Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

ΣΑΚΗΣ ΣΕΡΕΦΑΣ, ΠΕΤΑ ΤΟ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

Δεν είναι η ιστορία, είναι το πώς την αφηγείσαι. Κι εδώ οι αφηγηματικές τεχνικές είναι ποικίλες και ευρηματικές. Ξεκινώντας από το μελοποίημα του Γεωργίου Ακροπολίτη που ψάλλεται κατά τη διάρκεια της περιφοράς του Επιταφίου και το ποίημα του Σάκη Σερέφα που έχει συνθέσει πριν τη συγγραφή του βιβλίου συνέχίζουμε με 41 κεφάλαια της ιστορίας καθένα από τα οποία συνήθως τιτλοφορείται με την εναρκτήρια φράση του και παρουσιάζεται με τη «φωνή» διαφορετικού αφηγητή: άλλοτε είναι ο παντογνώστης αφηγητής που παρακολουθεί την αμαξοστοιχία να μεταφέρει την παιδοκτόνο από την Γερμανία στην Ελλάδα ή «καταγράφει» τις διαπραγματεύσεις κυβέρνησης ΝΑΤΟ για την ενίσχυση των εξοπλιστικών προγραμμάτων ή τη συσχέτιση των τεκταινομένων με προηγούμενα ή μελλοντικά ιστορικά γεγονότα (επίσκεψη βασιλικού ζεύγους στη Θεσσαλονίκη, δολοφονία Λαμπράκη), άλλοτε όμως «ακούμε τις φωνές» διαφόρων προσώπων που (είναι πιθανό/ λογικό να) εμπλέκονται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στη υπόθεση της βρεφοκτονίας και απευθύνονται άμεσα στον συγγραφέα-ερευνητή, προσδίδοντας με τον τρόπο αυτό μια οιονεί «διαλογική» μορφή στο έργο, λ.χ.μια καθαρίστρια του σιδηροδρομικού σταθμού, όπου έφτασε η εκ Γερμανίας η μητέρα κρατώντας το 13 μηνών παιδί της, η βρεφοκόμος του δημοτικού βρεφοκομείου «Η Βρεφοκρατούσα», όπου η δυστυχής μητέρα προσπάθησε να «αποθέσει» το παιδί της, ο αξιωματικός υπηρεσίας ή ο διοικητής του αστυνομικού τμήματος ή ο ιατροδικαστής που ανέλαβαν τη διαλεύκανση της υπόθεσης, η δημοσιογράφος που κάλυψε τα γεγονότα, οι ψαράδες που βρίσκονταν κοντά στο σημείο που έριξε το παιδί της στη θάλασσα, ο καντηλανάφτης που παρακολούθησε την κηδεία του βρέφους, η δεσμοφύλακας κλπ. Κοντά σε αυτά όμως υπάρχουν και αποσπάσματα από εφημερίδες (ειδήσεις, ειδικές στήλες συμβουλών, ψυχογραφήματα, επιστολές αναγνωστών), πληροφοριακά κείμενα ως διδακτικά εγχειρίδια τα οποία περιγράφουν τη διαδικασία της ταρίχευσης ή τις περιόδους του πνιγμού, τα οποία διαθέτουν ειδικό λεξιλόγιο και λόγιο ύφος και τα οποία συνοδεύονται από ανάλογο εικονογραφικό υλικό, αφίσες ή σκηνές από ταινίες της εποχής,  κωμικογραφήματα, εικόνες της πόλης κλπ 
Αξίζει εδώ να αναδειχθεί η σύνδεση της υπόθεσης της βρεφοκτονίας στην προκυμαία της Θεσσαλονίκης το 1963 όχι μόνο με ανάλογα εγκλήματα αλλά κυρίως με τις βασικές κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που μετέτρεψαν τις τραγικές μητέρες σε φόνισσες, τις μεσαιωνικές αντιλήψεις για την τιμή και την παρθενία των κοριτσιών ή για τον ενταφιασμό των αβάπτιστων τέκνων, τον ρόλο των βρεφοκομείων και των μαιευτικών κλινικών στο εμπόριο βρεφών, τις μικροπολιτικές σκοπιμότητες και τις πελατειακές σχέσεις που επιτρέπουν τη συγκάλυψη εγκλημάτων, τη διαφθορά και τον πλουτισμό των κρατούντων…
Θα πρόσθετα κλείνοντας την ευρηματικότητα του συγγραφέα να συνδέει την υπόθεση της συγκεκριμένης βρεφοκτονίας με υπαρκτά ή φανταστικά πρόσωπα και γεγονότα που «έβαιναν» παράλληλα με αυτήν ανά λεπτό της ώρας, όπως και την επινόηση της ίδιας ιστορίας που θα μπορούσε να γίνει αλλιώς.  



Ναι, θα μπορούσε να έχει συμβεί και κάπως έτσι αυτή η ιστορία, δεν θα μπορούσε; Μα δεν συνέβη έτσι. Και δεν συνέβη, με τον εντελώς δικό της τρόπο. Αφού, είναι γνωστό πως όλες οι ιστορίες που συνέβησαν μοιάζουν μεταξύ τους, όμως κάθε ιστορία που δεν συνέβη, δεν συνέβη με τον δικό της τρόπο».

Με έναν τρόπο όπως αυτόν που περιγράφει η παραπάνω ρήση του Georgi Gospodinov στο έργο του με τίτλο «Χρονοκαταφύγιο» και την οποία ο αφηγητής παραθέτει αυτούσια στο βιβλίο του, περιγράφει ο γνωστός και πολυβραβευμένος συγγραφέας Σάκης Σερέφας μια άγνωστη στους περισσότερος υπόθεση βρεφοκτονίας που έλαβε χώρα στη Θεσσαλονίκη, τον, μακρινό πλέον από το σήμερα, Απρίλη του 1963.

Μα είναι δυνατόν, θα πει κανείς, να πετάξει μία μάνα το βρέφος της στη θάλασσα με τόσο άσπλαχνο τρόπο; Κι όμως, όλα είναι δυνατά… Αυτό μας λέει ο Σάκης Σερέφας και προσπαθεί μάλιστα, από την πλευρά του να δώσει και ερμηνείες στο εν λόγω γεγονός.

Ο συγγραφέας γνώριζε το γεγονός εδώ και δώδεκα χρόνια. Προτού αποφασίσει, όμως, να το μεταπλάσει μυθιστορηματικά, ένα ποίημα με το όνομα Γιάννης είχε γεννηθεί πρωτίστως από την πένα του, ένα ποίημα που αναφέρεται στο ίδιο γεγονός και παρατίθεται αυτούσιο στις πρώτες σελίδες του βιβλίου του. Σπανίως, πάντως, μία αληθινή ιστορία μεταπλάθεται τόσο αποτελεσματικά και σε τέτοιες διαστάσεις με υπερρεαλιστικές πινελιές από συγγραφέα και τόσο λεπτή απόχρωση ειρωνείας και χιούμορ.

Αν μη τι άλλο, λοιπόν, στο εν λόγω πόνημα δεν μπορούμε να μην θαυμάσουμε τη μεγάλη φαντασία του συγγραφέα και τα πανέξυπνα λογοτεχνικά και αφηγηματικά εφευρήματα που βρίσκει προκειμένου αφενός να αφηγηθεί την ιστορία με έναν εντελώς δικό του και ξεχωριστό τρόπο, αλλά και, αφετέρου, να την οδηγήσει εκεί όπου ο ίδιος επιθυμεί-και όχι η ιστορία να οδηγήσει αυτόν. Ο συγγραφέας φτάνει στο σημείο να εντάξει στο πόνημά του μέχρι και κουίζ ψυχολογίας ως αφηγηματικό τρικ!

Η αφήγηση δεν είναι γραμμική, τουλάχιστον όχι με τον παραδοσιακό γραμμικό τρόπο. Η μάνα πετάει το βρέφος της στο νερό. Οι αρχισυντάκτες ψάχνουν τρόπο να βγάλουν ρεπορτάζ. Το παρελθόν της μάνας στη Γερμανία μελετάται ενδελεχώς, όπως και η προσπάθεια από μέρους της να δώσει το μωρό της για υιοθεσία, προτού την ακατανόητη πράξη, μήπως και καταφέρει ο συγγραφέας να βρει την άκρη του μύθου και να εισχωρήσει στην άγνωστη ψυχοσύνθεση της μάνας. Η κηδεία του μωρού και η κατάληξη της μάνας στη φυλακή…

Το εντυπωσιακό σε όλα τα παραπάνω είναι ο εξαιρετικά επιτυχημένος τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας ενσωματώνει μνήμες, γεγονότα, πρόσωπα, ιστορικά γεγονότα κτλ από τη δεκαετία του 1960 στις σελίδες του βιβλίου του. Η δολοφονία του Λαμπράκη το 1963. Η ΕΔΑ του Ηλία Ηλιού και η ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Η σύγκρουση του Κωνσταντίνου Καραμανλή με τα ανάκτορα. Οι παιδουπόλεις της Φρειδερίκης-τη δεκαετία του 1950 αυτές- με τις παράνομες υιοθεσίες και παιδιά που κανείς δεν έμαθε ποτέ τι απέγιναν. Η μετανάστευση των Ελλήνων σωρηδόν για τη Γερμανία. Ο πρόεδρος τω ΗΠΑ Κένεντυ. Η ανοικοδόμηση και η αντιπαροχή στην πρωτεύουσα και τη συμπρωτεύουσα που άλλαξε οριστικά και αμετάκλητα το αστικό τοπίο της χώρας. Και φυσικά ο ψυχρός πόλεμος μεταξύ Αμερικής και Ρωσίας, τα απόνερα του οποίου έφταναν μέχρι την Ελλάδα.

Το πιο ωραίο, όμως, από όλα, που απολαμβάνει κανείς κατά την ανάγνωση, είναι το γεγονός ότι ο αφηγητής απευθύνεται, πολλές φορές, στον ίδιο τον συγγραφέα-κι ας ταυτίζονται τα δύο πρόσωπα. Γενικά, ο τρόπος γραφής του Σερέφα είναι άμεσος και μιλά κατευθείαν στην καρδιά των αναγνωστών.

Ένα μυθιστόρημα, επομένως, μικρό και ευκολοδιάβαστο, πνευματώδες και ζωηρό, έξυπνο και ευφάνταστο, με πρωτότυπους αφηγηματικούς τρόπους που περιλαμβάνουν μέχρι και παράθεση φωτογραφιών της εποχής, ως συμπλήρωμα στα γραφόμενα. Ένα μυθιστόρημα βασισμένο σε αληθινά γεγονότα, την ιστορία του οποίου όμως, μας αφηγείται ο συγγραφέας με τον τρόπο που θέλει ο ίδιος-όχι η ίδια η ιστορία και η Ιστορία-με τον δικό του μοναδικό και ανεπανάληπτο τρόπο.

Εκείνο που με εντυπωσιάζει (ή μάλλον ένα από αυτά) στην πεζογραφία, την ποίηση και το θέατρο του Θεσσαλονικιού συγγραφέα Σάκη Σερέφα είναι το άναρχο πνεύμα με το οποίο δομεί τα έργα του, είναι η δημιουργική αναρχία με την οποία δουλεύει, δίνοντας βάση στον πραγματικό πολιτικό/ιδεολογικό όρο και όχι σε αυτό που επικράτησε, δηλαδή βία, βιαιότητα, καταστροφές ή ό,τι θέλει ο καθένας κάνει χωρίς να δίνει λογαριασμό, αλλά το αντίθετο – όραμα, ιδανικά, κανόνες, κανονισμοί, ανταλλαγή πρόσφορων και θετικών απόψεων. Έτσι, για να συνδέσουμε αυτό που λέμε με τον μύθο ενός βιβλίου που στηρίζεται σε πραγματικό γεγονός, βρισκόμαστε στα 1963 (χρονιά δύσκολη για τη συμπρωτεύουσα, κυρίως για τη μαφιόζικη από παρακρατικούς δολοφονία του βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη), όταν μια γυναίκα πετά το βρέφος της στη θάλασσα, γίνεται δηλαδή φόνισσα και παιδοκτόνος. Ο Σερέφας, λοιπόν, συνδέει πραγματολογικές παραμέτρους ή καταγεγραμμένης ιστορίας γεγονότα με τη συγκεκριμένη πράξη μιας γυναίκας με διάφορους τρόπους, που ενώ φαίνονται εκ πρώτης άσχετα μεταξύ τους, στην ουσία δίνουν το φανταστικό στοιχείο του έργου (και γι’ αυτό μιλάμε για αναρχία στη δομή), ούτως ώστε να γίνει κατανοητό πως κάποιοι άνθρωποι ήρθαν σε επαφή μαζί της λίγο πριν ή λίγο μετά την πράξη της – ο ψαράς, η προϊστάμενη του βρεφονηπιακού σταθμού, η γύφτισσα, η δημοσιογράφος, ο οδηγός του λεωφορείου, το κοριτσάκι με τη μητέρα του, οι παρόντες στην αναπαράσταση, η δεσμοφύλακας και πολλοί άλλοι. Είναι, λοιπόν, άξιο απορίας (αν και μάλλον αυτή η έκφραση δεν είναι λογική για έναν συγγραφέα του ύψους του Σερέφα) πώς όλα αυτά τα αποκόμματα όχι μόνο παίρνουν σάρκα και οστά, όχι μόνο μορφοποιούν μια ιστορία αληθινή μεν, ως είδηση όμως του μονόστηλου, όχι μόνο βοηθούν στο να στηθεί (παρότι γνωρίζουμε ελάχιστα για την προσωπικότητα και την ψυχοσύνθεση της γυναίκας, αλλά ξέρουμε πιο πολλά για την επαγγελματική και κοινωνική της ζωή) μια αρνητική ηρωίδα, στην οποία ο συγγραφέας συμπαραστέκεται με όλες του τις δυνάμεις, όχι μόνο βγαίνει στην επιφάνεια ένα έγκλημα ειδεχθές και τρομακτικό, με μια μέθοδο συγκόλλησης κομματιδίων, αλλά πολύ περισσότερο δημιουργείται ένα έργο τέχνης που κρύβει άφθονο συναίσθημα για τη γυναίκα, δείχνει να την καταλαβαίνει, καθώς αντιλαμβάνεται πως δεν μπορεί να μεγαλώσει το μωρό μόνη της και όπου ζητά βοήθεια της κλείνουν την πόρτα και, τελικώς, έρχεται στο σήμερα με τρόπο συγκινητικό και προπαντός συγκλονιστικό, προκειμένου και να ευαισθητοποιήσει αλλά και να προβάλει τη μοναδικότητα σε μια εποχή που τέτοιες ειδήσεις έχουμε σχεδόν καθημερινά.

Όλο αυτό το συγγραφικό σύστημα λειτουργεί σαν καλοδουλεμένο ρολόι προς όφελος του αναγνώστη, ο οποίος και παρακολουθεί με τρομερό ενδιαφέρον.

Όπως είναι φυσικό, με τέτοια τεράστια διαφορετικότητα των γεγονότων που συνθέτουν το βιβλίο, τόσο το ύφος όσο και η ατμόσφαιρα δεν μπορούν να είναι ενιαία. Έτσι, παίρνουν χρώμα από το εκάστοτε συμβάν, το οποίο, επαναλαμβάνω, μπορεί να φαντάζει άσχετο με την υπόθεση, στο τέλος του κάθε κεφαλαίου όμως συνδέεται με αυτό που η συγκεκριμένη γυναίκα αποφάσισε και έπραξε. Αλλού λοιπόν συναντάμε μια μελαγχολικού τύπου παράθεση, αλλού ο συμβιβασμός είναι δεδομένος, αλλού κάποιος οικτίρει τον εαυτό του που δεν πρόλαβε το κακό, αλλού κάποιος μιλάει για την κηδεία του μωρού, άλλος παραθέτει την άποψή του καθώς γνώρισε τη γυναίκα μέσα στο λεωφορείο μετά το φονικό και κάποιοι λίγοι λιγότερο (για παράδειγμα, οι βρισιές και τα γιουχαΐσματα κατά τη διάρκεια της αναπαράστασης). Έτσι, γυρίζοντας σελίδες και πηγαίνοντας στο επόμενο κάθε φορά κεφάλαιο, κάτι καινούργιο προκύπτει, βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα αντιμετώπιση της πράξης, εν τέλει όλο αυτό το συγγραφικό σύστημα λειτουργεί σαν καλοδουλεμένο ρολόι προς όφελος του αναγνώστη, ο οποίος και παρακολουθεί με τρομερό ενδιαφέρον. Ένας τρόπος γραφής δηλαδή όχι απλώς σύγχρονος και σημερινός, αλλά πολύ περισσότερο, έτοιμος να ανοίξει τα δεδομένα για το πώς θα γράφεται η λογοτεχνία από εδώ και πέρα, για το πώς οι συγγραφείς θα πλησιάζουν τα θέματα αλλά και τους στόχους τους, για το πώς θα δουλεύουν στην εποχή της οθόνης, της άρνησης αλλά και της –σχεδόν– μανίας κάποιων ακόμη να χαϊδεύουν σελίδες.

Πέραν όλων των άλλων, όμως, ο Σερέφας προχωρά και σε μεγάλες καταγγελίες (παρακάμπτουμε το σκωπτικό επεισόδιο με τους βασιλείς) όσον αφορά τους νατοϊκούς εκβιασμούς, τα πεπραγμένα του αστυνομικού διοικητή Θεσσαλονίκης και την αγοραπωλησία βρεφών στον βρεφονηπιακό σταθμό, στην οποία και εμπλέκονται όλοι οι καλοζωισμένοι και ευυπόληπτοι πολίτες, όπως δικηγόροι, γιατροί, κλινικάρχες, διευθυντές, προϊστάμενες κ.ο.κ. Τι θέλει να δείξει με αυτή την εμμονή του ο συγγραφέας; Ότι σε εκείνη τη χρονική περίοδο, όποιοι γονείς βρίσκονταν σε ανέχεια, όποια γυναίκα εγκαταλειπόταν από τον σύντροφό της, όσοι εν πάση περιπτώσει δεν είχαν τα μέσα για να μεγαλώσουν ένα παιδί απευθύνονταν στο ίδρυμα και το άφηναν εκεί, με την προϋπόθεση να το πάρουν αργότερα, όμως οι υπεύθυνοι πουλούσαν τα παιδιά κερδίζοντας αμύθητα ποσά, σε ζευγάρια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, μια παρανομία, δηλαδή, η οποία και δεν μπορούσε να μείνει ατιμώρητη. Με αυτή του την εμμονή ο συγγραφέας (ο οποίος παραθέτει σε πολλά σημεία τις μαρτυρίες μιας εργαζόμενης στο ίδρυμα, η οποία τα λέει έξω από τα δόντια) δείχνει την τεράστια αγάπη του προς τα παιδιά, μια αγάπη άδολη και αθώα, ως το σημείο τού να μην του πατήσει κανείς τον κάλο γιατί τότε γίνεται θηρίο, υπερασπίζεται υπάρξεις οι οποίες ήρθαν στον κόσμο χωρίς τη θέλησή τους, υπάρξεις που χρειάζονται στοργή, ζεστασιά και φροντίδα και όχι εμπόριο πάνω στο κορμάκι τους, και όχι εκμετάλλευση πάνω στο τρυφερό τους δέρμα.

Αγόρασε online το βιβλίο από το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ

Το ότι ο Σερέφας είναι πανέτοιμος να υλοποιήσει (έπειτα από τόσα έργα) ένα τέτοιο μυθιστόρημα, με όλα τα συγκριτικά του δεδομένα, είναι εκ των ων ουκ άνευ. Με αυτή τη λογική δεν νοείται κανένα σπίτι και καμιά βιβλιοθήκη να μην περιέχει ένα μυθιστόρημα, το οποίο και θα μας μείνει στη μνήμη για πολύ καιρό και για την καταγγελτικότητά του, αλλά και για τη συγκίνηση που προσφέρει, με μέρη άκρας ενσυναίσθησης. Βέβαια, χρειάζονται ώρες, ίσως και μέρες ανάγνωσης και όχι μόνο 75 λεπτά, όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας και, καθώς μπαίνουμε στη μιζέρια και στην γκρίνια, θα ήθελα να διαβάσω τη συνταγή του τέλους, αν τα στοιχεία ήταν για άνω των εβδομήντα και όχι για εικοσάρηδες.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου