Τετάρτη 1 Απριλίου 2026

GUILLAUME POIX, ΙΕΡΟΤΕΛΕΣΤΙΑ, ΜΤΦΡ ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ

 

ierotelestia mike rafail 728

Για την παράσταση «Ιεροτελεστία» του Γκιγιόμ Πουά, που ανεβαίνει στο Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη.

Γράφει ο Νίκος Ξένιος

Στη σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» του Εθνικού Θεάτρου είδα την «Ιεροτελεστία» του Γκιγιόμ Πουά, στην έξοχη σκηνοθεσία του ΧρήστουΘεοδωρίδη. Η Λορέιν ντε Σαγκαζάν και ο σύντροφός της, Γκιγιόμ Πουά, πέρασαν την τελευταία τους συνάντηση λόγω καραντίνας με πάνω από 300 άτομα από όλη τη Γαλλία που τους έδωσαν ανώνυμες συνεντεύξεις. Προσκαλώντας τον καθένα να μοιραστεί τι σημαίνει για αυτόν η έννοια της «αποδοχής/αποκατάστασης» (μετά το πένθος), οι δύο καλλιτέχνες άντλησαν από τις αμφιβολίες και τη θλίψη τους ένα πλούσιο και μοναδικό υλικό για να δημιουργήσουν το έργο Ιεροτελεστία (Un Sacre) το 2020/2021. Αυτές οι συνεντεύξεις αφηγούνται ένα χρονικό απώλειας –κάθε είδους-, αλλά και αναμνήσεων, και αγάπης, και συγχώρεσης, και ειλικρίνειας, και τόλμης, και ονείρων, και επιθυμιών, και παράπονου, και οργής, και έκρηξης, και ενοχών, και συγνώμης, και τεράστιας τρυφερότητας.

«Ντυνόμουν ένα δάκρυ»

Ο Χρήστος Θεοδωρίδης χρησιμοποιεί τη μετάφραση της Δήμητρας Κονδυλάκη και αναθέτει στην Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου να γράψει τρεις νέες ιστορίες, εμπνευσμένες από την ελληνική πραγματικότητα των τελευταίων χρόνων, αντικαθιστώντας μία από τις αφηγήσεις. Με όχημα τη ζωντανή μουσική επί σκηνής και την έξοχη χορογραφία/κινησιολογία της Ξένιας Θεμελή, η παράσταση του Θεοδωρίδη μιλάει για τη στέρηση των αγαπημένων προσώπων και για την ανθρωπιά εν γένει. Το έργο αμφισβητεί το ταμπού του θανάτου και στηλιτεύει την εξαφάνιση της τελετουργίας που θα’πρεπε να συνοδεύει την απώλεια και το πένθος. Στην παράσταση αυτή οι νεκροί επανέρχονται, σε μια λιτανεία που στοιχειώνει τους ζωντανούς.

Οι ηθοποιοί ενσαρκώνουν τα ανώνυμα άτομα που έδωσαν σε συνέντευξη τις ιστορίες τους, μετατρέποντάς τα σε ζωντανούς χαρακτήρες. Κάθε σκηνή μιλά και για έναν διαφορετικό θάνατο-μια διαφορετική απώλεια, όπως και για έναν διαφορετικό τρόπο αντιμετώπισης της απώλειας αυτής. Ο κάθε χαρακτήρας αρχικά εκτίθεται μετωπικά στο κοινό, κατόπιν αναφέρεται στο συγκεκριμένο συμβάν που τον σημάδεψε και, τέλος, εκθέτει την αλλαγή που επήλθε στη ζωή του με αυτό το συμβάν. Δεν πρόκειται μόνο για ερμητικούς θανάτους, εντός οικογένειας ή ερωτικού ζευγαριού, αλλά σταδιακά η απώλεια γενικεύεται στον κοινωνικό περίγυρο, με θύμα το ανυπεράσπιστο άτομο (αυτό της διαφορετικότητας, της εθνολογικής, ταξικής ή σεξουαλικής μειονότητας) και θύτη ένα ανελέητο σύστημα φασισμού, ρατσισμού, ομοφοβίας και μίσους. Τα πρόσωπα μιλούν για τον θάνατο όχι μόνο των οικείων τους αλλά και της αξιοπρέπειας, των δικαιωμάτων, της ενσυναίσθησης, της δικαιοσύνης.

ierotelestia ethniko 728

Πολύ αφαιρετικά και λειτουργικά τα ανοιγοκλείσματα της αυλαίας και τα «περάσματα» από σκηνή σε σκηνή με τις σκηνογραφικές λύσεις του Λουκά Μπάκα και της Φιλάνθης Μπουγάτσου. Οι φωτισμοί του Τάσου Παλαιορούτα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στις αφηγήσεις και στις εναλλαγές του σκηνικού χώρου. Το ίδιο συμβαίνει και με τις μουσικές παρεμβάσεις του Κωνσταντίνου Κρομμύδα και του Χρήστου Τζων Μούσλι, που αντλούνται από το soundtrack “Ομπρέλλες του Χερβούργου”, από τραγούδια του Ζακ Μπρελ και από το «Et si tu n’existais pas» του Ζο Ντασέν. Οι δύο μουσικοί, με τα σκηνικά ονόματα Γκάμπριελ και Λούκα, επιτελούν τον επισχολιασμό κάποιων σημαντικών σκηνών ή συνοδεύουν με κρουστά τις πυρετώδεις εξομολογήσεις κάποιων χαρακτήρων που είτε προσδίδουν νόημα στην απώλεια ενός κοντινού τους προσώπου, είτε ζητούν με τον τρόπο τους συγγνώμη μετά θάνατον, είτε, τέλος, λένε το τελευταίο «αντίο».

«Να θάψουμε τους νεκρούς - να θεραπεύσουμε τους ζωντανούς»

Κάλι, Τομά, Ασμά, Πάνος, Ματιάς, Λεό, Σάββας: χαρακτήρες διακριτοί, γερά θεμελιωμένοι στη σκηνή, αφενός συνθέτουν μια τοιχογραφία που παραπέμπει σε Καθαρτήριο κι αφετέρου «περνούν σε ένα χωροχρονικό συνεχές όπου οι νεκροί δεν έχουν ακόμη φύγει και όπου οι ζωντανοί αφιερώνουν χρόνο για να τους πουν ένα ηχηρό αντίο». Ο Ανδρέας Νάτσιος κλέβει την παράσταση: ο Ζωρζ είναι ένας μοναχικός άντρας στα εξήντα δύο του, που πάσχει από πρώιμο Αλτσχάιμερ και αναζητά έναν τρόπο να μην βουλιάξει στο κενό της μνήμης του αφουγκραζόμενος την Πέμπτη Συμφωνία του Μάλερ. Το ζεύγος κόρης/πατέρα που υποδύονται η Ειρήνη Δάμπαση (Ασμά) και ο Ανδρέας Νάτσιος είναι πολύ συγκινητικό: η Ασμά προσπαθεί να ερμηνεύσει τα προφητικά όνειρα που είδε ο πατέρας της και μετά τα δικά της, αναλογιζόμενη εάν ο θάνατος είναι το τέλος ή εάν υπάρχει κάτι μετά. Συγκλονιστική είναι η Μαρία Μπαγανά στον ρόλο της Ζαΐα που, παίρνοντας αφορμή από τον θάνατο του κακοποιητικού και καταπιεστικού της πατέρα, ξεκινά μιαν εξέγερση κατά της τοξικότητας, του ψευδεπίγραφου πένθους και των life coachers. Ας σεβαστούμε περισσότερο τη ζωή παρά το θάνατο. Τους ανθρώπους δίπλα μας παρά τους νεκρούς μας. «Χρειάζεται μια γερή επανάσταση», λέει η Ζαΐα στην ιστορία της. Μία επανάσταση τώρα. Όσο μπορούμε. Όπου μπορούμε και όσο αντέχουμε. Αύριο και για πάντα.

Η ιεροτελεστία αποκαθιστά τη χαμένη εξοικείωση με τον θάνατο και το χρονικά εκτεταμένο πένθος που κάποτε χαρακτήριζε τις ανθρώπινες κοινωνίες και που τώρα χάνεται μέσα στην ταχύτητα του εικοστού πρώτου αιώνα.

Ο Ηλίας Σγουραλής, στον ρόλο του μετανάστη Ιμπραήμ, με εντυπωσίασε με το πάθος και τη χορευτική του δεινότητα. Ξεχώρισα επίσης τον Θάνο Μαγκλάρα (Πάνος) που θρηνεί την αυτοκτονία του γκέι αδερφού του Άρη (κείμενο της Ιζαμπέλας Κωνσταντινίδου) και την Ιωάννα Μαυρέα, στον ρόλο της τελευταίας εναπομείνασας «επαγγελματία» μοιρολογίστρας Ρενάτα, που «ντύνεται ένα δάκρυ» για ν’ αποδώσει τις πρέπουσες τιμές στον νεκρό. Ο Γιώργος Κισσανδράκης επανέρχεται δυναμικά επί σκηνής στον ρόλο του Τομά, που κινδυνεύει να πνιγεί. Kαθώς παλεύει με τα κύματα, νιώθει πως«ο φόβος του θανάτου» τον σκοτώνει. Σώζεται από πνιγμό χάρη στη θυσία δύο ανθρώπων: του υπαρκτού σωτήρα του και ενός δότη καρδιάς του παρελθόντος. Ένα πολύπλευρο ερώτημα τίθεται στο κοινό: "Πώς μπορεί κανείς να σώσει κάποιον;" O Μπάμπης Αθανασόπουλος υποδύεται τον Λεό, που έχασε τον πατέρα του στην περίοδο του κορονοϊού. Η Ελευθερία Αγγελίτσα (Κάλι) επιδίδεται σε μιαν ερμηνευτική κορύφωση για τον κερατοειδή χιτώνα των ματιών της αγαπημένης της, που πέθανε πρόωρα, σκηνή όπου η μουσική διαδραματίζει κεφαλαιώδη ρόλο. Η Ελευθερία επανέρχεται στη σκηνή μαζί με τον Ματιάς, έναν νέο που φτάνει στον φόνο μετά από συσσώρευση συνεχών απορρίψεων. Ένας όμορφος μικρός βωμός στολισμένο με λουλούδια και ένα λούτρινο σκυλάκι δίπλα σ’ένα μπαλάκι του τένις δεν κατορθώνουν να αποκαταστήσουν την επαφή με τον έρωτά του που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε. Ο Θωμάς Τσακνάκης υποδύεται τον Σάββα, ένα παιδί με αργή αντίληψη, που δολοφονείται εν ψυχρώ σε μια γέφυρα (επίσης σε κείμενο της Ιζαμπέλας Κωνσταντινίδου που αντιστοιχεί θεματολογικά στο κείμενο που παραλείφθηκε).

Η υπέροχη καλειδοσκοπική αυτή παράσταση ολοκληρώνεται με τη Ρενάτα της αρχής, την «τελευταία πενθούσα» του κορσικανού χωριού, που φορά το μαύρο πέπλο και θρηνεί στο στήθος του νεκρού: πέρα απ’αυτό το μπουρλέσκ στοιχείο, τα δάκρυα της Ρενάτα κατ’ουσίαν είναι δάκρυα πηγαία, που αναβλύζουν από τη θλίψη μπροστά στο ξένο πένθος. Η ιεροτελεστία αποκαθιστά τη χαμένη εξοικείωση με τον θάνατο και το χρονικά εκτεταμένο πένθος που κάποτε χαρακτήριζε τις ανθρώπινες κοινωνίες και που τώρα χάνεται μέσα στην ταχύτητα του εικοστού πρώτου αιώνα. Λέει ο Χρήστος Θεοδωρίδης: «Ένα από τα πράγματα που προτείνει το έργο είναι να δώσεις χρόνο στην απώλεια. Γιατί μόνο έτσι μπορείς πραγματικά να προσφέρεις στον εαυτό σου ένα σκαλοπάτι στη δύσκολη σκάλα της αποδοχής, μια γέφυρα για να περπατήσεις και να καταλάβεις τον χαμό, τον θάνατο του αγαπημένου σου. Ούτως ή άλλως, θα σε συντροφεύει για πάντα. Αυτά που χάνουμε μας ορίζουν πιο γερά από αυτά που κερδίζουμε».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου