενδόξου παρελθόντος και μιας ξεχωριστής ταυτότητας αποτυγχάνουν, με την αποκάλυψη της πλεκτάνης και υπερίσχυση της αλήθειας. Η τιμωρία των δύο αδελφών μοιάζει λογική και συγχρόνως παράλογη, καθώς δεν τιμωρούνται για την επινόηση ψευδών γεγονότων και καταστάσεων αλλά ως αποτέλεσμα της κατοχής του «καταραμένου» βιβλίου! Ο θάνατος δι’ απαγχονισμού μοιάζει να επαληθεύει την κατάρα του Καρδινάλιου και να επιβεβαιώνει τη θεϊκή σοφία της Ιερής Φάλαινας, άρα μπορεί να προσληφθεί ως τιμωρία-δολοφονία και ως προϋπόθεση ανάκτησης της καλοτυχίας που ευαγγελίζονταν η φιλοτέχνησή του. Μόνο που η αποκατάσταση της «κανονικότητας» στηρίζεται σε μια νέα επινόηση μύθων, Θεών, ηρώων, ταυτοτήτων: «Όπως οι Αβεβιάρδιο είχαν χρησιμοποιήσει την Ιστορία για να χειραγωγήσουν το πλήθος, έτσι κι εγώ θα επιστράτευα ένα ακόμη ισχυρότερο όπλο που ΄ξερα να χειρίζομαι καλά. Εκούσια αποκλεισμένος από την πίστη μου και εκτοπισμένος από την επικράτεια του Κυρίου, στράφηκα στις αιρέσεις και στις δεισιδαιμονίες, σε ό,τι δηλαδή είχα πολεμήσει με αφοσίωση. Ξεκίνησα εξασκώντας γεωμαντεία, χαράζοντας γραμμές στο έδαφος, κι άρχισα να προβλέπω το μέλλον ανακατεύοντας βότσαλα της παραλίας. Ανέμειξα στοιχεία από θρησκείες και δόγματα που γνώριζα σαν τις παλάμες των χεριών μου, σφετερίστηκα τον αποκρυφισμό, τη μαύρη μαγεία, εξάσκησα τη βασκανία. Περιέγραψα τα πνεύματα του τόπου στους εμβρόντητους ακροατές μου και πολύ σύντομα είχα σκαρώσει μια στέρεη μυθολογία του νησιού. Η Χώρα είχε πλέον τους θεούς της …».
Μόμπι Ντικ και Ρομπέρτο Μπολάνιο
Η εγγαστρίμυθη φάλαινα, ευθεία παραπομπή στον εμβληματικό Μόμπι Ντικ, θα μπορούσε κάλλιστα να έχει γραφτεί από κάποιον Λατινοαμερικανό συγγραφέα. Από έναν συγκεκριμένα, κατά την άποψή μας: τον Ρομπέρτο Μπολάνιο. Αν και πολλοί θα σκεφτούν (όχι άδικα) τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες λόγω της οργιώδους φύσης, του τροπικού κλίματος, αλλά και των υπερρεαλιστικών ελιγμών που κάνει η ιστορία, εντούτοις, ήρωας σαν τον Χούλιο Αβεγιάρδο που στο… πουθενά του Ορίμπε μετατρέπει ένα κρασοπουλιό σε βιβλιοπωλείο, μόνο ο Μπολάνιο θα μπορούσε να πλάσει. Εν προκειμένω και ο Αστερίου.
Το έγκλημά τους είναι ότι κατείχαν ένα μαγικό βιβλίο που φέρει τον τίτλο «Η εγγαστρίμυθη φάλαινα». Βιβλίο που ήταν στην κατοχή του πεθαμένου πατέρα τους.
Την ιστορία μάς διηγούνται οι δίδυμες κόρες του, Έλμα και Γιολάντα, γεροντοκόρες και πολλαπλώς ατυχήσασες, καθώς τις συναντούμε λίγο πριν ανέβουν στο ικρίωμα και φύγουν πρόωρα από τον μάταιο τούτο κόσμο. Το έγκλημά τους είναι ότι κατείχαν ένα μαγικό βιβλίο που φέρει τον τίτλο «Η εγγαστρίμυθη φάλαινα». Βιβλίο που ήταν στην κατοχή του πεθαμένου πατέρα τους. Το κουβαλούσε μαζί του όταν έφτασε στο Ορίμπε για μια μικρή στάση στην πορεία του, αν και τελικά έμεινε, παντρεύτηκε την κόρη του πανδοχέα Ρομπέριο και ρίζωσε στον τόπο κάνοντας οικογένεια.
Παράδοξοι ήρωες
Αν και η ιστορία αρχικά θυμίζει γουέστερν, στη συνέχεια ξεφεύγει εντελώς από την κοινοτοπία και εισάγει μια σειρά από ήρωες ολότελα παράδοξους. Όπως ένας τυπογράφος που αλλάζει τον χάρτη της πόλης ανά τρίμηνο με αποτέλεσμα να αλλάζει και η αρίθμηση και η οδός κάθε σπιτιού. Ή όπως ένας συγγραφέας που γράφει το μπεστ σέλερ του στο ανατολικό δωμάτιο του πανδοχείου και κάνει γνωστό το βιβλιοπωλείο «Κήτος» του Αβεγιάρδο από εκεί που δεν πατούσε ψυχή.
Από το σημείο αυτό και μετά, όντως, η ιστορία αποκτάει υπερρεαλιστικό σφρίγος. Οι επινοήσεις του Αστερίου (ακόμη και η επιλογή να αναπτύξει μια δεύτερη ιστορία μέσα στην ιστορία) είναι αξιοπρόσεκτες
Να, όμως, που το Ορίμπε, χρόνο με το χρόνο, μετατρέπεται σε ένα θεματικό πάρκο γεμάτο μουσεία. Καθένας που πεθαίνει παίρνει μαζί του και τη ζωή του σπιτιού του. Οι υπόλοιποι ένοικοι αναγκάζονται να φύγουν, καθώς το οίκημα πρέπει να μείνει ανέπαφο και να μετατραπεί σε μουσείο. Βαθμηδόν, το Ορίμπε μετατρέπεται σε πολίχνη δίχως ανθρώπους. Οι κόρες του Αβεγιάρδο αποφασίζουν να φύγουν, καθώς δεν αντέχουν άλλο να ζουν σε σκηνή, αποδιωγμένες από το σπίτι τους, και μαζί με την παράξενη τυχοδιώκτρια Μάρθα Κιντέρο ξανοίγονται στη θάλασσα προς ανακάλυψη νέων τόπων. Από το σημείο αυτό και μετά, όντως, η ιστορία αποκτάει υπερρεαλιστικό σφρίγος. Οι επινοήσεις του Αστερίου (ακόμη και η επιλογή να αναπτύξει μια δεύτερη ιστορία μέσα στην ιστορία) είναι αξιοπρόσεκτες, ενώ δεν ξεχνάμε ποτέ τη βαρύνουσα σημασία που έχει το απαγορευμένο-μυθικό-μαγικό βιβλίο «Η εγγαστρίμυθη φάλαινα», το οποίο θα καταδικάσει (εντέλει) τις δύο γυναίκες.
Τα έξι διηγήματα
Τα έξι διηγήματα που συμπληρώνουν την έκδοση είναι ένα κολάζ διαφορετικών κόσμων. Κάποιοι είναι επινοημένοι προσεγγίζοντας την επιστημονική φαντασία, άλλοι είναι αμιγώς ρεαλιστικοί.
Το διήγημα «Το φερμουάρ» είναι μια πολιτική σάτιρα σε έναν μελλοντικό κόσμο, όπου ο πρωταγωνιστής, #2587*, δέχεται την ύψιστη τιμή να καθίσει στις θέσεις των επισήμων, κοντά στον μεγάλο Αρχηγό, την ημέρα της παρέλασης για τη γιορτή του καθεστώτος. Μόνο που όλα καταλήγουν σε αποκαθήλωση όταν το φερμουάρ του παντελονιού του Αρχηγού χάσκει ανοιχτό. Το αποτέλεσμα φέρνει αναγκαστικό γέλωτα στους παριστάμενους (θυμίζει εικόνα από τη συγκέντρωση στη Β. Κορέα με τον Κιμ Γιονγκ Ουν να γελάει αναγκάζοντας όλους να γελάσουν) και καταδίκη στον πρωταγωνιστή και σε έναν ακόμη πολίτη που τόλμησε να δείξει στον Αρχηγό το ανοιχτό του φερμουάρ.
Κι όμως, δεν βρήκε το κουράγιο να σταθεί μπροστά της διεκδικώντας την αναβίωση του κοινού τους παρελθόντος. Ίσως γιατί τα προσωπικά του τείχη να αποδείχθηκαν πιο ισχυρά από το βερολινέζικο.
Το διήγημα «Μπορνχολμερστράσσε» μάς μεταφέρει στην πρώην Ανατολική Γερμανία, λίγο πριν και λίγο μετά την Πτώση του Τείχους. Είναι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός Ανατολικογερμανού ποιητή που έχασε την αγαπημένη του και της απευθύνει τον λόγο μέσω ενός ανεπίδοτου γράμματος. Σε αυτό της αποκαλύπτει πως ακολούθησε τα χνάρια της, αν και στο μεταξύ έφτιαξε τη ζωή του, έκανε οικογένεια και παιδιά, αλλά ποτέ δεν την ξέχασε. Κι όμως, δεν βρήκε το κουράγιο να σταθεί μπροστά της διεκδικώντας την αναβίωση του κοινού τους παρελθόντος. Ίσως γιατί τα προσωπικά του τείχη να αποδείχθηκαν πιο ισχυρά από το βερολινέζικο.
Το διήγημα «Σταθμός διοδίων» είναι αμιγώς ρεαλιστικό, αλλά και ένα από τα καλύτερα του βιβλίου. Ηρωίδα είναι μια γυναίκα που δουλεύει σε σταθμό διοδίων και μέσα στην πλήξη της βάρδιάς της σκέφτεται συνεχώς φανταστικά σενάρια, παρατηρεί τα χέρια των ανθρώπων που της δίνουν χρήματα, για να αποδειχθεί πως αυτό που αποζητάει είναι μια ηρωικό έξοδο από τον κλωβό στον οποίο είναι μαντρωμένη.
Το διήγημα «Ντούσκα» είναι κατεξοχήν επιστολικό. Πρόκειται για τη φανταστική αλληλογραφία της ηθοποιού Σάρα Μπερνάρ με τον μεφιστοφελικό Ρασπούτιν. Είμαστε στις αρχές του 20ού αιώνα, με τις δύο φυσιογνωμίες να ανταλλάσσουν μύχιες σκέψεις για τον βίο τους, τη φήμη και τη δύναμη που κατέχουν. Δύο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες που στις φανταστικές επιστολές τους αναδεικνύουν τις κρυφές πτυχές τους, σαφώς πιο ανθρώπινες από αυτές που επέτρεψαν να εμφανιστούν δημόσια και που έχτισαν τον μύθο τους.
Ένα ζευγάρι την περίοδο της καραντίνας, εν μέσω καύσωνα, αποφασίζει να μεταβεί σε ένα ορεινό χωριό.
Το διήγημα «Καύσωνας» διατρέχει ένας ρεαλισμός που «βρέχεται» όμως έντονα κι από στοιχεία φανταστικά. Ο βαθμός επινοητικότητας του Αστερίου σε αυτή την ιστορία είναι υψηλός. Ένα ζευγάρι την περίοδο της καραντίνας, εν μέσω καύσωνα, αποφασίζει να μεταβεί σε ένα ορεινό χωριό. Εκεί συναντούν ένα άλλο ζευγάρι που διαθέτει πανδοχείο. Αποδεικνύονται πως είναι οι μόνοι κάτοικοι του τόπου, με αποτέλεσμα να κάνουν τις δουλειές των απόντων. Εν είδει σκυταλοδρομίας, το ένα ζευγάρι παραδίδει στο άλλο την ευθύνη του χωριού. Το τέλος του διηγήματος είναι ολότελα εμπνευσμένο.
Το διήγημα «Απογραφή» έχει ως πρωταγωνιστή έναν κριτικό κινηματογράφου που δέχεται μια πρόσκληση από το Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Αθηνών να μιλήσει για τις ξεχασμένες ταινίες του ελληνικού σινεμά. Εκεί συναντάει κάποιον άγνωστο που του μιλάει για την μισοτελειωμένη ταινία του Εμίλ Μικέ «Απογραφή». Ο άγνωστος είναι ο γιος του παραγωγού που ζητάει από τον πρωταγωνιστή να μεσολαβήσει ώστε να πειστεί ο εκκεντρικός σκηνοθέτης να ολοκληρώσει την ταινία εις μνήμην του πατέρα του. Ο Γιαννάτος (αυτό είναι το επώνυμο του πρωταγωνιστή) δέχεται και μάλιστα παίρνει μαζί του και την πρωταγωνίστρια της ταινίας, Ιζαμπέλ Μπλαν, για να ενισχύσει τη διαπραγμάτευση με τον απομονωμένο πια Μικέ. Η συνάντηση μαζί του θα εξελιχθεί σε μια πραγματεία περί των ορίων της τέχνης, τον μύθο και την παραποίησή του, και τη διαφυγή που όλοι ψάχνουμε από την πραγματικότητα μέσω της τέχνης.
Το βιβλίο κι ο συγγραφέας του | «Να χτίζεις στην άμμο σα να χτίζεις στην πέτρα»
Γράφει η Ελένη Γκίκα //
Χρήστος Αστερίου «Εγγαστρίμυθη φάλαινα», εκδ. Πατάκη
Η «Εγγαστρίμυθη φάλαινα» είναι τίτλος βιβλίου που έγινε τίτλος νουβέλας και χάρισε τον τίτλο στο καινούργιο βιβλίο του Χρήστου Αστερίου, ένα βιβλίο που υπήρξε ευχή και κατάρα και η αρχή της κακοδαιμονίας στο Ορίμπε για τις δίδυμες αδελφές Αβεγιάρδο, όσον αφορά τη νουβέλα, και αποδεικνύει πόσο μεγάλος και σημαντικός συγγραφέας είναι, τελικά, ο Χρήστος Αστερίου, όσον αφορά το βιβλίο.
Γνωστός μας περισσότερο από την «Θεραπεία των αναμνήσεων», ένα βιβλίο για τον άγνωστο εαυτό, τον Άλλο, το νόημα, την ύπαρξη, την τέχνη και τη θεραπευτική δύναμη της γραφής και των αναμνήσεων, την επιλεκτική μνήμη, την Αμερική των Ελλήνων και τις «Μικρές αυτοκρατορίες», μια νουβέλα κομψοτέχνημα, για την ανθρώπινη μοίρα, τη νομοτέλεια των πραγμάτων, την πικρή διαπίστωση πως «στην πραγματικότητα, είμαστε όλοι μικρές αυτοκρατορίες, προορισμένες να χαθούν», ο συγγραφέας στο καινούργιο του βιβλίο, «Εγγαστρίμυθη φάλαινα» που περιλαμβάνει μια νουβέλα και έξι διηγήματα, αποδεικνύεται πολύ πιο σύνθετος, θυμίζοντας Ισάκ Ντίνεσεν (Κάρεν Μπλίξεν) στις «Γοτθικές ιστορίες» και Μαργκερίτ Γιουρσενάρ στις «Ιστορίες της Ανατολής».
Στη νουβέλα που χαρίζει και τον τίτλο, τελικά, στο βιβλίο, όλα αρχίζουν στο Ορίμπε, «ένα μικρό χωριό της βορειοδυτικής περιφέρειας- μίλια μακριά από το Βάλε Σαγράδο», όπου το πανδοχείο Ριμπέριο, ήδη σε παρακμή εκείνο τον καιρό, έτυχε να φιλοξενήσει έναν συγγραφέα όπου εμπνεύστηκε εκεί ένα βιβλίο. Το Ορίμπε και το πανδοχείο Ριμπέριο θεωρήθηκαν τόπος έμπνευσης και έγιναν τόπος συνάντησης και συνάθροισης και αξιοθέατο, βιβλιοπωλείο Κήτος και βραβείο, καταχράστηκαν ένα βιβλίο πεντακοσίων σελίδων «Η εγγαστρίμυθη φάλαινα», «με εκατοντάδες σχέδια φαλαινών, χωρίς όνομα συγγραφέα και χωρίς κανένα συνοδευτικό κείμενο, το πολυτιμότερο οικογενειακό μας κειμήλιο, που το φυλάμε ως και σήμερα σε ασφαλές σημείο», προτού αρχίσει ο μαρασμός και γίνουν μουσειακόν είδος.
Η αφήγηση είναι των δίδυμων αδελφών Αβεγιάρδο, της Έλμα και της Γιολάντα πριν σταλούν στο ικρίωμα και η ιστορία που αφηγούνται είναι μια αγριευτική και μαγευτική αλληγορική όσον αφορά την διαδικασία της γραφής και την ανθρώπινη μοίρα, ιστορία. Η οποία σε αφήνει άναυδο στο τέλος για την σύλληψη και την εκτέλεσή της να σπαζοκεφαλιάζεις για να συλλάβεις και το νόημα μετά, την κρυφή διαδικασία.
Στα έξι διηγήματα του βιβλίου, στο «Φερμουάρ» συνειδητοποιείς με ποιον τρόπο μπορεί να επηρεάσει το κόκκινο εσώρουχο του Αρχηγού τους πολίτες μιας δυστοπικής κοινωνίας. Στο «Μπορνχολμερστράσσε», πώς διαχειρίζεται τη φυγή της συζύγου του ένας διανοούμενος της Ανατολικής Γερμανίας πριν και μετά την πτώση του βερολινέζικου τείχους. Στο «Σταθμό διοδίων» τί σκέφτεται μια γυναίκα καθισμένη πίσω απ’ το τζάμι του σταθμού διοδίων. Στο «Ντούσκα» διαβάζεις ένα μέρος της αλληλογραφίας της Σάρα Μπερνάρ με τον Γκριγκόρι Ρασπούτιν, της Σάρα Μπερνάρ που υποστηρίζει ότι «θα μείνουμε στην ιστορία της πολύπαθης ηπείρου μας σαν σύμβολα μιας παρακμής», αποδεικνύοντας ότι στην παρακμή ανθίζει και η ιστορία και η λογοτεχνία.
Στον «Καύσωνα» ένα ζευγάρι εγκαταλείπει την πόλη λόγω του αφόρητου καύσωνα για ένα έρημο ορεινό χωριό όπου ένα άλλο ζευγάρι είναι τα πάντα (κι ο φούρναρης, κι ο ταχυδρόμος, κι ο πανδοχέας) για να μην επιστρέψει ποτέ. Και στην «Απογραφή», «ύστερα από κάμποσες μετακομίσεις, μια μακρά σειρά ταξιδιών σε μητροπόλεις του κόσμου», ένα κριτικός που επιστρέφει στο διαμέρισμα της νεκρής πια μητέρας του, ανακαλύπτει το πλέον παραγνωρισμένο φιλμ του ελληνικού κινηματογράφου. Που ωστόσο ο ίδιος ο δημιουργός του επιμένει: «Αλίμονο σ’ όποιον τρέφει ελπίδες δικαίωσης. Κανείς δεν δικαιώνεται πέρα απ’ το ίδιο το έργο, που θα τρεμοπαίξει σαν φλογίτσα για μια στιγμή πριν σβήσει μετά για τα καλά».
Εν ολίγοις μιλάμε για ένα αριστουργηματικό βιβλίο για το μάταιο των πραγμάτων που ωστόσο υποστηρίζει εκείνο το Μπορχεσικό «είμαστε υποχρεωμένοι να χτίζουμε στην άμμο, σα να χτίζουμε στην πέτρα» και αποδεικνύει το πόσο σπουδαίος και δεινός αφηγητής είναι ο συγγραφέας του.
Χρήστος Αστερίου «Εγγαστρίμυθη φάλαινα», εκδ. Πατάκη
Πολύ καλή (και εύστοχη) ερώτηση — και ναι, η νουβέλα Η εγγαστρίμυθη φάλαινα του Χρήστου Αστερίου μπορεί πράγματι να διαβαστεί και μέσα από τα δύο αυτά πρίσματα: της ταυτότητας (ιστορικής ή επινοημένης) και της επίδρασης της θρησκείας.
ΑπάντησηΔιαγραφήΑς τα δούμε αναλυτικά:
---
🧩 1. Θέμα ταυτότητας — ιστορικής και επινοημένης
Η νουβέλα τοποθετείται σε ένα φανταστικό χωριό, το Ορίμπε, όπου ζουν άνθρωποι από διαφορετικά περιβάλλοντα: καλλιτέχνες, τεχνίτες, επιστήμονες, και οι δίδυμες αφηγήτριες. Αυτό το σκηνικό —ένα είδος "ετερότοπου"— λειτουργεί ως εργαστήριο ταυτότητας.
Οι χαρακτήρες αναζητούν ή επινοούν μια ταυτότητα μέσα σε έναν κόσμο όπου οι σταθερές (πολιτικές, πολιτισμικές, ηθικές) έχουν διαλυθεί.
Το ίδιο το Ορίμπε είναι μια "κατασκευή" — δεν υπάρχει σε καμία γεωγραφία, και γι’ αυτό καθρεφτίζει την ιδέα ότι η ταυτότητα είναι προϊόν αφήγησης, όχι βιολογίας ή ιστορίας.
Οι δίδυμες αφηγήτριες, που μιλούν με μία σχεδόν συγχωνευμένη φωνή, ενσαρκώνουν την ασάφεια του “εγώ” — ποια μιλάει, ποια θυμάται, ποια ερμηνεύει; Αυτή η πολλαπλότητα παραπέμπει στην ιδέα ότι η ταυτότητα δεν είναι ενιαία αλλά πολυφωνική.
> 🗣️ Μεταφορικά, η "εγγαστρίμυθη" (ventriloquist) φάλαινα μπορεί να εκφράζει την ταυτότητα που “μιλά” μέσα από άλλους, που “δανείζεται φωνές” — δηλαδή την επινοημένη ή πολιτισμικά δομημένη ταυτότητα.
---
✝️ 2. Θρησκεία, πίστη και υπαρξιακή αναζήτηση
Η παρουσία του ιερωμένου που αναζητεί την “εγγαστρίμυθη φάλαινα” εισάγει μια θεολογική διάσταση:
Η “φάλαινα” λειτουργεί ως σύμβολο αποκάλυψης ή θαύματος — κάτι που υπερβαίνει τη λογική, που “μιλάει από μέσα”, όπως ο Θεός στην παράδοση της προφητείας.
Ο ιερωμένος, ωστόσο, δεν φαίνεται να αντιπροσωπεύει τη σταθερή πίστη αλλά την αγωνία της πίστης — τη διαρκή αναζήτηση νοήματος.
Έτσι, η θρησκεία εδώ δεν είναι δόγμα αλλά υπαρξιακή εμπειρία: μια μορφή εσωτερικού διαλόγου με το "θείο", ή με το ασύλληπτο.
> Η φάλαινα, όπως και στον Ιωνά, συμβολίζει την κατάποση, τη σιωπή, τη μεταμόρφωση· μέσα της μπορεί να “ξαναγεννηθείς” ή να χαθείς.
---
💡 Σύνδεση των δύο θεμάτων
Αν τα συνδέσουμε:
Η νουβέλα θέτει το ερώτημα: Ποια φωνή μάς μιλάει από μέσα; Είναι η πίστη; Η ιστορία; Η φαντασία;
Η “εγγαστρίμυθη” φύση της φάλαινας συμβολίζει ότι οι φωνές της ταυτότητας και της πίστης συχνά μπλέκονται — δεν ξέρουμε πότε μιλάμε εμείς και πότε μιλά “κάτι άλλο” μέσα μας (παράδοση, μνήμη, ενοχή, θεός, πολιτισμός).
---