Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

ΙΑΝ ΜΑΚ ΓΙΟΥΑΝ, ΑΜΣΤΕΡΝΤΑΜ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ

 



«Η αγάπη είναι πιο δυνατή από το μίσος»

[Το ανωτέρω παράθεμα δεν μπορεί κατά τη γνώμη μου, να θεωρηθεί ότι αναδεικνύει ένα από τα βασικά θέματα του βιβλίου, με δεδομένο ότι λεγεται μπροστά σε τηλεοπτικές κάμερες κατά τη διάρκεια μιας στημένης συνέντευξης. Ως εκ τούτου μόνο ειρωνικά μπορεί να συμπυκνώσει το θέμα του έργου.]

 «Δεν πρέπει να γαντζωνόμαστε πάρα πολύ σφιχτά σ’ αυτά που γνωρίζουμε»

Γράφει η Τζένη Μανάκη //

Ο Ιαν Μακ Γιούαν, στο βιβλίο «Αμστερνταμ», βάζει στο στόχαστρο την αντρική φιλία, με όλες τις συναισθηματικές και πρακτικές διακυμάνσεις που δοκιμάζουν τις ανθρώπινες φιλίες. Εννοείται, στο βάθος υπάρχει μία γυναίκα: η Μόλλυ Λέιν, η αύρα της οποίας, αν και πεθαμένη πλέον, πλανάται διαρκώς σε όλο το κείμενο.

Η αφήγησή του σαγηνευτική, με χιούμορ, διανθισμένο με σάτιρα στην οποία προσθέτει πινελιές γκροτέσκο, ευρηματική πλοκή, αγωνιώδεις κινήσεις που ακολουθούν την ψυχολογική κατάσταση των ηρώων, δημιουργεί ένα θρίλερ. Η γραφή του βερμπαλιστική, κυρίως στα σημεία που απαιτούνται κάποιες ειδικές γνώσεις, και στις περιγραφές της φύσης, που αποδίδει με διακριτικό λυρισμό, γραφή με προφανή την επισταμένη έρευνα, όπως συνηθίζει σε όλα τα μυθιστορήματά του, προκαλεί το ενδιαφέρον του επίμονου αναγνώστη. Είναι γνωστή η εμμονή του συγγραφέα στην ανάλυση των επαγγελματικών δεδομένων των ηρώων του. Το είδαμε στο “Σάββατο” με τις ενδελεχείς περιγραφές των επαγγελματικών επιτευγμάτων του νευροχειρουργού ήρωά του, στο “Νόμο περί τέκνων” με τη δικαστικό ηρωίδα του, κλπ.

Στο “Αμστερνταμ”, ο Κλάιβ είναι ο πιο διάσημος συνθέτης σοβαρής μουσικής στη Βρετανία, εύπορος και δοτικός. Έχει κληθεί, χωρίς ιδιαίτερη διάθεση, να γράψει κατά παραγγελία τη Συμφωνία της νέας χιλιετίας. Στο παρόν της αφήγησής του λείπει το καταληκτικό μέρος, αλλά και η έμπνευση.

«Η ανάθεση της σύνθεσης μιας συμφωνίας για τον εορτασμό της νέας χιλιετίας ήταν ένα γελοίο βάσανο: μια γραφειοκρατική παρέμβαση στη δημιουργική του ανεξαρτησία.»

Ο Βέρνον είναι γνωστός δημοσιογράφος, διευθυντής της εφημερίδας “Κριτής”, που βρίσκεται σε πτώση, ακολουθώντας την πορεία των εντύπων μέσων ενημέρωσης της δεκαετίας του ‘ 90. Του λείπει το scoop, η είδηση λαβράκι, που θα ανεβάσει τον αριθμό πωλήσεων και θα διατηρήσει την υψηλή θέση του στον χώρο.

Η αφήγηση ξεκινά σε κρεματόριο, το οποίο επέλεξε για την τελετή ο Τζορτζ Λέιν, τυπικά σύζυγος της αξιολάτρευτης για πολλούς άντρες, Μόλλυ, διάσημης δημοσιογράφου στον τομέα της γαστρονομίας, γευσιγνώστριας και φωτογράφου, που πέθανε με επώδυνες συνθήκες, στο απόλυτο έλεος του πλούσιου συζύγου της.

Οι αναρχικές ιδέες των ηρώων έκαναν φτερά μαζί με τα νιάτα τους. Στο μυθιστορηματικό παρόν και οι δύο ήρωες αποτελούν μέλη του συστήματος που κάποτε καταδίκαζαν. Τόσο ο Βέρνον, όσο και ο Κλάιβ υπήρξαν εραστές της Μόλλυ στο τρελό παρελθόν της νιότης τους, την ανήσυχη δεκαετία του ‘ 60.

Ο Βέρνον είχε ζήσει μαζί της ένα διάστημα στο Παρίσι, ο Κλάιβ διατήρησε με την Μόλλυ μια απόλυτα φιλική, σεβαστική σχέση. Στο μυαλό και των δύο πλανάται η σκέψη: Πως θα εξελισσόταν οι ζωές τους αν οι ίδιοι είχαν παντρευτεί την Μόλλυ…

Μεταξύ των προσκεκλημένων στο κρεματόριο και ο Υπουργός Εξωτερικών Τζούλιαν Γκάρμονυ, που προαλείφεται για πρωθυπουργός, τελευταίος εραστής της αξιομνημόνευτης Μόλλυ.

Οι σκηνές που εξελίσσονται στο κρεματόριο θυμίζουν ταινίες μαύρης κωμωδίας που θριαμβεύει το χιούμορ, ο κυνισμός και η σάτιρα. Οι χαιρετισμοί και οι ματιές καυστικές και καυστικότερες οι ψιθυριστές ατάκες.

Ο χώρος και ο θάνατος, η αίσθηση της ματαιότητας, δεν αφήνουν ανεπηρέαστη την ψυχολογία των δύο ηρώων, τέως εραστών της θανούσης, οι οποίοι μετατρέπονται σε κατά φαντασίαν ασθενείς και αναζητούν αλληλοπροστασία στην περίπτωση του επερχόμενου μοιραίου. Σκέψεις παροδικές που ξεχνιούνται από τα επείγοντα της καθημερινότητας και των δύο, τα οποία ανάγονται σε ζητήματα όξυνσης της σχέσης τους.

Ο Μακ Γιούαν έχει την αφορμή μιας μελέτης στις πτυχές της ψυχολογίας των αντρών, καυτηριάζει την ερωτική ζηλοτυπία, την επαγγελματική αντιζηλία, τα προβλήματα της σεξουαλικής ψυχρότητας, την απαιτούμενη κοινωνικά σοβαροφάνεια, την έπαρση από επαγγελματικά επιτεύγματα, το μίσος στο οποίο μπορεί να μετατραπεί η φιλία.

Ο Κλάιβ γίνεται μάρτυρας ενός εγκλήματος που ο εγωκεντρισμός του, τού επιτρέπει να αγνοήσει, προκειμένου να μη χάσει την έμπνευση, ενώ κάποιες φωτογραφίες της Μόλλυ, καθόλου κολακευτικές για τον πολιτικό εραστή της που δίνονται από τον απατημένο σύζυγο στον Βέρνον, για δημοσίευση, γίνονται αφορμή να διαδραματιστεί ένα πολυπαραγοντικό θρίλερ, που απογειώνει την αφήγηση.

Ο Μακ Γιούαν βάζει στο στόχαστρό του εκδότες εφημερίδων, δημοσιογράφους, πολιτικούς, εγωκεντρικούς καλλιτέχνες, το σύνολο του πολιτικοκοινωνικού βίου, την αρπακτικότητα στους επαγγελματικούς κύκλους, την έλλειψη σεβασμού στη φιλία, αλλά και στο political correct της δεκαετίας που το καθόρισε, τόσο διαφορετικής από την προηγηθείσα. Κάνει σοβαρούς υπαινιγμούς για την ευθανασία εξ’ ού και το ΄Αμστερνταμ, όπου είχε ήδη νομιμοποιηθεί. Χρησιμοποιεί το στοιχείο του θρίλερ για να αναδείξει τις δαιδαλώδεις ψυχικές διαδρομές των ηρώων κάτω από ασυνήθεις συνθήκες.

Το μυθιστόρημά του συνδυάζει ρέουσα αφήγηση με ελκυστική, πρωτότυπη, αφηγηματική πλοκή, διεξοδική έρευνα σχετικά με τη δημιουργία μουσικής σύνθεσης, που ίσως δυσκολέψει τον μέσο αναγνώστη, ψυχολογική ανάλυση των ανθρωπίνων αντιδράσεων στις διαπροσωπικές σχέσεις κάτω από συνθήκες άγχους, κινδύνου κοινωνικών εκρήξεων, κλονισμού σχέσεων και παθολογικών εμμονών, και κυρίως ηθικών διλημμάτων, εμπεριέχει, όπως σχεδόν πάντα το στοιχείο του απρόβλεπτου (δεν πρέπει να γαντζωνόμαστε πάρα πολύ σφιχτά σ’ αυτά που γνωρίζουμε), με την ιδιαίτερη λεπτολόγο, βερμπαλιστική, αλλά ενδιαφέρουσα γραφή του. Τα μυθιστορήματα του Μακ Γιούαν αποτελούν πηγή ερεθισμάτων για τον μέσο και πάνω αναγνώστη για περαιτέρω αναζήτηση. Είναι αξιοθαύμαστη η ευρυμάθειά του, η εμμονή στην έρευνα όταν προτίθεται να αναπτύξει ένα θέμα εντός ή εκτός του γνωστικού του πεδίου.

Η μετάφραση του Ίκαρου Μπαμπασάκη προάγει όχι μόνο το αυθεντικό κείμενο, αλλά και την ελληνική γλώσσα.


 --------''

 

Οι φίλοι που συναντήθηκαν κι αγκαλιάστηκαν εδώ έχουν πια φύγει.

Ο καθένας προς το δικό του λάθος…

W.H. AUDEN, “The crossroads”

 Έξυπνο και ενδιαφέρον, αλλά κάπως εγκεφαλικό, ομολογώ ότι με κούρασε κάπως και με απογοήτευσε το «σαρωτικό» τέλος. Η γραφή του έμπειρου συγγραφέα συναρπάζει, αλλά πιστεύω ότι η προσπάθειά του να αναδείξει προβλήματα παθογένειας στην εποχή μας -εστιάζοντας ιδιαίτερα πάντα στο Ηνωμένο Βασίλειο- είναι μεν πετυχημένη, αλλά προσδίδει έναν νατουραλιστικό χαρακτήρα στην όλη πλοκή: υπερβολική εστίαση στα ανθρώπινα πάθη και τις αδυναμίες- οι άνθρωποι είναι έρμαια των ενστίκτων (μέσα στα οποία συγκαταλέγονται και η φιλοδοξία κοινωνικής ανέλιξης), και εντέλει θύματα των κοινωνικών συνθηκών.

     Δεν το κρύβω, δεν συμ-πάθησα καθόλου τους ήρωες, ίσως γι’ αυτό και δεν με άγγιξε το μυθιστόρημα αυτό, αν και το διάβασα με γοργό ρυθμό. Ακόμα και η Μόλλυ (διάσημη δημοσιογράφος στον τομέα της γαστρονομίας, γευσιγνώστρια και φωτογράφος), η μοιραία γυναίκα μετά από τον θάνατο της οποίας συσπειρώθηκαν παλιοί εραστές και άσπονδοι φίλοι -κι από δω ξεκινάει η πλοκή του μυθιστορήματος-, πρέπει να ήταν αντιπαθής! Δεν μας επιτρέπει όμως ο συγγραφέας να σχηματίσουμε γνώμη, μάλλον δεν έχει σημασία και μάλλον δεν θέλει να εστιάσει στον ψυχικό κόσμο των ηρώων. Είναι δεδομένο ότι η σχέση του καθένα με την Μόλλυ ήταν ακαταμάχητη, των δύο κεντρικών προσώπων (Βέρνον και Κλάιβ), του επίσης αντιπαθητικού υπουργού Εξωτερικών Τζούλιαν Γκάρμονυ και του συζύγου της Μόλλυ, του επίσης αντιπαθούς ως γλοιώδους Τζορτζ Λέιν. Ασφαλώς υπήρχαν κι άλλοι θαυμαστές ή εραστές, αλλά δεν παίζουν ρόλο στο μυθιστόρημα.

     Έχουν περάσει βέβαια πολλά χρόνια από την εποχή των αναρχορομάντζων (δεκαετία 60, νιότη, τρέλα, ελεύθερο σεξ κλπ), κι ο κάθε ήρωας έχει τραβήξει τον δικό του δρόμο, έχοντας στήσει τη δική του οικογένεια. Ο Βέρνον Χάλλιντεϋ είναι δημοσιογράφος, διευθυντής της ευρείας κυκλοφορίας εφημερίδας «Κριτής», μιας εφημερίδας που τον τελευταίο καρό χαροπαλεύει λόγω ανικανότητας του προηγούμενου διευθυντή. Ο Κλάιβ Λίνλεϋ είναι ένας από τους πιο καταξιωμένους Άγγλους μουσικοσυνθέτες στον οποίο μάλιστα ανατέθηκε η σύνθεση της «Συμφωνίας της χιλιετίας» (λίγα χρόνια από το τέλος της χιλιετίας), η επιτυχία της οποίας θα του διασφαλίσει την αιώνια δόξα και την είσοδο στο πάνθεον των -βρετανών- καλλιτεχνών. Ο συγγραφέας έχει την ευκαιρία να εισχωρήσει στον ευαίσθητο χώρο της δημοσιογραφίας αλλά και της καλλιτεχνικής δημιουργίας, και να αναδείξει με λεπτομέρειες τις συμβατικότητες και τα τεχνάσματα/κομπίνες στα οποία ανατρέχουν για να επιπλεύσουν όσοι τις υπηρετούν.

     Οι δύο παλιοί φίλοι, που τους συνδέει αδιάρρηκτα το ακαταμάχητο παρελθόν, συναντιούνται ξανά μετά από μακρόχρονη σιωπή, με αφορμή την κηδεία της γυναίκας που υπήρξε ο μεγάλος έρωτας για τον καθένα, και που βασανίστηκε από σπάνια εκφυλιστική νόσο χάνοντας κάθε ίχνος ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Είναι κι οι δυο δημοφιλείς, και, καθώς είναι ευάλωτοι μετά την τελετή, και παράλληλα βρίσκονται σε κρίσιμη καμπή της -φιλόδοξης- καριέρας τους, κάνουν μια συμφωνία μεταξύ τους, να απαλλάξουν ο ένας τον άλλον, αν φυσικά υπάρξει ανάγκη, από την βάσανο της χρόνιας αρρώστιας (ιδιαίτερα, μάλιστα, αν φτάσω στο σημείο που να μην μπορώ να λάβω ο ίδιος την απόφαση ή να την υλοποιήσω/σου ζητάω, σαν παλιότερος φίλος μου που είσαι, να με βοηθήσεις αν φτάσουμε ποτέ στο σημείο όπου θα διακρίνεις ότι αυτό είναι το καλύτερο δυνατόν).

     Το ζήτημα λοιπόν της ευθανασίας θίγεται από τον συγγραφέα αν και δεν εξετάζεται σε βάθος, όπως θα περίμενε κανείς, παρόλο που έμμεσα δίνει νόημα στον τίτλο (αναρωτιόμουν μέχρι τις τελευταίες σελίδες γιατί τιτλοφορείται «Άμστερνταμ» ένα βιβλίο που βασικά διαδραματίζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο). Η εξήγηση δίνεται στο τέλος: η Ολλανδία είναι η μόνη χώρα όπου οι γιατροί έχουν το ελεύθερο να παρέχουν ουσίες που προκαλούν τον εκούσιο θάνατο]. Το χιτσκοκικό τέλος ίσως δίνει και μιαν απάντηση στο ερώτημα αν θα πρέπει να «υποβοηθιέται» η εθελούσια αποχώρηση από τη ζωή.

Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα;

     Προκύπτουν όμως και άλλα ηθικά διλήμματα, τα οποία αρέσκεται ο συγγραφέας να επεξεργάζεται, όπως έχει αποδειχτεί και σε προηγούμενα μυθιστορήματα], όχι μόνο βιοϊατρικής φύσεως όπως επισημαίνει η Νίκη Κώτσιου: το πρώτο είναι σε ποιον βαθμό μπορεί η δημοσιογραφική προβολή να παραβιάσει την ιδιωτική ζωή κάποιου δημόσιου προσώπου, ακόμα κι αν αυτό το άτομο είναι απεχθές/απαράδεκτο πολιτικά. Αυτό φυσικά το δίλημμα αφορά τον Βέρνον, ο οποίος βρέθηκε με φωτογραφίες στο χέρι που εκθέτουν και γελοιοποιούν τον υπ. Εξωτερικών Τζούλιαν Γκάρμονυ, ένα ανθρωπάριο που φιλοδοξεί να γίνει πρωθυπουργός και είναι υπέρ της θανατικής ποινής, εναντίον του Μαντέλα κλπ (μιλάμε για έναν βασανιστή, έναν δήμιο, τον υπερασπιστή των οικογενειακών αξιών, τη μάστιγα των μεταναστών, όσων ζητούν άσυλο, των Τσιγγάνων, των περιθωριακών). Ο Βέρνον δεν φαίνεται να έχει ηθικές αναστολές, εφόσον ο συγκεκριμένος πολιτικός είναι επικίνδυνος, σώζει επομένως κόσμο αν τον καταστρέψει! Αντίθετα, η δημοσίευση αυτή, όπως υπολογίζει, θα ανεβάσει τις πωλήσεις στα ύψη και θα σώσει την εφημερίδα από χρεωκοπία.

     Δεν διαφέρει και πολύ η ηθική στάση του Κλάιβ απέναντι στο δίλημμα που του φέρνει η δική του επαγγελματική πορεία: προκειμένου να μη χάσει την έμπνευσή του, που με πολύ κόπο χτίζει για να δώσει ένα αντάξιο φινάλε στη συμφωνία του ψάχνοντας ηρεμία και συγκέντρωση στην αγαπημένη του «περιοχή των Λιμνών», δεν προσέχει ούτε καταγγέλλει καν τον κατ’ επανάληψη βιαστή που ψάχνει η αστυνομία, ο οποίος είχε απομονώσει μια γυναίκα στην έρημη περιοχή όπου ο Κλάιβ έψαχνε την επιφοίτηση της μουσικής δημιουργίας.
    Οι δυο φίλοι αποδείχτηκαν «άσπονδοι», εφόσον η πρόθεση αυτή του Βέρνον (που τη μεθόδευσε με επαγγελματικό σαδισμό) έκανε έξω φρενών τον Κλάιβ (εάν είναι γενικώς εντάξει και για έναν ρατσιστή το να είναι τραβεστί, τότε είναι εντάξει και για έναν ρατσιστή ντο να είναι τραβεστί. Αυτό που δεν είναι εντάξει είναι το να είσαι ρατσιστής). Άλλωστε, τις γελοίες φωτογραφίες ο Γκάρμονυ τις εμπιστεύτηκε στη Μόλλυ, ήταν δικές της (δεν έχουν να κάνουν με μένα ή με σένα ή με τους αναγνώστες σου. Θα μισούσε αυτό που κάνεις).
     Αντίστοιχα, η σύγκρουση των δύο παλιόφιλων προκαλεί τον εκβιασμό εκ μέρους του Βέρνον, ότι αν δεν καταγγείλει όσα είδε ο Κλάιβ από τον βιαστή (έχεις ηθικό καθήκον/εσύ μου λες ποιο είναι το ηθικό μου καθήκον; Εσύ; Είναι δυνατόν;) θα θεωρηθεί συνεργός σε απόπειρα βιασμού.
     Ο συγγραφέας ολοκληρώνει τις δύο διαφορετικές υποθέσεις με ευφυέστατο τρόπο, ανατρέποντας τις προσδοκίες των δύο ηρώων και δίνοντας όπως είπαμε, ένα «χιτσκοκικό» φινάλε, με χιούμορ που αγγίζει το γκροτέσκο.
Χριστίνα Παπαγγελή
 ΣΧΟΛΙΑ ΑΙ
Στο «Άμστερνταμ» του Ίαν ΜακΓιούαν, ο Κλάιβ Λίνλεϊ (ο συνθέτης) και ο Βέρνον Χάλιντεϊ (ο δημοσιογράφος) είναι οι πιο αλλοτριωμένοι. Αν και ξεκινούν ως κριτικοί της ηθικής έκπτωσης, ο εγωισμός τους οδηγεί σε μια ηθική τύφλωση και απανθρωποποίηση, ανταλλάσσοντας τη φιλία και την ανθρωπιά τους για την καλλιτεχνική δόξα και την επαγγελματική επιτυχία. 
IANOS
IANOS
 +1
Κλάιβ Λίνλεϊ: Η αλλοτρίωσή του φαίνεται όταν επιλέγει να μην βοηθήσει μια γυναίκα που πέφτει θύμα βιασμού, προκειμένου να μην διακόψει την έμπνευσή του για τη «Συμφωνία της Χιλιετίας».
Βέρνον Χάλιντεϊ: Η αλλοτρίωσή του έγκειται στην κυνική στάση του, εκμεταλλευόμενος τις ιδιωτικές, ντροπιαστικές φωτογραφίες της Μόλι Λέιν για να αυξήσει την κυκλοφορία της εφημερίδας του. 
IANOS
IANOS
 +1
Και οι δύο, μέσα από την ανταγωνιστική τους πορεία, χάνουν την επαφή με την πραγματική ηθική, καταλήγοντας στο τραγικό τέλος στο Άμστερνταμ.

Σωστή η παρατήρησή σου. Αν διευρύνουμε το κάδρο και στους τέσσερις (Κλάιβ, Βέρνον, Τζούλιαν Γκάρμονι και Τζορτζ Λέιν), η έννοια της αλλοτρίωσης παίρνει διαφορετικές μορφές:
Τζορτζ Λέιν (Ο σύζυγος): Είναι ίσως ο πιο ψυχρά αλλοτριωμένος. Ενώ οι άλλοι παρασύρονται από πάθη ή ιδεοληψίες, ο Τζορτζ λειτουργεί με μια κυνική, σχεδόν εργαλειακή λογική. Χρησιμοποιεί τον θάνατο της γυναίκας του και τα μυστικά της (τις φωτογραφίες) ως μέσα για να εκδικηθεί και να ελέγξει τους γύρω του. Η αλλοτρίωσή του είναι η απόλυτη απώλεια του πένθους, το οποίο αντικαθίσταται από τη στρατηγική.
Τζούλιαν Γκάρμονι (Ο Υπουργός): Εδώ έχουμε την πολιτική αλλοτρίωση. Η δημόσια εικόνα του ως συντηρητικού υπερασπιστή των «παραδοσιακών αξιών» βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την ιδιωτική του ζωή. Είναι αλλοτριωμένος από τον ίδιο του τον εαυτό, αφού ζει μέσα σε ένα κατασκευασμένο προσωπείο εξουσίας, το οποίο η γυναίκα του τελικά «σώζει» με ακόμα περισσότερη χειραγώγηση της κοινής γνώμης. 
Ποιος κερδίζει τον τίτλο;
Αν ως «αλλοτρίωση» ορίσουμε την αποξένωση από κάθε ίχνος ανθρωπιάς, ο Τζορτζ είναι ο μεγάλος νικητής. Στο τέλος του βιβλίου, είναι ο μόνος που μένει όρθιος και ικανοποιημένος, σχεδιάζοντας ήδη την επόμενη κοινωνική του κίνηση πάνω από τα πτώματα των «φίλων» του, αποδεικνύοντας ότι η δική του αλλοτρίωση είναι η πιο αποτελεσματική και καταστροφική. 


Έχεις απόλυτο δίκιο. Ο Τζορτζ Λέιν είναι ο «σιωπηλός παίκτης» που κινεί τα νήματα από το παρασκήνιο. Ενώ ο Κλάιβ και ο Βέρνον αναλώνονται σε μια παιδαριώδη και εγωκεντρική διαμάχη, ο Τζορτζ λειτουργεί με τη μεθοδικότητα ενός ανθρώπου που έχει αποβάλει κάθε συναίσθημα.
Η επικράτησή του αναδεικνύει και το κεντρικό ειρωνικό σχόλιο του ΜακΓιούαν:
Ο θρίαμβος του Κυνισμού: Ο Τζορτζ δεν είναι απλώς αλλοτριωμένος, είναι ο εκφραστής μιας στεγνής, επιχειρηματικής λογικής. Για εκείνον, οι άνθρωποι (ακόμα και η Μόλι) είναι περιουσιακά στοιχεία ή εμπόδια.
Η «εκκαθάριση»: Καταφέρνει να εξοντώσει τους δύο ανταγωνιστές του (Κλάιβ και Βέρνον) χρησιμοποιώντας τις ίδιες τους τις αδυναμίες και την παράνοια. Τους αφήνει να αυτοκαταστραφούν στο Άμστερνταμ, ενώ εκείνος παραμένει ο «αξιοπρεπής» χήρος που καθαρίζει το τοπίο γύρω του.
Το τέλος της ηθικής: Το γεγονός ότι ο πιο αλλοτριωμένος και συναισθηματικά νεκρός χαρακτήρας είναι ο μόνος κερδισμένος, δίνει στο βιβλίο έναν πολύ σκοτεινό επίλογο. Η ανθρωπιά ηττάται ολοκληρωτικά από τη στρατηγική.
Είναι πραγματικά εντυπωσιακό πώς ο ΜακΓιούαν ξεκινά το βιβλίο εστιάζοντας στη φιλία των δύο «καλλιτεχνικών» φύσεων, για να καταλήξει να μας δείξει ότι ο πραγματικός κίνδυνος είναι ο ψυχρός διαχειριστής που δεν έχει κανένα εσωτερικό κόσμο να προστατέψει.

Ο ΤΙΤΛΟΣ σχετιζεται μονο με το γεγονος ότι εκει εφαεμοζεται η υποβοηθουμενη ευθανασια;
Έχεις απόλυτο δίκιο να το βλέπεις έτσι, καθώς η ευθανασία είναι πράγματι το πρόσχημα και όχι η ουσία. Ο τίτλος λειτουργεί σε πολλαπλά επίπεδα, με την υποβοηθούμενη αυτοκτονία να είναι απλώς ο «μηχανισμός» για να ξεδιπλωθεί η ειρωνεία του ΜακΓιούαν:
Το «Καταφύγιο» του Κυνισμού: Το Άμστερνταμ συμβολίζει μια υποτιθέμενη «φωτισμένη» και φιλελεύθερη κοινωνία. Η ειρωνεία είναι ότι οι ήρωες ταξιδεύουν εκεί όχι για να βρουν λύτρωση ή αξιοπρέπεια (όπως η Μόλι), αλλά για να χρησιμοποιήσουν τον νόμο ως όπλο εξόντωσης ο ένας του άλλου.
Γεωγραφία της Αποξένωσης: Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου διαδραματίζεται στο Λονδίνο. Το Άμστερνταμ είναι ο «ξένος τόπος» όπου οι ήρωες μπορούν να ολοκληρώσουν την αλλοτρίωσή τους μακριά από τον κοινωνικό τους κύκλο. Είναι ο προορισμός μιας πορείας που ξεκινά από την εγωπάθεια και καταλήγει στην αμοιβαία καταστροφή.
Ηθική Αντίθεση: Η πόλη αντιπροσωπεύει την ορθολογική διαχείριση του θανάτου. Ο ΜακΓιούαν δείχνει πώς η ορθολογική ελευθερία (το δικαίωμα στο θάνατο) μετατρέπεται σε παράλογη βία στα χέρια ανθρώπων που έχουν χάσει το ηθικό τους κέντρο.
Το «Τέλος της Διαδρομής»: Ο τίτλος λειτουργεί και ως σύμβολο του τέλους. Όπως η Μόλι έχασε τον έλεγχο του σώματός της, έτσι και ο Κλάιβ με τον Βέρνον χάνουν τον έλεγχο της λογικής τους, με το Άμστερνταμ να είναι ο τελικός σταθμός της ηθικής τους κατάρρευσης. 

Ουσιαστικά, το Άμστερνταμ είναι το σκηνικό όπου η «πολιτισμένη» βιτρίνα των ηρώων γκρεμίζεται ολοκληρωτικά.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου