Ο ΤΙΤΛΟΣ «ΔΙΑΒΟΛΟΙ ΚΑΙ ΑΓΙΟΙ» με την εμφατική του αντίθεση κατατάσσει, σε μια πρώτη ανάγνωση, τα πρόσωπα του μυθιστορήματος στην μιαν ή η την άλλη πλευρά του διπόλου: «άγιοι» είναι τα θύματα-ορφανά που βρίσκονται έγκλειστα στη «Μεθόριο», ένα όρφανοτροφείο-κολαστήριο στα Πυρηναία, «διάβολοι» είναι οι τύραννοι-ιερείς που στο όνομα της πίστης, της αγάπης, της ταπείνωσης βασανίζουν μέχρι θανάτου τα ορφανά, «άγιοι» είναι όσοι με τη ζωή και το έργο τους υπηρετούν την τέχνη, την ομορφιά, την ανθρωπιά, απαλύνουν την ασχήμια, τον πόνο, το κακό, «δαίμονες» είναι όσοι ευνοούν με τη δράση τους το Κακό…
Εστιάζοντας όμως στον συμπλεκτικό σύνδεσμο «και» θα έλεγα ότι ο σχήμα διάβολος-άγιος εμπεριέχει και τον συνδυασμό των δύο ιδιοτήτων: οι δύο αντιθετικές έννοιες στα δύο άκρα ενός συνεχούς ενώ οι ήρωες του μυθιστορήματος, όπως και ο κάθε άνθρωπος στις στιγμές της ζωής του, τοποθετείται σε διαφορετικό σημεία ανάμεσα στα δύο άκρα.
Βασικά θέματα του μυθιστορήματος είναι η δύναμη της αγάπης, της φιλίας και της μουσικής, η σημασία του ψυχικού τραύματος, η καταγγελία της αυταρχικής, ιδιαίτερα της θρησκευτικής, εκπαίδευσης και των ρατσιστικών διακρίσεων…
Γραφή με έντονους λυρικούς τόνους, με σημεία ιδιαίτερης συναισθηματικής έντασης και εναλλαγές «φωτεινών» και «σκοτεινών» σκηνών.
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Με το «Adagio sostenuto» από τη «Σονάτα του σεληνόφωτος» του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν εκκινεί το μυθιστόρημα του Ζαν-Μπατίστ Αντρεά, Διάβολοι και άγιοι (μτφρ. Γιάννης Στρίγκος, εκδ. Πατάκη), και είναι από εκείνες τις σπάνιες φορές που ένα βιβλίο δηλώνει τη δυναμική του από την προμετωπίδα του, από τη σελίδα που ο κάθε συγγραφέας χρησιμοποιεί για να αφιερώσει σε κάποιον το πόνημά του. Το Διάβολοι και άγιοι είναι το τρίτο μυθιστόρημα του συγγραφέα, το προτελευταίο.
Με την αρωγή της μουσικής
Η μελαγχολική μελωδία του Μπετόβεν δεν λειτουργεί ως ηχητικό φόντο στην ιστορία, αλλά την ξεδιπλώνει, την αναπλάθει, την παρασέρνει, της προσφέρει ενδοσκοπική ματιά υπό το φως ενός φεγγαριού, άλλοτε ψυχρού κι άλλοτε ονειρικού. Η βαθιά ομορφιά αυτού του μυθιστορήματος βρίσκεται φυλακισμένη μέσα σε ένα σκληρό περίβλημα απώλειας, ορφάνιας, βίας και μοναξιάς, αλλά όταν αυτό το κέλυφος σπάσει (διότι σπάει), τότε μια στοιχειωτική γαλήνη απλώνεται στις σελίδες. Όπως ακριβώς συμβαίνει και με το ανάπτυγμα της σονάτας του Μπετόβεν.
Είναι, επίσης, από τις φορές που η λογοτεχνία συνομιλεί επί ίσοις όροις με τη μουσική και μαζί δημιουργούν ένα αρμονικό πλέγμα, μέσα από το οποίο αναφύονται η γκάμα των ανθρώπινων συναισθημάτων. Κάτι αντίστοιχο είχαμε θαυμάσει στο Confiteor του Ζάουμε Καμπρέ και στα μυθιστορήματα του πιανίστα και συγγραφέα Κέτιλ Μπιόρνσταντ.
«Ο Αντρέα μάς είχε δείξει και από το προηγούμενο μυθιστόρημά του που κυκλοφόρησε στα ελληνικά, Να την προσέχει, το οποίο είχε λάβει το σεπτό Βραβείο Γκονκούρ, ότι είναι σε θέση να εμπλέκει τις τέχνες για να αρθρώσει το λόγο τους. Σε εκείνο το βιβλίο (2023) πρωτοστατούσε η γλυπτική, εδώ είχε προηγηθεί η μουσική (2021). Όσο για το αποτέλεσμα της σύζευξης, παραμένει κι εδώ σε υψηλό επίπεδο.
Ο Τζόζεφ
Πρωτοβλέπουμε τον Τζόζεφ, τον πρωταγωνιστή του βιβλίου, σε μεγάλη ηλικία να παίζει πιάνο (μόνο Μπετόβεν) σε δημόσιους χώρους προκαλώντας την απορία, το ενδιαφέρον, αλλά και τον θαυμασμό των ανώνυμων διαβατών που στέκονται να τον ακούσουν. Δεν το κάνει για βιοποριστικούς λόγους, δεν το έχει ανάγκη. Δεν το κάνει για να ταΐσει τη ματαιοδοξία του· ξέρει πολύ καλά πως δεν θα γίνει ποτέ σπουδαίος πιανίστας. Το κάνει μόνο για να βρει… εκείνη. Το κορίτσι των σκληρών παιδικών του χρόνων, την ασθενική Ροζ, την οποία έχασε, αλλά ελπίζει ότι κάπου εκεί στο πλήθος θα εμφανιστεί εξαίφνης μπροστά του και θα ενωθούν ξανά.
Μένει να σκέφτεται τα μαθήματα πιάνου που έκανε με τον δύσκολο και απαιτητικό κύριο Ρότενμπεργκ, που του ζητούσε να υπερβεί το στενό πλαίσιο μιας παρτιτούρας και να εισδύσει στη μεγάλη καρδιά του Μπετόβεν
Η ζωή του μικρού Τζο ξεκινάει με μια σκληρή απώλεια. Χάνει τους γονείς του και τη μικρή του αδελφή σε ένα αεροπορικό δυστύχημα και έκτοτε βιώνει στο δέρμα και την ψυχή του τι θα πει ορφάνια. Ελλείψει άλλης λύσης, καταλήγει στη Μεθόριο, ένα ορφανοτροφείο που λειτουργεί υπό την αιγίδα της εκκλησίας, με ό,τι σημαίνει αυτό για τον βαθμό σκληραγώγησης που απαιτούν οι ιερωμένοι από τους νεανίες και τους μπόμπιρες που ζουν σαν φυλακισμένοι και άκρως ιδρυματοποιημένοι. Η ζωή που ονειρευόταν ο Τζο μέσα σε μια ολέθρια στιγμή διαλύθηκε. Μένει να σκέφτεται τα μαθήματα πιάνου που έκανε με τον δύσκολο και απαιτητικό κύριο Ρότενμπεργκ, που του ζητούσε να υπερβεί το στενό πλαίσιο μιας παρτιτούρας και να εισδύσει στη μεγάλη καρδιά του Μπετόβεν για να μπορέσει να βρει τον ρυθμό της μουσικής του.
Μέσα στο ίδρυμα
Εξαρχής, ο Τζο καταλαβαίνει πως η νέα του ζωή θα είναι σκληρή σαν πέτρα, παγωμένη σαν χιόνι και βρόμικη σαν λάσπη έπειτα από καταρρακτώδη βροχή. Η Μεθόριος επιβεβαιώνει το όνομά της: βρίσκεται μεταξύ γης και ενός ανήλιαγου λαγουμιού, στο οποίο πρυτανεύει η βία, οι σφοδρές τιμωρίες και ο αμείλικτος νόμος του αβά Σενάκ και του πρωτοπαλίκαρού του, του Βατράχου, που έχει όψη τέρατος και καρδιά κτηνώδη.
Η ταύτισή του με τον λιγότερο γνωστό αστροναύτη (αφού ο Νιλ Αρμστρονγκ πήρε πάνω του όλη τη δόξα) του πληρώματος, τον Μάικλ Κόλλινς, θα τον βοηθήσει να κρατήσει μέσα του άσβεστη την αγάπη της περιπλάνησης
Ο Τζο, που είχε ονειρευτεί πτήσεις στη σελήνη (μεγάλωσε την περίοδο που η αποστολή του Απόλλων 11 προσεδάφισε δύο αστροναύτες στο φεγγάρι), αναγκάζεται εκ των πραγμάτων να βιώσει μια «υπογείωση» στα έγκατα του παιδικού φόβου. Η ταύτισή του με τον λιγότερο γνωστό αστροναύτη (αφού ο Νιλ Αρμστρονγκ πήρε πάνω του όλη τη δόξα) του πληρώματος, τον Μάικλ Κόλλινς, θα τον βοηθήσει να κρατήσει μέσα του άσβεστη την αγάπη της περιπλάνησης με απάτητα νέφη και ατμόσφαιρες.
Ντικενσιανή ατμόσφαιρα
Δίπλα του θα βρεθεί μια δράκα παιδιών και εφήβων που θα αποτελέσουν την πιο κοντινή του παρέα, η οποία όμως δεν θα είναι πάντα φιλικά διακείμενη απέναντί του. Πρώτα, ο Μόμο, ένα παιδί διανοητικά καθυστερημένο και στη συνέχεια ο Ανωνύμου Πατρός (τι όνομα κι αυτό), ο Ανακατωσούρας, ο Έντισον και ο Σινάτρα. Όλα τους ορφανά, όλα τους παρατημένα στα σκληρόπετσα χέρια του άτεγκτου ιερέα και της ομάδας τους· όλα τους με μια ελπίδα πως κάτι θα γίνει και θα φύγουν από εκεί μέσα.
Υπάρχει μια ντικενσιανή ατμόσφαιρα εντός της Μεθορίου, την οποία ο Αντρέα την περιγράφει με αδρές γραμμές, υποβάλλοντας τον αναγνώστη στην όχι και τόσο αγόγγυστη ανάγνωση των τιμωριών και των οικτιρμών που υφίστανται αυτά τα παιδιά που μαθαίνουν να ζουν «χριστιανικά» με τον πιο άγριο τρόπο.
Η Επιφυλακή
Η παρέα του Τζο είναι η λεγόμενη Επιφυλακή, μια μυστική οργάνωση εντός του κτιρίου, που σκοπό έχει να προσφέρει στα μέλη της την ψευδαίσθηση των νυχτερινών σκοπιών για να σώσουν το κάστρο της Μεθορίου από εισβολείς, και των κρυφών συναντήσεων, στις οποίες ακούνε κρυφά ραδιόφωνο και φιλολογούν επί παντός επιστητού. Ακόμη και για τη φυσιολογία του γυναικείου γεννητικού οργάνου.
Ο Τζο θα καταλήξει στη Λήθη, ένα υπόγειο του ορφανοτροφείου που είναι σαν απομόνωση φυλακής, και η Ροζ θα φύγει για το Παρίσι με τους γονείς της.
Η αναπάντεχη διέξοδος του Τζο θα βρεθεί όταν θα κληθεί με το ζόρι να κάνει μαθήματα πιάνου στην κόρη ενός από του ευεργέτες του ορφανοτροφείου. Έτσι θα γίνει η γνωριμία του με τη Ροζ, η οποία εξαρχής δεν θα είναι ευτυχής. Τα δύο παιδιά δείχνουν να μισιούνται σφόδρα. Μεταξύ τους υπάρχει χάος και αντίθετοι δρόμοι που δεν κουράζονται να επιδεικνύουν και να υπερτονίζουν. Όπως συμβαίνει, όμως, πάντα στην εφηβική ηλικία, από ένα απύθμενο μίσος ξεκινάει ένας αγνός έρωτας. Θα έρθουν τα πρώτα φιλιά, οι εξομολογήσεις και τα όνειρα φυγής για έναν άλλο κόσμο. Η πρώην φυματική Ροζ και ο ορφανός Τζο πιστεύουν πως θα τα καταφέρουν. Πού να ήξεραν!
Το σχέδιό τους θα αποτύχει, καθώς κάποιος θα τους προδώσει. Ο Τζο θα καταλήξει στη Λήθη, ένα υπόγειο του ορφανοτροφείου που είναι σαν απομόνωση φυλακής, και η Ροζ θα φύγει για το Παρίσι με τους γονείς της. Έκτοτε, θα χαθούν, σαν μια σελήνη σπασμένη σε δύο όμοια κομμάτια.
Η έξοδος
Ακόμη κι εδώ να τελείωνε το μυθιστόρημα, ο Αντρεά θα είχε πετύχει τον σκοπό του: να φτιάξει ένα δράμα ανθρώπινης ποιότητας. Ωστόσο, το… παρακάτω διεκδικεί το παράσημο μιας λύσης που συναντάς στη σπουδαία λογοτεχνία. Τα παιδιά θα έρθουν αντιμέτωπα με το πεπρωμένο τους, θα αρθούν πάνω από τις μικρές τους υποστάσεις, θα αναζητήσουν για τους εαυτούς τους το αδιανόητο και το άπιαστο: τη φυγή από τη φυλακή τους. Σύντομα θα έρθουν πρόσωπο με πρόσωπο και με τον Ντάννυ, τον ήρωα του ορφανοτροφείου, που ήταν ο πρώτος που αποπειράθηκε να δραπετεύσει για να καταλήξει κι αυτός στη Λήθη. Η αρχική έχθρα ανάμεσα στον Ντάννυ και τον Τζο θα λειτουργήσει ως σπίθα που θα γεννήσει το όνειρο της ομαδικής απόδρασης μέσω μιας σιδηροδρομικής σήραγγας που ενώνει τη Γαλλία με την Ισπανία. Οι τελευταίες σαράντα-πενήντα σελίδες διαβάζονται σαν να έχεις στα μάτια δύο καρδιές που πάλλονται από κούραση, φόβο και απαντοχή.
Οι λέξεις του αποκτούν μια ξεχωριστή ποιότητα και δεν αποτελούν όπλο υπερίσχυσης του συγγραφέα, αλλά καθοδηγούν την πλοκή στα πιο εύκρατα εδάφη για να αναπτυχθεί.
Η επιστροφή στο αφηγηματικό παρόν, με τον Τζόζεφ μεγάλο πια, εξηγεί πολλά και δικαιώνει τους ήρωες και τον συγγραφέα. Ο Αντρεά είναι ένας λεπτουργός, ένας συγγραφέας που καθετί που γράφει το ντύνει με ρυθμό (να ο ρυθμός που αποζητάει να βρει ο ήρωάς του) και όχι με ένα απλό τέμπο. Οι λέξεις του αποκτούν μια ξεχωριστή ποιότητα και δεν αποτελούν όπλο υπερίσχυσης του συγγραφέα, αλλά καθοδηγούν την πλοκή στα πιο εύκρατα εδάφη για να αναπτυχθεί.
Όσο για τη μετάφραση, δυστυχώς είναι μια από τις τελευταίες που μας παρέδωσε ο Γιάννης Στρίγκος πριν φύγει αδόκητα από τη ζωή. Εκεί που βρίσκεται ελπίζουμε να διαβάσει το μεγάλο ευχαριστώ που του οφείλουμε για το συγκεκριμένο βιβλίο, αλλά και για όσα καταπιάστηκε στη μεταφραστική του καριέρα. Θα μας λείψει πολύ.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Ζαν-Μπατίστ Αντρεά γεννήθηκε το 1971 στο Σαιν-Ζερµαίν-αν-Λαι, στα δυτικά του Παρισιού, και µεγάλωσε στις Κάννες. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήµες στη Σχολή Πολιτικών Επιστηµών στο Παρίσι και Οικονοµικά στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο ESCP Business School µε έδρα το Παρίσι.
Από το 2003 µέχρι και το 2013 ασχολήθηκε αποκλειστικά µε τον κινηµατογράφο, ως σκηνοθέτης και σεναριογράφος. To 2003 σκηνοθέτησε (µε τον Φαµπρίς Κανεπά) την ταινία «Dead End», που διακρίθηκε στο Φεστιβάλ Ταινιών Φαντασίας και Τρόµου του Σαν Σεµπαστιάν και στο Φεστιβάλ FanTasia στο Μόντρεαλ. Το 2017 εξέδωσε το πρώτο του µυθιστόρηµα, Βασίλισσά µου (µτφρ. Κώστας Κατσουλάρης, εκδ. Στερέωμα), που απέσπασε, µεταξύ άλλων, τα βραβεία Premier Roman (2017), Femina des Lyceens (2017) και Prix Alain-Fournier (2018).

Το τέταρτο κατά σειρά µυθιστόρηµά του με τίτλο Να την προσέχει (μτφρ. Μήνα Πατεράκη-Γαρέφη, εκδ. Πατάκη) κυκλοφόρησε στη Γαλλία το 2023, σηµειώνοντας ρεκόρ πωλήσεων και μεταφράστηκε σε περισσότερες από τριάντα γλώσσες. Τον Νοέµβριο του 2023 ο Αντρεά τιµήθηκε µε το βραβείο Goncourt, τη σηµαντικότερη διάκριση της γαλλόφωνης λογοτεχνίας.
Το Διάβολοι και άγιοι (μτφρ. Γιάννης Στρίγκος, εκδ. Πατάκη, 2025) είναι το τρίτο του μυθιστόρημα, το οποίο πρωτοκυκλοφόρησε στα γαλλικά το 2021 και απέσπασε τα βραβεία RTL-Lire Grand Prix 2021, Relay Readers’ Travel Prize και Ouest-France Etonnants Voyageurs. Μεταφράζεται σε περισσότερες από δέκα γλώσσες, ενώ ετοιμάζεται η κινηματογραφική του μεταφορά από τον Ζαν-Πιερ Ζενέ, τον σκηνοθέτη της «Αμελί».
ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
«Απ’ όλες τις κατάρες που είχαν εξαπολύσει οι προφήτες, απ’ όλους τους λοιμούς που αφάνιζαν την οικουμένη, είχα κολλήσει το χειρότερο απ’ όλα. Ήμουν ορφανός, όπως είναι κανείς λεπρός, φθισικός, χολεριασμένος. Ανίατος».
***
«Η «Επιφυλακή» δεν ήταν ένα παιχνίδι, ένα άτριχο κουνέλι που βγήκε από κάποιο καπέλο μιας παρέας ερασιτεχνών μάγων προς χάριν ενός εννιάχρονου παιδιού. Και όπως θα σας το επιβεβαίωναν όλοι οι μουσικοί, είναι πιο δύσκολο ν’ ανέβεις στη σκηνή για ένα άτομο παρά για χίλια. Σπάνια μπορεί κανείς να απογοητεύσει χίλια άτομα μαζί».
***
«Η γιαγιά μου έλεγε επίσης: δύο πράγματα μ’ αρέσουν στη ζωή, να λέω ψέματα και ν’ ασχολούμαι με τον κήπο. Μ’ αρέσει τόσο πολύ να λέω ψέματα που σας είπα ένα μόλις τώρα: σιχαίνομαι την κηπουρική. Το ψέμα είναι κάτι πολύ πιο χρήσιμο. Να το θυμάσαι αυτό».
***
«Σε ηλικία δεκαέξι ετών και δώδεκα ημερών, άνοιξα τα μάτια στα μισά της νύχτας. Είδα τον Μόμο να κάθεται στην άκρη το κρεβατιού μου. Μου κρατούσε το χέρι, το έσφιγγε δυνατά και έκλαιγε όπως κλαίει κανείς μπροστά στον Εσταυρωμένο, στην αγκαλιά της Θεομήτορος, με το κεφάλι γερτό. Κρουνοί δακρύων. Έκλαιγε για μένα, που δεν ήξερα να κλάψω. […]
Από εκείνη τη μέρα, το παιδί με τα μάτια απ’ το Οράν , ο λιγομίλητος αλιευτής αχινών, ο Μόμο κι εγώ, δεθήκαμε εφ’ όρου ζωής και θανάτου. Αυτός έγινε τα δάκρυά μου κι εγώ η φωνή του».
***
«Στον σιδηροδρομικό σταθμό της Βαλτικής, στην Αγία Πετρούπολη, υπήρχε στις αρχές της δεκαετίας του 2010 ένα εξαιρετικό πιάνο στη διάθεση του κοινού, ένα παλιό Bosendorfer. Στην πόλη αυτή, ότι έκαναν το έκαναν με μεγαλοπρέπεια. Έπαιζα για μισή ώρα περίπου περιμένοντας το τρένο μου, και είχα ξεκινήσει τη Σονάτα αρ. 9, όταν άκουσα κάποιους να γελούν πίσω μου. Ήταν δύο αστυνομικοί με γούνινα καπέλα. Δεν γελούσαν μ’ εμένα αλλά με τα σκυλιά τους, δύο γερμανικά κυνηγόσκυλα που είχαν καθίσει το ένα δίπλα στο άλλο με το λουρί τεντωμένο στο λαιμό τους και μ’ άκουγαν, έχοντας γείρει ελαφρώς το κεφάλι στο πλάι. Θα μου πείτε ότι οι Γερμανοί έχουν τη μουσική στο αίμα τους. Τα σκυλιά όμως αντιδρούσαν σαν πραγματικοί γνώστες, ριγούσαν με τους χρωματισμούς του πρώτου μέρους. Σ’ αυτή τη σονάτα, που ορισμένοι θεωρούν δευτερεύον έργο, εκείνα προαισθάνονταν τις σπουδαίες σονάτες που θα ακολουθούσαν. Εμειναν ακίνητα ως το τέλος και τα αφεντικά τους σταμάτησαν τα γέλια για να ακούσουν με τη σειρά τους. Όταν τελείωσα, ο ένας από τους δύο έδειξε τα σκυλιά, είπε κάτι στα Ρώσικα και βλέποντας πως δεν κατάλαβα, επανέλαβε στα αγγλικά με βαριά προφορά : «the dogs, them happy”».
***
«Η εβδομάδα ξανάρχισε με τα σφυρίγματα της, τις πρωινές προσευχές, τα σιωπηλά γεύματα κι άλλα σφυρίγματα, κι άλλες σιωπές, με τα παράθυρα να πιάνουν πάγο, με το κρύο να εισχωρεί στις πέτρες, με τις αγγαρείες της και τα νταλαβέρια του Ανακατωσούρα. Είχαμε την άφιξη ενός καινούριου, ενός πεντάχρονου αγοριού με αχτένιστα μαλλιά που κοιτούσε συνέχεια γύρω του μ’ ένα βλέμμα μόνιμης απορίας. Την επομένή, πέρασε τη «δοκιμασία του κατρουλή», τρέμοντας απ’ το κρύο στο προαύλιο, ακόμα πιο απορημένος. Και τι έκανα λέτε τα φιλαράκια μου βλέποντας τον να περνάει μπροστά απ’ το παράθυρο κατακίτρινος και φοβισμένος; Άρχισαν φυσικά να τον κοροϊδεύουν , με τον Αγνώστου Πατρός πρώτο και καλύτερο. Σας το είπα, δεν ήταν άγιοι».
***
«Εκείνη την εβδομάδα ο Έντισον έκανε την επανάσταση του. Πήγε να βρει τον αβά και του ζήτησε να του φέρει εγχειρίδια μαθηματικών πιο προχωρημένου επιπέδου απ’ αύτα που χρησιμοποιούσαμε -διαισθανόταν ότι εκεί κρυβόταν μια ομορφιά που μας διέφευγε. Ο αβάς γέλασε, ο ίδιο κι ο Βάτραχος. Ο επιστάτης τόνισε στον Έντισον πως ήταν τυχερός που του παρείχαν την ίδια σχολική εκπαίδευση μ’ έναν πραγματικό Γάλλο και πως, ούτως ή άλλως, δε χρειαζόταν τα μαθηματικά για να σκουπίζει δρόμους. Ο αβάς επέπληξε τον Βάτραχο. Το χρώμα του δέρματος δεν είχε σημασία για τον Θεό, από τη στιγμή που κάποιος ήταν καλός χριστιανός. Όμως ένας καλός χριστιανός, είπε στη συνέχεια με βεβαιότητα, δεν ήταν ανάγκη να ξέρει ανώτερα μαθηματικά -αν ήταν έτσι θα το έγραφε η Βίβλος».
***
«Ήμασταν ανύπαρκτοι, αυτό συνειδητοποίησα για τα καλά εκείνη τη μέρα. Οι χωριανοί χαμογελούσαν και χειροκροτούσαν στο πέρασμά μας, αλλά δεν μας έβλεπαν. Έβλεπαν μονάχα τον αβά που χαμογελούσε και τους έσφιγγε το χέρι, καθώς και τη συνοδεία: μερικές μοναχές, τον Ρασίντ και την Καμίγ, που είχαν έρθει μαζί μας εθελοντικά. Δεν έβλεπαν τον καινούριο τρόφιμο, εκείνο το πιστιρίκι που παράπαιε οδηγώντας αυτή την ορδή των φαντασμάτων. Τα βλέμματά τους περνούσαν πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Χωρίς παρελθόν και μέλλον, χωρίς πριν και μετά, ένα ορφανό είναι σαν μια μελωδία που αποτελείται από μία μόνο νότα. Και δεν υπάρχει μελωδία που να αποτελείται από μία μόνο νότα.»
****
«Ναι βρίσκω πως είσαι όμορφη
Πόσο όμορφη;
Σαν την ντουλάπα ελάσσονα.
Ντο ελάσσονα, η τονικότητα που προτιμούσα ο Μπετόβεν. Μια τονικότητα όπου η ομορφιά περιπλανιόταν μέσα στην καταιγίδα. Η μία δεν γινόταν να υπάρξει χωρίς την άλλη».
*****
«Δεν τρέφω καμιά συμπάθεια για τον διάβολο, αλλά νιώθω συμπόνια γι’ αυτόν
Και γιατί παρακαλώ;
Επειδή πολύ πιθανόν ο διάβολος να μη ζήτησε απολύτως τίποτα. Επειδή πολύ πιθανόν να μη γεννήθηκε διάβολος, στην αρχή να ήταν ένα ροδαλό μωράκι όπως όλα τα μωράκια. Ίσως να έχασε τους γονείς του και να τον έστειλαν σε ορφανοτροφείο, και τότε να έγινε διάβολος».
***
«Μόλις που θυμάμαι τον δικό μου πατέρα, αλλά θυμάμαι έναν άνθρωπο σκληρό, έναν μουσικό ικανό να παίζει την πιο θεσπέσια μουσική έχοντας πρώτα δείρει τη μητέρα μου και τα αδέλφια μου. Θα με συγχωρήσεις λοιπόν που δεν πιστεύω στη στοργή για την οποία μου μιλάς και παρεμπιπτόντως που δεν ανέχομαι τον ήχο του πιάνου. Πιστεύεις ότι δεν σας προσφέρω αγάπη; Σας προσφέρω την αγάπη που ο Θεός έχει για τα τέκνα Του. Η αγάπη του Θεού είναι ένα πολύτιμο διαμάντι. Είναι κατάλευκη, ψυχρή. Κοφτερή».


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου