Το τελευταίο βιβλίο του Γονατά, μεγαλύτερο από τα προηγούμενα. Τα πιο πολλά αφηγήματα του βιβλίου γράφτηκαν το 2005… Τον τίτλο ο συγγραφέας τον εμπνεύστηκε από έναν αφορισμό του Λίχτενμπεργκ, τον οποίο μάλιστα διαβάζουμε ως Μότο στο βιβλίο:
Τρεις δεκάρες είναι πάντα προτιμότερες από ένα δάκρυ.
Τρεις δεκάρες είναι έκφραση που δηλώνει ευτελές ποσό, και το χρησιμοποιεί και αλλού ο Λίχτενμπέργκ στους αφορισμούς του:
Ό,τι δεν γίνεται φανερό με την πρώτη ματιά δεν αξίζει τρεις δεκάρες, είναι τεχνητό φληνάφημα.
Και αλλού;
Όποτε σπάω τζάμια το κάνω πάντα με δεκάρες.
Άρα για τον εκκεντρικό Γερμανό στοχαστή που αντέτασσε στον ορθό λόγο τον σκεπτικισμό΄, την αυτογνωσία και την αυτοειρωνεία, οι τρεις δεκάρες έχουν την αξία του απτού, του συγκεκριμένου, και εναπόκειται στον ιδιοκτήτη τους να την εκτιμήσει και να τις χρησιμοποιήσει αναλόγως. Ίσως ο αφοριμός δείχνει ότι τα αφηγήματα του βιβλίου είναι προτιμότερα από τα Δάκρυα και την σιωπή, και ίσως τα αφηγήματα-δεκάρες να σπάσουν τα τζάμια της αυταρέσκειας ή της αυτολύπησης…
Όπως και στα άλλα βιβλία του στις Τρεις δεκάρες τα κείμενα ξεκινούν με προδιαγραφές ρεαλιστικής αφήγησης: τα πρόσωπα έχουν ονόματα, η δράση εκτυλίσσεται σε δοσμένο τόπο και χρόνο. Όμως αυτές ακριβώς οι ρεαλιστικές συμβάσεις υπονομεύονται συνεχώς από το στοιχείο του ανοίκειου. Τα ονόματα των προσώπων ξενίζουν… τ αντικείμενα αλλάζουν μορφή και βγαίνουν από τη συνηθισμένη χρήση τους. Τα επαγγέλματα και οι ασχολίες των ανθρώπων επίσης χαρακτηρίζονται από ιδιαιτερότητα: ένας ηλικιωμένος άνθρωπος είναι συλλέκτης αγγελτηρίων θανάτων, ένας γλύπτης φτιάχνει μόνο μικρά κεφάλια σκόρπια ανάμεσα στα λουλούδια. Το στοιχείο του ανοίκειου κυριαρχεί και στη δράση, που η εξέλιξή της υπονεύεται συνεχώς από την απειλή μη ελέγξιμων παραγόντων. Οι ενήλικες εμπλέκονται σε ασύλληπτες καταστάσεις, το ίδιο και τα παιδιά, που ατακτούν ασύστολα. Τα ζώα, που επίσης πρωταγωνιστούν πλάι στους ανθρώπους, μεταμορφώνονται. Τα τραμ και τα λεωφορεία οδηγούν σε αβέβαια τέρματα, τα σπίτια έχουν μυστικές γωνίες και κρύπτες κατοικημένες από παράξενα πλάσματα, οι συζητήσεις κρύβουν μυστικά και ο εξομολογητικός λόγος είναι γεμάτος υπονοούμενα.
Σε πολλά από αυτά τα κείμενα -το κύκνειο άσμα ενός μοναδικού τεχνίτη- ο Γονατάς ξαναγυρίζει στην αφήγηση ονείρων. Είναι όνειρα που ανακαλούν ίχνη βιωμάτων της παιδικής ηλικίας, που αναδύονται από τις αχανείς σπηλιές της μνήμης… σε πολλές ιστορίες είναι εμφανής η αδικαιολόγητη βία της φύσης και των όντων χωρίς χαρακτηρισμούς και σχόλια. …
Ο Γονατάς έγραψε τις Τρεις Δεκάρες ενώ η αρρώστια του προχωρούσε. Δεν πρόφτασε να δει το βιβλίο τυπωμένο. Εμείς το πήραμε στα χέρια μας σαν δώρο που μας έφερνε ζωντανή και πάντα συναρπαστική τη φωνή ενός συγγραφέα που έζησε αθόρυβα αλλά πλούτισε τη λογοτεχνία μας με τις «ασυνήθιστες» ιστορίες του, συχνά΄μικρές όσο μια σελίδα, λεπτουργημένες μινιατούρες που εικονογραφούν με θαυμαστή οικονομία την ανθρώπινη κατάσταση μέσα στις συχνά σπαρακτικές αντινομίες της. (Φ. Αμπατζοπούλου 2025: 235-243).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου