O Ντάνιελ Κέλμαν, (ο οποίος γεννήθηκε μεν στο Μόναχο αλλά μεγάλωσε στη Βιέννη από όπου κατάγεται ο πατέρας του) είναι αναμφίβολα ο μεγάλος αστέρας της σύγχρονης γερμανόφωνης πεζογραφίας. Η ιδιαιτερότητα των μυθιστορημάτων του Κέλμαν σε σχέση με την παράδοση της γερμανικής λογοτεχνίας έγκειται στο ότι ενέχει στοιχεία που ταιριάζουν περισσότερο με τη βρετανική: αίσθηση του χιούμορ, τόσο στη μορφή λεπτής ειρωνείας όσο και στη φαρσοκωμωδία, σαρκασμός, μια έφεση για τη γελοιοποίηση της σοβαροφάνειας. Ο ίδιος, αν και δεν κρύβει την αγάπη του για τη γερμανική γλώσσα και τους κλασικούς Γερμανούς συγγραφείς και φιλοσόφους, παραδέχθηκε σε μια συνέντευξή του στον Guardian πριν από δέκα χρόνια, ότι οι Γερμανοί συγγραφείς έχουν μάθει να κρύβουν το χιούμορ στα έργα τους, κάτι που ενδεχομένως να πηγάζει από τον δέκατο ένατο αιώνα όταν οι περισσότεροι συγγραφείς ήταν παιδιά προτεσταντών παστόρων με αποτέλεσμα η λογοτεχνία να είναι συνυφασμένη με την αυστηρότητα και τον θρησκευτικό συντηρητισμό της επαρχίας. Όμως στην παρούσα περίπτωση δεν έχουμε να κάνουμε με τον Κέλμαν του Εγώ και ο Καμίνσκι ή του F, τα δύο τόσο επιτυχημένα όσο και βάναυσα σατιρικά μυθιστορήματά του. Στο Ασπρόμαυρο, το τελευταίο του μυθιστόρημα, το θέμα είναι η ηθική ρευστότητα και η σχέση της με την ίδια τη φύση της τέχνης ως αναπαράσταση.
Το Ασπρόμαυρο λοιπόν είναι η ιστορία του περίφημου Αυστριακού σκηνοθέτη Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ, ο οποίος μεγαλούργησε κυρίως την περίοδο του μεσοπολέμου στην ακμή του εξπρεσιονισμού. Ο Παμπστ μετά την προσάρτηση της Αυστρίας από τη ναζιστική Γερμανία κατέφυγε στο Χόλιγουντ όπως τόσοι άλλοι κεντροευρωπαίοι σκηνοθέτες της εποχής, για να διαπιστώσει όμως με πικρία ότι το προσωπικό όραμα του σκηνοθέτη ως καλλιτέχνη εκεί δεν είχε την παραμικρή σημασία και οι ταινίες που τον καλούσαν να σκηνοθετήσει υπαγορεύονταν από τους παραγωγούς που ενδιαφέρονταν για εύπεπτα και απλοϊκά σενάρια που θα έφερναν το ευρύ κοινό στις αίθουσες. Έτσι καταφεύγει στη Γαλλία όπου είχε σκηνοθετήσει παλαιότερα ταινίες αλλά η υγεία της μητέρας του τον αναγκάζει να την επισκεφτεί με αποτέλεσμα το ξέσπασμα του πολέμου να τον εγκλωβίσει εντός του Ράιχ. Από εκεί και πέρα οι πολύ δύσκολες συνθήκες τον αναγκάζουν να εργαστεί διστακτικά στη ναζιστική Γερμανία και να συναντηθεί με τον Γκέμπελς. Ο Παμπστ σιχαίνεται τους ναζί αλλά νιώθει ότι δεν έχει άλλη επιλογή από το να συμβιβαστεί ως ένα βαθμό μαζί τους, ανήμπορος πλέον να διαφύγει, γυρίζοντας ταινίες με τη χρηματοδότηση του καθεστώτος και συνεργαζόμενος με την ατάλαντη ιέρεια της ναζιστικής κινηματογραφικής βιομηχανίας Λένι Ρίφενσταλ.
Εδώ είναι βεβαίως που ο Κέλμαν εισάγει το κεντρικό σημείο κρίσης του έργου: Ποια είναι η δυσδιάκριτη εκείνη διαχωριστική γραμμή που καθορίζει τον εξαναγκασμό από τη συνενοχή; Πότε ψευδόμαστε στον εαυτό μας για να διατηρήσουμε την βολή μας δημιουργώντας μία συνειδητή ψευδαίσθηση και πότε απλά προσπαθούμε να επιβιώσουμε σε μία εφιαλτική κατάσταση που δεν έχουμε επιλέξει και στην οποία έχουμε ευθύνη και για άλλους ανθρώπους; Πώς λειτουργεί η σταδιακή δηλητηρίαση πεποιθήσεων μέσα από τον συνδυασμό εκφοβισμού και επιβράβευσης; Εδώ λοιπόν έχουμε να κάνουμε με ζητήματα ηθικής φύσεως σε ακραίες όμως συνθήκες.
Ένας δόλιος τρόπος που ο Γκέμπελς καταφέρνει να τουμπάρει τον Παμπστ είναι ότι του δίνει την ελευθερία να γυρίσει ό,τι είδους ταινία θέλει και όχι απλά τις εμπορικές και άψυχες ταινίες που του υπαγορεύουν στο Χόλιγουντ, γνωρίζοντας ότι έτσι κεντρίζει τη ματαιοδοξία του καλλιτέχνη που έχει ανάγκη να εκφραστεί. Πολλά ερωτήματα εγείρονται: ένα σπουδαίο έργο τέχνης δικαιολογεί ή όχι τον συμβιβασμό; Πριν προλάβετε να απαντήσετε αναλογιστείτε πόσα σπουδαία έργα δεν θα υπήρχαν ποτέ αν οι καλλιτέχνες δεν βρίσκονταν υπό την προστασία ηθικά αμφιλεγόμενων χορηγών. Δεν είναι η ανθρώπινη ηθική μια γκρίζα ζώνη; Ή μήπως τελικά ορισμένα ζητήματα είναι απλά άσπρο και μαύρο και δεν επιδέχονται εκλογίκευσης; Θα έλεγα ότι ο Κέλμαν παίζει με τον τίτλο «Ασπρόμαυρο» υπό τη διττή έννοια των ασπρόμαυρων ταινιών της εποχής από τη μία και της απόχρωσης των ηθικών επιλογών από την άλλη, έλα όμως που ο τίτλος στην ελληνική έκδοση, όσο επιτυχημένος κι αν είναι, αποτελεί επιλογή του εκδότη και όχι του Κέλμαν, αφού ο πρωτότυπος τίτλος του μυθιστορήματος στα γερμανικά είναι «το παιχνίδι του φωτός» ή αλλιώς «η ταινία».
Ο Ντάνιελ Κέλμαν (Μόναχο, 1970) θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους Γερμανούς συγγραφείς. Έγινε γνωστός από το μυθιστόρημα Η μέτρηση του κόσμου, που κυκλοφόρησε στη Γερμανία το 2005. Στην Ελλάδα έχουν κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, και μετάφραση του Κώστα Κοσμά, τα βιβλία: Η μέτρηση του κόσμου (2007), Εγώ και ο Καμίνσκι (2008), Φήμη (2009), F (2013), Έπρεπε να είχες φύγει (2017), Τυλ ο Σαλτιμπάγκος(2018) και, πρόσφατα, το μυθιστόρημα Ασπρόμαυρο.
Σε αυτό, ο Κέλμαν αφηγείται τη ζωή του Αυστριακού σκηνοθέτη του μεσοπολέμου Γκέοργκ Βίλχελμ Παπστ (G.W. Pabst, 1885-1967). Η φιλμογραφία του Παπστ περιλαμβάνει πάνω από 35 ταινίες την περίοδο 1923-1956. Ως κινηματογραφιστής, ανέπτυξε και τελειοποίησε συγκεκριμένες τεχνικές μοντάζ, ενώ επίσης ανακάλυψε και ανέδειξε ηθοποιούς όπως η Λουίζ Μπρουκς και η Λένι Ρίφενσταλ. Παρότι ο Κέλμαν έχει εμφανώς πραγματοποιήσει μεγάλη έρευνα γύρω από τον ήρωά του, το βιβλίο δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως βιογραφία, ούτε καν μυθιστορηματική, αφού διατηρεί μεγάλο βαθμό αφηγηματικής ελευθερίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, στο βιβλίο αναφέρεται μόνο ένας γιος του Παπστ, ενώ ο σκηνοθέτης είχε τρία παιδιά. Από την άλλη πλευρά, όμως, ο Κέλμαν καταφέρνει να ανασυστήσει μια ολόκληρη εποχή με λεπτομέρεια, εισάγοντας μια πληθώρα δευτερευόντων ηρώων που πλαισιώνουν τα βασικά πρόσωπα, τον Παπστ, τη σύζυγό του Τρούντι, τον γιο τους Γιάκομπ και έναν βασικό συνεργάτη του Παπστ, τον σκηνοθέτη Φραντς Βίλτσεκ.
Το βιβλίο αποτελείται από τρία μέρη και καθένα εξ αυτών χωρίζεται σε διακριτά κεφάλαια. Κάθε κεφάλαιο φέρει τον δικό του τίτλο και μπορεί να διαβαστεί σχεδόν αυτόνομα, έχοντας την ακεραιότητα διηγήματος. Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό της πεζογραφίας του Κέλμαν.
Ένα συναρπαστικό, πολυεπίπεδο μυθιστόρημα, βαθιά ανθρώπινο και χωρίς ίχνος διδακτισμού ή συναισθηματικών ευκολιών.
Ο Παπστ παρουσιάζεται στο Ασπρόμαυρο ως ένας επίμονος, παθιασμένος δημιουργός, ανυποχώρητος μπροστά στις δυσκολίες που ορθώνονται μέσα στην ταραγμένη περίοδο του ναζισμού. Ο συγγραφέας ρίχνει φως στον ήρωά του από διάφορες οπτικές γωνίες χρησιμοποιώντας ως εφαλτήριο τα δευτερεύοντα πρόσωπα της ιστορίας του, άλλοτε πραγματικά, όπως η Λουίζ Μπρουκς, η Λένι Ρίφενσταλ, ο Φριτς Λανγκ, και άλλοτε φανταστικά. Η αφήγηση αρχίζει και τελειώνει με τον υπερήλικα Φραντς Βίλτσεκ, παλαίμαχο σκηνοθέτη, ο οποίος είχε διατελέσει βοηθός του Παπστ.
Το κεντρικό δράμα της ζωής του Παπστ δεν είναι ούτε η στάση του απέναντι στις επιταγές του σαρκοφάγου Τρίτου Ράιχ, ούτε η προσχώρηση του γιου του στον ναζισμό και η σταδιακή απομάκρυνσή του από την οικογένεια. Είναι η απώλεια του κινηματογραφημένου υλικού της ταινίας Μολάντερ, την οποία ο Παπστ θεωρεί ως το κορυφαίο αριστούργημά του. Τα γυρίσματα της ταινίας γίνονται άλλοτε εν μέσω βομβαρδισμών και άλλοτε υπό την απειλητική επίβλεψη οργάνων του καθεστώτος, με δύσκολες συνθήκες, με λιμοκτονούντες κομπάρσους. Ο Παπστ προχωράει ακλόνητος, βλέποντας μπροστά μόνο την ολοκλήρωση αυτής της φιλόδοξης ταινίας, ενώ γύρω του καταστρέφονται πόλεις και χάνονται στρατιώτες και άμαχοι. Όταν, εντελώς τυχαία, το σακίδιο που περιείχε τα κουτιά με τα φιλμ μπερδεύεται με κάποιο παρόμοιο και χάνεται, ο ίδιος ο Παπστ χάνει τον εαυτό του, ο κόσμος του καταρρέει, η ζωή του παύει να έχει νόημα.
Ως συγγραφέας ο Κέλμαν καταφέρνει να μπολιάσει τα πιο σκοτεινά σημεία της αφήγησης με εκλάμψεις λεπταίσθητου χιούμορ, αποδίδοντας το παράλογο της εποχής που περιγράφει. Ο κινηματογράφος ως αφετηρία της αφήγησης του δίνει τη δυνατότητα να μιλήσει για τις αντιφάσεις αυτής της ζοφερής περιόδου, για την καλλιτεχνική δημιουργία ακόμα και σε απειλητικές για τη ζωή και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια συνθήκες, για τη ναρκισσιστική φύση των ηθοποιών και την τιθασευτική, στιβαρή στάση του σκηνοθέτη, ο οποίος καλείται να συναρμόσει ασύμβατες καταστάσεις, να κατευνάσει πάθη και εγωισμούς, για να επιτύχει το βέλτιστο αποτέλεσμα. Ο Κέλμαν δεν ασχολείται τόσο με το ειδεχθές του ναζιστικού μορφώματος, αλλά με την προσπάθεια των ανθρώπων του πνεύματος να ισορροπήσουν και να επιβιώσουν μέσα σε μια εποχή γεμάτη κλυδωνισμούς, αβεβαιότητα και αδόκητους θανάτους, διατηρώντας τη δημιουργική τους φλόγα και την ηθική τους υπόσταση.
Κατά τη γνώμη μου, τα πιο συγκινητικά κεφάλαια του βιβλίου είναι το πρώτο και το τελευταίο. Ο υπερήλικας πια Φραντς Βίλτσεκ, τρόφιμος σε οίκο ευγηρίας, με θολωμένο το μυαλό, είναι ο κύριος μάρτυρας της ζωής του μεγάλου Παπστ και καλείται να ανασυστήσει τις αναμνήσεις του σε μια δημοφιλή τηλεοπτική εκπομπή. Αυτά τα δύο κεφάλαια, με τα οποία ο Κέλμαν γειώνει την αφήγηση στη σύγχρονη εποχή, είναι κυριολεκτικά μια σπουδή στην τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, στη φθορά, στο πεπερασμένο του βίου και στην αθανασία της τέχνης. Αξιομνημόνευτο είναι επίσης το κεφάλαιο με τίτλο «Μολάντερ», που αναφέρεται στις κοπιώδεις, αντίξοες συνθήκες γυρίσματος της ομώνυμης ταινίας και στην απρόσμενη έκβαση με την απώλεια του κινηματογραφημένου υλικού.
Το Ασπρόμαυρο του Ντάνιελ Κέλμαν, παρά τις όποιες διαφωνίες έχουν μέχρι τώρα διατυπωθεί για την ιστορική ακρίβεια των περιγραφών και των γεγονότων, είναι ένα συναρπαστικό, πολυεπίπεδο μυθιστόρημα, βαθιά ανθρώπινο και χωρίς ίχνος διδακτισμού ή συναισθηματικών ευκολιών. Ταυτόχρονα, αποτελεί μια ωδή στην κινηματογραφική τέχνη και στους συντελεστές της – ωδή σε μια τέχνη δημοφιλή και οικουμενική, που καταφέρνει να φωτίζει ακόμα και τις πιο σκοτεινές και καταστροφικές περιόδους της ανθρωπότητας.
Ενδιαφέρουσα είναι σαφώς η επιλογή του Κέλμαν να προσεγγίσει την αφήγηση πολυφωνικά, με διαφορετική οπτική γωνία σε κάθε κεφάλαιο, μέσω ενδοδιηγητικών τριτοπρόσωπων και ενίοτε πρωτοπρόσωπων αφηγήσεων. Έτσι δημιουργεί ένα πιο συλλογικό πορτρέτο, μια ευρύτερη τοιχογραφία που μπορεί και αποτυπώνει πιο πειστικά το συνολικό κλίμα, φέρνοντας στο μυαλό λίγο τον Ντέμπλιν. Αλλά δεν σταματάει εκεί. Συχνά αποφασίζει να παρεκκλίνει από την σταθερή πορεία του ρεαλισμού μέσα από μερικές δόσεις σουρεαλισμού ή γκροτέσκου. Και αυτή του η επιλογή είναι λογική, αφού επιστρατεύοντας τον παραμορφωτικό φακό μπορεί να αποκαλύψει καλύτερα μια φριχτά παραμορφωμένη ιστορική περίοδο όπου τίποτα δεν μοιάζει πραγματικό.
Στο Ασπρόμαυρο λοιπόν δεν έχουμε να κάνουμε με τον καυστικά σατιρικό Κέλμαν, κάτι που ομολογώ πως μου λείπει. Έχουμε όμως κάτι διαφορετικό και ενδεχομένως πιο ώριμο: έναν συγγραφέα που βρίσκεται στο απόγειο της καριέρας του, ικανό να διαχειρίζεται διάφορες τεχνικές και να θίγει με αξιοζήλευτη ισορροπία δύσκολα ζητήματα. Το θέμα του βιβλίου και οι τεχνικές που επιστρατεύει δεν συντελούν ενδεχομένως στην πιο ψυχαγωγική αναγνωστική εμπειρία, αλλά συντελούν σε ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου