Κυριακή 17 Μαΐου 2026

DAVID SZALAY, ΣΑΡΚΑ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ



Σάρκα, David Szalay, Εκδόσεις Ψυχογιός

Ανάμεσα στο φτωχικό διαμέρισμα μιας μονογονεϊκής οικογένειας σε μια μικρή πόλη της Ουγγαρίας και τη χλιδή μιας βίλας στο Λονδίνο υπάρχει μεγάλη απόσταση, και ο Ίστβαν τη διένυσε επιστρατεύοντας αμφίβολα μέσα. Όταν η τύχη τον εγκαταλείψει, η επιστροφή στο σημείο μηδέν θα είναι αναπόφευκτη. Ο λόγος για τον ήρωα του βιβλίου που έλαβε το Βραβείο Booker 2025, τη Σάρκα του Ουγγροκαναδού Ντέιβιντ Σόλοϊ, που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός σε αψεγάδιαστη μετάφραση της Βάσιας Τζανακάρη.

Η Σάρκα ακολουθεί τον Ίστβαν από την εφηβική του ηλικία και καταγράφει τα σκαμπανεβάσματα μιας μοίρας στην οποία εκείνος μοιάζει να είναι εν πολλοίς αμέτοχος, απλός θεατής. Το σώμα του, στις υλικές, φυσικές του διαστάσεις, θα αναδειχθεί, εμμέσως πλην σαφώς, η μοναδική εγγενής του αξία, προς ανταλλαγή και χρήση –στις σχέσεις του, ακόμα και στον βιοπορισμό του–, η συναισθηματική του αποσύνδεση, όμως, θα τον οδηγήσει στο απόλυτο κενό.

Ι. ΙΣΤΟΡΙΑ

Η Σάρκα ξεκινάει με τον πρωταγωνιστή 15 χρονών, άρτι αφιχθέντα σε μια μικρή ουγγρική πόλη που θα παραμείνει ανώνυμη, μαζί με τη μητέρα του. Θα δυσκολευτεί να κάνει φιλίες εκεί, ενώ κι ένας φίλος που βρέθηκε θα απομακρυνθεί. Κατόπιν πίεσης της μητέρας του, θα ξεκινήσει να βοηθάει τη συνομήλική της γειτόνισσα στα ψώνια του σουπερμάρκετ, καθώς η κακή υγεία του συζύγου της τελευταίας δεν του επιτρέπει το κουβάλημα. Η επαφή αυτή θα εξελιχθεί σταδιακά, με δική της πρωτοβουλία και ανεπαίσθητα για εκείνον, σε σεξουαλική σχέση. Ο Ίστβαν δεν είναι σε ηλικία που να του επιτρέπει να διαχειριστεί με μια στοιχειώδη συναισθηματική ωριμότητα αυτό που του συμβαίνει. Το τέλος που θα βάλει η γυναίκα σ’ αυτή τη σχέση θα φέρει μια συναισθηματική έκρηξη με τραγική κατάληξη, με αποτέλεσμα ο Ίστβαν να βρεθεί στο αναμορφωτήριο για τρία χρόνια. Αφού βγει, είναι στιγματισμένος. Μετά από κάποιους μήνες που ψαχνει χωρίς αποτέλεσμα για δουλειά, θα καταταγεί στον στρατό. Θα εκτίσει τη θητεία του σε εμπόλεμες ζώνες ως στρατιώτης του ΝΑΤΟ, κι εκεί θα γίνει μάρτυρας σκηνών φρίκης, μεταξύ άλλων μάρτυρας του θανάτου φίλου του. Η επιστροφή του σε μια κανονική ζωή δεν θα είναι εφικτή, και τότε θα βρεθεί στο Λονδίνο ως μετανάστης, να κάνει μια κακοπληρωμένη δουλειά και να μοιράζεται ένα διαμέρισμα με πολύ περισσότερους συγκάτοικους απ’ ό,τι θα ‘θελε. Η ετοιμότητά του να σώσει έναν άνθρωπο που υφίστατο επίθεση στη μέση του δρόμου θα αποδειχθούν καθοριστικά. Η ευγνωμοσύνη του ανθρώπου που γλίτωσε από τα χέρια κακοποιών θα έχει ως αποτέλεσμα να βρεθεί στην “καλή κοινωνία” του Λονδίνου, αφού εκείνος διατηρεί εταιρεία παροχής υπηρεσιών φύλαξης στην οποία και θα τον προσλάβει ως υπάλληλο.

Από υπάλληλος στην εταιρεία θα γίνει προσωπικός οδηγός ενός πάμπλουτου βιομήχανου, της κατά πολύ νεότερης γυναίκας του και του μικρού γιου τους. Με πρωτοβουλία της γυναίκας θα ξεκινήσει μια ερωτική σχέση η οποία θα προχωρήσει σε γάμο – όχι επειδή “τον διάλεξε” αλλά επειδή, μεσούσης της ερωτικής τους σχέσης, ο σύζυγός της απεβίωσε. Τότε θα ξεκινήσει μια περίοδος χλιδής, η οποία όμως κρέμεται από μια κλωστή, αφού η γυναίκα δεν έχει τίποτα στο όνομά της, απλά διαχειρίζεται την περιουσία που κληροδότησε ο αποβιώσας σύζυγός της στον γιο τους, μέχρι να αναλάβει εκείνος. Ο Ίστβαν θα επιχειρήσει να φτιάξει κάτι δικό του προκειμένου να διατηρηθεί το υψηλό βιοτικό τους επίπεδο, οι προσπάθειές του όμως θα καταρρεύσουν. Η τύχη θα γυρίσει εναντίον του, η οικογένειά του –στην οποία είχε προστεθεί και ο γιος του– θα διαλυθεί, ενώ το ένστικτό του να σώσει από βέβαιο θάνατο κάποιον θα λειτουργήσει και πάλι σαν καταλύτης για να αλλάξουν όλα, προς την αντίθετη κατεύθυνση αυτή τη φορά. Ο Ίστβαν θα γυρίσει εκεί από όπου ξεκίνησε, στο φτωχικό διαμέρισμα της μητέρας του στη μικρή ουγγρική πόλη, λες και τα χρόνια του Λονδίνου να ήταν ένα όνειρο. Η σχέση που θα κάνει με μια υπάλληλο στο μπαρ που συχνάζει θα λήξει άδοξα μετά από έναν χρόνο, λόγω του φόβου της μην καταλάβει κάτι ο άντρας της. Μετά και τον θάνατο της μητέρας του ο Ίστβαν θα καταλήξει όπως ξεκίνησε: μόνος, μέχρι τέλους πια.

ΙΙ. ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΕΣ ΕΠΙΛΟΓΕΣ

Οι επιλογές ενός συγγραφέα ως προς την παρουσίαση του υλικού του είναι πάντα αποκαλυπτικές ως προς τις προθέσεις του, και εδώ έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ξεκινάμε με την επιλογή του αφηγητή. Η αφήγηση στη Σάρκα είναι τριτοπρόσωπη αλλά περιορισμένη, συγκεκριμένα ακολουθεί κατά πόδας τον Ίστβαν, με τρεις μόνο εξαιρέσεις. Και στις τρεις, όμως, βλέπουμε καθοριστικές για τη συνέχεια συζητήσεις με θέμα τον Ίστβαν, οι οποίες προοιωνίζονται την αντιμετώπιση που θα επιφυλάξει η οικογένεια του συζύγου της μετέπειτα γυναίκας του στο ζευγάρι. Το γεγονός ότι ο συγγραφέας επιτρέπει μόνο σε αυτές τις τρεις περιπτώσεις την αποχώρηση του φακού από την οπτική του Ίστβαν δείχνει –και αυτό θα αποδειχθεί στη συνέχεια– πόσο κεφαλαιώδους σημασίας ήταν αυτές οι σκηνές για την πορεία του μύθου. Έστω κι έτσι, όμως, η τριτοπρόσωπη αφήγηση σε μια ιστορία που ακολουθεί σχεδόν μονίμως έναν ήρωα δείχνει μια απόσταση, μια αποξένωση του χαρακτήρα από τον ίδιο του τον εαυτό.

Άλλη επιλογή του συγγραφέα που αξίζει να αναφερθεί είναι οι σύντομες, λιτές, αφτιασίδωτες περίοδοι λόγου με την αφήγηση σε Ενεστώτα χρόνο, μια επιλογή που κάνει την αφήγηση υπόκωφα αγχωτική, σε ένα αδιάρθρωτο, απειλητικό, αδίστακτο παρόν, χωρίς ιστορικότητα, χωρίς αναστοχασμό, χωρίς αναμνήσεις, χωρίς όνειρα, χωρίς μαθήματα από το παρελθόν, χωρίς ελπίδα για το μέλλον. Μια αφήγηση για ένα πρόσωπο που ζει στο παρόν, όχι όμως με χαρά αλλά με μια παράξενη αποστασιοποίηση, σχεδόν μούδιασμα, και αναπόφευκτα φέρνει στον νου τον Αριστοτέλη και την πραγματεία του Περί ψυχής: πόσο ανθρώπινο είναι ένα πλάσμα που ζει μόνο στο παρόν, ένα πλάσμα που άγεται και φέρεται μόνο από τις αισθήσεις του; Ένα πλάσμα που ορίζεται –να η δικαίωση του τίτλου του βιβλίου– μόνο από τη σάρκα του και τις αδήριτες ανάγκες της; Μια σάρκα που δεν περιγράφεται καν: δεν ξέρουμε αν είναι ψηλός, κοντός, μελαχρινός ή ξανθός, κανένα προσωπικό χαρακτηριστικό, ένα αδιαφοροποίητο κομμάτι κρέας που έχει μόνο αισθήσεις, μόνο παρόν. Έστω κι έτσι, όμως, υπάρχουν μεγάλες περίοδοι από ένα παρόν που δεν βρίσκονται στο βιβλίο λόγια να ειπωθεί. Η αφήγηση ακολουθεί χρονική γραμμικότητα, ωστόσο ο συγγραφέας επιλέγει να απαλείψει εντελώς από την ιστορία τις –ενδεχομένως– πιο τραυματικές χρονικές περιόδους της ζωής του Ίστβαν. Ο ήρωας σαν να προσγειώνεται στα 15 του στη μικρή ουγγρική πόλη όπου θα εγκατασταθεί με τη μητέρα του, και δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί κανείς: τι έγινε πριν; Ο πατέρας πού βρίσκεται; Ποια η σχέση μεταξύ των γονέων, που σίγουρα θα μπορούσε να εξηγήσει σε κάποιο βαθμό την ψυχολογική εξέλιξη του ήρωα; Στη συνέχεια, αφήνουμε τον ήρωα έφηβο, όταν έχει μόλις σκοτωθεί ο σύζυγος της γυναίκας η οποία τον αποπλάνησε, για να τον ξαναβρούμε στο επόμενο κεφάλαιο να έχει μόλις βγει από το αναμορφωτήριο. Τα τρία χρόνια στο αναμορφωτήριο μοιάζουν σαν να μη συνέβησαν. Ομοίως, στο τέλος του δεύτερου κεφαλαίου ο Ίστβαν αποφασίζει να καταταχθεί στον στρατό, και στο γύρισμα μιας σελίδας έχουν περάσει πέντε χρόνια θητείας – τον ξαναβρίσκουμε να ετοιμάζεται για την επιστροφή στα πάτρια. Μόνο από σχόλια τρίτων θα μάθουμε ότι πέθανε στα χέρια του ένας φίλος του. Μόνο από την ασυναίσθητη γροθιά που θα ρίξει σε μια πόρτα χωρίς κανέναν προφανή λόγο, χωρίς καμία προπαρασκευή ή κλιμάκωση, θα υποψιαστούμε το βαρύ τραύμα που του δημιουργήθηκε. Κάποια στιγμή, πολύ νωρίς στο βιβλίο, διαβάζουμε για τη σχέση του με την κατά πολύ μεγαλύτερή του γυναίκα «Αφού δεν το ξέρει κανείς, είναι σαν να μη συμβαίνει». Για τη θητεία του διαβάζουμε «Συνειδητοποιεί ότι τα πράγματα που είναι πολύ σημαντικά γι’ αυτόν –τα πράγματα που συνέβησαν και που είδε εκεί, τα πράγματα που τον έκαναν να νιώθει ότι τίποτα δεν θα είναι ποτέ ξανά το ίδιο– δεν έχουν σημασία εδώ. Τα πράγματα εκείνα δεν έχουν υπόσταση εδώ. Αυτή την αίσθηση έχει. Οπότε σε κάνει να νιώθεις λιγάκι παρανοϊκός το να κουβαλάς τέτοια πράγματα μέσα σου, όταν εδώ δεν έχουν υπόσταση». Ο συγγραφέας, απόλυτα συνεπής με τον ήρωά του, δεν δείχνει τη φρίκη, όπως οι αρχαίοι τραγωδοί δεν έδειχναν ποτέ φόνους επί σκηνής. Σκιαγραφεί πιστά, όμως, το αποτύπωμα αυτών των εμπειριών στη ζωή και τον ψυχισμό του πρωταγωνιστή, απέχοντας από σχολιασμούς. Τραύμα, εξάλλου, δεν είναι το γεγονός, αλλά ο βαθμός κατά τον οποίο υπερέβη τη δυνατότητα του ψυχισμού να το χωρέσει. Μια δραματική περιγραφή γεγονότων θα ήταν πολύ πιο εύκολη, αλλά αυτό που κάνει εδώ ο συγγραφέας είναι πολύ πιο ουσιώδες.

ΙΙΙ. ΠΡΟΤΑΣΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ

Πυρήνας του βιβλίου είναι η –ακούσια– υποβίβαση της αξίας ενός ανθρώπου σε τίποτα πέρα από το σώμα του. Το σώμα και η υλική μας υπόσταση, βέβαια, δεν είναι σε καμία περίπτωση “κακά”· αντιθέτως, ένας άνθρωπος μπορεί να χρησιμοποιεί το σώμα του και αυτό να συνιστά μια εκδήλωση ελευθερίας, μια διακήρυξη αυτεξούσιου, μια αναζήτηση ευχαρίστησης ή μια εμπειρία ηδονής, μια κεφαλαιοποίηση και εξαργύρωση υπό όρους και εντός ορίων, με πλήρη αξιοπρέπεια, που μπορεί να οδηγεί στην ενδυνάμωση. Ωστόσο, ο Ίστβαν ξανά και ξανά αντιμετωπίζεται σαν ένα σώμα χαμηλών απαιτήσεων και αντιστάσεων, ένα σώμα αναλώσιμο. Η πρώτη του ερωτική εμπειρία ήταν στην πραγματικότητα σεξουαλική κακοποίηση – μια πολύ μεγαλύτερή του γυναίκα, 42 χρονών όταν εκείνος ήταν μόλις 15, τον προσέγγισε και σταδιακά τον οδήγησε σε μια ερωτική σχέση. Μια γυναίκα την οποία ο ίδιος έβλεπε ως ηλικιωμένη, και δεν θεωρούσε καν ελκυστική. Πρόκειται για το γνωστό grooming, τη σταδιακή εξοικείωση που επιδιώκει ένας ενήλικας με ένα παιδί και την οικογένειά του προκειμένου, με πρόσχημα τη φιλική και οικογενειακή σχέση, να ξεκινήσει μια ανάρμοστη ερωτική επαφή. Τα θύματα συχνά δεν αντιλαμβάνονται καν ότι παραβιάστηκαν, ότι υπέστησαν κακοποίηση, πολλές φορές θεωρώντας ότι για να ένιωσαν διέγερση τότε “το ήθελαν”. Σύμφωνα με την επιστήμη της ψυχολογίας, κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Η διέγερση, ακόμα και η κορύφωση, είναι μια φυσική, αυτόματη σωματική αντίδραση, η οποία δεν αποτελεί πειστήριο συναινετικής συμμετοχής, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον του θύματος. Ειδικά όταν μιλάμε για ένα νεαρό αγόρι, που εδώ (και γενικά) υφίσταται πίεση για την όσο το δυνατόν νωρίτερη έναρξη ερωτικής δραστηριότητας –η “καθυστέρηση” του Ίστβαν σ’ αυτόν τον τομέα, μάλιστα, ήταν λόγος απόρριψης από πιθανούς φίλους στην ηλικία του– καταλαβαίνει κανείς τη σύγχυση στην οποία μπορεί να οδηγηθεί. Εξάλλου, ζούμε ακόμα σε μια κοινωνία η οποία αντί να καταδικάσει απερίφραστα τυχόν ερωτική προσέγγιση ενός εφήβου από μια μεγαλύτερή του γυναίκας, μπορεί αντιθέτως να τον μακαρίσει ως “τυχερό”, που “θα μάθει”. Τα συναισθήματα που γεννιούνται είναι φυσικό και επόμενο να προκύψουν μέσα στη σύγχυση και την πρωτόγνωρη ερωτική εμπειρία. Ο Ίστβαν θα πει “σ’ αγαπώ” και η αντίδραση της γυναίκας θα ειναι να σπεύσει να του δηλώσει ότι δεν νιώθει στ’ αλήθεια έτσι. Είναι εμφανές ότι τρομάζει όταν αντιλαμβάνεται ότι ο νεαρός δεν είναι ένα σώμα, μια πλαστική κούκλα ή ένα παιχνίδι που μπορεί να χρησιμοποιεί κατά βούληση χωρίς συνέπειες. Οι άνθρωποι αναπτύσσουν συναισθήματα, όσο άβολο και αν είναι, όσο επικίνδυνο.

Ο Ίστβαν δεν θα καταφέρει να ξεφύγει ποτέ από το μοντέλο σχέσης που έζησε στην πρώτη του ερωτική εμπειρία. Μέχρι τέλους τον παρακολουθούμε παθητικό αποδέκτη του ερωτικού ενδιαφέροντος γυναικών, καμιά όμως δεν θα είναι ποτέ “δική του”. Όλες οι γυναίκες που περνάνε από τη ζωή του θα έχουν κάποιον άλλον εραστή ή σύζυγο, όλες θα τον προσεγγίζουν ορμώμενες από μια σωματική έλξη, ή απλά στη βάση μιας τοπικής εγγύτητας, σαν να ήταν ο πιο κοντινός διαθέσιμος άντρας, και συχνά πατώντας σε κάποια ανισότητα, σε κάποια σχέση εξουσίας. Ο ίδιος μοιάζει μουδιασμένος, αδιάφορος, συστηματικά μάλιστα θα βρίσκει αρχικά τις ερωμένες του μη ελκυστικές. Όπως λέει χαρακτηριστικά, «Με τις γυναίκες έχει την αίσθηση πως δύσκολα μπορεί να ζήσει μια εμπειρία πραγματικά καινούργια, που δε θα μοιάζει με κάτι που έχει ήδη συμβεί και που πιθανότατα θα ξανασυμβεί με παρόμοιο τρόπο, έτσι ποτέ δε νιώθει ότι διακυβεύεται κάτι σημαντικό». Πώς μπορεί κανείς να μιλήσει για έρωτα αν δεν διακυβεύεται τίποτα; Αν το αντικείμενο του έρωτα δεν είναι απολύτως μοναδικό; Οι ερωτικές παρτενέρ του Ίστβαν είναι, όπως και ο ίδιος, αναλώσιμες και εύκολα αντικαταστατές. Ακόμα κι αν αναπτυχθούν συναισθήματα στην πορεία, μάλλον αποπροσανατολισμένος πόθος παρά κάτι πιο ουσιαστικό, κάθε φορά που προφέρεται ένα “σ’ αγαπώ” ο ίδιος ο Ίστβαν πια θα σπεύσει να το ακυρώσει – δικαίως. Η μετέπειτα σύζυγος του Ίστβαν μοιάζει να τον αντιμετωπίζει διαφορετικά όταν μαθαίνει ότι έχει κάνει κάποιες συνεδρίες ψυχοθεραπείας, σαν να συνειδητοποιεί πρώτη φορά ότι μπορεί και να έχει εσωτερικό κόσμο. Στη συνέχεια, μάλιστα, επιδιώκει να τον μυήσει στις εικαστικές τέχνες, ωστόσο εντέλει το μόνο κοινό που θα τους ενώσει, πέρα από τη φυσική έλξη, θα είναι –πόσο συνεπές– το καλό φαγητό. Η ψυχή του Ίστβαν μοιάζει κρυμμένη μέσα σε ένα καβούκι, τίποτα δεν θα καταφέρει να τη βγάλει, κανείς όμως δεν προσπαθεί και ιδιαίτερα. Ακόμα και ένα ενδιαφέρον που θα δείξει σε βιβλία σχετικά με χρηματοοικονομικά θα αντιμετωπιστεί με θυμηδία. Η σύζυγός του θα τον ρουφήξει στον κόσμο της, στον κοινωνικό της κύκλο, ενώ εκείνος θα φέρει μόνο το σαρκίο του. Ο πάγος στην ψυχή του δεν θα σπάσει ποτέ· χαρακτηριστικά, τα δάκρυα της τελευταίας ερωτικής συντρόφου που εμφανίζεται στο βιβλίο θα τον ξαφνιάσουν. Δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό του ότι μπορεί η γυναίκα αυτή να του ζήτησε να χωρίσουν για να δει αν θα την διεκδικήσει, αν θα της ζητήσει να αφήσει τον άντρα της για εκείνον. Ο Ίστβαν απλά αποδέχτηκε την απόφασή της, απορώντας κιόλας με την έκφραση του συναισθήματος από εκείνη, και συνέχισε τη –μοναχική– ζωή του.

Πέρα από το σώμα του Ίστβαν ως ερωτικό αντικείμενο, έχει αξία να σκεφτεί κανείς ότι το σώμα του είναι και αυτό που θα χρησιμοποιήσει για να βιοποριστεί. Στο αναμορφωτήριο «ανακάλυψε ότι το είχε με το ξύλο», και αυτό το ταλέντο είναι που θα χρησιμοποιήσει σε όλη του τη ζωή. Θα διαθέσει το σώμα του ως στρατιώτης στη μηχανή του κιμά που λέγεται πόλεμος, θα διαθέσει το σώμα του ως “πόρτα” σε μπαρ, στη συνέχεια ως “ιδιωτική ασφάλεια”, ενώ όταν, μετά από πολλά χρόνια υπηρεσίας, του προσφερθεί θέση ευθύνης θα την αρνηθεί, θα προτιμήσει να μείνει στον ρόλο που ξέρει. Ένα σώμα “φτηνό”, αναλώσιμο, ένα σώμα ιδανική πρώτη ύλη για ένα οικονομικό σύστημα που ψάχνει κορμιά για χρήση και κατάχρηση, εκμετάλλευση και απομύζηση.

Συμπερασματικά, η Σάρκα είναι ένα βιβλίο που πετυχαίνει να δείξει πολλά χωρίς να χρειαστεί να εξηγήσει τίποτα. Ένας ήρωας που δεν κατάφερε ποτέ να βιώσει το συναίσθημά του, ένα συναίσθημα που αναδύθηκε ελάχιστες φορές σαν λάβα ηφαιστείου, το ίδιο εκρηκτικά και το ίδιο καταστροφικά. Τραυματικά γεγονότα που μένουν εκτός αφήγησης, με τον ίδιο τρόπο που έμειναν απωθημένα από τον ψυχισμό του Ίστβαν. Γυναίκες που του φαίνονται όλες πάνω κάτω ίδιες, για τις οποίες ο Ίστβαν είναι μια διαφυγή, ή παρηγοριά, αλλά ποτέ πρώτη επιλογή, κάτι που εκείνος αποδέχεται σιωπηλά και αδιαμαρτύρητα. Στο τέλος της ανάγνωσης θα μείνει να αιωρείται βαρύ ένα σύννεφο της μοναξιάς και μια αίσθηση κενού. Ειδική μνεία αξίζει η άψογη, “διάφανη” μετάφραση της Βάσιας Τζανακάρη που αποδίδει το πνεύμα του πρωτότυπου και τις επιλογές του συγγραφέα με φυσικότητα και σε ελληνικά που δεν σκοντάφτουν σε κανένα σημείο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου