Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026

Juan Gabriel Vasquez, Τα ονόματα της Φελίσας, Μτφρ, Αχιλλέας Κυριακίδης, Εκδόσεις Ίκαρος

 

Στις 8 Ιανουαρίου 1982, η Κολομβιανή γλύπτρια Φελίσα Μπουρστίν πεθαίνει ξαφνικά σε ένα εστιατόριο του Παρισιού. Κατά τη στιγμή του θανάτου της συνοδεύεται από τον σύζυγό της και τέσσερις φίλους. Ένας από αυτούς, ο συγγραφέας Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, λίγες μέρες αργότερα δημοσιεύει ένα άρθρο που περιλαμβάνει τρεις φαινομενικά απλές αλλά επώδυνα αινιγματικές λέξεις: «Πέθανε από θλίψη». Αυτή τη φράση χρησιμοποιεί ως απαρχή ο βραβευμένος Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες για να διερευνήσει την άγνωστη ιστορία αυτής της σημαντικής δημιουργού που έζησε όλη της τη ζωή με την επαναστατική επιθυμία να είναι κυρίαρχη του εαυτού της. Στο βιβλίο «Τα ονόματα της Φελίσας», ο Bάσκες συνδυάζει αριστοτεχνικά τη βιογραφία, την πραγματικότητα και τη φαντασία συνθέτοντας μια σπαρακτική αφήγηση για τον τρόπο που η προσωπική ζωή αναπόφευκτα συνθλίβεται από τις δυνάμεις της πολιτικής και της Ιστορίας. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)


Το βιβλίο «Τα ονόματα της Φελίσας» (Los nombres de Feliza) είναι ένα γνωστό μυθιστόρημα του βραβευμένου Κολομβιανού συγγραφέα Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες. Κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Ίκαρος σε μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη.

Κεντρική ηρωίδα είναι η Κολομβιανή γλύπτρια Φελίσα Μπουρστίν (Feliza Bursztyn), η οποία πέθανε ξαφνικά στο Παρίσι το 1982. Ο θάνατός της ώθησε τον διάσημο συγγραφέα Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες να γράψει ένα άρθρο με τη φράση «Πέθανε από θλίψη». Ο Βάσκες συνδυάζει βιογραφία, πραγματικά γεγονότα και μυθοπλασία. Δημιουργεί το πορτρέτο μιας αντισυμβατικής γυναίκας και καλλιτέχνιδας. Η ζωή της συνθλίβεται από το πολιτικό και ιστορικό παρασκήνιο της Κολομβίας. Το βιβλίο εξερευνά τις πολλαπλές ταυτότητες, τα «ονόματα» και τις μεταμορφώσεις της Φελίσας μέσα στον χρόνο.

Η πραγματική ζωή της Φελίσα Μπουρστίν (Feliza Bursztyn, 1933–1982) ήταν εξίσου συγκλονιστική, αντισυμβατική και θυελλώδης με τη μυθιστορηματική της εκδοχή. Υπήρξε μία από τις πιο ρηξικέλευθες φυσιογνωμίες της λατινοαμερικάνικης τέχνης του 20ού αιώνα. 

Γεννήθηκε στην Μπογκοτά το 1933. Οι γονείς της ήταν Εβραίοι μετανάστες από την Πολωνία. Διέφυγαν στην Κολομβία για να σωθούν από την άνοδο του ναζισμού. Λόγω της οικονομικής άνεσης του πατέρα της, ο οποίος είχε εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας, σπούδασε στη Νέα Υόρκη (Art Students League) και αργότερα στο Παρίσι (Académie de la Grande Chaumière). Στο Παρίσι έμαθε να κολλάει μέταλλα (welding). Όταν επέστρεψε στην Κολομβία, επειδή ο μπρούντζος ήταν πανάκριβος, άρχισε να μαζεύει παλιοσίδερα, ανταλλακτικά αυτοκινήτων και βιομηχανικά απόβλητα από μάντρες τα οποία αξιοποιούσε στα έργα της. Έγινε διάσημη για τα Chatarras (Γλυπτά από Σκουπίδια). Δημιούργησε επίσης τα Camas (Κρεβάτια) και Histéricas (Υστερικές) – μεταλλικά γλυπτά που κινούνταν με μοτέρ, έκαναν θόρυβο και ήταν ντυμένα με υφάσματα. Επιδιώκοντας την ανατροπή των στερεοτύπων φωτογραφιζόταν συχνά φορώντας μαργαριταρένια κολιέ ενώ κρατούσε τη βαριά φλόγα της ηλεκτροκόλλησης. Ήθελε έτσι να σπάσει την ανδροκρατούμενη αντίληψη για τη γλυπτική.

Παντρεύτηκε μικρή στη Νέα Υόρκη, έκανε τρεις κόρες, αλλά ο γάμος της ήταν βίαιος (ο σύζυγός της της έσπασε το χέρι όταν εκείνη αρνήθηκε να αφήσει την τέχνη). Χώρισε, έζησε ελεύθερα, δήλωνε ανοιχτά αμφιφυλόφιλη και το εργαστήριό της έγινε το απόλυτο καταφύγιο της αβάν-γκαρντ διανόησης.

Λόγω των αριστερών της πεποιθήσεων και της βοήθειας που πρόσφερε σε μέλη του αντάρτικου κινήματος M-19, συνελήφθη και ανακρίθηκε από τον στρατό της Κολομβίας το 1981. Φοβούμενη για τη ζωή της, ζήτησε πολιτικό άσυλο και κατέφυγε εξόριστη στο Παρίσι. Στις 8 Ιανουαρίου 1982, σε ηλικία μόλις 48 ετών, η Φελίσα κατέρρευσε και πέθανε ξαφνικά από καρδιακή ανακοπή σε ένα εστιατόριο του Παρισιού. Δίπλα της βρίσκονταν ο σύζυγός της και στενοί της φίλοι, ανάμεσά τους και ο νομπελίστας συγγραφέας Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Ο Μάρκες έγραψε αργότερα ότι η Φελίσα δεν πέθανε από παθολογικά αίτια, αλλά «πέθανε από θλίψη» για την εξορία από την πατρίδα της.

Ειδικότερα ως γλύπτρια η Φελίσα Μπουρστίν υπήρξε πρωτοπόρος της κινητικής τέχνης (kinetic art) και του assemblage στη Λατινική Αμερική. Τα έργα της, φτιαγμένα από βιομηχανικά απόβλητα και παλιοσίδερα, συνδύαζαν κίνηση, εκκωφαντικό θόρυβο, ύφασμα και έντονη πολιτικοκοινωνική σάτιρα.Τα πιο εμβληματικά έργα και οι σειρές γλυπτών της περιλαμβάνουν:

1. Chatarras (Σκουπίδια / Παλιοσίδερα, 1961–1967) Η πρώτη της μεγάλη σειρά αποτελούνταν από στατικά γλυπτά φτιαγμένα αποκλειστικά από σκουπίδια, βίδες, μέταλλα και εξαρτήματα αυτοκινήτων που μάζευε από μάντρες. Αν και αρχικά δέχτηκε σφοδρή κριτική, η σειρά αυτή επαναπροσδιόρισε την έννοια του «άχρηστου υλικού» ως υψηλή τέχνη στην Κολομβία.

2. Las Histéricas (Οι Υστερικές, 1967) Πρόκειται για την πρώτη της σειρά κινητικών γλυπτών. Χρησιμοποίησε λωρίδες από ανοξείδωτο ατσάλι και τις συνέδεσε με μοτέρ από πικάπ. Τα γλυπτά δονούνταν, κινούνταν σπασμωδικά και παρήγαγαν έναν ενοχλητικό, μεταλλικό θόρυβο. Ήταν ένα ειρωνικό σχόλιο της Μπουρστίν ενάντια στον πατριαρχικό χαρακτηρισμό των δυναμικών γυναικών ως «υστερικών».

3. Las Camas (Τα Κρεβάτια, 1974)Πρόκειται για μια από τις πιο διάσημες και προκλητικές πολυμεσικές εγκαταστάσεις της, η οποία παρουσιάστηκε στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Μπογκοτά. Αποτελούνταν από 13 κρεβάτια καλυμμένα με σατέν υφάσματα, κάτω από τα οποία υπήρχαν κρυμμένα μοτέρ. Τα μοτέρ κουνούσαν ρυθμικά τους μεταλλικούς σκελετούς, δίνοντας την ψευδαίσθηση σωμάτων που συνουσιάζονται. Η εγκατάσταση συνοδευόταν από πειραματική ηλεκτρονική μουσική, θίγοντας ανοιχτά τα ταμπού γύρω από τη γυναικεία σεξουαλικότητα και τον ερωτισμό.

4. La Baila Mecánica (Ο Μηχανικός Χορός, 1979) Το «μπαλέτο» των μετάλλων, μια θεατρική εγκατάσταση που αποτελούνταν από επτά μεγάλα, κατακόρυφα γλυπτά καλυμμένα με μονόχρωμα υφάσματα, τα οποία έμοιαζαν με ανθρώπινες φιγούρες. Τα γλυπτά εκτελούσαν μια μηχανική, «χορευτική» χορογραφία με τη βοήθεια ηλεκτρικών μοτέρ, συνδυάζοντας την αυστηρότητα της βιομηχανίας με τη χάρη της ανθρώπινης κίνησης.

5. Δημόσια Γλυπτά και Μνημεία Homage to Gandhi (Φόρος τιμής στον Γκάντι, αρχές 1970s): Ένα μεγάλο, δημόσιο γλυπτό εγκατεστημένο στην Μπογκοτά. Οι λιτές, ισχνές κατακόρυφες γραμμές του παραπέμπουν στην ασκητική φιγούρα και το ηθικό ανάστημα του Μαχάτμα Γκάντι.

Όλα τα ανωτέρω βασικά στοιχεία από τη ζωή και το εργο της γλύπτριας αναφερονται στο βιβλιο του Βάσκες, όχι με γραμμική σειρά, πραγμα σπουδαιο λογοτεχνικά, και απο την οπτική του αφηγητή συγγραφεα που υποτιθεται οτι παίρνει συνένρευξη απο τον δεύτερο άντρα της. Αυτή η μη γραμμική δομή και η επιλογή της οπτικής γωνίας είναι ακριβώς τα στοιχεία που απογειώνουν το βιβλίο του Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες και το μετατρέπουν σε λογοτεχνικό κομψοτέχνημα.

Ο Βάσκες δεν γράφει μια κλασική, στεγνή βιογραφία. Με το τέχνασμα της μη γραμμικής αφήγησης ανασυνθέτει τη ζωή της Φελίσας σαν ένα παζλ, όπου το παρελθόν, το παρόν, η δόξα, η καταδίωξη και ο ξαφνικός θάνατος μπλέκονται οργανικά. Αυτό το διαρκές «πήγαινε-έλα» στον χρόνο αντανακλά την ίδια την προσωπικότητα της Φελίσας: μια ζωή γεμάτη ένταση, θραύσματα και ασυνέχεια, όπως ακριβώς και τα γλυπτά της από παλιοσίδερα.

Παράλληλα, η επιλογή του συγγραφέα να εμφανίζεται ο ίδιος ως αφηγητής-ερευνητής που παίρνει συνέντευξη από τον δεύτερο σύζυγο της Φελίσας, τον Σουηδό Άντολφ Γκότλιμπ (Adolf Gottliebe), είναι ένα ευφυές εύρημα. Η υποκειμενική αλήθεια: Μέσα από τα μάτια του ανθρώπου που την έζησε, την αγάπησε και τη συνόδευσε στην εξορία, η Φελίσα αποκαλύπτεται όχι ως ένα ιστορικό πρόσωπο, αλλά ως μια γυναίκα με σάρκα και οστά. Η γοητεία του «προφορικού» λόγου: Ο διάλογος μεταξύ του συγγραφέα και του ηλικιωμένου πλέον συζύγου δίνει στο βιβλίο μια βαθιά εξομολογητική, σχεδόν κινηματογραφική ατμόσφαιρα, όπου η ιστορική έρευνα συναντά τη συναισθηματική φορτισμένη ανάμνηση. 

Τέλος, ο Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες θεωρείται μετρ του πολιτικού μυθιστορήματος στη Λατινική Αμερική ακριβώς επειδή δεν γράφει ένα στεγνό ιστορικό χρονικό. Στο βιβλίο «Τα ονόματα της Φελίσας», κατορθώνει να εμπλέξει την πολιτική ιστορία με έναν βαθιά οργανικό, προσωπικό και συγκινητικό τρόπο. Ο συγγραφέας δείχνει πώς οι μεγάλες πολιτικές αποφάσεις, ο Ψυχρός Πόλεμος και το αυταρχικό καθεστώς της Κολομβίας δεν είναι απλώς ειδήσεις στις εφημερίδες, αλλά δυνάμεις που ποδοπατούν την ιδιωτική ζωή των ανθρώπων και ανατρέπουν τα σχέδιά τους. Μέσα από τις αφηγήσεις του δεύτερου συζύγου της Φελίσας, ο αναγνώστης βλέπει πώς μια καθημερινή στιγμή (μια συγκέντρωση φίλων, ένα τηλεφώνημα, μια καλλιτεχνική έκθεση) μετατρέπεται ξαφνικά σε πολιτικό έγκλημα στα μάτια του κράτους. Από την άλλη η καλλιτεχνική δημιουργία παρουσιάζεται ως Πολιτική Πράξη (και Αντίστροφα). Ο Βάσκες συνδέει άρρηκτα τα έργα της Φελίσας με το πολιτικό κλίμα. Τα γλυπτά της από βιομηχανικά απόβλητα και παλιοσίδερα (Chatarras) δεν είναι απλώς αισθητική επιλογή, αλλά μια σιωπηλή κραυγή διαμαρτυρίας ενάντια στη βία, τον καπιταλισμό και την καταπίεση της Κολομβίας. Ο συγγραφέας αναδεικνύει τον παραλογισμό της εξουσίας παρουσιάζοντας την αντισυμβατική καλλιτέχνιδα που μαζεύει παλιοσίδερα να αντιμετωπίζεται από τη στρατιωτική δικτατορία ως «ύποπτη και επικίνδυνη». Ακόμα, η πολιτική εμπλέκεται με τον πιο τραγικό τρόπο στο τραύμα της εξορίας και τον θάνατο της γλύπτριας. Η σύλληψή της από τον στρατό και η αναγκαστική φυγή της στο Παρίσι δεν παρουσιάζονται απλώς ως ένα γεγονός, αλλά ως μια βαθιά ψυχολογική πληγή.«Θάνατος από θλίψη»: Ο Βάσκες χτίζει ολόκληρο το βιβλίο γύρω από τη φράση του Μάρκες. Μας δείχνει πώς η πολιτική δίωξη μπορεί κυριολεκτικά να σκοτώσει έναν άνθρωπο, ραγίζοντάς του την καρδιά μακριά από τον τόπο του. Τέλος, με ενδιαφέροντα τρόπο διαπλέκονται στο έργο η συλλογική μνήμη και η ατομική ιστορία ως δύο πλευρές του νομίσματος. Μέσα από τη συνέντευξη με τον σύζυγό της, ο συγγραφέας πετυχαίνει μια διπλή εστίαση. Από τη μία πλευρά έχουμε τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα (το αντάρτικο κίνημα M-19, ο στρατιωτικός νόμος, οι διώξεις) και από την άλλη το πώς αυτά μεταφράζονται σε φόβο, αγωνία και δάκρυα μέσα στους τέσσερις τοίχους ενός σπιτιού.Με αυτόν τον τρόπο, ο Βάσκες αποδεικνύει ότι η Ιστορία δεν γράφεται μόνο από τους νικητές ή τους πολιτικούς, αλλά χαράσσεται στα σώματα και στις ψυχές των καθημερινών ανθρώπων και των δημιουργών.

Αξιοσημείωτο είναι ακόμα ότι όλα τα κεντρικά πρόσωπα που καθορίζουν την πλοκή του βιβλίου είναι πραγματικά, ιστορικά πρόσωπα. Ο Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες επέλεξε να μην εφεύρει φανταστικούς χαρακτήρες για να πλαισιώσει τη Φελίσα, αλλά να βασιστεί αποκλειστικά σε ανθρώπους που υπήρξαν στην πραγματικότητα και σημάδεψαν τη ζωή της. 

Στο βιβλίο εμφανίζονται: 

Ο Άντολφ / Πάμπλο (Pablo Leyva): Ο δεύτερος σύζυγος της Φελίσας, ο οποίος στην πραγματικότητα ήταν ο Κολομβιανός πολιτικός επιστήμονας και καθηγητής Πάμπλο Λέιβα (στο βιβλίο εμφανίζεται με το όνομα Άντολφ καθώς η Φελίσα του άλλαζε συχνά ονόματα, γεγονός που δικαιολογεί και τον τίτλο «Τα ονόματα της Φελίσας»).

Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες: Ο κορυφαίος νομπελίστας συγγραφέας, ο οποίος ήταν στενός φίλος της Φελίσας και παρών το βράδυ του θανάτου της στο Παρίσι.

Οι γονείς της (Jacob και Chaja Bursztyn): Πολωνοεβραίοι μετανάστες που κατέφυγαν στην Κολομβία για να γλιτώσουν από τον ναζισμό.

Οι δάσκαλοί της στην τέχνη: Σημαντικοί καλλιτέχνες της εποχής, όπως ο Όσιπ Ζάντκιν (Ossip Zadkine) στο Παρίσι, υπό την καθοδήγηση του οποίου σπούδασε.

Πού μπαίνει η μυθοπλασία; Αν και τα πρόσωπα είναι 100% ιστορικά, το βιβλίο παραμένει μυθιστόρημα και όχι στεγνή βιογραφία. Η λογοτεχνική «μαγεία» του Βάσκες έγκειται στο ότι φαντάζεται και ανασυνθέτει τους διαλόγους, τις εσωτερικές σκέψεις, τις σιωπές, τους φόβους και τα συναισθήματα αυτών των προσώπων. Γεμίζει δηλαδή τα κενά που αφήνει η επίσημη Ιστορία με τη δύναμη της λογοτεχνικής φαντασίας. 

Η συγκέντρωση του υλικού από τον Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες ήταν μια πολυετής, επίμονη διαδικασία. Συνδύασε τη δημοσιογραφική έρευνα πεδίου, την ιστορική τεκμηρίωση και τις προσωπικές μαρτυρίες. Ο ίδιος ο συγγραφέας έχει δηλώσει ότι η έρευνά του βασίστηκε σε τέσσερις βασικούς πυλώνες:

1. Η Αρχική Εμμονή (Το Άρθρο του Μάρκες) Το έναυσμα: Η έρευνα ξεκίνησε ουσιαστικά το 1996 στο Παρίσι, όταν ο Βάσκες διάβασε για πρώτη φορά το άρθρο του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες για τον θάνατο της Φελίσας. Η φράση «Πέθανε από θλίψη» του έγινε εμμονή. Άρχισε να ψάχνει ποια ήταν αυτή η γυναίκα, η οποία τότε δεν ήταν ιδιαίτερα γνωστή εκτός των στενών καλλιτεχνικών κύκλων της Κολομβίας.

2. Οι Συνεντεύξεις με τον Πάμπλο Λέιβα (Άντολφ) Η ζωντανή πηγή: Ο Βάσκες κατάφερε να εντοπίσει και να περάσει πολλές ώρες παίρνοντας συνεντεύξεις από τον Πάμπλο Λέιβα, τον δεύτερο σύζυγο της Φελίσας, ο οποίος ήταν πλέον σε προχωρημένη ηλικία. Όπως φαίνεται και στο βιβλίο, ο Βάσκες δεν κατέγραψε απλώς γεγονότα. Δούλεψε πάνω στην εύθραυστη, αποσπασματική και μη γραμμική μνήμη του ηλικιωμένου άντρα. Αυτή η διαδικασία επηρέασε καθοριστικά τη δομή του ίδιου του μυθιστορήματος.

3. Μαρτυρίες Φίλων και Συγγενών Το περιβάλλον της Φελίσας: Ο συγγραφέας πήρε συνεντεύξεις από ανθρώπους της κολομβιανής αβάν-γκαρντ διανόησης που είχαν ζήσει τη Φελίσα, είχαν επισκεφτεί το θρυλικό εργαστήριό της ή είχαν βρεθεί μαζί της στο Παρίσι. Αναζήτησε στοιχεία για το παρελθόν των Πολωνοεβραίων γονιών της και τις αναμνήσεις των θυγατέρων της, ώστε να συνθέσει τον χαρακτήρα της πίσω από την καλλιτεχνική της ταυτότητα.

4. Αρχειακό Υλικό και Αποκόμματα Ο Τύπος της εποχής: Ο Βάσκες συγκέντρωσε παλιές κριτικές τέχνης, εφημερίδες της εποχής, καταλόγους εκθέσεων και φωτογραφίες. Δικαστικά και Στρατιωτικά έγγραφα: Για να αποδώσει με ακρίβεια το πολιτικό παρασκήνιο, ερεύνησε τα αρχεία που αφορούσαν τη δραματική σύλληψη και ανάκριση της Φελίσας από τον στρατό της Κολομβίας το 1981, γεγονός που την οδήγησε στην εξορία. Όπως αναφέρουν οι κριτικές στο Diastixo.gr και στο CultureNow, η σπουδαιότητα του βιβλίου έγκειται στο ότι ο Βάσκες πήρε αυτόν τον τεράστιο όγκο διάσπαρτων ντοκουμέντων και, αντί να φτιάξει μια στεγνή βιογραφία, χρησιμοποίησε τη λογοτεχνική του φαντασία για να «αναστήσει» τη Φελίσα ως ζωντανή παρουσία. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου